Legislator Case Law & Legislation
155/2019 AI generated

155/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 155/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη- Εισηγητή, Παρασκευή Καλαϊτζή, και Γεώργιο Παπανδρέου Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

155/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): β) Π. Σ., Λ. Σ., Χ. Σ. και Β. συζ. Α.-Α. Κ., τέκνα του προαποβιώσαντος γιού του αδελφού του Π. Σ., κατά ποσοστό 1/12 εξ αδιαιρέτου τον καθένα. Στην κληρονομιαία περιουσία του παραπάνω αποβιώσαντος περιλαμβάνονταν, κατά το χρόνο του θανάτου του, πέντε (5) συνολικά διαμερίσματα και συγκεκριμένα...... Μετά από αίτηση των εναγομένων και τώρα εκκαλούντων Γ.

Keywords

AI generated
cancellation of securities authorization to sue lack of signature revocation of a permit striking off the register previous legal status
AI generated
1744/2014
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
726/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
2310/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
861/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
2203/2009
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-11-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 155 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 155/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη- Εισηγητή, Παρασκευή Καλαϊτζή, και Γεώργιο Παπανδρέου Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 7η Νοεμβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των καθων η κλήση - αναιρεσειόντων: 1.Μ. χήρας Γ. Σ., ατομικά και ως νόμιμης κληρονόμου του θανόντος συζύγου της την 7-12-2017, αρχικά αναιρεσείοντος Γ. Σ., 2. Ε. Σ. του Γ., 3. Ά. Σ. του Γ., ως νομίμων κληρονόμων του θανόντος πατρός τους, αρχικά αναιρεσείοντος Γ. Σ., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν οι 1η και 3ος μετά και η 2η δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Αντωνίου Μαλεβίτη Της καλούσας - αναιρεσίβλητης Β. συζ. Α. - Α. Κ., θυγατέρα Π. Σ., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Σωτήριο Μανιαδάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-7-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4574/2009 του ίδιου Δικαστηρίου, 4929/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης, ζήτησαν οι αρχικοί αναιρεσείοντες με την από 1-3-2012 αίτησή τους. Κατά την ορισθείσα δικάσιμο, η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε. Με την από 10-7-2018 κλήση της η καλούσα-αναιρεσίβλητη, μετά από ματαιώσεις και λόγω του θανάτου του αρχικά αναιρεσείοντος Γ. Σ., επαναφέρει προς συζήτηση τη βιαίως διακοπείσα δίκη, στη σημερινή δικάσιμο.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 20-4-2013 έκθεση του Αρεοπαγίτη Αργυρίου Σταυράκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την αποδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη .

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Νομίμως φέρεται προς συζήτηση με την από 10-7-2018 κλήση της αναιρεσίβλητης η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, μετά την επελθούσα βιαία διακοπή της δίκης λόγω θανάτου του πρώτου αναιρεσείοντος Γ. Σ., όπως τούτο προκύπτει από το προσκομιζόμενο απόσπασμα της υπ' αριθ. …9/2/2017 ληξιαρχικής πράξης θανάτου της Ληξιάρχου του Δήμου ... Μ. Κ. και τη νομότυπη δήλωση συνέχισης αυτής από την αναιρεσίβλητη κατά των εγγυτέρων συγγενών του και κληρονόμων του, δεύτερης αναιρεσείουσας συζύγου του και πρώτης καθής η κλήση Μ. Σ. και δεύτερης και τρίτου καθών η κλήση μοναδικών τέκνων του, Ε. Σ. και Α. Σ. (βλ. προσκομιζόμενα αντίγραφα υπ' αριθ. …51/14-2-2018 πιστοποιητικού εγγυτέρων συγγενών του που υπογράφει κατ' εντολή του Δημάρχου ... η Τμηματάρχης Δημοτικής Κατάστασης και Ληξιαρχείου Α. Ψ., υπ' αριθ. …1/18-1-2016 δημόσιας διαθήκης του συμβολαιογράφου Κ. Β. και υπ' αριθ. 82/27-2-2018 πρακτικού δημοσίευσης δημόσιας διαθήκης του Τμήματος Διαθηκών του Ειρηνοδικείου Κρωπίας), που συνεχίζουν νομοτύπως τη δίκη (άρθρα 286 περ. α', 287, 291 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1721 παρ. 1 και 1777 ΑΚ προκύπτει ότι α) η ιδιόγραφη διαθήκη γράφεται ολόκληρη με το χέρι του διαθέτη, χρονολογείται και υπογράφεται απ' αυτόν και από τη χρονολογία πρέπει να προκύπτει η ημέρα, ο μήνας και το έτος, β) ο επικαλούμενος τη διαθήκη δεν αρκεί να αποδείξει μόνο τη γνησιότητα της υπογραφής σ' αυτήν, αλλά πρέπει να αποδείξει ότι και όλο το περιεχόμενό της γράφτηκε ιδιοχείρως από το διαθέτη και γ) η κήρυξη ως κυρίας της ιδιόγραφης διαθήκης δεν παράγει αρχικά τεκμήριο γνησιότητας υπέρ εκείνου που την επικαλείται, ενώ τότε μόνο αποτελεί τεκμήριο, μέχρις ανταποδείξεως, όταν από τη δημοσίευση της διαθήκης παρήλθε πενταετία, χωρίς στο μεταξύ να αμφισβητηθεί η γνησιότητα της διαθήκης σε δίκη μεταξύ εκείνου, που αντλεί δικαιώματα από αυτήν και κάποιου απ' αυτούς που βλάπτονται από την ύπαρξή της, οπότε το βάρος απόδειξης της αμφισβήτησης περί μη γνησιότητας, φέρει πλέον όποιος την αμφισβητεί (ΑΠ 1595/2006).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992).

Ο ανωτέρω λόγος είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ διότι πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δέχθηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 28-7-1997 απεβίωσε στη ... ο Κ. Σ. του Β., κάτοικος ..., ο οποίος κατέλειπε μόνους πλησιέστερους συγγενείς και εξ αδιαθέτου κληρονόμους του Α

) το γιό του προαποβιώσαντος αδελφού του Ν. Σ. και ανεψιό αυτού Σ. Σ., κατά ποσοστό 4/12 εξ αδιαιρέτου, και

Β) τους εγγονούς του προαποβιώσαντος πιο πάνω αδελφού του και μικρανεψιούς αυτού α) Π. Θ. και Κ. Σ., τέκνα της προαποβιώσασας θυγατέρας του αδελφού του Θ. Σ., κατά ποσοστό 2/12 εξ αδιαιρέτου τον καθένα, και

β) Π. Σ., Λ. Σ., Χ. Σ. και Β. συζ. Α.-Α. Κ., τέκνα του προαποβιώσαντος γιού του αδελφού του Π. Σ., κατά ποσοστό 1/12 εξ αδιαιρέτου τον καθένα. Στην κληρονομιαία περιουσία του παραπάνω αποβιώσαντος περιλαμβάνονταν, κατά το χρόνο του θανάτου του, πέντε (5) συνολικά διαμερίσματα και συγκεκριμένα...... Μετά από αίτηση των εναγομένων και τώρα εκκαλούντων Γ.

και Μ. Σ., δημοσιεύτηκε στις 28-11-1997, με το υπ' αριθ. …92/28-11-1997 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και κηρύχθηκε κυρία, με την υπ' αριθ. 1783/28-11-1997 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, η από 14 Απριλίου 1997 ιδιόγραφη διαθήκη του θανόντος Κ. Σ., με το ακόλουθο περιεχόμενο: "Η ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΥ. Ο κάτωθι υπογεγραμμένος Σ.

Κ. του Β., κάτοικος ..., επιθυμώ τα εξής: Αφήνω την κινητή και ακίνητη περιουσία μου στον ανηψιό της γυναικός μου Γ. Σ. του Α. και στη σύζυγο του Μ. Σ., αποτελούμενη εκ τριών διαμερισμάτων στον 3° όροφο, όπως και μία γκαρσονιέρα στο ρετιρέ της ίδιας πολυκατοικίας, επί της οδού ..., στη .... Επίσης, ένα διαμέρισμα στον ..., επί της οδού ...

στον 2° όροφο, εις ένδειξη ευγνωμοσύνης για την φροντίδα και το ενδιαφέρον που περιέβαλαν την αποθανούσα σύζυγο μου και εμένα όλα αυτά τα χρόνια. ...ς, 14 Απριλίου 1997. Υπογραφή". Δηλαδή, σύμφωνα με την παραπάνω διαθήκη, ο θανών Κ. Σ. εγκατέστησε τους εκκαλούντες Γ. και Μ. Σ. μοναδικούς κληρονόμους του σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία του, αποκλείοντας έτσι από την εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή επί των κληρονομιαίων πιο πάνω διαμερισμάτων τους προαναφερθέντες εξ αδιάθετου κληρονόμους του, μεταξύ των οποίων και την ενάγουσα και τώρα εφεσίβλητη Β.

συζ. Α.-Α. Κ., εγγονή του προαποβιώσαντος πιο πάνω αδελφού του Ν. Σ.. Όμως, η ανωτέρω διαθήκη είναι άκυρη, καθόσον δεν έχει γραφεί, χρονολογηθεί και υπογραφεί με το χέρι του διαθέτη Κ. Σ., αλλά με το χέρι άλλου, τρίτου, προσώπου, με τη μέθοδο της απομίμησης της γνήσιας γραφής και υπογραφής αυτού. Ειδικότερα, σύμφωνα με την υπ' αριθ. 251/9-7-2007 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του ειδικού δικαστικού γραφολόγου Ν.

Π., που διορίστηκε ως πραγματογνώμονας με την προαναφερθείσα υπ' αριθ. 6773/2007 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ολόκληρο το κείμενο της επίμαχης πιο πάνω από 14-4-1997 ιδιόγραφης διαθήκης, δεν έχει γραφεί και χρονολογηθεί από το φερόμενο ως διαθέτη Κ. Σ. και είναι πλαστή, ο τόπος που φέρεται ότι συντάχθηκε η διαθήκη αυτή, μαζί με την ημεροχρονολογία της, δηλαδή "...ς, 14 Απριλίου 1997", δεν έχουν χαραχθεί με το χέρι του Κ.

Σ. και η φερόμενη ως υπογραφή του τελευταίου, κάτω από

την ημεροχρονολογία της διαθήκης, δεν είναι γνήσια υπογραφή αυτού, διότι δεν έχει χαραχθεί με το χέρι του και είναι πλαστή. Στην παραπάνω έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης αναλύονται τα επιμέρους γραφολογικά

δεδομένα, με βάση τα οποία και μετά από συγκριτική αντιπαραβολή της

γνήσια. Σύμφωνα, λοιπόν, με όλα όσα αποδείχθηκαν παραπάνω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που, με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ότι η επίμαχη διαθήκη του Κ. Σ. είναι άκυρη, καθόσον δεν έχει γραφεί, χρονολογηθεί και υπογραφεί με το χέρι του διαθέτη, και ακολούθως δέχθηκε την ένδικη αγωγή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε...".

Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή της αναιρεσίβλητης και αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της προσβαλλόμενης διαθήκης, καθώς και το εξ αδιαθέτου κληρονομικό δικαίωμα της τελευταίας κατά το 1/12 εξ αδιαιρέτου επί των κληρονομιαίων ακινήτων του Κ.

Σ.. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ακυρότητας της επίμαχης διαθήκης, λόγω του ότι αυτή δεν έχει γραφεί, χρονολογηθεί και υπογραφεί με το χέρι του ανωτέρω διαθέτη, αλλά με το χέρι τρίτου προσώπου, με τη μέθοδο της απομίμησης της γνήσιας γραφής και υπογραφής τούτου, χωρίς να παραβιάσει εκ πλαγίου την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1777 ΑΚ, οι δε τ' αντίθετα υποστηρίζοντες από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος, κατά τα σχετικά σκέλη τους, λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι.

Κατά τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα υπό την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που, υπό την προϋπόθεση νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, καθώς και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής (και όχι αρνητικός της αγωγής) ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του εφεσίβλητου.

Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 453/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο και τρίτο, κατά το σχετικό σκέλος τους, λόγους αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο "εσφαλμένα και μη νόμιμα δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, πρόσφορα προς θεμελίωση των καταλυτικών της αγωγής ισχυρισμών των αναιρεσειόντων που προτάθηκαν τόσο πρωτόδικα, όσο και κατ' έφεση....

με τον δεύτερο λόγο της, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της γνησιότητας ή μη της επίμαχης διαθήκης" και " δεν έλαβε υπόψη τους βάσιμους αυτοτελείς και καταλυτικούς της ένδικης αγωγής ισχυρισμούς" των αναιρεσειόντων. Ο λόγος αυτός είναι παντελώς αόριστος, διότι δεν προσδιορίζονται καθόλου στο αναιρετήριο τα προταθέντα ενώπιον των δικαστηρίων ουσίας αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας "πράγματα", υπό την ανωτέρω αναλυόμενη έννοια.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 1.1.2002, μετά την απάλειψη της φράσης "ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά" με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, λόγω της κατάργησης του κατά τα άρθρα 341 επόμ. του ΚΠολΔ συστήματος της διεξαγωγής των αποδείξεων με την έκδοση παρεμπίπτουσας (προδικαστικής) περί αποδείξεων απόφασης, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.

Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώληση δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι` αυτά.

Δεν απαιτείται όμως η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 232/2018). Εξ άλλου, ο από τον αριθμό 11 περ.

γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Περαιτέρω, η μη λήψη υπόψη νομοτύπως προταθέντων αποδεικτικών μέσων πρέπει να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να αφορά σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό που να επιδρά στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 911/2002, ΑΠ 924/2018).

Με τον πρώτο, δεύτερο και τρίτο, κατά τα σχετικά σκέλη τους, λόγους αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' ορθή εκτίμησή τους, η από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι έγινε δεκτός ο αγωγικός ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης ως προς το ότι η επίμαχη διαθήκη δεν είχε γραφεί, χρονολογηθεί και υπογραφεί με το χέρι του διαθέτη, χωρίς αποδείξεις.

Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, στο κείμενό της γίνεται εκτενής παράθεση και σύγκριση όλων των με επίκληση προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, ένορκες βεβαιώσεις, έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, έγγραφα), από τα οποία το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα.

Συνεπώς οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι είναι αβάσιμοι. Αλλά και με την εκδοχή ότι ειδικώς με τον τρίτο λόγο, κατά σχετικό σκέλος του, προβάλλεται η από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ειδικώς την υπ' αριθ. 923/2004 απόφαση του Α' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως σαφώς προκύπτει από το κείμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο κάνει στην προσβαλλόμενη απόφαση εκτενή μνεία σχετικά με την ποινική αυτή απόφαση.

Ο αναιρετικός λόγος της διάταξης του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Στον ΚΠολΔ, κατά κανόνα ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθρο 340) και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα, που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ., 441, 445).

Για τα αποδεικτικά μέσα, που κατά το νόμο είναι ισοδύναμα, εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, αφού αυτά, κατ' άρθρο 340, εκτιμηθούν "ελεύθερα". Ο παραπάνω λόγος ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά ορίζει γι' αυτό ο νόμος και όχι αν απέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα αυτά αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 309/2018).

Με τον τρίτο, κατά το σχετικό σκέλος του, λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, πλην άλλων, την υπ' αριθ. 251/2008 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του ειδικού δικαστικού γραφολόγου Ν. Π.

και τις από Ιουλίου 2001, 29-1-2000 και 12-8-1998 γνωμοδοτήσεις των δικαστικών γραφολόγων Ι. Τ., Χ. Τ. και Δ. Κ. που συντάχθηκαν στο πλαίσιο άλλης πολιτικής και ποινικής δίκης και είχαν απολέσει κάθε αποδεικτική δύναμη, λόγω του ότι η επίμαχη διαθήκη, μετά την πάροδο πενταετίας από την κήρυξή της ως κυρίας απέκτησε τεκμήριο γνησιότητας υπέρ των αναιρεσειόντων, μέχρι την περί του αντιθέτου απόδειξη.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι το Εφετείο συνεκτίμησε, όπως ρητώς διατυπώνεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, τις προαναφερόμενες και νομοτύπως προσκομισθείσες, έκθεση πραγματογνωμοσύνης και (ως έγγραφα) λοιπές γνωμοδοτήσεις, χωρίς να προσδώσει σ' αυτές, ως αποδεικτικά μέσα, μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που ορίζει ο νόμος.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-3-2012 αίτηση των Γ. Σ. του Ε. και Μ. συζύγου Γ. Σ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 4929/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Φεβρουαρίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ