155/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated155/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙ.- Κατά το άρθρο 904 § 1 εδ. α' ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Πλουτισμός κατά τη διάταξη αυτή είναι κάθε βελτίωση της οικονομικής κατάστασης του υποχρέου είτε θετική, συνιστάμενη στην αύξηση της περιουσίας του, είτε αποθετική, εγκείμενη στην αποφυγή ελάττωσής της.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 155 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 155/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Η. Α. του Α., κατοίκου ..., για τον εαυτό του ατομικά και ως μόνου κληρονόμου του πατρός του Α. Α. του Χ., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Γούργουρα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και από τον Περιφερειάρχη Δυτικής Ελλάδος, που κατοικοεδρεύει στην Πάτρα, 2) Α. Α. του Ι., 3) Χ. Α. του Ι. και 4) Γ. Α. του Ι., κατοίκων .... Το 1ο των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκε από τον Γεώργιο Καρακώστα, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις, ενώ οι 2ος, 3ος και 4ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-10-1993 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και του ήδη αποβιώσαντος Α. Α. του Χ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδος και συνεκδικάστηκε με την από 2-1-2007 κύρια παρέμβαση των ήδη 2ου, 3ου και 4ου των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 49/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 241/2012 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-10-2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων και το 1ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Χατζηπαναγιώτης διάβασε την από 20-3-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της από 22-10-2012 και με αριθμό κατάθεσης 62/2012 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 241/2012 απόφασης του Εφετείου Πατρών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 § 2 Κ.Πολ.Δ., αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση από τις προσκομιζόμενες με αριθμούς 7828 Β', 7829 Β', 7830 Β'/15.1.2013, 9242 Β', 9243 Β' και 9244 Β'/8.7.2014 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αμαλιάδας Γ. Σ. Κ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση από 22.10.2012 αίτησης αναίρεσης και της από 1.4.2014 κλήσης, με την οποία φέρεται προς συζήτηση η αναίρεση, με την παρά πόδας της δεύτερης τούτων πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε με επίσπευση του καλούντος - αναιρεσείοντος νομότυπα και εμπρόθεσμα στους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο των αναιρεσιβλήτων. Επομένως, εφόσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε και κατέθεσαν δήλωση κατ' άρθρο 242 § 2 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 § 2 Κ.Πολ.Δ.-
ΙΙ.- Κατά το άρθρο 904 § 1 εδ. α' ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Πλουτισμός κατά τη διάταξη αυτή είναι κάθε βελτίωση της οικονομικής κατάστασης του υποχρέου είτε θετική, συνιστάμενη στην αύξηση της περιουσίας του, είτε αποθετική, εγκείμενη στην αποφυγή ελάττωσής της.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι για να υπάρξει αξίωση από αδικαιολόγητο πλουτισμό, θα πρέπει ο πλουτισμός του άλλου να επέλθει απευθείας από την περιουσία του βλαβέντος δότη. Δηλαδή για να στηριχθεί αγωγή από αδικαιολόγητο πλουτισμό πρέπει να υφίσταται άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παροχής ή της ζημίας του ενάγοντος και του πλουτισμού του εναγομένου (ΑΠ 753/2008, ΑΠ 1947/2006, ΑΠ 1440/2000).
Εξάλλου, με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 1947/2006).- Στην προκειμένη περίπτωση από την κατ' άρθρο 561 § 2 Κ.Πολ.Δ. παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα:
Ο ήδη αναιρεσείων Η. Α. και ο πατέρας του Α. Α., ο οποίος απεβίωσε κατά τη διάρκεια της δίκης ενώπιον του κατωτέρω μνημονευομένου πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και στη δικονομική θέση του οποίου υπεισήλθε αυτός ως μόνος κληρονόμος του, είχαν εγείρει ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας την από 18.10.1993 αγωγή, στρεφομένη κατά του ήδη πρώτου των αναιρεσιβλήτων Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία ιστορούσαν ότι ήσαν ιδιοκτήτες ενός ελαιοτριβείου, το οποίο κείτονταν επί ακινήτου που βρισκόταν μέσα σε έκταση η οποία είχε απαλλοτριωθεί υπέρ και με δαπάνες του Ελληνικού Δημοσίου για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή της τεχνητής λίμνης του φράγματος Πηνειού.
Ότι κατά τη διάρκεια της απαλλοτριωτικής διαδικασίας, η οποία είχε ξεκινήσει με την υπ' αριθμ. Δ.679/391/30.3.1967 ΚΥΑ Υπουργών Οικονομικών και Δημοσίων Έργων, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΦΕΚ 39 τ. Β'/23.3.1967), τα αρμόδια όργανα του Ελληνικού Δημοσίου, ενεργώντας με πρόθεση, νόθευσαν τους οικείους κτηματολογικούς πίνακες, εξαιρώντας από αυτούς το ακίνητο στο οποίο βρισκόταν το ελαιοτριβείο και βεβαιώνοντας ψευδώς ότι το εν λόγω ακίνητο δεν βρισκόταν μέσα στην απαλλοτριούμενη έκταση, διαπράττοντας έτσι σε βάρος τους πλαστογραφία και ψευδή βεβαίωση σε βαθμό κακουργήματος.
Ότι αποτέλεσμα της παράνομης και υπαίτιας αυτής συμπεριφοράς των οργάνων του Δημοσίου, η οποία συνεχίστηκε αναλόγως και στα λοιπά στάδια της απαλλοτριωτικής διαδικασίας με σκοπό τη βλάβη των εναγόντων, ήταν να απωλέσουν το ελαιοτριβείο, το οποίο κατεδαφίστηκε από το Δημόσιο, χωρίς να αποζημιωθούν, και ότι αν είχαν αποζημιωθεί, θα είχαν κατασκευάσει υπερσύγχρονο ελαιοτριβείο, το οποίο κατά την άσκηση της αγωγής (1993) θα είχε αξία ανερχομένη σε 30.000.000 δραχμές, από τις εργασίες του οποίου θα είχαν κερδίσει, κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1973 έως 1993, το συνολικό καθαρό ποσό των 134.535.000 δραχμών.
Με βάση δε αυτό το ιστορικό ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι το Ελληνικό Δημόσιο, ευθυνόμενο κυρίως από αδικοπραξία των οργάνων του και επικουρικά κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, ήταν υποχρεωμένο να τους καταβάλει τα προαναφερόμενα ποσά με το νόμιμο τόκο, κατά τις ειδικότερα στην αγωγή αναφερόμενες διακρίσεις.
Περαιτέρω, στη δίκη που ανοίχθηκε με την αγωγή αυτή, παρενέβησαν με την από 2.1.2007 κύρια παρέμβασή τους, στρεφομένη καθ' απάντων των διαδίκων της ως άνω αγωγής, οι ήδη δεύτερος, τρίτος και τέταρτος των αναιρεσιβλήτων, με την οποία επικαλούμενοι ότι κύριος του επίμαχου παλαιού ελαιοτριβείου και, συνεπώς, δικαιούχος της αποζημίωσης ήταν ο δικαιοπάροχος - πατέρας τους Ι.
Χ. Α. και επαναλαμβάνοντας όσα εκτίθενται στην αγωγή, από την οποία σε τίποτα δεν διαφοροποιείται η κύρια αυτή παρέμβαση, αντιποιήθηκαν για τους εαυτούς τους το αντικείμενο της δίκης, ζητώντας να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο υποχρεούται να καταβάλει σε αυτούς ως αποζημίωση, άλλως κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, τα ως άνω επίμαχα ποσά.
Επί των ανωτέρω αγωγής και κύριας παρέμβασης, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν κατ' αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας η υπ' αριθμ. 49/2008 οριστική απόφαση, με την οποία απορρίφθηκαν τόσο η αγωγή, κατ' αμφότερες τις βάσεις της, ως μη νόμιμη, όσο και η κύρια παρέμβαση, επίσης ως μη νόμιμη.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησε ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων την από 20.8.2008 έφεση, στρεφομένη τόσο κατά του εναγόμενου και ήδη πρώτου των αναιρεσιβλήτων Ελληνικού Δημοσίου, όσο και κατά των κυρίως παρεμβάντων και ήδη δεύτερου, τρίτου και τέταρτου των αναιρεσιβλήτων, επί της οποίας, συζητήσεως γενομένης κατ' αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η ήδη αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε αυτή, κριθέντος ότι τόσο η αγωγή όσο και η κύρια παρέμβαση είναι μη νόμιμες, τόσο κατά την κύρια όσο και κατά την επικουρική βάση τους.
Ειδικότερα, όσον αφορά την ενδιαφέρουσα εν προκειμένω επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Επίσης δεν έσφαλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο δέχθηκε ότι, σύμφωνα με τις αρχές του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρο 904 ΑΚ) εναγόμενος είναι εκείνος που έγινε πλουσιότερος επί ζημία άλλου χωρίς νόμιμη αιτία, τέτοια δε περίπτωση πλουτισμού, δηλαδή βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του λήπτη, συνιστά η θετική επαύξηση της περιουσίας του ή η αποφυγή ελάττωσης αυτής, ήτοι η αποφυγή μείωσης του ενεργητικού της, κρίνοντας ότι το επικουρικό αίτημα της αγωγής και της κύριας παρέμβασης περί αποδόσεως στους ενάγοντες και κυρίως παρεμβαίνοντες, βάσει των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού, των επίδικων κονδυλίων, ήταν απορριπτέες, διότι δεν υπήρξε πλουτισμός του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, προερχόμενος από την περιουσία των εναγόντων και κυρίως παρεμβαινόντων ή ότι αποκτήθηκε επί ζημία αυτών, εφόσον το εναγόμενο δεν απέκτησε ωφέλεια, εκτός από την αξία του ακινήτου, η οποία ούτε αναφέρεται ούτε επιδιώκεται από την αγωγή.
Επομένως ο σχετικός περί του αντιθέτου λόγος της έφεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος από ουσιαστική άποψη". Έτσι που έκρινε το Εφετείο και εφόσον σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, με βάση τα οποία σχημάτισε το αποδεικτικό του πόρισμα, δεν υπήρξε πλουτισμός του Ελληνικού Δημοσίου που να επήλθε απευθείας από την περιουσία των φερομένων ως βλαβέντων εναγόντων (πλην εκείνης της μη καταβληθείσης αξίας του ακινήτου, ήτοι του παλαιού ελαιοτριβείου, που όμως η αναγνώριση της οφειλής της δεν επιδιώκεται με την αγωγή), ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, σύμφωνα και με όσα στην αρχή της παρούσας σκέψης εκτέθηκαν, και τα αντιθέτως προβαλλόμενα με τον έκτο κατά σειρά λόγο της αναίρεσης, όπως το περιεχόμενό του προσηκόντως εκτιμάται, ο οποίος θεμελιούται επί του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. (και όχι επί του αριθμού 11, όπως από προφανή παραδρομή εκτίθεται στο αναιρετήριο) είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
IΙΙ.- Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Κατά τη σαφή έννοια της εν λόγω διάταξης, έγγραφα, στα οποία αυτή αναφέρεται, είναι τα αποδεικτικά έγγραφα, δηλαδή εκείνα που προβλέπονται ως αποδεικτικά μέσα στα άρθρα 339 και 432 - 465 ΚΠολΔ, όχι δε και άλλα, όπως τα διαδικαστικά έγγραφα της ίδιας δίκης, λ.χ. η αγωγή, η ανταγωγή, η έφεση, οι προτάσεις των διαδίκων, τα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου, οι εισηγητικές εκθέσεις που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων κ.λπ. (ΑΠ 980/2003, ΑΠ 2081/2007, ΑΠ 1007/2009). Κατά συνέπεια, ο πρώτος κατά σειρά λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραμόρφωση των δικογράφων α) της ένδικης αγωγής, β) της έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, και γ) των προτάσεων αυτού, με το να δεχθεί γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται σε αυτά, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, προεχόντως διότι η αγωγή, η έφεση και οι προτάσεις αποτελούν διαδικαστικά και όχι αποδεικτικά έγγραφα.
IV.- Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11γ' του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των άνω αποδεικτικών μέσων, αλλ' απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ή μη νόμιμη (Ολ.ΑΠ 3/ 1997, ΑΠ 1809/2007, 446/2004), όπως συνέβη και στην προκείμενη περίπτωση που το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη.
Γι' αυτό ο από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ' Κ.Πολ.Δ. δεύτερος κατά σειρά λόγος της αναίρεσης, με τον οποίον ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τα λεπτομερώς μνημονευόμενα στις σελίδες 27 έως και 32 της αναίρεσης έγγραφα που επικαλέσθηκε και προσκόμισε ενώπιόν του, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Περαιτέρω, ο αναιρεσείων, με τον πέμπτο κατά σειρά λόγο αναίρεσης, επικαλούμενος την ίδια αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ψέγει το Εφετείο γιατί δεν έλαβε υπόψη επικληθέντα και προσκομισθέντα από αυτόν αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα α) το υπ' αριθμ. .../1971 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αμαλιάδας Δημητρίου Βέτσου, β) τα πρακτικά της υπ' αριθμ. 603/1976 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αμαλιάδας και γ) τον από 8.4.1967 Κτηματολογικό Πίνακα Εφύρας, τα οποία εάν ελαμβάνοντο υπόψη θα είχαν οδηγήσει το Δικαστήριο εκείνο σε κατ' ουσίαν απόρριψη της ασκηθείσας από τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο των αναιρεσιβλήτων κύριας παρέμβασης στην μεταξύ αυτού και του Ελληνικού Δημοσίου - πρώτου των αναιρεσιβλήτων ανοιγείσα με την ένδικη αγωγή δίκη και όχι σε απόρριψη αυτής ως νομικά αβάσιμης.
Ο λόγος αυτός, ο οποίος τείνει να θεμελιώσει την προαναφερόμενη αναιρετική πλημμέλεια, πρέπει, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης, να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των άνω αποδεικτικών μέσων, αλλά απέρριψε την εξομοιoυμένη με την κύρια αγωγή κατά περιεχόμενο, σκοπό, συνέπειες και δύναμη και έχουσα αυτοτέλεια έναντι αυτής κύρια παρέμβαση ως νομικά αβάσιμη.
V.- Ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. καθιερούμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι όμως και όταν το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως λαμβάνει υπόψη την νομική αβασιμότητα της αγωγής και την απορρίπτει, όπως στην προκειμένη περίπτωση, που κρίθηκε ότι τα εκτιθέμενα σ' αυτήν πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν μπορούσαν να προκαλέσουν την εφαρμογή του επικαλούμενου, αναφορικά με την κύρια βάση της αγωγής, κανόνα δικαίου, ήτοι των άρθρων 914 ΑΚ και 105 Εισ.Ν.ΑΚ. Κατά συνέπεια ο τρίτος κατά σειρά λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο, κατ' εκτίμηση του όλου περιεχομένου του, προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι αναφορικά με την κύρια βάση της αγωγής δεν έλαβε υπόψη της πράγματα που προτάθηκαν και αντιθέτως έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έτσι απέρριψε κατά τούτο την αγωγή ως νομικά αβάσιμη, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος. Το τελευταίο δε τούτο διότι από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής και εκείνου της πληττόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο οδηγήθηκε στην απόρριψη της κύριας βάσης της αγωγής ως νομικά αβάσιμης λαμβάνοντας υπόψη του πάντα τα εκτιθέμενα σ' αυτήν περιστατικά.
VI.- Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ελλείψεις ή ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονος πρότασης της προσβαλλόμενης απόφασης σε ζήτημα που ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ή ως απαράδεκτη. Κατά συνέπεια, ο τέταρτος κατά σειρά λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ., αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, είναι απαράδεκτος, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δεν εισήλθε στην κατ' ουσίαν διερεύνηση της υπόθεσης, αλλά απέρριψε την ένδικη αγωγή ως νομικά αβάσιμη (Ολ.ΑΠ 44/1990, Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 2081/ 2007, ΑΠ 2103/2007, ΑΠ 701/2011).
VII.- Κατά το άρθρο 6 § 1 εδάφ. α' της από 4.11.1950 Ευρωπαϊκής Σύμβασης της Ρώμης "δια την προάσπισιν των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών", η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν.Δ. 53/1974, "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίση είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως".
Με το ανωτέρω άρθρο, κατά το μέρος με το οποίο ορίζεται ότι οι υποθέσεις δικάζονται από αμερόληπτα, ανεξάρτητα και νομίμως λειτουργούντα δικαστήρια α) δίκαια, β) δημόσια και γ) εντός λογικής προθεσμίας, θεσπίζονται αντίστοιχα ουσιαστικά δικαιώματα των προσώπων στα οποία αφορά η σύμβαση και τα οποία δικαιούνται να αξιώσουν να τύχουν της κατά τα ανωτέρω δικαστικής προστασίας.
Με την εν λόγω διάταξη καθορίζεται ποία δικαιώματα δίδονται για την απονομή της δικαιοσύνης. Πρόκειται, συνεπώς, για διάταξη ουσιαστικού δικαίου και η παραβίασή της εμπίπτει στο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. Δεν στοιχειοθετείται, όμως, παραβίαση της άνω διάταξης, όταν πολιτικό δικαστήριο, που πληροί τις προϋποθέσεις της παραπάνω αυξημένης τυπικής ισχύος διάταξης, ήτοι είναι ανεξάρτητο, αμερόληπτο και λειτουργεί νόμιμα με βάση κανόνες δικαίου και με οργανωμένη διαδικασία για τα ζητήματα της αρμοδιότητάς του, εφαρμόσει εσφαλμένα σε συγκεκριμένη υπόθεση διάταξη ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, αλλά η πλημμέλεια αυτή της απόφασης ελέγχεται με τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ένδικα μέσα (ΑΠ 2/2008 Β' Τακτική Ολομέλεια, ΑΠ 1254/2010).
Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από την ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου είναι ορισμένος, αν στο αναιρετήριο προσδιορίζεται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλμα κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου.- Στην προκειμένη περίπτωση με το πρώτο μέρος του έβδομου κατά σειρά λόγου της αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προσάπτεται στο Εφετείο η παραβίαση της διάταξης του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης της Ρώμης, επειδή, κατά τον αναιρεσείοντα, το δικαστήριο εκείνο δεν ήταν ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο.
Στο αναιρετήριο, όμως, δεν αναφέρονται συγκεκριμένοι λόγοι για τους οποίους παραβιάσθηκε η διάταξη αυτή και ειδικότερα οι λόγοι για τους οποίους το Εφετείο δεν ήταν ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο. Αναφέρεται μόνο ότι το Εφετείο υπέπεσε σε νομικά σφάλματα, ότι έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και ότι "...ήτο άθελα επηρεασμένον από την πάρα πολύ μεγάλην οικονομικήν κρίσιν της Ελλάδος ευρισκομένης εις πρόθυρα χρεοκοπίας και συνεπώς δεν ήτο εις την πραγματικότητα ανεξάρτητον και αμερόληπτον".
Με τη διάπραξη όμως νομικών σφαλμάτων από το Εφετείο δεν στοιχειοθετείται παραβίαση της διάταξης του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης της Ρώμης, αλλά για τα σφάλματα αυτά χορηγείται το ένδικο μέσο της αναίρεσης, ενώ αφενός το Εφετείο δεν προέβη σε κατ' ουσία κρίση της υπόθεσης και αφετέρου η εκτίμηση των αποδείξεων δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 § 1 Κ.Πολ.Δ.).
Επομένως, εφόσον δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο οι λόγοι για τους οποίους παραβιάσθηκε η διάταξη του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης της Ρώμης, ο πιο πάνω λόγος, κατά το ερευνώμενο πρώτο μέρος του, είναι αόριστος και κατά συνέπεια απαράδεκτος και απορριπτέος. Περαιτέρω, με το δεύτερο μέρος του ίδιου αυτού λόγου αναίρεσης, επικαλούμενος ο αναιρεσείων την ίδια αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ψέγει το Εφετείο διότι "δια της απορρίψεως της ορισμένης, σαφεστάτης και αληθούς και πλήρως αποδειχθείσης αγωγής μου δεν εσεβάσθη το Κράτος τα επί της περιουσίας μου δικαιώματά μου...
Εάν τις ερευνήση την όλην αυτήν υπόθεσιν αμερόληπτα και ανεξάρτητα και αντικειμενικά θα αντιληφθή ότι εζητήσαμεν αποζημίωσιν εξ αδικοπραξίας των οργάνων του Δημοσίου κατά την ενάσκησιν της εις αυτά ανατεθείσης Δημοσίας εξουσίας και ότι εκ της σωρείας των προσκομισθέντων και επικληθέντων εγγράφων και εκ των εν λόγω καταθέσεων των μαρτύρων μου απεδείχθη πλήρως η αγωγή μας δοθέντος ότι το Δημόσιον ουδένα μάρτυρα και ουδέν γενικώς απέδειξε κι' όμως το Εφετείον την απέρριψε και μάλιστα ολοσχερώς, χωρίς να εξετάση τα τεθέντα δια της αγωγής θέματα" και ότι έτσι παραβιάσθηκε το άρθρο 1 § 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
Ο λόγος αυτός, κατά το ερευνώμενο δεύτερο μέρος του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι η απόρριψη της αγωγής ως νομικά αβάσιμης δεν συνεπάγεται παραβίαση του προαναφερόμενου άρθρου 1 § 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ, το οποίο, αναφερόμενο στην προστασία της ιδιοκτησίας, ορίζει ότι "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους".
VIII.- Κατόπιν πάντων των προαναφερομένων και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος της αναίρεσης προς έρευνα πρέπει α) να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και β) να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του εκ τριακοσίων (300) ευρώ παραβόλου, το οποίο κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρ. 495 § 4 Κ.Πολ.Δ., όπως η §4 προστέθηκε με το άρθρο 12 § 2 του Ν. 4055/2012, που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 113 αυτού, από 2.4.2012) και για το οποίο εκδόθηκαν τα υπ' αριθμ. 1222943, 1222944 και 1222945 παράβολα του Δημοσίου. Δικαστική δαπάνη υπέρ του νικώντος και μη έχοντος καταθέσει προτάσεις, παρασταθέντος δε με δήλωση του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ., πρώτου των αναιρεσιβλήτων Ελληνικού Δημοσίου δεν επιδικάζεται, ελλείψει του απαιτουμένου σχετικού προς τούτο αιτήματος (άρθρ. 106 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22.10.2012 αίτηση αναίρεσης της εκδοθείσας κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 241/2012 απόφασης του Εφετείου Πατρών. Και Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του εκ τριακοσίων (300) ευρώ παραβόλου, το οποίο κατέθεσε ο αναιρεσείων για την άσκηση της αναίρεσης και για το οποίο εκδόθηκαν τα υπ' αριθμ. 1222943, 1222944 και 1222945 παράβολα του Δημοσίου. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Δεκεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Φεβρουαρίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ