Legislator Case Law & Legislation
155/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against insurance contract ruling on serious illness coverage. Appeal rejected due to lack of legal violation.

Case Number 155/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Third Instance Court's final decision regarding an insurance contract dispute. The appellant argued for a direct violation of substantive law, claiming the lower court incorrectly applied rules on serious illnesses and provided insufficient reasoning. The court found no such violation, noting the lower court correctly distinguished between permanent total disability and temporary conditions, thereby upholding the original judgment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 577(1), 577(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal for cassation based on a direct violation of substantive law is inadmissible if the lower court's reasoning is clear, consistent, and based on sufficient grounds, without requiring the presentation of additional arguments.

Keywords

AI generated
cassation appeal direct violation of law insufficient reasoning insurance contract serious illness permanent disability Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189(1) of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 173 of the Civil Code
Article 200 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
OLAP 10/2011
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 155 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 155/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Δ. του Ε., κατοίκου Πειραιώς, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μαρκάτο και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: ... και τον διακριτικό τίτλο ... που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μεντή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/2/2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1734/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6664/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26/5/2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 26-5-2021 αίτηση αναίρεσης (ΓΑΚ 4440/2021, ΕΑΚ 589/2021, Αριθ. Δικ. 1040/2021) προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 6664/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί των από 5-9-2018 και από 15-10-2018 αντίθετων εφέσεων των διαδίκων κατά της 1734/2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 6-2-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (ΟλΑΠ 10/2011).

Προς εξεύρεση της παραβίασης ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 192/2019, 727/2017).

Ο παραπάνω λόγος ιδρύεται και αν παραβιάσθηκαν οι ερμη¬νευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελ¬ληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ειδικότερα, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύμβαση και γενικά στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για την έν¬νοια των δηλώσεων βούλησης.

Παραβιάζονται δε οι διατάξεις των άρθρων αυτών στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμ¬μεσα, κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, είτε παραλείπει να προσφύγει σ' αυτές για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, ή δεν παραθέτει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους.

Η κρίση του δικαστηρίου για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δήλωση βουλήσεως των συμβαλλομένων, ως κρίση αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκειται, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 233/2020, ΑΠ 97/2019). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.

Εκ πλαγίου παραβίαση, κατά την άνω έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, μπορεί να συντελεστεί και επί των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ειδικότερα, τέτοια παραβίαση υπάρχει και όταν το δικαστήριο, έχοντας προβεί στην εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, δεν παραθέτει σαφώς τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή όταν παραθέτει συναφώς ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες (ΑΠ 766/2019 ΑΠ, ΑΠ 705/2019, ΑΠ 518/2018, ΑΠ 1225/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία παραδεκτά επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι, το Εφετείο, μετ` εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που νόμιμα προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...

ΙΙΙ.1. Ο ενάγων συνήψε με την εναγομένη τρεις συμβάσεις ασφάλισης ζωής για τις οποίες εκδόθηκαν από την εναγομένη τα αντίστοιχα ασφαλιστήρια και ειδικότερα: 1) Τη σύμβαση για την οποία εκδόθηκε το υπ' αριθ. .../31-7-1986 ασφαλιστήριο, με ασφαλισμένο τον ίδιο και διάρκεια της ασφάλισης από 24-7-1986 μέχρι 24-7-2016. 2) Τη σύμβαση για την οποία εκδόθηκε το υπ' αριθ. .../7-5-1997 ασφαλιστήριο, με ασφαλισμένο τον ίδιο και διάρκεια της ασφάλισης από 30-4-1997 μέχρι 30-4-2033. 3) Τη σύμβαση για την οποία εκδόθηκε το υπ' αριθ. .../18-7-1997 ασφαλιστήριο, με ασφαλισμένο τον υιό του Ευάγγελο (τότε αβάπτιστο) Δ. - Τ.

και διάρκεια της ασφάλισης από 16-7-1997 μέχρι 16-7-2017. Οι καλύψεις που αναφέρονταν στα παραπάνω ασφαλιστήρια ήταν βασική ασφάλιση ζωής, έξοδα νοσοκομειακής περίθαλψης και (πλην του 2ου) ασφάλιση προσωπικών ατυχημάτων, ενώ όλα τα ασφαλιστήρια περιείχαν στα παραρτήματά τους την πρόσθετη κάλυψη της απαλλαγής του ενάγοντος (συμβαλλομένου) από την παραπέρα καταβολή των ασφαλίστρων σε περίπτωση επέλευσης διαρκούς ολικής ανικανότητάς του.

Στις 15-3-2001, ο ενάγων, ηλικίας τότε 43 ετών, υπέστη έμφραγμα του μυοκαρδίου και νοσηλεύθηκε από την ημερομηνία εκείνη μέχρι τις 21-3-2001 στο Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο Πάτρας "ο Άγιος Ανδρέας", ενώ στη συνέχεια, αφού διαγνώσθηκε ότι πάσχει από πολυαγγειακή στεφανιαία νόσο, υποβλήθηκε στις 2-5-2001 σε χειρουργική επέμβαση πενταπλής αορτοστεφανιαίας παράκαμψης ("by pass"), στο νοσοκομείο "Υγεία", όπου νοσηλεύθηκε από 1-5-2001 μέχρι 8-5-2001.

Στις 9-7-2001 η πρωτοβάθμια υπηρεσιακή υγειονομική επιτροπή Πειραιά γνωμάτευσε ότι ο ενάγων, εξαιτίας της στεφανιαίας νόσου και της χειρουργικής επέμβασης που υποβλήθηκε, είχε αναπηρία ποσοστού 67%, για τρία έτη. Έπειτα ο ενάγων υπέβαλε στην εναγομένη πιστοποιητικά των παραπάνω νοσηλειών του, καθώς και την προαναφερόμενη γνωμάτευση και η εναγομένη απάλλαξε αυτόν από την υποχρέωση καταβολής ασφαλίστρων για τις επίδικες συμβάσεις ασφάλισης ζωής, παύοντας να του αποστέλλει σχετικά ειδοποιητήρια (πληρωμής ασφαλίστρων).

Εξάλλου, στις 30-9-2004, η ίδια πιο πάνω επιτροπή γνωμάτευσε ότι ο ενάγων είχε (από την ίδια αιτία) αναπηρία ποσοστού 67% και άνω, για πέντε έτη και στις 18-1-2010 γνωμάτευσε ότι ο ενάγων είχε (από την ίδια αιτία) αναπηρία ποσοστού 67% και άνω, για τρία έτη. Δεν προκύπτει ότι οι πιο πάνω γνωματεύσεις ή άλλα ιατρικά έγγραφα που να αφορούν την κατάσταση της υγείας του ενάγοντος είχαν προσκομισθεί στην εναγομένη μέχρι τις αρχές του έτους 2013, πλην, όμως, η τελευταία συνέχισε μέχρι τότε να απαλλάσσει τον ενάγοντα από την υποχρέωση καταβολής των ασφαλίστρων.

Στη συνέχεια, όμως, και συγκεκριμένα στις 27-2-2013, η εναγομένη με επιστολή της που αφορούσε το υπ' αριθ. ... ασφαλιστήριο, κάλεσε τον ενάγοντα - επικαλούμενη τη σχετική υποχρέωσή του που προβλεπόταν στο παράρτημα του ασφαλιστηρίου - να προσκομίσει αυτός, εντός χρονικού διαστήματος δύο μηνών, ιατρική έκθεση και πρόσφατες εξετάσεις, από τις οποίες να προκύπτει ο τρέχων τότε βαθμός ανικανότητάς του προς εργασία, καθώς, επίσης, να προσκομίσει και απόφαση συνταξιοδότησής του λόγω αναπηρίας και γνωμάτευση του Κέντρου Πιστοποίησης Αναπηρίας (ΚΕΠΑ), αν τυχόν υπήρχαν τέτοιες (απόφαση, γνωμάτευση).

Επιστολή αντίστοιχου περιεχομένου, με ημερομηνία 15-4-2013, εστάλη από την εναγομένη στον ενάγοντα και ως προς το υπ' αριθ. ... ασφαλιστήριο. Κατόπιν των επιστολών αυτών, ο ενάγων προσκόμισε στην εναγομένη, μέσα στον ίδιο μήνα (4ο/2013), την παραπάνω αναφερόμενη με ημερομηνία 18-1-2010 απόφαση της πρωτοβάθμιας υπηρεσιακής υγειονομικής επιτροπής Πειραιά και το από 22-3-2013 αποδεικτικό κατάθεσης αίτησης για την εξέτασή του από υγειονομική επιτροπή του ΚΕΠΑ.

Στις 24-2-2014 η εναγομένη έστειλε νέα επιστολή παρόμοιου περιεχομένου πάλι ως προς το υπ' αριθ. ... ασφαλιστήριο, με την οποία τάχθηκε στον ενάγοντα προθεσμία τεσσάρων μηνών για την προσκόμιση των απαιτουμένων εγγράφων. Ο ενάγων προσκόμισε στην εναγομένη την από 22-11-2013 γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ (Διεύθυνση Αναπηρίας και Ιατρικής της Εργασίας), στην οποία αναφερόταν ότι η πρωτοβάθμια υγειονομική επιτροπή του ΚΕΠΑ (υποκατάστημα ΙΚΑ-ΕΤΑΜ/νομαρχιακή μονάδα υγείας Πειραιά) είχε γνωματεύσει στις 3-10-2013 - έχοντας διαπιστώσει την πενταπλή αορτοστεφανιαία παράκαμψη, το παλαιό κατώτερο έμφραγμα μυοκαρδίου, τη μειωμένη απόδοση της αριστερής καρδιακής κοιλίας του ενάγοντος (κλάσμα εξώθησης 35% - 40%) και τη δοκιμασία κόπωσης της 12-3-2013, που ήταν κλινικώς θετική - ότι ο ενάγων είχε αναπηρία ποσοστού 67% από 22-3-2013 μέχρι 31-3-2014.

Στις 13-3-2014 η εναγομένη, με επιστολή της προς τον ενάγοντα που αφορούσε το ασφαλιστήριο ..., τον ενημέρωσε ότι, κατόπιν της προσκόμισης, εκ μέρους εκείνου, των δικαιολογητικών που του είχαν ζητηθεί, επιβεβαιώνει τη συνέχιση της απαλλαγής του από τα ασφάλιστρα, δεδομένου ότι προέκυπτε η εξακολούθηση της μέχρι τότε ανικανότητάς του.

Ωστόσο, την προηγούμενη ημέρα, δηλαδή στις 12-3-2014, ο ερευνητής της εναγομένης, Δ. Π., είχε μεταβεί στον τόπο που ο ενάγων είχε δηλώσει (στην εναγομένη) ότι ασκεί την επαγγελματική δραστηριότητά του και συγκεκριμένα επί της οδού Αγίου Διονυσίου αριθ. 29 στον Πειραιά, όπου ήταν η έδρα της εταιρείας ... Εκεί ο ερευνητής βρήκε τον ενάγοντα και ο τελευταίος του ανέφερε ότι πηγαίνει για λίγες ώρες στην παραπάνω εταιρεία και ότι δεν έχει συνταξιοδοτηθεί.

Η εναγομένη έλαβε γνώση της έκθεσης του ερευνητή αφότου είχε στείλει στον ενάγοντα την προαναφερόμενη από 13-3-2014 επιστολή της.

Κατόπιν αυτού, η εναγομένη, με το από 22-5-2014 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ζήτησε από τον ενάγοντα να της προσκομίσει νέα γνωμάτευση του ΚΕΠΑ, επειδή είχε λήξει εκείνη που της είχε προσκομισθεί, καθώς, επίσης, και όλες τις σχετικές πρόσφατες εξετάσεις και πρόσφατη ιατρική γνωμάτευση. Στα μέσα του επόμενου μήνα (6ος/2014), ο ενάγων προσκόμισε στην εναγομένη την από 5-6-2014 αίτησή του προς το ΚΕΠΑ για την αξιολόγηση της αναπηρίας του, καθώς και τα από 23-5-2014 και 27-5-2014 αποτελέσματα των εξετάσεων, στις οποίες είχε υποβληθεί στη Γενική Κλινική "Παναγία η Οδηγήτρια".

Μεταξύ των εξετάσεων αυτών ήταν και το από 23-5-2014 triplex καρδιάς, στο οποίο αναφερόταν ότι το κλάσμα εξώθησης της αριστερής καρδιακής κοιλίας ήταν 60% και, επομένως, ήταν βελτιωμένο σε σχέση με το ίδιο μέγεθος που ανερχόταν σε 35% με 40% σύμφωνα με την από 3-10-2013 γνωμάτευση της πρωτοβάθμιας υγειονομικής επιτροπής του ΚΕΠΑ, καθώς και η από 27-5-2014 δοκιμασία κόπωσης, στο συμπέρασμα της οποίας αναγραφόταν ότι ήταν ύποπτη για ισχαιμία με κλινικά κριτήρια, για το λόγο δε αυτό η εναγομένη ζήτησε από τον ενάγοντα να της προσκομίσει πρόσφατη στεφανιογραφία ή αξονική, τις οποίες εκείνος δεν προσκόμισε.

Κατόπιν αυτών, η εναγομένη, με τις από 11-7-2014 τρεις επιστολές της (αντίστοιχες προς τα ασφαλιστήρια), ενημέρωσε τον ενάγοντα ότι, μετά από ενδελεχή έλεγχο των στοιχείων που είχε στη διάθεσή της, δεν ήταν δυνατή η συνέχιση της απαλλαγής του ιδίου από την υποχρέωση καταβολής των ασφαλίστρων, επειδή προέκυπτε ότι εκείνος συνέχισε να εργάζεται, κάλεσε δε τον ενάγοντα, προκειμένου να εξακολουθήσουν να βρίσκονται τα ασφαλιστήρια σε ισχύ, να καταβάλλει πλέον τα ασφάλιστρα, από 24-7-2014 για το υπ' αριθ. ...

ασφαλιστήριο, από 30-10-2014 για το υπ' αριθ. ... ασφαλιστήριο και από 16-7-2014 για το υπ' αριθ. ... ασφαλιστήριο, ενώ του απέστειλε στη συνέχεια και σχετικές ειδοποιήσεις πληρωμής ασφαλίστρων. Ακολούθησε η από 3-9-2014 εξώδικη διαμαρτυρία του ενάγοντος προς την εναγομένη (που επιδόθηκε στην τελευταία στις 4-9-2014), η από 5-9-2014 αναφορά του ενάγοντος προς την Ανεξάρτητη Αρχή του Συνηγόρου του Καταναλωτή και η από 4-11-2014 έγγραφη απάντηση της εναγομένης προς τη συγκεκριμένη Ανεξάρτητη Αρχή.

Έπειτα ο ενάγων κατέβαλε τα ασφάλιστρα που η εναγομένη απαιτούσε από εκείνον και στη συνέχεια άσκησε, τον 2ο/2015, την κρινόμενη αγωγή του. Στο μεταξύ εκδόθηκε η από 10-10-2014 γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ (Διεύθυνση Αναπηρίας και Ιατρικής της Εργασίας), στην οποία αναφερόταν ότι η πρωτοβάθμια υγειονομική επιτροπή του ΚΕΠΑ (υποκατάστημα ΙΚΑ-ΕΤΑΜ/νομαρχιακή μονάδα υγείας Πειραιά) είχε γνωματεύσει στις 22-8-2014 (και όχι 2004 που αναγράφεται από προφανή παραδρομή) - έχοντας διαπιστώσει τη χειρουργηθείσα στεφανιαία νόσο με καλή λειτουργικότητα αριστερής κοιλίας και την ύποπτη διαδικασία κόπωσης με κλινικά κριτήρια - ότι ο ενάγων είχε αναπηρία ποσοστού 50% από 2-7-2014 μέχρι 31-7-2016.

ΙΙΙ.2.α. Στο θέμα της απαλλαγής του ενάγοντος από την υποχρέωση πληρωμής των ασφαλίστρων περιέχονται, στα παραρτήματα των ασφαλιστηρίων, οι παρακάτω όροι: 1) Στο παράρτημα του υπ' αριθ. .../31-7-1986 ασφαλιστηρίου αναγράφονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: "... ... δηλώνει τα εξής: Α. Δέχεται την αίτηση του Συμβαλλομένου με το Ασφαλιστήριο Ζωής και αναλαμβάνει την υποχρέωση να τον απαλλάξει από παραπέρα καταβολή Ασφαλίστρων της βασικής ασφάλισης ζωής, σε περίπτωση που ο Ασφαλισμένος πάθει διαρκή ολική ανικανότητα από οποιαδήποτε αιτία πριν συμπληρώσει τα 60 του χρόνια.

Αυτή η απαλλαγή από την καταβολή Ασφαλίστρων θα δοθεί από την Εταιρεία σύμφωνα με τους παρακάτω όρου ασφάλισης ... ΑΡΘΡΟ 1ο ΔΙΑΡΚΗΣ ΟΛΙΚΗ ΑΝΙΚΑΝΟΤΗΤΑ. Διαρκής ολική ανικανότητα θεωρείται η για ένα (1) τουλάχιστον χρόνο από τότε που γνωστοποιήθηκε στην Εταιρεία διαρκής και ολοκληρωτική ανικανότητα του Ασφαλισμένου, είτε από Ασθένεια είτε από Ατύχημα, να εκτελέσει την εργασία που έκανε πριν πάθει την ανικανότητα ή κάθε άλλη εργασία ανάλογη με τη μόρφωση, την εκπαίδευση και την πείρα του.

Πάντως διαρκής ολική ανικανότητα θεωρείται οπωσδήποτε η αθεράπευτη απώλεια της χρήσης και των δύο χεριών ή και των δύο ποδιών ή ενός ποδιού και ενός χεριού, καθώς και η αθεράπευτη απώλεια της όρασης και των δύο ματιών. ΑΡΘΡΟ 2ο ... ΑΡΘΡΟ 3ο ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΑΝΙΚΑΝΟΤΗΤΑΣ. Όταν συμβεί η Ανικανότητα ο Συμβαλλόμενος ή ο Ασφαλιζόμενος πρέπει να υποβάλει στην Εταιρεία με δικά του έξοδα τα απαιτούμενα πιστοποιητικά και κάθε άλλο αποδεικτικό στοιχείο.

Η Εταιρεία επιφυλάσσει στον εαυτό της το δικαίωμα της εξακρίβωσης της ανικανότητας, από γιατρούς της δικής της επιλογής με οποιοδήποτε τρόπο και σε οποιοδήποτε χρόνο... Ο Ασφαλιζόμενος οφείλει επίσης δύο (2) μήνες πριν από κάθε επέτειο της σύναψης της ασφάλειας, να παρέχει με δικά του έξοδα ιατρική έκθεση σχετική με την ανικανότητα του Ασφαλιζομένου.

ΑΡΘΡΟ 4ο ΑΠΑΛΛΑΓΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΡΩΝ. Η Εταιρεία απαλλάσσει το Συμβαλλόμενο από παραπέρα καταβολή ασφαλίστρων αν ο Ασφαλιζόμενος πάθει Διαρκή Ολική Ανικανότητα εφόσον η ασφάλεια βρίσκεται σε πλήρη ισχύ. Η πληρωμή των ασφαλίστρων θα συνεχίσει να γίνεται στις τακτές ημερομηνίες και προθεσμίες μέχρις ότου η Ανικανότητα αποδειχθεί Διαρκής υπό την έννοια του άρθρου 1.

Μετά από αυτό τα τυχόν επιπλέον Ασφάλιστρα που καταβλήθηκαν από την ημερομηνία της αναγγελίας της ανικανότητας θα επιστρέφονται από την Εταιρεία. Η έναρξη της ανικανότητας δεν μπορεί να τοποθετηθεί σε χρόνο προηγούμενο από τη χρονολογία της δήλωσής της από το Συμβαλλόμενο στην Εταιρεία. Σε περίπτωση που η Εταιρεία έχει λόγους να πιστεύει ότι έχει αποκατασταθεί η ικανότητα του Ασφαλιζομένου, πρέπει να επαναληφθεί η καταβολή των ασφαλίστρων και σε αντίθετη περίπτωση εφαρμόζονται οι Γενικοί Όροι του Ασφαλιστηρίου Ζωής.

ΑΡΘΡΟ 4ο ... ΑΡΘΡΟ 8ο ...". 2) Στο παράρτημα του υπ' αριθ. .../7-5-1997 ασφαλιστηρίου αναγράφονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: "... ... δηλώνει τα εξής: Α. Δέχεται την αίτηση του Συμβαλλομένου με το Ασφαλιστήριο Ζωής και αναλαμβάνει την υποχρέωση να τον απαλλάξει από παραπέρα καταβολή Ασφαλίστρων της βασικής ασφάλισης ζωής...

σε περίπτωση που ο Ασφαλισμένος πάθει διαρκή ολική ανικανότητα από ασθένεια ή ατύχημα πριν συμπληρώσει τα 65 του χρόνια. Αυτή η απαλλαγή από την καταβολή Ασφαλίστρων θα δοθεί από την Εταιρεία σύμφωνα με τους παρακάτω όρου ασφάλισης ... Άρθρο 1ο ΕΝΝΟΙΑ ΔΙΑΡΚΟΥΣ ΟΛΙΚΗΣ ΑΝΙΚΑΝΟΤΗΤΑΣ. Ολική ανικανότητα θεωρείται η για ένα (1) τουλάχιστον χρόνο από τότε που θα γνωστοποιηθεί εγγράφως στην Εταιρεία διαρκής και ολοκληρωτική ανικανότητα του Ασφαλιζομένου, είτε από Ασθένεια είτε από Ατύχημα, να εκτελέσει την εργασία που έκανε πριν πάθει την ανικανότητα ή κάθε άλλη εργασία ανάλογη με την απαιτούμενη μόρφωση, εκπαίδευση και πείρα.

Πάντως διαρκής ολική ανικανότητα θεωρούνται οπωσδήποτε οι παρακάτω περιπτώσεις: Ια) η αθεράπευτη απώλεια της χρήσης και των δύο χεριών ή και των δύο ποδιών ή ενός ποδιού και ενός χεριού, β) η αθεράπευτη απώλεια της όρασης και των δύο οφθαλμών ή η απώλεια της όρασης ενός οφθαλμού και ενός ποδιού ή και χεριού, γ) η συνεπεία ατυχήματος ανίατη παραφροσύνη.

ΙΙ. Οι σοβαρές ασθένειες: Έμφραγμα του μυοκαρδίου, η συνεπεία στεφανιαίας νόσου εγχείριση by pass, το εγκεφαλικό επεισόδιο, ο καρκίνος, η νεφρική ανεπάρκεια. Στις παραπάνω περιπτώσεις των παρ. Ι και

ΙΙ η διαρκής ολική ανικανότητα αναγνωρίζεται αμέσως. Οι παραπάνω περιπτώσεις διαρκούς ολικής ανικανότητας των παρ. Ι και

ΙΙ συμφωνούνται περιοριστικά και όχι ενδεικτικά. Άρθρο 2ο ΟΡΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΣΟΒΑΡΩΝ ΑΣΘΕΝΕΙΩΝ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 1 παρ.

ΙΙ. 1. ΕΜΦΡΑΓΜΑ ΤΟΥ ΜΥΟΚΑΡΔΙΟΥ. Ορίζεται η πλήρης απόφραξη μιας ή περισσοτέρων στεφανιαίων αρτηριών, η οποία προκαλεί νέκρωση ενός τμήματος του καρδιακού μυός. 2. ΣΥΝΕΠΕΙΑ ΣΤΕΦΑΝΙΑΙΑΣ ΝΟΣΟΥ ΕΓΧΕΙΡΙΣΗ BY PASS. Ορίζεται η χειρουργική επέμβαση με την οποία διορθώνεται η στένωση ή απόφραξη στεφανιαίων αρτηριών ...

ΑΡΘΡΟ 3ο ... ΑΡΘΡΟ 4ο ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΑΝΙΚΑΝΟΤΗΤΑΣ. Όταν συμβεί η Ανικανότητα ο Ασφαλιζόμενος ή οποιοσδήποτε ο οποίος ενεργεί κατ' εντολή και για λογαριασμό του, πρέπει να υποβάλει στην Εταιρεία με δικά του έξοδα τα απαιτούμενα πιστοποιητικά και κάθε άλλο αποδεικτικό στοιχείο. Η Εταιρεία επιφυλάσσει στον εαυτό της το δικαίωμα της εξακρίβωσης της ανικανότητας, από γιατρούς της δικής της επιλογής με οποιοδήποτε τρόπο και σε οποιοδήποτε χρόνο...

Ο Ασφαλιζόμενος οφείλει επίσης δύο (2) μήνες πριν από κάθε επέτειο της σύναψης της ασφάλειας, να παρέχει με δικά του έξοδα ιατρική έκθεση σχετική με την ανικανότητα του Ασφαλιζομένου. ΑΡΘΡΟ 5ο ΑΠΑΛΛΑΓΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΡΩΝ. Η Εταιρεία απαλλάσσει το Συμβαλλόμενο από παραπέρα καταβολή ασφαλίστρων αν ο Ασφαλιζόμενος πάθει Διαρκή Ολική Ανικανότητα εφόσον η ασφάλεια βρίσκεται σε πλήρη ισχύ.

Μέχρι να αναγνωρισθεί από την Εταιρεία η διαρκής ολική ανικανότητα του Ασφαλιζομένου, ο Συμβαλλόμενος είναι υποχρεωμένος να συνεχίσει να πληρώνει τα ασφάλιστρα. Μετά την αναγνώριση, τα ασφάλιστρα που καταβλήθηκαν και αφορούσαν το διάστημα από την ημερομηνία γνωστοποίησης της ανικανότητας μέχρι την ημερομηνία αναγνώρισης επιστρέφονται.

ΑΡΘΡΟ 6ο ... ΑΡΘΡΟ 9ο ...". 3) Στο παράρτημα του υπ' αριθ. .../18-7-1997 ασφαλιστηρίου αναγράφονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: "... ... δηλώνει τα εξής: Α. Δέχεται την αίτηση του Συμβαλλομένου με το Ασφαλιστήριο Ζωής και αναλαμβάνει την υποχρέωση να απαλλάξει τη βασική Ασφάλεια Ζωής ... από παραπέρα καταβολή Ασφαλίστρων, σε περίπτωση που ο Συμβαλλόμενος πεθάνει ή πάθει διαρκή ολική ανικανότητα από οποιαδήποτε αιτία πριν συμπληρώσει τα 65 του χρόνια.

Αυτή η απαλλαγή από την καταβολή Ασφαλίστρων θα δοθεί από την Εταιρεία σύμφωνα με τους παρακάτω όρου ασφάλισης ... ΑΡΘΡΟ 1ο ΔΙΑΡΚΗΣ ΟΛΙΚΗ ΑΝΙΚΑΝΟΤΗΤΑ. Διαρκής ολική ανικανότητα θεωρείται η για ένα (1) τουλάχιστον χρόνο από τότε που γνωστοποιήθηκε στην Εταιρεία διαρκής και ολοκληρωτική ανικανότητα του Ασφαλισμένου, είτε από Ασθένεια είτε από Ατύχημα, να εκτελέσει την εργασία που έκανε πριν πάθει την ανικανότητα ή κάθε άλλη εργασία για την οποία έχει την απαιτούμενη μόρφωση, εκπαίδευση και πείρα.

Πάντως διαρκής ολική ανικανότητα θεωρείται οπωσδήποτε η αθεράπευτη απώλεια της χρήσης και των δύο χεριών ή και των δύο ποδιών ή ενός ποδιού και ενός χεριού, καθώς και η αθεράπευτη απώλεια της όρασης και των δύο ματιών. Στις περιπτώσεις αυτές η Διαρκής Ολική Ανικανότητα αναγνωρίζεται αμέσως. ΑΡΘΡΟ 2ο ...

ΑΡΘΡΟ 3ο ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΑΝΙΚΑΝΟΤΗΤΑΣ Ή ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΟΥ ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟΥ. Όταν συμβεί η Ανικανότητα ο Συμβαλλόμενος πρέπει να υποβάλει στην Εταιρεία με δικά του έξοδα τα απαιτούμενα πιστοποιητικά και κάθε άλλο αποδεικτικό στοιχείο. Η Εταιρεία επιφυλάσσει στον εαυτό της το δικαίωμα της εξακρίβωσης της ανικανότητας, από γιατρούς της δικής της επιλογής με οποιοδήποτε τρόπο και σε οποιοδήποτε χρόνο...

Ο Ασφαλιζόμενος οφείλει επίσης δύο (2) μήνες πριν από κάθε επέτειο της σύναψης της ασφάλειας, να παρέχει με δικά του έξοδα ιατρική έκθεση σχετική με την ανικανότητά του ... ΑΡΘΡΟ 4ο ΑΠΑΛΛΑΓΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΡΩΝ. α. ΛΟΓΩ ΑΝΙΚΑΝΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟΥ. Η Εταιρεία απαλλάσσει το Συμβαλλόμενο από παραπέρα καταβολή ασφαλίστρων για τη βασική ασφάλεια ζωής και τα παραρτήματά της και την παρούσα πρόσθετη ασφάλιση, αν αυτός πάθει Διαρκή Ολική Ανικανότητα, εφόσον η παρούσα πρόσθετη ασφάλιση βρίσκεται σε πλήρη ισχύ.

Η πληρωμή των ασφαλίστρων θα συνεχίσει να γίνεται στις τακτές ημερομηνίες και προθεσμίες μέχρις ότου η Ανικανότητα αποδειχθεί Διαρκής υπό την έννοια του άρθρου 1. Μετά από αυτό τα τυχόν επιπλέον Ασφάλιστρα που καταβλήθηκαν από την ημερομηνία της αναγγελίας της ανικανότητας θα επιστρέφονται από την Εταιρεία.

Η έναρξη της ανικανότητας δεν μπορεί να τοποθετηθεί σε χρόνο προηγούμενο από τη χρονολογία της δήλωσής της από το Συμβαλλόμενο στην Εταιρεία. Σε περίπτωση που η Εταιρεία έχει λόγους να πιστεύει ότι έχει αποκατασταθεί η ικανότητα του Ασφαλιζομένου, πρέπει να επαναληφθεί η καταβολή των ασφαλίστρων και σε αντίθετη περίπτωση εφαρμόζονται οι Γενικοί Όροι του Ασφαλιστηρίου Ζωής.

ΑΡΘΡΟ 5ο ... ΑΡΘΡΟ 8ο ...".

ΙΙΙ.2.β. Η διατύπωση των παραπάνω παραρτημάτων είναι σαφής και δεν δημιουργεί αμφιβολία ως προς τα ακόλουθα σημεία: α) Ότι προϋπόθεση της απαλλαγής του συμβαλλομένου από την υποχρέωση καταβολής των ασφαλίστρων είναι η επέλευση ανικανότητάς του (για την εκτέλεση της εργασίας που ασκούσε μέχρι τότε ή άλλης εργασίας ανάλογης με τη μόρφωση, την εκπαίδευση και την πείρα του), η οποία πρέπει, αφενός να είναι ολική - δηλαδή δεν αρκεί μερική ανικανότητα - και αφετέρου να διαρκέσει τουλάχιστον ένα έτος από τότε που ο συμβαλλόμενος θα τη γνωστοποιήσει στην ασφαλιστική εταιρεία, ώστε στη συνέχεια, μετά την παρέλευση του έτους, ενεργοποιείται η απαλλαγή του συμβαλλομένου από τα ασφάλιστρα.

β) Ότι τέτοια ανικανότητα του συμβαλλομένου είναι δεδομένη ("... Πάντως διαρκής ολική ανικανότητα θεωρούνται οπωσδήποτε ...") στις ειδικές περιπτώσεις που περιοριστικώς αναφέρονται σε όλα τα παραρτήματα (αθεράπευτη απώλεια της χρήσης και των δύο χεριών του συμβαλλομένου κλπ), καθώς και στις ειδικές περιπτώσεις των "σοβαρών ασθενειών" που αναφέρονται επιπλέον στο παράρτημα του υπ' αριθ. ...

ασφαλιστηρίου, σε όλες δε τις παραπάνω ειδικές περιπτώσεις των παραρτημάτων δεν απαιτείται να παρέλθει ένα έτος, προκειμένου να απαλλαγεί ο συμβαλλόμενος από την υποχρέωση καταβολής των ασφαλίστρων ("... η διαρκής ολική ανικανότητα αναγνωρίζεται αμέσως"). Δεν είναι σαφής, όμως, η διατύπωση του παραρτήματος του υπ' αριθ. ...

ασφαλιστηρίου και δημιουργεί αμφιβολία ως προς το αν, στις περιπτώσεις των "σοβαρών ασθενειών" που αναφέρονται σε αυτό, η εμφάνισή τους, άπαξ επελθούσα (και θεωρούμενη άνευ ετέρου ως ολική ανικανότητα), επιφέρει την απαλλαγή του συμβαλλομένου από την υποχρέωση καταβολής των ασφαλίστρων για όλη τη διάρκεια ισχύος του ασφαλιστηρίου ή αν - όπως ισχύει στις περιπτώσεις που η ανικανότητα προέρχεται από άλλη αιτία - μπορεί να ενεργοποιηθεί εκ νέου η υποχρέωση καταβολής ασφαλίστρων, σε περίπτωση που οι προαναφερόμενες "σοβαρές ασθένειες" είτε έχουν ιαθεί είτε, ακόμα και δεν έχουν ιαθεί, δεν εξακολουθούν, πάντως, να προκαλούν στον συμβαλλόμενο ολική ανικανότητά του προς εργασία.

Για την άρση της ασάφειας αυτής υπάρχει ανάγκη ερμηνείας, με προσφυγή στις διατάξεις των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ. Από τα άρθρα του συγκεκριμένου παραρτήματος, ερμηνευόμενα με την αναζήτηση της αληθινής βούλησης των συμβαλλομένων, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, συνάγεται ότι, σε περίπτωση που οι προαναφερόμενες ασθένειες είτε έχουν ιαθεί είτε, ακόμα και δεν έχουν ιαθεί, δεν εξακολουθούν, πάντως, να προκαλούν στον συμβαλλόμενο ολική ανικανότητά του προς εργασία, τότε ενεργοποιείται εκ νέου η υποχρέωση του συμβαλλομένου προς καταβολή των ασφαλίστρων (η οποία, βεβαίως, μπορεί να απενεργοποιηθεί πάλι σε περίπτωση υποτροπής της νόσου ή εκδήλωσης νέας νόσου ή ανικανότητας).

Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή, υπό την οποία το ένα συμβαλλόμενο μέρος και συγκεκριμένα η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, βαρύνεται σε κάθε περίπτωση (δηλαδή ακόμα και αν ιαθεί η σοβαρή ασθένεια ή αρθεί η διαρκής ολική ανικανότητα του συμβαλλομένου) με την εκπλήρωση της παροχής της (δηλαδή την παροχή ασφαλιστικής κάλυψης) και το άλλο συμβαλλόμενο μέρος, δηλαδή ο ενάγων, απαλλάσσεται για όλη τη διάρκεια ισχύος του ασφαλιστηρίου από την υποχρέωση εκπλήρωσης της αντιπαροχής του (την καταβολή των ασφαλίστρων) και δικαιούται σε λήψη όλων των οφειλομένων συμβατικών παροχών, αντίκειται στο σκοπό της ασφαλιστικής σύμβασης και στις παραπάνω αρχές ...

Διαφορετικό συμπέρασμα, εξάλλου, δεν μπορεί αν εξαχθεί από το γεγονός ότι στο τελευταίο εδάφιο του άρθρου 5 του παραρτήματος, το οποίο αφορά την ενεργοποίηση και πάλι της υποχρέωσης πληρωμής ασφαλίστρων, αναφέρεται ρητώς ως τέτοιος λόγος μόνο η αποκατάσταση της ικανότητας του συμβαλλομένου και όχι και η αποκατάσταση της υγείας του με την ίαση της σοβαρής ασθένειας.

Και τούτο διότι, τέτοια διάκριση - δηλαδή μεταξύ των γενικών περιπτώσεων που συνιστούν διαρκή ολική ανικανότητα και προβλέπονται στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 1 του παραρτήματος και των ειδικών περιπτώσεων που θεωρούνται ότι συνιστούν διαρκή ολική ανικανότητα και προβλέπονται στη δεύτερη παράγραφο του ίδιου άρθρου (ως υποπεριπτώσεις Ι.

και

ΙΙ. της δεύτερης παραγράφου) - δεν ευσταθεί για τους ακόλουθους λόγους: i) Σε αμφότερες τις περιπτώσεις ανικανότητας, δηλαδή τόσο στις γενικές της πρώτης παραγράφου του άρθρου 1, όσο και στις ειδικές της δεύτερης παραγράφου του ίδιου άρθρου, περιλαμβάνονται ανικανότητες που είναι μόνιμες (τέτοιες μπορεί να είναι κάποιες από τις γενικές ανικανότητες της πρώτης παραγράφου του άρθρου 1 και ταυτοχρόνως είναι και κάποιες από τις ειδικές ανικανότητες της δεύτερης παραγράφου του ίδιου άρθρου, λχ. η αθεράπευτη απώλεια της χρήσης και των δύο χεριών ή ποδιών ή η αθεράπευτη απώλεια της όρασης της υποπερίπτωσης Ι της δεύτερης παραγράφου και η νεφρική ανεπάρκεια της υποπερίπτωσης

ΙΙ της δεύτερης παραγράφου), καθώς και ανικανότητες που δεν είναι μόνιμες (τέτοιες μπορεί επίσης να είναι κάποιες από τις γενικές ανικανότητες της πρώτης παραγράφου του άρθρου 1 και ταυτοχρόνως είναι και κάποιες από τις ειδικές ανικανότητες της δεύτερης παραγράφου του ίδιου άρθρου, λχ. η παραφροσύνη της υποπερίπτωσης Ι της δεύτερης παραγράφου και το έμφραγμα του μυοκαρδίου, το εγκεφαλικό επεισόδιο και ο καρκίνος της υποπερίπτωσης

ΙΙ της δεύτερης παραγράφου). ii) Στο τελευταίο εδάφιο του άρθρου 5 του παραρτήματος, αναγράφεται με ότι πρέπει να επαναληφθεί η καταβολή των ασφαλίστρων σε περίπτωση που έχει αποκατασταθεί η ικανότητα του συμβαλλομένου, χωρίς να αναφέρεται και η σοβαρή ασθένεια, όμως, το ίδιο αναγράφεται και αμέσως παραπάνω στο δεύτερο εδάφιο του ίδιου άρθρου σχετικά με την επιστροφή των ασφαλίστρων που καταβλήθηκαν και αφορούσαν το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία γνωστοποίησης της ανικανότητας μέχρι την ημερομηνία αναγνώρισης.

Και πάλι, δηλαδή, δεν γίνεται αναφορά σε σοβαρή ασθένεια, αλλά μόνο σε ανικανότητα, πλην όμως, με βάση την αληθινή βούληση των μερών, την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, συνάγεται ότι, και στην περίπτωση της γνωστοποίησης σοβαρής ασθένειας, τα ασφάλιστρα που καταβλήθηκαν κατά το προγενέστερο της αναγνώρισης χρονικό διάστημα οφείλει επίσης η ασφαλιστική εταιρεία να τα επιστρέψει. iii) Στο άρθρο 4 του παραρτήματος, όπου αναφέρεται η υποχρέωση του συμβαλλομένου να παρέχει, με δικά του έξοδα, ιατρική έκθεση σχετική με την ανικανότητά του, δύο μήνες πριν την ετήσια επέτειο της σύναψης της ασφάλισης, πάλι δεν γίνεται λόγος για τη σοβαρή ασθένεια, πλην όμως, συνάγεται (σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν αμέσως παραπάνω για την όμοια διατύπωση του άρθρου 5) ότι η υποχρέωση αυτή θεμελιώνεται και στην περίπτωση της σοβαρής ασθένειας, αφού μάλιστα το άρθρο 4 φέρει μεν τον τίτλο "Υποχρεώσεις σε περίπτωση ανικανότητας", χωρίς να διακρίνει τις περιπτώσεις ανικανότητας σε μόνιμες ή όχι μόνιμες και σε αμέσως αναγνωρίσιμες ή όχι αμέσως αναγνωρίσιμες ...

ΙΙΙ.3. Στην προκείμενη περίπτωση, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων ..., είναι ιδρυτικό μέλος και ο κύριος μέτοχος της ανώνυμης εταιρείας ... που εδρεύει στον Πειραιά, επί της οδού Αγίου Διονυσίου αριθ. 29. Ο ενάγων, κατέχοντας το μεγαλύτερο μέρος των μετοχών της εταιρείας αυτής, ασκούσε και πριν την ασθένειά του τη διοίκηση και την εκπροσώπησή της, με τις ιδιότητες του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου, διευθύνοντος συμβούλου και νομίμου εκπροσώπου.

Ο ενάγων έφερε τις ιδιότητες αυτές και ασκούσε τις αντίστοιχες εξουσίες και κατά τα κρίσιμα χρονικά διαστήματα που η εναγομένη έπαυσε να τον απαλλάσσει από την καταβολή των ασφαλίστρων και ως προς τα οποία κρίθηκε νόμιμη η αγωγή - δηλαδή εκτεινόμενα από τον Ιούλιο του 2014 μέχρι το Νοέμβριο του 2016 (ημερομηνία συζήτησης της αγωγής) - είχε δε αποκτήσει τις εν λόγω ιδιότητες δυνάμει της από 31-5-2013 απόφασης της τακτικής γενικής συνέλευσης των μετόχων, περί εκλογής διοικητικού συμβουλίου (για πενταετή θητεία), σε συνδυασμό με το από 1-6-2013 πρακτικό του εκλεγέντος διοικητικού συμβουλίου, περί συγκρότησης αυτού σε σώμα (ΦΕΚ 4151/9-7-2013 τεύχος ΑΕ-ΕΠΕ και ΓΕΜΗ).

Ο ίδιος (ενάγων) υπογράφει μάλιστα ως πρόεδρος και τον ισολογισμό της συγκεκριμένης εταιρείας για τη χρήση 2013, που φέρει ημερομηνία 15-4-2014 ..., ενώ το ίδιο έτος (2014), σε αναζητήσεις στο διαδίκτυο για την πιο πάνω εταιρεία, εμφανίζεται το δικό του όνομα στα στοιχεία επικοινωνίας με αυτήν ... Ο ενάγων ισχυρίζεται - αλλά όχι πειστικώς - ότι ο ίδιος τυπικώς και μόνον έφερε τις πιο πάνω ιδιότητες και ότι την πραγματική διοίκηση και εκπροσώπηση της εταιρείας την ασκούσε μόνη η σύζυγό του, Ε.

Τ., η οποία, δυνάμει των παραπάνω αποφάσεων της γ.σ και του δ.σ, είχε την ιδιότητα της αντιπροέδρου του διοικητικού συμβουλίου και το δικαίωμα της εκπροσώπησης της εταιρείας από κοινού ή χωριστά με τον ενάγοντα. Μάλιστα ο ενάγων εκθέτει στην έφεση - προς ενίσχυση του ισχυρισμού του ότι η σύζυγός του ελάμβανε όλες τις αποφάσεις και πρωτοβουλίες που αφορούσαν την οργάνωση, τη λειτουργία και τις εν γένει εργασίες της εταιρείας - ότι "υφίσταται μεγάλος αριθμός εγγράφων, που έχουν υπογραφεί μόνο από την σύζυγό του, ως πραγματική υπεύθυνη για τη λειτουργία της εταιρείας, όπως επιφυλάσσομαι να αποδείξω ..."...

Ο ενάγων, όμως, δεν προσκομίζει οποιοδήποτε τέτοιο έγγραφο της συζύγου του, η οποία, σημειωτέον, στο πιο πάνω ΦΕΚ αναγράφεται ως "καθηγήτρια", ενώ ο ενάγων "ως έμπορος". Ο ενάγων προβάλλει, επίσης, για να υποστηρίξει τη φερόμενη ανικανότητά του προς εργασία, τον ισχυρισμό ότι ο αριθμός των υπαλλήλων της προαναφερόμενης εταιρείας αυξήθηκε μετά τη δική του ασθένεια, προκειμένου να καλύψουν τα καθήκοντα που εκείνος ασκούσε μέχρι τότε και έπαυσε στη συνέχεια να ασκεί.

Με τις δευτεροβάθμιες προτάσεις του επικαλείται μάλιστα, για πρώτη φορά, "... καταστάσεις προσωπικού της εταιρείας ... καθ' όλα τα έτη από το 1993 έως σήμερα" ... Κατ' αρχάς, πρέπει να σημειωθεί ότι κρίσιμο χρονικό διάστημα στην προκείμενη δίκη δεν είναι εκείνο που αρχίζει από την ασθένεια του ενάγοντος, αλλά, όπως προεκτέθηκε, εκείνο που αρχίζει από τον Ιούλιο του 2014 (βλ.

παραπάνω)... Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, πρέπει να εκτεθεί ότι οι καταστάσεις που ο ενάγων προσκομίζει δεν αφορούν όλα τα έτη που εκείνος αναφέρει στις προτάσεις του και το κυριότερο, οι συγκεκριμένες καταστάσεις δεν περιέχουν το χρονικό διάστημα αμέσως πριν το Μάρτιο του 2001 (όταν ο ενάγων υπέστη το έμφραγμα του μυοκαρδίου), ώστε τελικώς να μπορεί να διαπιστωθεί με ασφάλεια ο μέχρι τότε αριθμός των υπαλλήλων της εταιρείας και η φερόμενη διαφορά του αριθμού αυτού με τον μετέπειτα αριθμό των υπαλλήλων αυτής...

Με βάση όλα τα προεκτιθέμενα, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, κατά τα κρίσιμα χρονικά διαστήματα που αφορά η αγωγή, ήταν σε θέση να εργασθεί και πράγματι εργαζόταν στην εταιρεία ... ασκώντας στη συγκεκριμένη εταιρεία την ίδια επαγγελματική δραστηριότητα που ασκούσε και πριν την επέλευση της ασθένειάς του και συνακολούθως δεν συνέτρεχε περίπτωση απαλλαγής του από τα ασφάλιστρα, ούτε επιστροφής ασφαλίστρων, για καμία από τις επίδικες συμβάσεις ασφάλισης ζωής που είχε συνάψει με την εναγομένη...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλόμενη, αφού απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του ενάγοντος, ήδη αναιρεσείοντος και δέχθηκε κατ' ουσίαν την αντίθετη έφεση της εναγομένης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί τα αντίθετα σε σχέση με την επίδικη με αριθμό .../1997 σύμβαση ασφάλισης και στη συνέχεια, κράτησε, δίκασε και απέρριψε την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες, ουσιαστικού δικαίου, ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, στις οποίες προσέφυγε για την ερμηνεία του παραρτήματος του με αριθμό .../7-5-1997 ασφαλιστηρίου, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Ειδικότερα, από το προεκτιθέμενο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, αφού, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, διαπίστωσε την ύπαρξη ασάφειας στο περιεχόμενο του παραρτήματος του προαναφερόμενου ασφαλιστηρίου, που δημιουργεί αμφιβολία ως προς την αληθινή βούληση των συμβαλλόμενων διαδίκων αναφορικά με το ζήτημα εάν στις αναφερόμενες στο ασφαλιστήριο περιπτώσεις των "σοβαρών ασθενειών", η άπαξ επελθούσα εμφάνισή τους (που θεωρείται άνευ ετέρου ως ολική ανικανότητα), επιφέρει την απαλλαγή του συμβαλλόμενου από την υποχρέωση καταβολής των ασφαλίστρων για όλη τη διάρκεια ισχύος της ασφαλιστικής σύμβασης ή αν, όπως ισχύει στις περιπτώσεις που η ανικανότητα προέρχεται από άλλη αιτία, μπορεί να ενεργοποιηθεί εκ νέου η υποχρέωση καταβολής ασφαλίστρων, σε περίπτωση που οι "σοβαρές ασθένειες" είτε έχουν ιαθεί, είτε, ακόμη και στην αρνητική περίπτωση, δεν εξακολουθούν να προκαλούν στον συμβαλλόμενο ολική ανικανότητά του για εργασία, προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τους οποίους ορθά εφάρμοσε, παραθέτοντας στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών, το πιο πάνω δε ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το Εφετείο είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών, καθόσον είναι αντίθετο προς τις ως άνω αρχές η μεν αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία να βαρύνεται με την εκπλήρωση της παροχής της (δηλαδή την παροχή της ασφαλιστικής κάλυψης) ακόμα και στην περίπτωση ίασης της σοβαρής ασθένειας ή άρσης της διαρκούς ολικής ανικανότητας του αναιρεσείοντος προς εργασία, ενώ ο τελευταίος να απαλλάσσεται από την υποχρέωση εκπλήρωσης της δικής του παροχής (δηλαδή την υποχρέωση καταβολής των ασφαλίστρων) και να δικαιούται σε λήψη όλων των οφειλόμενων συμβατικών παροχών καθ' όλη τη διάρκεια ισχύος της ασφαλιστικής σύμβασης, δηλαδή ακόμη και στην περίπτωση ίασης της σοβαρής ασθένειας ή άρσης της διαρκούς ολικής ανικανότητάς του για εργασία.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε εσφαλμένα καταλήγοντας σε εσφαλμένο ερμηνευτικό πόρισμα, ενώ αν προέβαινε σε ορθή εφαρμογή τους θα κατέληγε στην ορθή κρίση ότι η αληθής βούληση των συμβαλλόμενων διαδίκων στο επίμαχο παράρτημα του άνω ασφαλιστηρίου είναι ότι στις περιπτώσεις των σοβαρών ασθενειών, όπως το έμφραγμα του μυοκαρδίου και η συνεπεία στεφανιαίας νόσου εγχείριση by pass, από τις οποίες προσβλήθηκε ο αναιρεσείων, η επέλευσή τους αποτελεί μόνιμη διαρκή ολική ανικανότητα του αναιρεσείοντος, ανεπίδεκτη περαιτέρω επανελέγχου και ότι σε περίπτωση άπαξ προσβολής του από αυτές απαλλάσσεται οριστικά από την υποχρέωση καταβολής ασφαλίστρων για όλη τη διάρκεια της σύμβασης ασφάλισης, είναι αβάσιμος.

Εξάλλου, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το ως άνω περιεχόμενό της, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα ότι στις περιπτώσεις των "σοβαρών ασθενειών", η εμφάνισή τους δεν επιφέρει άνευ ετέρου την απαλλαγή του συμβαλλόμενου από την υποχρέωση καταβολής των ασφαλίστρων για όλη τη διάρκεια ισχύος της ασφαλιστικής σύμβασης, αλλά ότι η σχετική συμβατική υποχρέωση προς καταβολή τους μπορεί να ενεργοποιηθεί (όπως ισχύει στις περιπτώσεις που η ανικανότητα προέρχεται από άλλη αιτία), σε περίπτωση που οι "σοβαρές ασθένειες" είτε έχουν ιαθεί, είτε, ακόμη και αν δεν έχουν ιαθεί, δεν εξακολουθούν πάντως να προκαλούν στον συμβαλλόμενο ολική ανικανότητά του για εργασία, οι οποίες (αιτιολογίες) στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τις οποίες (η προσβαλλόμενη απόφαση) δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα, η παράθεση και άλλων, πέραν των όσων διέλαβε, αιτιολογιών.

Συνεπώς, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί αυτός, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας, που υποβλήθηκε με τις προτάσεις της (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 26-5-2021 αίτηση (ΓΑΚ 4440/2021, ΕΑΚ 589/2021, Αριθ. Δικ. 1040/2021) για αναίρεση της με αριθμό 6664/2020 τελεσίδικης απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 27 Ιανουαρίου 2023.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ