Legislator Case Law & Legislation
1560/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on worker's severance pay claim exceeding good faith limits due to voluntary unemployment.

Case Number 1560/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Second Instance Court's decision regarding a worker's claim for severance pay. The court held that the worker's voluntary unemployment during the severance period constituted an abuse of rights under Article 281 of the Civil Code. Consequently, the claim was deemed excessive because the worker failed to actively seek alternative employment.

Legislator headnote

AI generated

Art. 656, Art. 281 of the Civil Code: A worker's right to claim severance pay for invalid dismissal is subject to good faith limits; such a right is abused if the worker voluntarily remains unemployed without just cause to collect wages without working.

Keywords

AI generated
abuse of rights good faith limits severance pay voluntary unemployment Civil Code Article 281

Cited Legislation

AI generated
Art. 656 of the Civil Code
Art. 281 of the Civil Code
Art. 559 para. 11 no. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 no. 8 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1560 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1560/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαϊου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ Α.Ε.Β.Ε. – ΕΜΠΟΡΙΟ ΥΛΙΚΩΝ ΓΡΑΦΙΚΩΝ ΤΕΧΝΩΝ», που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιδομενέα Γκίκα, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: ........, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βλάσιο Μακρή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 9/7/2002 και 19/12/2002 αγωγές της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 120/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4124/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21/7/2005 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 2/5/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Το δικαίωμα του εργαζόμενου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας, κατά το άρθρο 656 ΑΚ, λόγω άκυρης καταγγελίας της εργασιακής του συμβάσεως, υπόκειται, όπως κάθε άλλο δικαίωμα, στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή απαγορεύεται η άσκησή του αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Τέτοια υπέρβαση υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παραμένει θεληματικά άνεργος, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την εξεύρεση άλλης εργασίας, την οποία μπορεί να ανεύρει και να παράσχει ευχερώς, κατά το διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη του, για να εισπράττει από αυτόν, χωρίς να εργάζεται, τους μισθούς υπερημερίας.

Για να θεωρηθεί δηλαδή καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του εργαζόμενου να ζητήσει μισθούς υπερημερίας, απαιτείται δόλια και κακόβουλη αποφυγή της απασχολήσεώς του και δεν αρκεί ότι δεν βρήκε άλλη εργασία από αμέλεια. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, ως προς την απορριφθείσα ένσταση της αναιρεσείουσας για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης για πληρωμή μισθών υπερημερίας σ' αυτή, τα εξής:

Η αναιρεσίβλητη, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-11-2001 μέχρι 11-3-2003, δεν κατόρθωσε να ανεύρει άλλη εργασία ανάλογη εκείνης που είχε στην αναιρεσείουσα (υπάλληλος γραφείου) και ανάλογη των προσόντων και των ικανοτήτων της. Ειδικότερα, κατά το διάστημα αυτό η αναιρεσίβλητη είχε κινηθεί επιθετικά στο χώρο αγοράς εργασίας, εκδηλώνοντας ενδιαφέρον σε κάθε πρόταση που είχε υποπέσει στην αντίληψή της, είτε μέσω μικρών αγγελιών σε εφημερίδες είτε μέσω γνωστών της προσώπων.

Σε ορισμένες δε περιπτώσεις είχε διέλθει και το στάδιο των συνεντεύξεων με υποψήφιους εργοδότες, πλην όμως χωρίς τελικό αποτέλεσμα (π.χ. με τις εταιρίες «...» στον Πειραιά και «.......» στην Καλλιθέα). Επίσης είχε δημοσιεύσει και η ίδια μικρές αγγελίες στο διαδίκτυο και στις εφημερίδες προς ανεύρεση εργασίας, χωρίς αποτέλεσμα(βλ.

φύλλα των εφημερίδων «ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ» και «ΧΡΥΣΗ ΕΥΚΑΙΡΪΑ»). Σύμφωνα με τα άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά η αδυναμία της αναιρεσίβλητης για την ανεύρεση νέας εργασίας δεν οφείλεται σε κακοβουλία της, αλλά σε λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή της.

Συνεπώς η αναιρεσίβλητη δικαιούται μισθούς υπερημερίας. Με όσα παραπάνω δέχθηκε το Εφετείο, ως προς την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή την έλλειψη κακοβούλιας της αναιρεσίβλητης ως προς την αδυναμία της να ανεύρει νέα εργασία, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο. Στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται η ακριβής ημερομηνία, που διήλθε η αναιρεσίβλητη το στάδιο των συνεντεύξεων, ούτε η ακριβής ημερομηνία των εφημερίδων, στις οποίες δημοσιεύθηκαν αγγελίες της αναιρεσίβλητης, αφού αρκεί ότι οι συνεντεύξεις και οι δημοσιεύσεις έγιναν, όπως δέχθηκε το Εφετείο, μέσα στο επίδικο χρονικό διάστημα. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης του άρθρουν281 ΑΚ, είναι ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. β΄ Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση από το διάδικο. Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητά του. Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη επικαλέσθηκε στις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου φύλλα των εφημερίδων «ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ» και «ΧΡΥΣΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ»,που είχαν δημοσιευθεί στις αρχές του έτους 2003 και από τα οποία (φύλλα) αποδεικνυόταν η προσπάθειά της να ανεύρει εργασία. Η επίκληση των εγγράφων αυτών ήταν αρκούντως σαφής και ορισμένη. Το περιεχόμενό τους ήταν η αναζήτηση εργασίας από την αναιρεσίβλητη, ο χρόνος τους ανάγεται στις αρχές του έτους 2003 (το επίδικο διάστημα ήταν μέχρι 11-3-2003), ενώ ο αριθμός των φύλλων είναι επουσιώδης. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι δεν έγινε νόμιμη επίκληση των πιο πάνω εγγράφων, επειδή δεν περιείχε τα πιο πάνω στοιχεία, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμός 8 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και όχι η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ή ενστάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης για αδυναμία της να ανεύρει νέα εργασία κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, τον οποίο (ισχυρισμό) η αναιρεσίβλητη δεν είχε προτείνει νόμιμα. Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός της αναιρεσίβλητης δεν αποτελεί αντένσταση, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, αλλά άρνηση της ένστασης της αναιρεσείουσας για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης. Επομένως, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, όπως απορριπτέα είναι και η αίτηση για αναίρεση στο σύνολό της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 943/21-7-2005 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με τη επωνυμία «ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ Α.Ε.Β.Ε.-ΕΜΠΟΡΙΟ ΥΛΙΚΩΝ ΓΡΑΦΙΚΩΝ ΤΕΧΝΩΝ» για αναίρεση της 4124/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Kαταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της ανιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Ιουνίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 11 Ιουλίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ