155/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated155/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, άσκησαν πρόσθετη παρέμβαση με το από 05-12-2018 δικόγραφο ενώπιον του Αρείου Πάγου, οι :1) ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ... ΑΕ", 2) Ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε", 3) Κ. Μ. του Π., 4) Π. Μ. του Κ., και 5) Ά. Μ. του Κ. , επικαλούμενοι ότι έχουν έννομο συμφέρον και ζητούν να γίνει δεκτή η αναίρεση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Full text
Απόφαση 155 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 155/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της: α) Αικατερίνη Τσουρούλα - Σωτηροπούλου και β) Στυλιανό Σταματόπουλο. Του αναιρεσιβλήτου: Α. Δ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του: α) Νικόλαο Ζωητό, ο οποίος ανακάλεσε την από 17-1-2019 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο και β) Ιωάννη Θωμά. Των προσθέτως υπέρ της ήδη αναιρεσείουσας και κατά του ήδη αναιρεσιβλήτου παρεμβαινόντων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ... ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Κ. Μ. του Π., κατοίκου ..., 4) Π. Μ. του Κ., κατοίκου ... και 5) Ά. Μ. του Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αικατερίνη - Τσουρούλα Σωτηροπούλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-6-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 27-12-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2863/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 3864/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-11-2017 αίτησή της και τους από 3-1-2019 πρόσθετους αυτής λόγους. Οι προσθέτως παρεμβαίνοντες, με την από 5-12-2018 παρέμβασή τους προς το Δικαστήριο τούτο, ζήτησαν όσα αναφέρονται σε αυτήν.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, η από 28.11.2017 αίτηση αναίρεσης και οι από 03-12-2018 πρόσθετοι λόγοι αυτής, καθώς και η με ιδιαίτερο δικόγραφο από 05.12.2018 πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσείουσας τα δικόγραφα των οποίων πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας (αρθρ.246 ΚΠολΔ).
Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι "Αν, σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει το διάδικο αυτόν", προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου.
Περαιτέρω, σύμφωνα με την ίδια διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 68 ΚΠολΔ, αναγκαίος όρος για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης είναι η ύπαρξη άμεσου εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος. Άμεσο έννομο συμφέρον για την άσκηση παρέμβασης υφίσταται, όταν με αυτή μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η εις βάρος αυτού δημιουργία νομικής υποχρεώσεως.
Πρέπει, όμως, αυτά είτε να απειλούνται από το δεδικασμένο ή την εκτελεστότητα της αποφάσεως, που θα εκδοθεί, είτε να τίθενται σε διακινδύνευση από άλλες, αντανακλαστικές συνέπειες αυτής. Ως εκ τούτου, για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης δεν αρκεί το ότι σε δίκη, εκκρεμή μεταξύ άλλων, πρόκειται να λυθεί νομικό ζήτημα που θα ωφελήσει ή θα βλάψει τον προσθέτως παρεμβαίνοντα, επειδή υφίσταται ή ενδέχεται να ανακύψει σε άλλη δίκη μεταξύ αυτού και κάποιου από τους διαδίκους ή τρίτου, αλλά απαιτείται η έκβαση της δίκης, στην οποία παρεμβαίνει, να θίγει ευθέως, από την άποψη του πραγματικού και νομικού ζητήματος, τα έννομα συμφέροντά του(ΟλΑΠ 4/2019,ΟλΑΠ 4 και 9/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, άσκησαν πρόσθετη παρέμβαση με το από 05-12-2018 δικόγραφο ενώπιον του Αρείου Πάγου, οι :1) ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ... ΑΕ", 2) Ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε", 3) Κ. Μ. του Π., 4) Π. Μ. του Κ., και 5) Ά. Μ. του Κ. , επικαλούμενοι ότι έχουν έννομο συμφέρον και ζητούν να γίνει δεκτή η αναίρεση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Ειδικότερα, κατά τα εκτιθέμενα στο οικείο δικόγραφο, το έννομο συμφέρον τους συνίσταται στο γεγονός ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα είχε συσταθεί με κεφάλαια δικά τους με αποκλειστικό σκοπό να συμβληθεί ως μισθώτρια- φορέας της επένδυσης με την εκμισθώτρια ... ΑΕ, προκειμένου να μισθωθεί μία έκταση 242 στρεμμάτων στο ..., όπου λειτουργούσε το ξενοδοχείο ..., το οποίο μετονομάστηκε σε ....
Aκόμη ότι ο τέταρτος εξ αυτών, ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, και η Πέμπτη, ως Αντιπρόεδρος και εντεταλμένη Σύμβουλος αυτής, από τη ματαίωση της παραπάνω μισθωτικής σύμβασης, ένεκα της συκοφαντικής επιστολής του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, υπέστησαν προσβολή της τιμής και της υπόληψής τους.
Ωστόσο, με τα ως άνω εκτιθέμενα περιστατικά η ένδικη παρέμβαση δεν θεμελιώνει άμεσο έννομο συμφέρον, όπως η έννοια του εννόμου συμφέροντος εκτίθεται πιο πάνω στη μείζονα σκέψη, ώστε να δικαιολογεί την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης. Συγκεκριμένα, το γεγονός ότι σε ενδεχόμενη παραδοχή της αιτήσεως, η επίλυση του νομικού ζητήματος και η δεσμευτικότητα της αποφάσεως θα επηρεάσει τη λύση επί ομοίων ζητημάτων που ενδεχομένως να τεθούν, δεν συγκροτεί δικό τους άμεσο έννομο συμφέρον για την άσκηση παρέμβασης, αφού η τυχόν έκδοση ευνοϊκής για την αναιρεσείουσα απόφασης δεν πρόκειται να θίξει ευθέως ίδιο δικαίωμα και να επηρεάσει νομικά κατά οποιοδήποτε δυσμενή τρόπο τη θέση των ως άνω παρεμβαινόντων.
Εξάλλου οι παρεμβαίνουσες ανώνυμες εταιρείες με τις επωνυμίες "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ... ΑΕ" και "... ΑΕ" δεν επικαλούνται ότι υφίστανται ως νομικά πρόσωπα οποιαδήποτε βλάβη από την εκτελεστότητα της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Τέτοια βλάβη δεν επικαλείται ούτε και ο τρίτος εξ αυτών, ως φυσικό πρόσωπο.
Επομένως, η πρόσθετη παρέμβαση τούτων πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη για έλλειψη εννόμου συμφέροντος. Δικαστικά έξοδα δεν θα επιβληθούν εις βάρος των προσθέτως παρεμβαινόντων, διότι ο αναιρεσίβλητος δεν υποβλήθηκε σε ιδιαίτερη δαπάνη προς απόκρουση της πρόσθετης παρέμβασης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στη δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από αυτά, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα ότι από τη γενική κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραλειφθεί (ΟλΑΠ 8/2016).
Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα (στα οποία περιλαμβάνονται οι ένορκες βεβαιώσεις και τα έγγραφα), να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 667/2013).
Ειδικότερα, οι ένορκες βεβαιώσεις στον Ειρηνοδίκη ή στο συμβολαιογράφο αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα, και επομένως πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, η έλλειψη δε της μνείας αυτών δεικνύει ότι αυτές δεν λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 232/2018, ΑΠ449/2017).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 270 παρ.2 εδάφ. γ' και δ' ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ.1 του ν.4335/2015 η ισχύς του οποίου δεν καταργήθηκε αναδρομικά με τη μεταβατική διάταξη του ως άνω νόμου (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4),κατά την οποία "κατά τα λοιπά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επί μέρους διατάξεις, η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από 1-1-2016", ορίζονται τα ακόλουθα: "Ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρείς για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ, τουλάχιστον, ημέρες πριν από αυτή.
Για την αντίκρουση ένορκων βεβαιώσεων επιτρέπεται η προσκομιδή, μέσα στην προθεσμία της παρ.3 του άρθρου 237, πρόσθετων βεβαιώσεων το πολύ ίσου αριθμού προς τις αντικρουόμενες". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι οι ένορκες βεβαιώσεις είναι επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο κατά την αντίστοιχη πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια διαδικασία και λαμβάνονται υπόψη, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι προϋποθέσεις της δόσης αυτών πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης και ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση (ΑΠ1611/2008,ΑΠ323/2007), ενώ παράλληλα τέθηκε όριο ως προς τον αριθμό των ένορκων βεβαιώσεων που κάθε διάδικη πλευρά μπορεί να προσκομίσει και το δικαστήριο να λάβει υπόψη.
Έτσι, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη, επιτρέπεται η λήψη από το δικαστήριο υπόψη τριών κατ' ανώτατο όριο ένορκων βεβαιώσεων για κάθε διάδικη πλευρά (ΑΠ1103/2011,ΑΠ1519/2009). Πέραν όμως αυτών, επιτρέπεται και η προσκομιδή προσθέτων βεβαιώσεων προς αντίκρουση αυτών που προσκόμισε ο αντίδικος, ο αριθμός των οποίων (προσθέτων βεβαιώσεων) δεν επιτρέπεται να υπερβεί τις τρείς.
Σε περίπτωση δε προσκομιδής περισσότερων, προσφορότερο κριτήριο για την επιλογή αυτών που θα ληφθούν υπόψη είναι η σειρά επίκλησής τους.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα προς υποστήριξη του κατ'ουσία βασίμου της από 25.06.2007 ένδικης αγωγής της επικαλέστηκε με τις προτάσεις, που υπέβαλε κατά τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επανέφερε ενώπιον του Εφετείου, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από τις προτάσεις αυτές προκύπτει, και συγχρόνως προσκόμισε την υπ' αριθ. 15586/6-10-2014 ένορκη βεβαίωση του Κ.
Λ., η οποία ελήφθη ενώπιον της συμβολαιογράφου ... , μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αναιρεσιβλήτου, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 10280/30.9.2014 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς Η. Α.. Η εν λόγω ένορκη βεβαίωση δόθηκε προς αντίκρουση των υπ' αριθ.5876/26-9-2009 και 5909/26-9-2014 ενόρκων βεβαιώσεων των Ι.
Ά. και Κ. Α., αντίστοιχα, που δόθηκαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών και είχαν προσκομιστεί από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο και υποβλήθηκαν στο πρωτόδικο δικαστήριο κατά τη δικάσιμο της 26ης Μαρτίου 2015, μέσα στην προθεσμία του άρθρου 237 παρ. 3 ΚΠολΔ. Το γεγονός ότι αποτελούσε ένορκη βεβαίωση που αποσκοπούσε στην αντίκρουση των δύο ενόρκων βεβαιώσεων του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου διατυπωνόταν ρητώς στην ως άνω έκθεση επιδόσεως.
Το Εφετείο βεβαιώνει με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι για το σχηματισμό της κρίσεως του, ως προς το κατ' ουσία αβάσιμο της ένδικης από 25-06-2007 αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας τα ακόλουθα: "... 2) η με αριθ.1558/06-10-2014 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Κ. Λ., ενώπιον της συμβολαιογράφου ..., για τη λήψη, της οποίας επιδόθηκε η από 30/9/2014 κλήση στον Α.
Δ., ... δεν θα ληφθούν υπόψη από το παρόν δικαστήριο (όπως και πρωτοδίκως), εφ'όσον αυτές υπερβαίνουν το προβλεπόμενο από το άρθρο 270 παρ.2 ΚΠολΔ ανώτατο όριο των τριών ένορκων βεβαιώσεων και, ως εκ τούτου, αποτελούν ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο... όπως ορθά δέχτηκε η εκκαλουμένη... αφού και η διάδικος εταιρία "..." επικαλούνται και προσκομίζουν συνολικά τέσσερις ένορκες βεβαιώσεις".
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επικυρώνοντας κατά τούτο την πρωτόδικη απόφαση, η οποία έτσι ενσωματώθηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε το σχετικό λόγο της εφέσεως και ρητά δεν έλαβε υπόψη την υπ' αριθ.1558/06-10-2014 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Κ. Λ., την οποία η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα είχε προσκομίσει εμπροθέσμως με νόμιμη επίκληση, εκ του λόγου ότι προσκομίστηκε αυτή καθ' υπέρβαση των τριών βεβαιώσεων που ορίζει το άρθρο 270 παρ.2 ΚΠολΔ.
Επομένως, σύμφωνα και με τα όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, ο πέμπτος λόγος του κυρίως δικογράφου και ο μοναδικός λόγος του από 03.1.2019 δικογράφου προσθέτων λόγων, με τους οποίους αποδίδεται πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση από τον αριθ.11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της μη λήψεως υπόψη της πιο πάνω ένορκης βεβαίωσης ως υπεράριθμης, ενώ όφειλε να την λάβει υπόψη, γιατί προσκομίστηκε προς αντίκρουση των ενόρκων βεβαιώσεων του αναιρεσιβλήτου, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας του λόγου αυτού παρέλκει η έρευνα των λοιπών.
Σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 του Ν.4139/2013, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές διαφορετικούς από αυτούς, που εξέδωσαν την απόφαση αυτή, ενώ ο αναιρεσίβλητος, που νικήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα της τελευταίας, όπως ειδικότερα στο διατακτικό αναφέρεται (άρθρα 176,183,189 παρ.1 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ.3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε από αυτή.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 05.12.2018 πρόσθετη παρέμβαση, των :1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ... ΑΕ", 2) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε",3) Κ. Μ. του Π., 4) Π. Μ. του Κ., και 5) Ά. Μ. του Κ..
Αναιρεί την υπ' αριθ. 3864/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές διαφορετικούς από αυτούς, που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε από αυτήν.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Φεβρουαρίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και νυν ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ