1560/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26.07.1990 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 803/1992 που διέταξε αποδείξεις και 5420/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 4106/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 05.02.2007 αίτησή του και τους από 30.10.2007 με ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Δαλιάνης ανέγνωσε την από 23.11.2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated1560/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στον όρο αυτόν αναφέρεται ότι "πάσα διαφωνία ως προς την ερμηνεία των όρων του παρόντος επιλύεται υπό δυο διαιτητών (δικηγόρων) ενός εκάστου συμβαλλομένου μέρους και σε τελευταίον στάδιον υπό του Μονομελούς Πρωτοδικείου της πόλεως των Αθηνών. Διαφωνία ως προς την καλή ή όχι εκτέλεση του έργου επιλύεται υπό δυο μηχανικών (πολιτικών ή αρχιτεκτόνων) η απόφασις των οποίων είναι υποχρεωτική δι' αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη.....".
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1560 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1560/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Βασίλειο Ρήγα Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Λοβέρδου), Δημήτριο Δαλιάνη-Εισηγητή, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Χαράλαμπο Δημάδη και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος : Χ, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Δημήτριος Νταφούλης με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ Των αναιρεσιβλήτων : Ψ1) Της Κοινοπραξίας Έργου με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Ιωάννης Γεωργανάς και Ψ2, νομίμου εκπροσώπου και διαχειριστή της ως άνω Κοινοπραξίας, ο οποίος παραστάθηκε μετά του προαναφερόμενου πληρεξούσιου δικηγόρου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26.07.1990 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 803/1992 που διέταξε αποδείξεις και 5420/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 4106/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 05.02.2007 αίτησή του και τους από 30.10.2007 με ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Δαλιάνης ανέγνωσε την από 23.11.2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Οι προβλεπόμενοι στο άρθρο 559 αρ. 14 και 20 ΚΠολΔ αναιρετικοί λόγοι ιδρύονται ο μεν πρώτος και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά την ανυπαρξία συμφωνίας διαιτησίας, παρέπεμψε τη διαφορά σε διαιτησία, ο δε δεύτερος όταν το δικαστήριο της ουσίας παρεμόρφωσε το περιεχόμενο αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, εγγράφου, ήτοι προέβη σε εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του, αποδίδοντας σ' αυτό περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό, στη συνέχεια δε, στηριζόμενο αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό, κατέληξε σε βλαπτικό για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα αναφορικώς με πράγματα έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι όμως και όταν το δικαστήριο, μετά από εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου, καταλήγει σε διαπίστωση διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων θεωρεί ως σωστή.
Εν προκειμένω, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους του αναιρετηρίου, υπό επίκληση του άρθρου 559 αρ. 4, 14 και 20 κπολΔ, αποδίδονται στο εφετείο, αντιστοίχως, οι αιτιάσεις: α) ότι παρέπεμψε τη, σχετιζόμενη με μόνη την εργολαβική αμοιβή του αναιρεσείοντος, επίδικη διαφορά στη διαιτησία, παρόλο που, με τον όρο Ζ' του καταρτισθέντος μεταξύ των διαδίκων από 30-4-1986 ιδιωτικού συμφωνητικού, στη διαιτησία έχουν υπαχθεί μόνο οι διαφορές ως προς την ερμηνεία των όρων του εν λόγω συμφωνητικού και ως προς την καλή ή όχι εκτέλεση του έργου και β) ότι παρεμόρφωσε το περιεχόμενο του ίδιου συμφωνητικού, αφού, αν και, κατά μεν τον εκτεθέντα όρο, στη διαιτησία υπήχθησαν μόνο οι ανωτέρω διαφορές, κατά δε τον όρο Ε' αυτού του συμφωνητικού "...ο εργολάβος έχει δικαίωμα να προσφύγει στη δικαιοσύνη, εις ην περίπτωσιν μετά την προθεσμία παραλαβής του έργου δεν του εξοφληθεί η εργασία του...", εν τούτοις δέχθηκε ότι με το συμφωνητικό αυτό έχει υπαχθεί στη διαιτησία και η διαφορά σχετικώς με την αξίωση του εργολάβου (αναιρεσείοντος) για την πληρωμή της αμοιβής του.
Όπως προκύπτει όμως από την προσβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του περί υπαγωγής της επίδικης διαφοράς στη διαιτησία, δεν προέβη σε εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου των ως άνω όρων του συμφωνητικού, αλλά αξιολόγησε ανελέγκτως (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) το περιεχόμενό τους, συνεκτιμώντας προς τούτο το δικόγραφο της αγωγής και την εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων (εργοδοτών) αμφισβήτηση αφενός μεν της εκτελέσεως των εργασιών κατά την έκταση που αναφέρονται στην αγωγή, αφετέρου δε της τηρήσεως των περιεχομένων στο συμφωνητικό όρων, δεχθέν επιπλέον ότι από την άνω αμφισβήτηση προκύπτει η ανάγκη εξετάσεως ζητημάτων ερμηνείας των όρων της συμβάσεως, αλλά και καλής ή όχι εκτελέσεως του έργου.
Επομένως, αμφότεροι οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι.
ΙΙ. Η εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας παραβίαση των διαλαμβανομένων στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών μπορεί να γίνει ευθέως ή εκ πλαγίου, οπότε δημιουργούνται, αντιστοίχως, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ευθεία παραβίαση υπάρχει και όταν το δικαστήριο προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών των διαπιστώσεων στους εν λόγω κανόνες και ιδίως στα αξιολογικά κριτήρια της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών. Εκ πλαγίου παραβίαση συντρέχει και όταν το δικαστήριο εφήρμοσε τους εν λόγω κανόνες, χωρίς στην απόφασή του να διαλαμβάνεται, έστω και εμμέσως, η διαπίστωση περί υπάρξεως κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία, καθώς και όταν στην απόφασή του δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των ως άνω κανόνων και ειδικότερα ως προς τη σωστή ή μη εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών.
Εν προκειμένω, το εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα εξής: Στην από 26-7-1990 αγωγή του ο αναιρεσείων εκθέτει ότι με το από 30-4-1986 ιδιωτικό συμφωνητικό οι αναιρεσίβλητοι ανέθεσαν και ο ίδιος ανέλαβε την εκτέλεση των ξυλουργικών εργασιών σε οικοδομή ευρισκόμενη στη ... και ότι εκτέλεσε και παρέδωσε τμηματικώς τις περιγραφόμενες σ' αυτή (αγωγή) εργασίες, για τις οποίες, με βάσει τρεις παραληφθείσες από τους αναιρεσιβλήτους επιμετρήσεις του, η συνολική αμοιβή του ανέρχεται σε 62.961.441 δραχμές και, κατόπιν νεότερης μεταξύ τους συμφωνίας περί αναπροσαρμογής κατά 40%, σε 88.146.017 δραχμές, έναντι των οποίων έχει λάβει 52.500.000 δραχμές.
Ζήτησε δε να του επιδικασθεί αναγνωριστικώς το υπόλοιπο της αμοιβής του εκ δραχμών 35.646.017. Με τις ενώπιον του πρωτοδικείου κατατεθείσες προτάσεις τους, οι αναιρεσίβλητοι, αμφισβητώντας την εκτέλεση των εργασιών κατά την περιγραφόμενη στην αγωγή έκτασή τους, καθώς και την τήρηση των διατυπωμένων στο άνω ιδιωτικό συμφωνητικό όρων, προέτειναν την ένσταση ότι η ένδικη διαφορά έχει υπαχθεί σε διαιτησία με τον όρο Ζ' του κρίσιμου συμφωνητικού.
Στον όρο αυτόν αναφέρεται ότι "πάσα διαφωνία ως προς την ερμηνεία των όρων του παρόντος επιλύεται υπό δυο διαιτητών (δικηγόρων) ενός εκάστου συμβαλλομένου μέρους και σε τελευταίον στάδιον υπό του Μονομελούς Πρωτοδικείου της πόλεως των Αθηνών. Διαφωνία ως προς την καλή ή όχι εκτέλεση του έργου επιλύεται υπό δυο μηχανικών (πολιτικών ή αρχιτεκτόνων) η απόφασις των οποίων είναι υποχρεωτική δι' αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη.....".
Από την ως άνω "απάντηση" των αναιρεσιβλήτων επί της αγωγής προκύπτει ότι για την επιδίκαση της εργολαβικής αμοιβής πρέπει να εξετασθούν ζητήματα ερμηνείας αλλά και καλής ή όχι εκτελέσεως της συμβάσεως, γι' αυτό και με την 803/1992 πράξη του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου είχε ταχθεί σχετικό θέμα αποδείξεως στον ενάγοντα.
Κατόπιν τούτων, το εφετείο δέχθηκε τον προβληθέντα από τους αναιρεσιβλήτους σχετικό λόγο εφέσεως, κρίνοντας ότι η επίμαχη διαιτητική ρήτρα "ερμηνευόμενη κατά τους όρους των άρθρων 173 και 200 ΑΚ....περιλαμβάνει και την επίδικη διαφορά για αξίωση της εργολαβικής αμοιβής, η γέννηση της οποίας προϋποθέτει κατάφαση ορθής ερμηνείας των όρων της σύμβασης, αλλά και καλής εκτέλεσης του έργου".
Ακολούθως, το εφετείο, δεχθέν την έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της αντιθέτως κρίνασας πρωτόδικης αποφάσεως, καθώς και την ένσταση τελευταίων περί υπαγωγής της διαφοράς στη διαιτησία, παρέπεμψε την υπόθεση στη διαιτησία. Με την εκτεθείσα κρίση του το εφετείο δεν παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των εν λόγω κανόνων δικαίου.
Ειδικότερα, η πραγματική του διαπίστωση (παραδοχή), ότι -ενόψει της σχετικής ως άνω αμφισβητήσεως των αναιρεσιβλήτων- η γέννηση της επίδικης αξιώσεως του αναιρεσείοντος προϋποθέτει ερμηνεία των συμβατικών όρων και καλή εκτέλεση του έργου, ανταποκρίνεται πλήρως στη γενόμενη, σύμφωνα με τα κριτήρια της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, ερμηνευτική αποσαφήνιση της επίμαχης διαιτητικής ρήτρας.
Παρά την έλλειψη δε ρητής μνείας των εν λόγω κριτηρίων στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία για το ότι η ως άνω ερμηνεία έγινε με βάση αυτά τα κριτήρια. Περαιτέρω, αν και στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρεται ρητώς η ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη διαιτητική συμφωνία, εν τούτοις οι προαναφερθείσες παραδοχές του εφετείου εμπεριέχουν έμμεση διαπίστωση της υπάρξεως κενού και ασάφειας στις διαλαμβανόμενες σ' αυτή δηλώσεις βουλήσεως των διαδίκων μερών (συμβαλλομένων), ως προς το ζήτημα αν η επίδικη διαφορά έχει υπαχθεί ή όχι στη συμφωνηθείσα διαιτησία.
Επομένως, ο πρώτος λόγος του πρόσθετου αναιρετηρίου, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, καταλογίζονται στο εφετείο οι πλημμέλειες της ευθείας, άλλως εκ πλαγίου, παραβιάσεως των ειρημένων ερμηνευτικών κανόνων, είναι αβάσιμος. Ως προς τις αιτιάσεις περί μη αναφοράς στην απόφασή του "με σαφήνεια και πληρότητα κάποιων πραγματικών περιστατικών" και περί χρησιμοποιήσεως "των υπόλοιπων όρων" της συμβάσεως, ο ίδιος λόγος ενέχει αοριστία και είναι, ως εκ τούτου, απαράδεκτος, αφού δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο τα "κάποια πραγματικά περιστατικά" και οι "υπόλοιποι όροι" της συμβάσεως.
ΙΙΙ. Το εφετείο, κρίνοντας ότι η επίδικη διαφορά υπάγεται στη συμφωνία περί διαιτησίας, δέχθηκε τον σχετικό λόγο εφέσεως, κατά τον οποίο ".......τόσο η 803/92 πράξη του Πρωτοδίκου Δικαστηρίου όσο και η προσβαλλόμενη οριστική απόφαση απέρριψαν την ένστασή μας έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, λόγω υπαγωγής της κρινόμενης διαφοράς σε διαιτησία, σύμφωνα με ρητό συμβατικό όρο, με εσφαλμένες και μη νόμιμες αιτιολογίες." Ο λόγος αυτός εφέσεως είναι αρκούντως ορισμένος, και ως εκ τούτου το εφετείο, παραλείποντας να τον απορρίψει ως αόριστο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά τον νόμο μη κηρύξεως απαραδέκτου. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠοΛΔ απορρέων, δεύτερος λόγος του ίδιου (πρόσθετου) αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθούν η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-2-2007 αίτηση και τους από 30-10-2007 πρόσθετους λόγους του Χ περί αναιρέσεως της 4106/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ