Supreme Court dismisses appeal against final court judgment for inadmissibility and procedural errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the final judgment of the Court of Appeal and the initial verdict of the First Instance Court. The appellant argued that the appeal was inadmissible because it challenged both the first and second instance decisions, and that the appellate court failed to consider specific arguments regarding evidence and contract interpretation. The court ruled that an appeal can only target the final decision, which absorbed the lower court's ruling, and that the appellant's claims regarding evidence evaluation and contract interpretation were inadmissible as they pertained to matters already decided on the merits.
Legislator headnote
AI generatedArt. 553(1) Civil Procedure Code; Art. 559(1), (8) Civil Procedure Code: An appeal is inadmissible if it challenges a final decision that has already absorbed the lower court's ruling, and arguments regarding the evaluation of evidence or interpretation of documents are inadmissible if they relate to the merits of the case already decided.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1560 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1560/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Πολάκη.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ασπρούκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-11-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:194/2001 προδικαστική, 46/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 420/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των τελευταίων δύο αποφάσεων ζητά ο αναιρεσείων με την από 23-8-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, ανέγνωσε την από 13-2-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή, προκύπτει ότι, αν γίνει τυπικά δεκτή η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με αναίρεση προσβάλλεται μόνο η απόφαση του εφετείου, είτε με αυτή απορρίφθηκε στην ουσία η έφεση και επικυρώθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, είτε έγινε δεκτή στην ουσία η έφεση και το εφετείο έκρινε ουσιαστικώς τη διαφορά, γιατί στη μεν πρώτη περίπτωση η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώθηκε σε εκείνη του εφετείου, στη δε δεύτερη περίπτωση έπαυσε νομικώς να υπάρχει. Στην προκειμένη περίπτωση, με την αίτηση αναιρέσεως πλήττονται τόσο η πρωτόδικη 46/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, όσο και η επ` αυτής εκδοθείσα 420/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Η τελευταία, όπως από αυτή προκύπτει, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η εξ αδικοπραξίας αγωγή του, με συνέπεια η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου να ενσωματωθεί σε εκείνη του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως, καθόσον στρέφεται και κατά της ως άνω πρωτόδικης αποφάσεως, είναι απαράδεκτη.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ συνάγεται ότι αν η αγωγή κρίθηκε κατ'ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο: 1) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, και μάλιστα ενάριθμα, που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, 2) οι πραγματικές διαπιστώσεις (παραδοχές), που θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και 3) το νομικό σφάλμα, δηλαδή σε τι συνίσταται η παραβίαση, κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα δικαίου.
Περαιτέρω, ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου η δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα του ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων.
Το ουσιώδες στοιχείο του λόγου αυτού αναίρεσης αποτελεί η έλλειψη νόμιμης βάσης σε "ζήτημα", δηλαδή σε πραγματικό αυτοτελή ισχυρισμό που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση ασκηθέντος ουσιαστικού δικαιώματος, το οποίο "ζήτημα" ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και όχι όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει συναχθεί με βάση αυτές, εφόσον τούτο παρατίθεται σαφώς .
Έτσι, για να είναι ορισμένος και κατά συνέπεια παραδεκτός ο λόγος αυτός, πρέπει να διαλαμβάνει, πλην άλλων, 1)τις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή στερείται αιτιολογιών και 2)εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, ήτοι αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο της ελλείψεως, αν πρόκειται για ανεπαρκείς αιτιολογίες, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην προσβαλλόμενη ώστε η αιτιολογία της να είναι επαρκής και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ` όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τηνπροσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η περί καταβολής αποζημιώσεως λόγω αδικοπραξίας αγωγή του, για τη θεμελίωση της οποίας ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος υπεξαίρεσε τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, τα οποία του κατέβαλε για την είσοδό του ως εταίρου σε δύο μεταφορικές εταιρείες που διατηρούσε ο τελευταίος στη Ρουμανία και για την αγορά ακινήτων στο όνομα των εταιρειών αυτών.
Με τους πρώτο (κατά ένα μέρος), τρίτο, τέταρτο (κατά ένα μέρος) και έβδομο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες της παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου και της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών αναφορικά με την απόρριψη της αγωγής του αναιρεσείοντος.
Οι λόγοι αυτοί ενέχουν αοριστία και είναι, ως εκ τούτου, απαράδεκτοι, αφού, ανεξαρτήτως του ότι δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο πλήρεις οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου αλλά μόνον επιλεκτικές περικοπές αυτών, δεν προσδιορίζονται και μάλιστα ενάριθμα οι ουσιαστικού δικαίου κανόνες που φέρεται ότι παραβιάσθηκαν, ούτε το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα του Εφετείου και η επίδραση που έχει το σφάλμα αυτό στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Επίσης, δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών και μάλιστα με ποιο ουσιώδες ζήτημα συναρτάται η ανεπάρκεια αυτή, ούτε ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να περιέχονται, οι δε αναφερόμενες στο αναιρετήριο σχετικές αιτιάσεις αποτελούν απλά πραγματικά επιχειρήματα του αναιρεσείοντος που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων.
Επιπροσθέτως, οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, διότι, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς του πλήττουν την ανεπίδεκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση από το Εφετείο των πραγματικών γεγονότων. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, οι οποίοι όμως εφαρμόζονται τότε μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά, ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή ασάφεια ως προς τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων.
Επομένως, η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να προσφύγει στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες θεμελιώνει τον κρίσιμο αναιρετικό λόγο, όταν από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το ουσιαστικό δικαστήριο, ενώ διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως ότι υπάρχει κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις των συμβαλλομένων, ωστόσο δεν τους εφάρμοσε.
Κατόπιν αυτών, οι δεύτερος και πέμπτος, (κατά ένα μέρος) λόγοι, με τους οποίους ο αναιρεσείων επικαλούμενος το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, κατά την ερμηνεία του από 23 Ιουνίου ιδιωτικού συμφωνητικού, παραβιάσθηκαν οι ως άνω ερμηνευτικοί κανόνες, είναι αβάσιμοι, διότι, όπως προκύπτει από την ίδια απόφαση, το Εφετείο δεν διαπίστωσε, ευθέως ή εμμέσως, κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων στο ανωτέρω συμφωνητικό, ώστε να παραστεί ανάγκη προσφυγής στους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες.
Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ δημιουργείται αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη του κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσεως, αποδεικτικά μέσα που παραδεκτώς και νομίμως επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης δηλαδή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ο λόγος είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός εάν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος αυτός ο λόγος αναιρέσεως.
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αυτός απαιτείται να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητα του, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο του και το παραδεκτό της προσαγωγής του και να καθορίζεται ο ουσιώδης ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου το αποδεικτικό μέσο προσκομίσθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο, (κατά ένα μέρος) και έκτο λόγους του αναιρετηρίου, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ., καταλογίζεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη την από 22-9-1998 ένορκη εξέταση του αναιρεσιβλήτου ενώπιον του Πταισματοδίκη Βέροιας και ένα "ιδιωτικό συμφωνητικό που συντάχθηκε στην ρουμανική γλώσσα την ίδια ώρα με το από 23 Ιουνίου συνταχθέν στην ελληνική γλώσσα ιδιωτικό συμφωνητικό", τα οποία προσκόμισε και επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων ενώπιον του Εφετείου, το πρώτο σε νόμιμη μετάφραση στην ελληνική γλώσσα.
Όμως, από τη βεβαίωση του Εφετείου, ότι το αποδεικτικό του πόρισμα σχημάτισε και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους με νόμιμη επίκληση σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι έλαβε υπόψη του και τα εν λόγω έγγραφα για την άντληση της πραγματικής του διαπιστώσεως, ότι ο αναιρεσίβλητος δεν υπεξαίρεσε το αναφερόμενο στην αγωγή ποσό.
Η έλλειψη δε στην προσβαλλόμενη απόφαση ειδικής μνείας και χωριστής αξιολόγησης των εγγράφων αυτών, δεν δημιουργεί αμφιβολία για την συνεκτίμησή τους. Κατά συνέπεια, οι ερευνώμενοι λόγοι είναι αβάσιμοι. Εξάλλου, ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το μέρος του με το οποίο υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι "έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει" και ειδικότερα ότι ανεπιτρεπτώς έλαβε υπόψη "μαρτυρική κατάθεση, σχετική με το υπερβάλλον τίμημα" των αναφερομένων στην απόφασή του δύο οικοπέδων, είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, καθόσον στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ότι ο περί του ανεπιτρέπτου της εν λόγω μαρτυρική καταθέσεως ισχυρισμός είψε προβληθεί στην έκκλητη δίκη.
Ο λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 9 περ. γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και αν το δικαστήριο άφησε αδίκαστη αίτηση. Ως "αίτηση" νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα της δίκης.
Τέτοια είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου, όχι όμως και εκείνη της ένστασης, της αντένστασης, του λόγου έφεσης και γενικά της απόφασης πάνω σε κάθε είδους "πράγματα", υπό την έννοια του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ.
Εξάλλου "πράγμα", του οποίου -καίτοι προταθέντος- η μη λήψη υπόψη από το ουσιαστικό δικαστήριο θεμελιώνει τον προβλεπόμενο στο άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., αναιρετικό λόγο, αποτελεί και ο λόγος εφέσεως, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι περιέχει αυτοτελή ισχυρισμό. Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο τον έλαβε υπόψη και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό.
Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος του με το οποίο, υπαγόμενο κατ' εκτίμηση στη ρύθμιση του αριθμού 8 (όχι του αριθμού 9) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ψέγεται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη τον σχετικό λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος, περί κακής εκτιμήσεως των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αναφορικά με το ύψος του ποσού που έδωσε στον αναιρεσίβλητο και την κυριότητα των διαμερισμάτων που αγοράσθηκαν με αυτό με αποτέλεσμα την απόρριψη της αγωγής του, είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ανωτέρω λόγο εφέσεως και τον απέρριψε εκ του πράγματος, δεχθέν ότι δεν αποδείχθηκε η συνδρομή των προϋποθέσεων για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της υπεξαιρέσεως.
Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, γιατί "η από 23 Ιουνίου σύμβαση ερμηνεύθηκε ότι τον κάνει (τον αναιρεσείοντα) συνέταιρο μόνο στα οικόπεδα και το αυτοκίνητο ενώ αναφέρει και τα γραφεία της εταιρείας", είναι απαράδεκτος, διότι, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς του, πλήττει την ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση από το Εφετείο του περιεχομένου του ανωτέρω εγγράφου.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς, στα δικαστικά έξοδα του καταθέσαντος έγγραφες προτάσεις αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23 Αυγούστου 2007 αίτηση του ... για αναίρεση των υπ' αριθμ. 420/2007 και 46/2005 αποφάσεων του Εφετείου Θεσσαλονίκης και του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, αντίστοιχα.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ