155/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 155 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated155/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 155 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 155 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 155/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κράνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεράσιμο Φουρλάνο, Γεώργιο Λέκκα και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", στην οποία συγχωνεύθηκε με απορρόφηση με την μορφή της γενικής διαδοχής και την πρώην Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σάββα Παπαγεωργίου και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εδρεύει στην …, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Προϊστάμενο της Κτηματικής Υπηρεσίας Δωδεκανήσου με έδρα τη…, και στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον Κωνσταντίνο Κηπουρό, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/12/2000 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 516/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 52/2009 μη οριστική και 159/2011 οριστική του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11/12/2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής, Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης, ανέγνωσε την από 19/1/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του αρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (Ολ. ΑΠ 10/2011, Ολ ΑΠ7/06, ΑΠ 191/2013, ΑΠ 486, 568/13). Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. (ΑΠ 609/13, ΑΠ 495/13). Εξάλλου, από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμοί δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 179/2013, ΑΠ 495,467/2013). Περαιτέρω, σύμφωνα με το αρθρ. 115 του από 11/12.11.1929, ΠΔ "Περί διοίκησης δημοσίων κτημάτων", όπως αυτό αντικαταστάθηκε και συμπληρώθηκε από τα αρθρ. 20ΑΝ 1540/1938, 10 ΑΝ 1919/1939, 2° του ν.1925/1951, όπως η § 2 αυτού αντικαταστάθηκε από την § 4 του αρθρ. 5 του ΑΝ 263/1968, εις βάρος των οπωσδήποτε χωρίς συμβατική σχέση καρπουμένων ή ποιούμενων χρήση δημοσίων κτημάτων ή τέτοιων των οποίων τη νομή ή την χρήση έχει με οποιαδήποτε σύμβαση το Δημόσιο κλπ. βεβαιώνεται αποζημίωση για εκείνο το χρονικό διάστημα που έκαναν χρήση, οριζόμενη, μετά το ΒΔ 619/1965, από τον αρμόδιο οικονομικό έφορο κατά την κρίση αγαθού ανδρός με πρωτόκολλο, το οποίο κοινοποιείται στον καρπούμενο ή χρησιμοποιούντα το ακίνητο, αυτός δε μπορεί ν’ ασκήσει κατά του πρωτοκόλλου αυτού (μέσα σ’ έναν μήνα από την κοινοποίησή του) ανακοπή ενώπιον του Ειρηνοδίκη ή του Προέδρου Πρωτοδικών, ήδη δε του Movομελούς Πρωτοδικείου σύμφωνα με το αρθρ. 3 παρ. 1 και 2 ΕισΝ ΚΠολΔ, αυτοί δε "κρίνοντες εκ των ενόντων ακυρούσιν ή επικυρούσιν το πρωτόκολλον ή περιορίζουσιν την αποζημίωσιν". Η αποζημίωση που καθορίζεται με το πρωτόκολλο συνίσταται στην ωφέλεια που αυτός αδικαιολογήτως αποκόμισε, ήτοι ό,τι θα κατέβαλε οποιοσδήποτε τρίτος στο Δημόσιο ως αντάλλαγμα, αν με έγκυρη σύμβαση χρησιμοποιούσε αυτό (ΑΠ 1012/11, ΑΠ 1223/10). Από αυτά, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις του άρθρου 23 παρ. 1 ν.1539/38, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 2 ΑΝ 263/68, με το οποίο ορίζεται ότι "ο αυτογνωμόνως επιλαμβανόμενος οιουδήποτε δημοσίου κτήματος ευρισκομένου αναμφισβητήτως υπό την κατοχή του Δημοσίου, τιμωρείται διωκόμενος αυτεπαγγέλτως δια φυλακίσεως τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματικής ποινής τουλάχιστον 100.000 δραχμών", προκύπτει ότι η καθοριζομένη υπέρ του Δημοσίου με το πρωτόκολλο αποζημίωση εις βάρος εκείνου που αυθαιρέτως χρησιμοποιεί δημόσιο κτήμα υποκαθιστά το μίσθωμα στην περίπτωση κατά την οποία υπήρχε νόμιμη μίσθωση και έχει ως βάση αφενός την αδικοπραξία και αφετέρου τον αδικαιολόγητο πλουτισμό του αυθαίρετου κατόχου, ο οποίος από την χρήση έχει γίνει αδικαιολογήτως πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία επί ζημία του ιδιοκτήτη που είναι το Ελληνικό Δημόσιο, κατά το ποσό που θα πλήρωνε, εάν είχε συναφθεί νόμιμη μίσθωση με αντίστοιχη ζημία του Δημοσίου από τη μη λήψη του μισθώματος (ΑΠ 2131/2007). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ΑΝ 2344/1940, αιγιαλός είναι "η περιστοιχούσα τη θάλασσα χερσαία ζώνη, η βρεχόμενη από τας μεγίστας, πλην συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων", κατά ρητή δε επιταγή του άρθρου 968 ΑΚ, ο αιγιαλός είναι κοινόχρηστον πράγμα και δη εκτός συναλλαγής, που ανήκει στο Δημόσιο. Υπό την άνω έννοια, ο αιγιαλός αποτελεί φυσική δημόσια κτήση και, ως εκ τούτου, δεν απαιτείται ένταξη και ενσωμάτωση του αιγιαλού στη δημόσια κτήση με ειδική πράξη της διοίκησης, αλλ’ είναι ως εκ της φύσεώς του δημόσιο κτήμα, η δε κατά το άρθρο 2 του ΑΝ 2344/1940 διοικητική πράξη καθορισμού των ορίων του αιγιαλού δεν έχει την έννοια της ένταξης, αλλά γίνεται για το ασφαλές της αναγνώρισης τούτου (ΑΠ 1414/2011). Κοινόχρηστο πράγμα επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 5 του ίδιου ως άνω νόμου, αποτελεί και η παραλία, ήτοι η προσαυξάνουσα τον αιγιαλό και προς διαπλάτυνση αυτού οριζόμενη λωρίδα εκ της παρακείμενης ξηράς μέχρι πλάτους 20 μέτρων και τελεί υπό το ίδιο νομικό καθεστώς με τον αιγιαλό. Εξάλλου, ο διοικητικός καθορισμός της εκτάσεως του αιγιαλού γίνεται από την επιτροπή καθορισμού των ορίων του (άρθρο 11 Ν.Δ. 7/1923, άρθρο 10 παρ. 1 ΑΝ 263/1968), η οποία συντάσσει σχετική έκθεση, τοπογραφικό και υψομετρικό διάγραμμα, πάνω στο οποίο χαράσσεται με κόκκινη γραμμή η οριογραμμή του αιγιαλού, ενώ για την παραλία απαιτείται να τηρηθεί η διαδικασία που προβλέπεται από το άρθρο 6 του ΑΝ 725/1984. Η αρμοδιότητα, όμως, της επιτροπής συνίσταται στον καθορισμό των πραγματικών ορίων του αιγιαλού, δηλαδή στη διάγνωση και επίσημη διαπίστωση της υπάρχουσας πραγματικής κατάστασης (βλ. Ολ.ΑΠ 1270/1985). Παράλληλα προς τις περί αιγιαλού διατάξεις, οι οποίες επεκτάθηκαν και στη Δωδεκάνησο, εφαρμόζεται σ’ αυτή και η διατηρηθείσα σε ισχύ δια του άρθρου 8 παρ. 2 του Ν. 510/1947, ιταλική νομοθεσία περί Κτηματολογικού Κανονισμού (Κυβ. Διάταγμα 132/1.9.1929), σύμφωνα με την οποία (αρθρ. 2 του Κτημ. Κανον.) τα δημόσια κτήματα ανήκουν στην Κυβέρνηση της Κτήσεως και υποδιαιρούνται σε κτήματα κοινής (δημόσιας) χρήσεως και σε κτήματα περιουσιακά (της ιδιωτικής περιουσίας του Δημοσίου). Κατά το άρθρο δε 23 του ίδιου Κανονισμού, αποτελούν μέρος των κτημάτων κοινής χρήσεως α) ο αιγιαλός, ο οποίος ορίζεται μέχρι του ορίου του μεγίστου συνήθους χειμερίου κύματος, επιπλέον δε αυτός περιλαμβάνει, έξω από τα αστικά κέντρα, μία ζώνη από 12 μέτρα από του ορίου αυτού και β) οι θαλάσσιες παραλίες, οι οποίες ορίζονται μέχρι του ορίου πάσης άλλης ιδιοκτησίας δημοσίας ή ιδιωτικής. Από τις προαναφερθείσες διατάξεις, οι διατάξεις του Κτηματολογικού Κανονισμού, καθιερούσες ειδικό τοπικό δίκαιο, κατισχύουν της γενικής διάταξης του άρθρου 1 του ΑΝ 2344/1940 και, επομένως, στη Δωδεκάνησο και δη έξω από τα αστικά κέντρα, ο αιγιαλός περιλαμβάνει πέραν του ορίου που φτάνει το σύνηθες, ανώτατο χειμέριο κύμα, και μια λωρίδα πλάτους 12 μέτρων, (Ολ ΑΠ 24/2000, ΣτΕ 5516/12, ΣτΕ 5419/12), ενώ για την ύπαρξη της παραλίας δεν είναι αναγκαία η τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 6 του ν. 2344/1940, αλλ’ αυτή εκτείνεται πέραν του αιγιαλού και μέχρι του ορίου κάθε άλλης δημόσιας ή ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Εξάλλου, ναι μεν δια του άρθρου 45 του Κτημ. Καν. τα ακίνητα του Δημοσίου καταγράφονται στο Κτηματολόγιο με ειδική ένδειξη, αναλόγως αν πρόκειται περί κοινής χρήσεως ή περιουσιακά (ιδιόκτητα), όμως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω για τη φύση του αιγιαλού, αυτός εξακολουθεί να έχει τον υπό του άρθρου 3 του Κανονισμού κοινόχρηστο χαρακτήρα, ανεξαρτήτως εγγραφής του στο Κτηματολόγιο, το δε τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Δημοσίου, που θεσπίζει το άρθρο 968 του ΑΚ, ισχύει παρά τη μη καταγραφή του στο όνομα του Δημοσίου, υπό την προϋπόθεση ότι δεν έχει καταγραφεί στο όνομα άλλου τμήμα ακινήτου, το οποίο είναι αιγιαλός, διότι στην περίπτωση αυτοτελούς καταγραφής αυτού (ακινήτου το οποίο είναι αιγιαλός) στα Κτηματολογικά Βιβλία επ’ ονόματι άλλου, πλην του Δημοσίου, το αμάχητο τεκμήριο του άρθρου 61 ότι το αναγραφόμενο στο βιβλίο δικαίωμα ανήκει σε αυτόν στο όνομα του οποίου έγινε η εγγραφή, ισχύει και υπέρ εκείνου στο όνομα του οποίου έγινε η εγγραφή τμήματος ακινήτου που εμπίπτει στον αιγιαλό (Ολ. ΑΠ 1270/1985). Με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους της αίτησης αναίρεσης προβάλλονται από την αναιρεσείουσα οι, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ αιτιάσεις με την επίκληση ότι, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 115 του από 11/12.11.29 ΠΔ/τος και 1 επ της υπ’ αριθμ. 1115120/6075/ΔΟΟΤΥ/ΠΟΛ 1247/4.12.99 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε ως αβάσιμη ουσιαστικά [απορρίπτοντας, με την ίδια αιτιολογία, τους σχετικούς λόγους της απ’ αυτήν (αναιρεσείουσα) κατά της ομοίως αποφηναμένης πρωτοδίκου αποφάσεως (516/02 ΜΠρ. Ρόδου) ασκηθείσας έφεσης] την από 5-12-2000 ένδικη ανακοπή αυτής κατά των από το αναιρεσίβλητο, δια του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας Δωδεκανήσου, εκδοθέντων υπ’ αριθμ. .../8.11.2000 πρωτοκόλλων καθορισμού αποζημίωσης, με τα οποία βεβαιώθηκε σε βάρος της συνολική αποζημίωση (62.398.530 και 2.567.562) 88.077.092 δρχ. για αυθαίρετη εκ μέρους της χρήση, κατά το από 1.1.1981 μέχρι 31.10.2000 χρονικό διάστημα, του αναφερομένου σ’ αυτά τμήματος [επιφάνειας 14.657 τμ] του αιγιαλού και παραλίας του Δήμου Ρόδου, δεχθείσα, με ασαφείς και ελλιπείς αιτιολογίες της ελάσσονος προτάσεως του νομικού της συλλογισμού, που αναφέρεται στο πραγματικό των εφαρμοσθεισών ως άνω διατάξεων, την κατάφαση των απ’ αυτές απαιτουμένων για την επιβολή της, δια των ως άνω πρωτοκόλλων, σε βάρος της βεβαιωθείσας αποζημίωσης προϋποθέσεων, παρά το γεγονός ότι τα, ως αποδειχθέντα, ανελέγκτως γενομένα δεκτά πραγματικά περιστατικά επέβαλαν την αρνητική, αναφορικά με το κρίσιμο αυτό ζήτημα, κρίση. Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (αρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι, αυτή, μετ’ εκτίμηση των προσκομισθεισών από τους διαδίκους αποδείξεων, δέχθηκε, αναφορικά με τα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης ως άνω ζητήματα, τα ακόλουθα: "Η επιχείρηση με την επωνυμία "...", η οποία στις 11.5.1998 συγχωνεύθηκε με απορρόφηση από την ανακόπτουσα, προ του έτους 1975, κατασκεύασε μεγάλο ξενοδοχειακό συγκρότημα (κυρίως κτίριο, εστιατόριο-μίνι μπαρ) επί ακινήτου ιδιοκτησίας της με κτηματομερίδα ... γαιών Ρόδου (αριθ. … οικοδομικής άδειας με αριθ. πρωτ. .../6.9.1973). Εν συνεχεία, το έτος 1980, επεξέτεινε τις κτιριακές της εγκαταστάσεις με την κατασκευή μιάς σειράς οικίσκων μπαγκαλόους, παράλληλα με τη θάλασσα (αριθ. οικοδομικής αδείας ...1978 με αριθ. πρωτ. .../15.6.1978). Κατά την έκδοση της δεύτερης οικοδομικής αδείας τέθηκε, από το Γραφείο Πολεοδομίας Ρόδου, θέμα καθορισμού ορίων αιγιαλού και παραλίας, οπότε, κατόπιν σχετικής αιτήσεως της εν λόγω επιχείρησης στις 17.8.1977 προς την Κτηματική Υπηρεσία Δωδεκανήσου (τότε Οικονομική Εφορία Δημοσίων Κτημάτων), ξεκίνησε η διαδικασία καθορισμού του αιγιαλού και παραλίας από την τότε αρμόδια επιτροπή. Η επιτροπή επί του από 20.5.1978, κλίμακος 1:500, συνταχθέντος από τον πολιτικό μηχανικό Π. Ζ., τοπογραφικού διαγράμματος, χάραξε τα όρια του αιγιαλού και συνέταξε προς τούτο και την από 8.7.1978 επικυρωτική της χάραξης απόφαση του Νομάρχη Δωδεκανήσου, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 626/A/29.11.1978. Κατά τη διάρκεια της κατασκευής των μπαγκαλόους, πιθανολογήθηκε διάβρωση του εδάφους από τη θάλασσα, με αποτέλεσμα η εν λόγω επιχείρηση να υποβάλει στις 23.10.1978 σχετική αίτηση προς την Κτηματική Υπηρεσία Δωδεκανήσου για να της χορηγηθεί σχετική άδεια να προβεί στην προστασία της ιδιοκτησίας της με την απόθεση λίθων επί της ζώνης του αιγιαλού. Με την υπ’ αριθμ. ΔΚ 3650/21.11.1978 απόφαση του Νομάρχη Δωδεκάνησου, εγκρίθηκε η κατασκευή τεχνικών έργων, στον προ του ξενοδοχειακού συγκροτήματος της εταιρείας "...", κοινόχρηστο χώρο του αιγιαλού, προς αποτροπή διαβρώσεως της ιδιοκτησίας της από τη θάλασσα. Συγκεκριμένα, τα τεχνικά μέσα που επιτρέπονταν να γίνουν ήταν τα εξής: α) ρίψη λίθων επί μήκους 160 μέτρων, β) τοποθέτηση αγωγών στραγγίσεως μήκους 160 μέτρων, γ) κατασκευή τεσσάρων φρεατίων, δ) κατασκευή τριών ξύλινων κλιμακίων και ε) φύτευση του πρανούς με πράσινο χαμηλής βλάστησης επί εμβαδού 800 τ.μ. περίπου, όπως τα έργα αυτά εμφανίζονται αναλυτικά στο από Οκτωβρίου 1978, κλίμακας 1:200 θεωρήθεν τοπογραφικό διάγραμμα που συντάχθηκε από τον πολιτικό μηχανικό Π. Ζ.. Τα έργα αυτά τελούσαν υπό την επίβλεψη των Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχίας Δωδεκανήσου, παρέμεναν κοινόχρηστα, ενώ υφίστατο και υποχρέωση της παραπάνω εταιρείας να καταβάλει στο Δημόσιο ανάλογη αποζημίωση για τη χρήση του προαναφερόμενου τμήματος του αιγιαλού, χωρίς όμως μέχρι σήμερα να έχει καταβληθεί η οποιαδήποτε αποζημίωση. Επίσης πιθανολογείται ότι η εταιρεία "...", ταυτόχρονα με την κατασκευή των ως άνω τεχνικών έργων, δηλαδή το έτος 1978, κατέλαβε αυθαίρετα και χωρίς την άδεια της αρμόδιας αρχής, τμήμα από τον κοινόχρηστο χώρο του αιγιαλού του Δημοσίου, συνολικής επιφάνειας 14.657 τ.μ., όπως η έκταση αυτή αποτυπώνεται στο από 29.9.1981, κλίμακας 1:1000, τοπογραφικό διάγραμμα της κατάληψης, που συντάχθηκε από τον τοπογράφο μηχανικό του Υπουργείου Οικονομικών Δ. Λ., το οποίο επισυνάπτεται στην από 7.11.2000 έκθεση ελέγχου της Κτηματικής Υπηρεσίας Δωδεκανήσου, αποτελώντας αναπόσπαστο τμήμα της. Η καταληφθείσα έκταση που προαναφέρθηκε είναι συνολικής επιφάνειας 14.657 τ.μ. και αναλυτικά: Α) επιφάνεια εμβαδού 7.932 τ.μ. ζώνης αιγιαλού και παραλίας, Β) επιφάνεια εμβαδού 5.863 τ.μ. επιχωμάτωσης θαλάσσιας έκτασης, και Γ) επιφάνεια εμβαδού 1.042 τ.μ. τμήμα της μερίδας ... γαιών Ρόδου, ιδιοκτησίας Ελληνικού Δημοσίου (σύμφωνα με τις διατάξεις άρθρου 3 ΚΔ 132/1929 "περί Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου"), κοινόχρηστη όμως ζώνη αιγιαλού και παραλίας. Κατόπιν των ανωτέρω, τα οποία αναφέρονται λεπτομερώς στην από 7.11.2000 έκθεση ελέγχου των υπαλλήλων της Κτηματικής Υπηρεσίας Δωδεκανήσου, εξεδόθησαν τα παρακάτω ν πρωτόκολλα: α) Σε βάρος της συγχωνευθείσας με την ανακόπτουσα εταιρεία ... το υπ’ αριθμ. ...2000 πρωτόκολλο καθορισμού αποζημιώσεως, με το οποίο καταλογίστηκε σε βάρος της το ποσόν των 62.398.530 δραχμών, ως καταβλητέα αποζημίωση στο Δημόσιο για την αυθαίρετη χρήση τμήματος εμβαδού 14.657 τ.μ. από τον κοινόχρηστο χώρο αιγιαλού και παραλίας για το χρονικό διάστημα από 1.1.1981 έως 27.5.1998 και β) σε βάρος της ανακόπτουσας το υπ’ αριθμ. ...2000 πρωτόκολλο, με το οποίο καταλογίστηκε σε βάρος της ποσό 25.678.562 δραχμών για την ίδια αιτία για το χρονικό διάστημα από 1.6.1998 έως 31.10.2000. Η ανακόπτουσα ισχυρίζεται με σχετικό λόγο της ανακοπής της, ο οποίος αποτελεί και λόγο έφεσης, ότι τα προσβαλλόμενα πρωτόκολλα είναι αόριστα, διότι δεν περιγράφουν - προσδιορίζουν τα φερόμενα ως αυθαιρέτως καταληφθέντα και χpησιμoπoιούμεvα τμήματα κοινοχρήστου χώρου αιγιαλού και παραλίας του Δημοσίου με αναφορά σε στοιχεία του αλφαβήτου ή αριθμούς, που περιγράφουν καθένα ξεχωριστά από τα παραπάνω τμήματα στα τοπογραφικά διαγράμματα. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον οι χώροι κατάληψης προσδιορίζονται με ακρίβεια στο από 28.8.2000 τοπογραφικό διάγραμμα (αποτύπωση) κλίμακας 1:1000 (με αριθμούς ...), που συντάχθηκε από τον πολιτικό μηχανικό της Κτηματικής Υπηρεσίας Δωδεκανήσου Π. Τ. και στο φωτοαπόσπασμα του από 29.9.1981 διαγράμματος, που συνέταξε ο τοπογράφος μηχανικός Δ. Λ., ενώ ενδεικτικά εμφανίζονται στο φωτοαπόσπασμα εκ του II κτηματολογικού χάρτη της περιοχής Ρόδου, τα οποία επισυνάπτονται στην έκδοση ελέγχου και αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα αυτής. Επίσης από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν πιθανολογήθηκε η βασιμότητα του ισχυρισμού της ανακόπτουσας ότι έχει μεταφερθεί εσφαλμένα στο από 29.9.1981 τοπογραφικό διάγραμμα, κλίμακας 1:1000, του τοπογράφου Μηχανικού Δ. Λ., του Υπουργείου Οικονομικών, η γραμμή του αιγιαλού, η οποία είχε καθοριστεί από την αρμόδια επιτροπή στην περιοχή το 1978, δεδομένου ότι η ανακόπτουσα δεν προσκομίζει κάποιο σχετικό προς τούτο έγγραφο ή διάγραμμα με τεχνικές εκθέσεις, από τα οποία να πιθανολογείται η βασιμότητα του εν λόγω ισχυρισμού της. Όσον αφορά τον ισχυρισμό της ανακόπτουσας ότι οι κατασκευές του ανοικτού αμφιθεάτρου ψυχαγωγίας και του τμήματος του εστιατορίου έγιναν εντός της ιδιοκτησίας της και ως εκ τούτου δεν μπορούν να θεωρηθούν αυθαίρετες, αν και βρίσκονται πλέον εντός της ζώνης του αιγιαλού, πρέπει να σημειωθεί ότι ναι μεν οι εν λόγω κατασκευές, οι οποίες έγιναν προ του 1978 εντός της ιδιοκτησίας της ανακόπτουσας δεν μπορούν να θεωρηθούν αυθαίρετες, αν και βρίσκονται πλέον εντός της ζώνης του αιγιαλού, μετά τη χάραξη του αιγιαλού (απόφαση 3594/26.10.1978, ΦΕΚ 626 Δ’ /29.11.1978), πλην όμως κρίνονται ως κατεδαφιστέες, καθόσον ο αιγιαλός είναι κοινής χρήσεως και ανήκει στο Δημόσιο (άρθρο 1 ΑΝ 2344/40). Πρέπει δε να σημειωθεί ότι δεν υπολογίσθηκε ανάλογη αποζημίωση για τις παραπάνω κατασκευές-κτίσματα (ανοικτό αμφιθέατρο, εστιατόριο, μπαρ κλπ.), όπως αβάσιμως ισχυρίζεται η ανακόπτουσα, αλλά μόνο για τον χώρο, τον οποίο καταλαμβάνει η τελευταία από τον κοινόχρηστο χώρο του αιγιαλού, όπως αυτός (αιγιαλός) προκύπτει μετά τη χάραξη της οριογραμμής αιγιαλού. Περαιτέρω πιθανολογήθηκε ότι με την ΔΚ 1666/31.5.1976 απόφαση του Νομάρχη Δωδεκανήσου παραχωρήθηκε στην ανακόπτουσα το δικαίωμα ειδικής χρήσης δημοσίου κοινόχρηστου χώρου αιγιαλού και παραλίας, καθώς και του πέραν αυτού συνεχόμενου δημοσίου ακινήτου, που φέρει Κτηματομερίδα ... γαιών Ρόδου ..., συνολικής έκτασης 4.000 τ.μ., με σκοπό την τοποθέτηση σκιάδων και ανάκλινδρων επί του χώρου αυτού προς εξυπηρέτηση των λουομένων πελατών της ανακόπτουσας. Η απόφαση αυτή διατηρήθηκε σε ισχύ μέχρι και το έτος 1978, οπότε με ετήσιες Νομαρχιακές αποφάσεις παραχωρείται στους Δήμους και τις Κοινότητες το δικαίωμα εκμετάλλευσης κοινοχρήστου χώρου αιγιαλού και παραλίας. Το δικαίωμα αυτό εκμετάλλευσης, με σημαντικά έσοδα για Δήμους και Κοινότητες της περιφέρειας Δωδεκανήσου, αφορά την τοποθέτηση ομπρελών και καθισμάτων στην χερσαία ζώνη κοινοχρήστου αιγιαλού και παραλίας του Δημοσίου, των οποίων τη διοίκηση, κυριότητα και διαχείριση έχει το Δημόσιο, με χρήση της προ αυτών θάλασσας, για θαλάσσια λουτρά, ποδήλατο, κανό και γενικά πάσης φύσεως θαλάσσια μέσα αναψυχής, αποκλειόμενης της περίπτωσης τοποθέτησης τραπεζιών και καθισμάτων των εστιατορίων, των μπαρ κλπ. Η ανακόπτουσα, όμως, κάνει αποκλειστικά χρήση του ως άνω χώρου, ο οποίος, ως εκ τούτου, θεωρείται ως αυθαιρέτως καταληφθείς. Όσον αφορά τον ισχυρισμό της ανακόπτουσας ότι της έχει παραχωρηθεί από το Δήμο Ροδίων το δικαίωμα ειδικής χρήσης της παραπάνω καταληφθείσας έκτασης των 4.000 τ.μ. πρέπει να σημειωθούν τα εξής: α) Σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 1028738/2588/Β0010/6.5.1999 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, αλλά και τις ισχύουσες τα προηγούμενα έτη, η παραχώρηση της απλής χρήσης αναφέρεται στην τοποθέτηση αποκλειστικά και μόνο ομπρελών, ξαπλώστρων, τροχήλατων καντινών, θαλασσίων μέσων αναψυχής, β) απαγορεύεται κάθε είδους κατασκευή στην κοινόχρηστη ζώνη αιγιαλού και παραλίας και οποιαδήποτε επέμβαση που θα αλλοιώσει τον κοινόχρηστο χαρακτήρα των ζωνών αυτών και γ) το Δημόσιο, ως ιδιοκτήτης των κοινόχρηστων αυτών εκτάσεων, διατηρεί μεταξύ των άλλων και το δικαίωμα της προστασίας τους με τρόπους που προβλέπει όνομα (έκδοση πρωτοκόλλων αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης, πρωτόκολλα κατεδάφισης κλπ.). Όπως, όμως, προκύπτει από τις αποτυπώσεις που έγιναν στην περιοχή από μηχανικούς του Δημοσίου και από την έκθεση ελέγχου που συνοδεύει τα προσβαλλόμενα πρωτόκολλα, η ανακόπτουσα προέβη σε μόνιμες και σταθερές κατασκευές επί του αιγιαλού και σε επιχωμάτωση του θαλασσίου χώρου, με αποτέλεσμα να έχει αναιρεθεί ο κοινόχρηστος χαρακτήρας του συγκεκριμένου χώρου, αφού οι διάφορες κατασκευές αποτελούν εγκαταστάσεις της επιχειρήσεως που αποκλειστικά και μόνο και για ίδιο οικονομικό όφελος εκμεταλλεύεται η ανακόπτουσα εταιρεία.
Συνεπώς ο ισχυρισμός της ανακόπτουσας ότι η παραπάνω έκταση πρέπει να αφαιρεθεί από τη φερόμενη ως καταληφθείσα, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Επίσης ο ισχυρισμός της ανακόπτουσας ότι ο φερόμενος ως καταληφθείς χώρος δεν είναι ενταγμένος στην ιδιοκτησία της και δεν υπόκεινται στην αποκλειστική της χρήση, αλλά ήταν πάντοτε προσιτός και ελεύθερος για να κάνει χρήση ο καθένας, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αφού η πρόσβαση στο τμήμα αυτό γίνεται αποκλειστικά και μόνο μέσω του ξενοδοχείου της, δημιουργώντας έτσι στο κοινό την εντύπωση του ιδιωτικού προαυλίου χώρου του, με αποτέλεσμα, λόγω του τρόπου της χρήσης του χώρου αυτού, να καταργείται ουσιαστικά ο κοινόχρηστος χαρακτήρας του. Εξ άλλου, για τον υπολογισμό της αποζημίωσης που καθορίσθηκε με τα ανακοπτόμενα πρωτόκολλα αποζημίωσης, ελήφθησαν υπόψη τα παρακάτω συγκριτικά στοιχεία: Η δήλωση ΦΜΑ .../20.8.1989 ... γαιών Ρόδου, με την οποία προσδιορίζεται η αξία του ακινήτου στις 5.832 δρχ./τμ. Η δήλωση ΦΜΑ...24.10.1990 ... γαιών Ρόδου, με την οποία προσδιορίζεται η αξία του ακινήτου στις 7.500 δρχ./τμ. Η δήλωση ΦΜΑ ...12.8.1998, ... γαιών Ρόδου, με την οποία προσδιορίζεται η αξία του ακινήτου στις 20.215 δρχ./τ.μ. Τα ανωτέρω συγκριτικά στοιχεία είναι πρόσφορα, καθόσον αφορούν ακίνητα, όμορα με τον ένδικο χώρο της καταληφθείσας από την ανακόπτουσα και την συγχωνευθείσα με αυτή επιχείρηση έκτασης και με τα ίδια χαρακτηριστικά. Βεβαίως από 31.12.1999 εφαρμόζεται και στα Δωδεκάνησα, μετά την υπ’ αριθμ. πρωτ.1121210/6271/ΔΠ ΠοΛ 1266/27.12.1999 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, το σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας γης, εκτός σχεδίου πόλης και οικισμών, που δεν έχουν ειδικούς όρους δόμησης. Όμως, στη προκειμένη περίπτωση, δεν έχει εφαρμογή η προαναφερόμενη υπουργική απόφαση, διότι ο καταληφθείς χώρος βρίσκεται σε περιοχή εκτός σχεδίου, αλλά με ειδικούς όρους δόμησης (σχετική η υπ’ αριθμ. 1115120/6075 ΔΟΟΤΥ/ΠΟΛ. 1247/4.12.1999 απόφαση Υπουργού Οικονομικών), ενώ το ποσοστό 4% υπολογίζεται σύμφωνα με τις πάγιες εγκυκλίους διαταγές του Υπουργείου Οικονομικών. Εξ άλλου, η εποχιακή λειτουργία του ξενοδοχείου της ανακόπτουσας δεν αναιρεί το γεγονός ότι η αυθαίρετη κατάληψη του αιγιαλού και της παραλίας είναι συνεχής και μόνιμη, ανεξάρτητη από τη λειτουργία του ξενοδοχειακού συγκροτήματος, γι’ αυτό και η αποζημίωση υπολογίσθηκε σε ετήσια βάση. Η ευρύτερη παραλιακή περιοχή "...", όπου είναι εγκατεστημένη η άνω επιχείρηση, είναι μεγάλης τουριστικής ανάπτυξης, δεδομένου ότι απέχει 5 περίπου χιλιόμετρα από την πόλη της Ρόδου, με προσβάσεις σ’ αυτή ασφαλτοστρωμένων επαρχιακών δρόμων, γεγονός που επιβεβαιώνεται από την ύπαρξη και άλλων ξενοδοχειακών μονάδων στην περιοχή. Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός της ανακόπτουσας και λόγος έφεσής της περί εσφαλμένου τρόπου προσδιορισμού της καταβλητέας αποζημίωσης, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος". Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις, διαλαβούσα στην ελάσσονα πρόταση του νομικού της συλλογισμού, που αναφέρεται στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου, πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις παραδοχές αναφορικά με τα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης ζητήματα: I) Της συνδρομής της απαραίτητης προϋπόθεσης για την επιβολή της, δια των με την ένδικη ανακοπή της αναιρεσείουσας προσβαλλομένων πρωτοκόλλων, βεβαιωθείσα αποζημιώσεως και ειδικότερα αυτής που αναφέρεται στη χρήση από την αναιρεσείουσα του περιγραφομένου σ’ αυτά τμήματος, επιφανείας 14.657 τμ, του εμπίπτοντος στην έννοια του δημοσίου κτήματος (ΑΠ 1110/2006 Δνη 50/1020) αιγιαλού του Δήμου Ρόδου, χωρίς όμως την ύπαρξη σχετικής συμβάσεως επιτρέπουσας την εν λόγω χρήση. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, το γεγονός ότι στην παραπάνω έκταση περιλαμβάνεται και αυτή των 4000 τμ, επί της οποίας έχει παραχωρηθεί στην αναιρεσείουσα δικαίωμα ειδικής χρήσης με την 1028738/2588/Β 0010/6-5-99 απόφαση Υπουργού Οικονομικού συνισταμένης στην "άδεια τοποθέτησης αποκλειστικά και μόνο ομπρελλών, ξαπλωστρών, τροχηλάτων καντινών και θαλασσιών μέσων αναψυχής, απαγορευομένης όμως ρητώς οποιαδήποτε κατασκευής ή άλλης επέμβασης που θα αλλοιώνει τον κοινόχρηστο χαρακτήρα αυτής", δεν αναιρεί το δικαίωμα του αναιρεσιβλήτου προς βεβαίωση, και για την έκταση αυτή, της οφειλομένης αποζημίωσης αυθαιρέτου χρήσεως, αφού κατά τη σχετική παραδοχή της προσβαλλομένης απόφασης "η ανακόπτουσα προέβη σε μόνιμες και σταθερές κατασκευές επί του αιγιαλού και σε επιχωμάτωση του θαλασσίου χώρου με αποτέλεσμα να έχει αναιρεθεί και ο κοινόχρηστος χαρακτήρας του συγκεκριμένου χώρου, ο οποίος υπόκεινται στην αποκλειστική της χρήση, αφού η πρόσβαση στο τμήμα αυτό γίνεται αποκλειστικά και μόνο μέσω του ξενοδοχείου της δημιουργώντας στο κοινό την εντύπωση του ιδιωτικού προαυλίου, με αποτέλεσμα, λόγω του τρόπου της χρήσης να καταργείται ουσιαστικά ο κοινόχρηστος χαρακτήρας του" και II) του υπολογισμού της βεβαιωθείσας αποζημιώσεως, η οποία, συνισταμένη στην ωφέλεια που η αναιρεσείουσα αποκόμισε από την κατά τα άνω αυθαίρετη χρήση, καθ’ υποκατάσταση του μισθώματος το οποίο αυτή θα κατάβαλλε στο αναιρεσίβλητο στην περίπτωση συνάψεως έγκυρης μισθωτικής συμβάσεως, ορθώς υπολογίστηκε με βάση τα αναφερόμενα σ’ αυτή συγκριτικά στοιχεία και όχι αποκλειστικά με βάση το ισχύον από 31-12-99 και για τα Δωδεκάνησα σύστημα "αντικειμενικού προσδιορισμού φορολογητέας αξίας εκτός σχεδίου πόλης και οικισμού που δεν έχουν ειδικούς όρους δόμησης" όπως εσφαλμένος υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, αφού με το τελευταίο (σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού), που ισχύει στην περιοχή (ΚΜ 30 γαιών Ρόδου) που αφορά, βεβαιωθείσα ένδικη αποζημίωση ενόψει του ότι δεν ισχύουν γι’ αυτή (αντίθετα με την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης) ειδικοί όροι δόμησης (1105/10 βεβαίωση Δήμου Ροδίων Δ/νση Πολεοδομικού σχεδιασμού) προσδιορίζεται κατά τρόπο αποκλειστικό και μόνο από φορολογική άποψη, η αντικειμενική αξία του ακινήτου της παραπάνω περιοχής και όχι, όπως εσφαλμένως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, η μισθωτική αξία αυτών για τον υπολογισμό της οποίας, γενόμενο κατά κρίση αγαθού ανδρός λαμβάνεται υπόψη κάθε πρόσφορο (για το σκοπό αυτό) νομίμως προσκομιζόμενο αποδεικτικό στοιχείο, της σχετικής ως προς το ύψος αυτής κρίσεως μη υποκειμένης στον αναιρετικό έλεγχο, ως αναφερομένης σε εκτίμηση πραγμάτων (ΑΠ 566/96, ΑΠ 1338/91). Υπό τις πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις παραδοχές αυτές της προσβαλλομένης απόφασης, οι οποίες δικαιολογούν το αποδεικτικό πόρισμα, υπό την έννοια της ορθής υπαγωγής των ανελέγκτως γενομένων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό των ερμηνευθέντων και εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου, δεν ευρίσκουν έρεισμα εφαρμογής οι προβαλλόμενες, από το αρθρ. 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, αιτιάσεις, οι οποίες, για το λόγο αυτό, κρίνονται απορριπτέες ως αβάσιμες. Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου πριν από την άσκησή του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του και καθιστούν αυτή μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού η συμπεριφορά αυτή τείνει στην ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (Ολ ΑΠ 17/1995 και 62/1990). Απαιτείται, δηλαδή, για το χαρακτηρισμό ως καταχρηστικής της άσκησης του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση, ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του. Απαιτείται, ακόμη, οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση που δημιουργήθηκε, από αυτές η οποία συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για αυτόν (υπόχρεο) επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, τις συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά, δεν συγχωρείται να επικαλεστεί ο υπόχρεος προς απόκρουση του δικαιώματος. Εξάλλου, το ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση άσκησης του δικαιώματός του (Ολ ΑΠ 62/90, ΑΠ 409/200). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ και 262, 269 και 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, εάν για τη θεμελίωση ισχυρισμού καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος προβάλλονται περισσότερα αυτοτελή ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, τα οποία όμως πρέπει να ληφθούν αθροιστικά υπόψη, ως "πράγματα", που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, η μη λήψη των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 8 εδάφιο β’ του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, αποτελούν το καθένα από τα περισσότερα πραγματικά περιστατικά, που έχουν παραδεκτώς προβληθεί, και αθροιστικώς λαμβανόμενα υπόψη, θεμελιώνουν την από το άρθρο 281 ΑΚ καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, καθόσον, διαφορετικά, δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. και επομένως δεν μπορεί να θεμελιώσουν τον από την εν λόγω διάταξη προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο.
Συνεπώς, η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ενός ή περισσοτέρων από αυτά, τότε μόνο στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από την τελευταία διάταξη λόγο αιρέσεως (ΑΠ 782/2014, ΑΠ 623/2011, ΑΠ 1408/2010), όταν αυτά, αθροιστικά λαμβανόμενα υπόψη μαζί μ’ εκείνα που αναφέρονται στην προσβαλλομένη απόφαση, θεμελιώνουν τον από το άρθρο 281 ΑΚ ισχυρισμό. Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η από το αρθρ. 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα τα αναφερόμενα παρακάτω πραγματικά περιστατικά, που είχαν νομίμως προταθεί από την ίδια (πρωτοδίκως, αλλά και δευτεροβαθμίως) προς θεμελίωση της προβληθείσας [προς απόκρουση του δικαιώματος έκδοσης των ανακοπτόμενων Πρωτοκόλλων από το αναιρεσίβλητο] ... από το άρθρο 281 ΑΚ, τα οποία, λαμβανόμενα υπόψη, αθροιστικά με αυτά που ελήφθησαν, θα οδηγούσαν σε κρίση θετική και όχι αρνητική, όπως έγινε, περί της νομικής βασιμότητας αυτής (ένστασης). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (αρθ. 561 παρ 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των πρωτοδικών προτάσεων της αναιρεσείουσας και του δικογράφου της ασκηθείσας από την τελευταία εφέσεως προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα (ανακόπτουσα) πρότεινε προς απόκρουση του ασκηθέντος με την έκδοση των ανακοπτόμενων πρωτοκόλλων δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου την από το αρθ. 281 ΑΚ ένσταση προς θεμελίωση της οποίας επικαλέστηκε: "I) Ως προς το πρώτο τμήμα επιφανείας εμβαδού 7.932 αιγιαλού και παραλίας. Το παραπάνω τμήμα αποτελούσε εξ ολοκλήρου μέρος της ιδιόκτητης κτηματομερίδας μας ... γαιών Ρόδου. Κατά την έκδοση της ... 1978 οικοδομικής άδειας της Υπηρεσίας Πολεοδομίας της Νομαρχίας Δωδ/σου για την επέκταση των ξενοδοχειακών μας εγκαταστάσεων με την κατασκευή οικίσκων - μπανγκαλόους τέθηκε θέμα καθορισμού ορίου αιγιαλού και παραλίας, το οποίο δεν ήταν προσδιορισμένο. Ούτως, μετά από αίτησή μας, στις 17.08.1977 και την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας εκδόθηκε η ΔΚ 3594/26.10.1978 Απόφαση Νομάρχη Δωδ/σου "περί καθορισμού ορίων αιγιαλού στην θέση ...", που δημοσιεύθηκε στο 626/28.11.1978 ΦΕΚ, με την οποία προσδιορίστηκε η οριογραμμή του αιγιαλού, ενώ δεν κρίθηκε αναγκαίο να χαραχθεί οριογραμμή παραλίας. Κατά τον καθορισμό αυτό η οριογραμμή του αιγιαλού τοποθετήθηκε-χαράχθηκε μέσα στην δική μας ιδιοκτησία, έτσι ώστε ολόκληρη η επιφάνεια του τμήματος "α" των 7.932 μ2 ή κατά ορθή εμβαδομέτρηση 6.727,52μ2, που απετέλεσε τον αιγιαλό, να αφαιρεθεί από την δική μας ιδιόκτητη κτηματομερίδα ... γαιών Ρόδου. Η χάραξη του αιγιαλού και η δημιουργία του εξ ολοκλήρου από την ιδιόκτητη κτηματομερίδα μας έγινε χωρίς ποτέ η εταιρεία μας, η οποία ήταν συμφερόντων του Ελληνικού και Σουηδικού Δημοσίου, να ζητήσει την αποζημίωση που εδικαιούτο με βάση το άρθρο 4 του ΑΝ 2344/1940, μιας και το τμήμα αυτό σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 4 θεωρείται "ως απαλλοτριωτέο αναγκαστικώς υπέρ του Δημοσίου". Τέτοια χρηματική απαίτηση ούτε ανήγγειλε, ούτε πρόβαλλε ποτέ η συγχωνευθείσα από την εταιρεία μας εταιρεία μας "...",αν και είχαμε δικαίωμα. Έτσι λοιπόν 22 χρόνια μετά ,εμφανίζεται για πρώτη φορά το Ελληνικό Δημόσιο, να αξιώνει και να καθορίζει αποζημίωση, βασικά για υποτιθέμενη χρήση τμήματος αιγιαλού, που προέρχεται εξ ολοκλήρου από την αφαίρεση ισόποσου τμήματος από την δική μας κτηματομερίδα ... γαιών Ρόδου, για το οποίο, όμως, δεν κατέβαλε οποιαδήποτε αποζημίωση στην εταιρεία μας. Κατά συνέπεια αναμφίβολα η άσκηση του δικαιώματος του Δημοσίου με την έκδοση των προσβαλλόμενων πρωτοκόλλων σε βάρος της εταιρείας μας είναι καταχρηστική, άκυρη ως απαγορευομένη από το νόμο, αφού υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος που δεν θέλει ποτέ να πληρώνει κανείς αποζημίωση για χρήση ακινήτου, του οποίου στερήθηκε πέρα από την χρήση και την κάρπωση και την κυριότητα. II) Γενικά και ως προς τα τρία επίδικα τμήματα. Με βάση τα πρωτόκολλα και την σχετική έκθεση αυτοψίας και ελέγχου "οι χώροι κατάληψης, όπως αυτοί σήμερα διαπιστώνονται, παραμένουν χωρίς επέκταση ή τροποποίηση οι ίδιοι, από της αρχικής κατάληψης το έτος 1978". Το αντίδικο λοιπόν Ελληνικό Δημόσιο, γνώριζε από τότε την αυθαίρετη κατάληψη και χρήση από την συγχωνευθείσα εταιρεία μας των επίδικων τμημάτων αιγιαλού και παραλίας, χωρίς ποτέ ως τώρα, κατά την διαδρομή των 22 αυτών ολόκληρων ετών, να έχει θέσει θέμα καθορισμού και καταβολής οποιασδήποτε αποζημίωσης με βάση το άρθρο 115, και επομένως η άσκηση του δικαιώματος αυτού 22 χρόνια μετά, εν γνώσει της κατά το αντίδικο Ελληνικό Δημόσιο υπάρχουσας κατάστασης και ο προσδιορισμός και ο καθορισμός αποζημίωσης κατά τον αυθαίρετο, εσφαλμένο και παράνομο τρόπο που γίνεται, σύμφωνα με όσα επικαλούμεθα στους προηγούμενους λόγους, είναι καταχρηστική και άκυρη, απαγορευόμενη από το Νόμο, μιας και υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, που δεν θέλει ποτέ να πληρώνει κανείς αποζημίωση για χρήση ακινήτου του οποίου στερήθηκε πέρα από την χρήση και την κάρπωση και την κυριότητα, χωρίς καμιά προηγούμενη όχληση μετά από 22 ολόκληρα χρόνια, πέραν του ότι οι συνέπειες που δημιουργούνται για την επιχείρησή μας από την καταβολή τόσο υπέρογκου ποσού είναι απρόβλεπτες, οδυνηρές και αυτόχρημα ανεπανόρθωτα επιβλαβείς, αφού ποτέ δεν υπολογίζαμε την υποχρέωση καταβολής ενός τέτοιου κονδυλίου". Το Εφετείο απέρριψε ως νομικά αβάσιμη την ένσταση, λαμβάνοντας υπόψη μόνο το περιστατικό της, μακροχρόνιας, επί 22 έτη, αδράνειας του αναιρεσίβλητου όχι όμως και τα υπόλοιπα επικληθέντα, τα οποία , μαζί μ’ αυτό είχε προτείνει η αναιρεσείουσα για τη θεμελίωση της προταθείσας ένστασης. Η παράλειψη όμως αυτή του Εφετείου δεν ιδρύει, όπως αβασίμως επικαλείται η αναιρεσείουσα, τον επικαλούμενο αναιρετικό λόγο, καθόσον, τα εκτιθέμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά σε συνδυασμό με τα αναφερόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση, και αληθή υποτιθέμενα, δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του ενδίκου δικαιώματος, ως μη πληρούνται τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη προϋποθέσεις ουσιαστικής ευδοκίμησης της προτεινομένης ενστάσεως, και ειδικότερα το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα παρέλειψε, όπως ισχυρίζεται, να αναγγείλει την αξίωσή της προς αποζημίωση κατά του Ελληνικού Δημοσίου για το ότι στον αιγιαλό του καθορίστηκε με την 3394/1978 απόφαση του Νομάρχη Δωδεκανήσου, περιελήφθηκε και το τμήμα ιδιοκτησίας της εμβαδού 7.932 m2, με... μετά την άπρακτη πάροδο της 6μηνης προθεσμίας του αρθρ. 4 α.ν. 2344/1940 να στερηθεί του σχετικού δικαιώματός της, δεν αρκεί από μόνο του αλλά και από κοινού με την επί 22 έτη αδράνεια του Ελληνικού Δημοσίου να ζητήσει σχετική αποζημίωση, να καταστήσει καταχρηστική την έκδοση των ανακοπτόμενων πρωτοκόλλων Κατ’ ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προ έρευνα, πρέπει ν’ απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) μειωμένη κατά το μέτρο του άρθρου 22 παρ. 1 ν. 3693/1959, σε συνδυασμό με τα άρθρα 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και 2 της υπ’ αριθμ. 134423/1992 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών και Δικαιοσύνης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-12-13 και με αριθμ. κατάθ. …/2013 αίτηση αναίρεσης της 159/2011 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου από διακόσια ενενήντα (290) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Νοεμβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Φεβρουαρίου 2016.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ