155/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αριθ.κατάθ. 36231/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:17966/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1472/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-10-2012 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated155/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΑΠ 715/1978). Για την ταυτότητα δε του νομικού λόγου και η από την ασφαλιστική εταιρεία κατάθεση "αμέσως μετά το ατύχημα στο Τμήμα Τροχαίας" βεβαιώσεως ασφαλίσεως είναι αρκετή για να θεμελιώσει το από την ίδια ως άνω διάταξη πλάσμα της προτάσεως της εταιρείας αυτής για την κατάρτιση της συμβάσεως αναδοχής απ1 αυτή του χρέους του ασφαλισμένου από την ανωτέρω αιτία (ΑΠ 1130/2004).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 155 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 155/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Δημόσιας Επιχείρησης με την επωνυμία "Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος-ΟΣΕ Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Βούλγαρη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ Ανώνυμης Εταιρίας Γενικών Ασφαλίσεων Ζημιών" που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αριθ.κατάθ. 36231/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:17966/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1472/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-10-2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή, ανέγνωσε την από 27-3-2013 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Ρουμπή, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της από 22-10-2012 αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 10 παρ.1 ν.489/1976 "περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης", που ορίζει ότι το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 2 εδ.α1, 5 παρ.2 και 3, 6 παρ.1 και 11 παρ.1 ιδίου νόμου συνάγεται ότι στην περίπτωση της πρόκλησης ζημίας σε τρίτο πρόσωπο με αυτοκίνητο για το οποίο υπάρχει ασφαλιστική κάλυψη ο τρίτος παθών χωρίς καμία άλλη προϋπόθεση έχει ιδία αξίωση (ευθεία αγωγή) για την καταβολή του ασφαλίσματος κατά της ασφαλιστικής εταιρίας στην οποία ο κύριος ή ο κάτοχος του αυτοκινήτου έχει ασφαλίσει την από ατύχημα αστική ευθύνη του, αφού με την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης δημιουργείται από το νόμο σωρευτική αναδοχή χρέους μελλοντικού και ενδεχομένου της εταιρίας προς τον παθόντα τρίτον και μέχρι του ύψους του ασφαλιστικού ποσού.
Για την περίπτωση δε αυτή δηλαδή της από το νόμο σωρευτικής αναδοχής του χρέους ίσχυε, μέχρι την αντικατάσταση της από το άρθρο 7 του ν. 3557/2007 η διάταξη του άρθρου 10 παρ.2 ν.489/1976 που όριζε ότι η αξίωση αυτή του ζημιωθέντος παραγράφεται μετά πάροδο δύο ετών από την ημέρα του ατυχήματος. Εξάλλου με τη διάταξη του άρθρου 43 παρ.6 ν.2696/1999 (ΚΟΚ) που ίσχυε κατά τον κατωτέρω σημειούμενο χρόνο ορίσθηκε ότι "δεν έχουν επίσης εφαρμογή στα αυτοκίνητα οχήματα κατά την έννοια του παρόντος Κώδικα οι για την κράτηση από την Αστυνομική Αρχή διατάξεις του άρθρου 11 του ν.
ΓΠΝ/1911 αν ο οδηγός συμμορφώθηκε με τις διατάξεις της παρ.2 του άρθρου αυτού και κατέθεσε αποδεικτικό ασφάλισης (βεβαίωση αναγνωρισμένης στην Ελλάδα ασφαλιστικής εταιρίας) του οχήματος ή απόδειξη ότι είναι κάτοχος δελτίου διεθνούς ασφάλισης τα οποία αποτελούν δήλωση αναδοχής χρέους για τα ισχύοντα στην Ελλάδα ελάχιστα ποσά ασφαλιστικής κάλυψης, τα οποία προβλέπονται από τα νομίμως εγκεκριμένα τιμολόγια ασφαλίστρων ή προκειμένου για αυτοκίνητα δημόσιας χρήσης καταθέσει δήλωση αναδοχής χρέους αλληλοασφαλιστικού συνεταιρισμού ή αλληλοασφαλιστικού ταμείου συνεταιρισμού που λειτουργεί νόμιμα στον οποίο το όχημα είναι ασφαλισμένο".
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι κατά ρητή νομοθετική επιταγή ειδικώς η από τον οδηγό του ζημιογόνου αυτοκινήτου κατάθεση βεβαίωσης ασφάλισης του αυτοκινήτου από αναγνωρισμένη στην Ελλάδα ασφαλιστική εταιρία ή απόδειξη απ1 αυτόν ότι είναι κάτοχος δελτίου διεθνούς ασφαλίσεως είναι αρκετή για την κατά πλάσμα του νόμου πρόταση της ασφαλιστικής εταιρίας που έχει εκδώσει τη βεβαίωση ή το δελτίο αυτό, σύμφωνα με την οποία, απευθυνόμενη αορίστως προς τους δικαιούχους της αποζημίωσης τρίτους, σε περίπτωση πραγμάτωσης του ασφαλιστικού κίνδυνου, ο προτείνων ασφαλιστής προσφέρεται να ικανοποιήσει τις αξιώσεις των τελευταίων εφόσον αυτές δεν υπερβαίνουν το ασφαλιστικό ποσό και δεν είναι κατώτερες από τα ισχύοντα ελάχιστα ποσά ασφαλιστικής κάλυψης που προβλέπονται κάθε φορά από τα νομίμως εγκεκριμένα τιμολόγια ασφαλίστρων και έτσι με την αποδοχή αυτή της πρότασης, η οποία μπορεί να γίνει με την έγερση της σχετικής αγωγής από το δικαιούχο της αποζημίωσης κατά του ασφαλιστή καταρτίζεται σύμβαση σωρευτικής αναδοχής, που ιδρύει σύμφωνα με τα άρθρα 361 και 477 ΑΚ άμεση ευθύνη του αναδεχομένου απέναντι του προσώπου που ζημιώθηκε από το ατύχημα μέχρι του παραπάνω ποσού (Ολ.
ΑΠ 715/1978). Για την ταυτότητα δε του νομικού λόγου και η από την ασφαλιστική εταιρεία κατάθεση "αμέσως μετά το ατύχημα στο Τμήμα Τροχαίας" βεβαιώσεως ασφαλίσεως είναι αρκετή για να θεμελιώσει το από την ίδια ως άνω διάταξη πλάσμα της προτάσεως της εταιρείας αυτής για την κατάρτιση της συμβάσεως αναδοχής απ1 αυτή του χρέους του ασφαλισμένου από την ανωτέρω αιτία (ΑΠ 1130/2004).
Στην περίπτωση αυτή της συμβατικής σωρευτικής αναδοχής χρέους η έκταση της ευθύνης του αναδοχέα ρυθμίζεται κατά τις λοιπές γενικές διατάξεις των άρθρων 472 έως 475 ΑΚ και επομένως αυτός δηλαδή εδώ ο ασφαλιστής υπέχει έναντι του παθόντος όμοια υποχρέωση όπως και ο οφειλέτης-ζημιώσας με όλα τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα και, επομένως, εφόσον η απαίτηση του ζημιωθέντος προσώπου σε αδικοπραξία που υπόκειται σε πενταετή παραγραφή κατά τους όρους του άρθρου 937 ΑΚ ο συμβατικός αναδοχέας αυτήν την παραγραφή μπορεί να προτείνει.
Από τα ανωτέρω παρέπεται ότι αν η κατάθεση της βεβαιώσεως ασφαλίσεως δεν γίνει κατά τον ως άνω προσδιοριζόμενο τρόπο, ήτοι στο αρμόδιο Τμήμα Τροχαίας αμέσως μετά το ατύχημα και όχι σε μεταγενέστερο χρόνο, δεν αποτελεί αυτή κατά πλάσμα δικαίου πρόταση για κατάρτιση συμβατικής σωρευτικής αναδοχής χρέους (ΑΠ 494/2012, ΑΠ 1843/2008).
Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας αυτός παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, η οποία υπάρχει, αν ο κανόνας δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.
Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος για αναίρεση απόφασης επειδή δεν έχει νόμιμη βάση ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναγόμενου απ1 αυτές συμπεράσματος, ως είναι και η κρίση Εφετείου ως προς το ποσοστό συνυπαιτιότητας εκατέρου των εμπλεκομένων στο ατύχημα προσώπων, γιατί το δικαστήριο προβαίνει στην κρίση του αυτή, ανέλεγκτα (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτόν είναι αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε ανελέγκτως ως προκύψαντα από τις αποδείξεις τα ακόλουθα περιστατικά: "Δυνάμει της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 17966/2007 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία, κατά το περί υπαιτιότητας κεφάλαιο της, όσον αφορά την επέλευση του ατυχήματος, δε εκκαλείται με την ένδικη έφεση και επομένως ως προς αυτό (κεφάλαιο υπαιτιότητας) κατέστη τελεσίδικη και παράγει δεδικασμένο κρίθηκε ότι στις 5.9.2003 και περί ώρα 18:53, στο 1° χιλιόμετρο της επαρχιακής οδού Κάτω Αχαΐας -Αράξου, όπου η εν λόγω οδός διασταυρώνεται με την σιδηροδρομική γραμμή Πάτρας - Πύργου, στο χιλιομετρικό σημείο 22 + 0,73 αυτής και όπου υπάρχει αυτομάτως σηματοδοτούμενη ισόπεδη σιδηροδρομική διάβαση, από αποκλειστική αμέλεια του Χ.
Δ., ο οποίος οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της συζύγου του, Ε. Κ., που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, συγκρούστηκε το ως άνω Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο με το τρίτο κατά σειρά βαγόνι, με αριθμό …, της αμαξοστοιχίας .. (…), του ενάγοντος "Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδας", που εκτελούσε το δρομολόγιο Πύργος - Αθήνα, με αποτέλεσμα την πρόκληση υλικών ζημιών στην εν λόγω αμαξοστοιχία.
Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε αν ο οδηγός του ως άνω ζημιογόνου αυτοκινήτου ή η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, κατά το ένδικο ατύχημα, προσκόμισαν και κατέθεσαν στο Τμήμα Τροχαίας Πατρών, που διενεργούσε την προανάκριση, βεβαίωση ασφάλισης του ζημιογόνου αυτοκινήτου. Το γεγονός ότι στο με. αριθμό πρωτοκ. 2514/9/444-Γ/23.12. 2003 έγγραφο (Υποβολή Δικογραφίας) της Αστυνομικής Διεύθυνσης Αχαΐας (Τμήμα Τροχαίας Πατρών) προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πατρών, μνημονεύεται ότι υποβλήθηκε, μεταξύ των άλλων εγγράφων, και μία βεβαίωση ασφαλίσεως του ως άνω ζημιογόνου αυτοκινήτου, δεν αποδεικνύει ότι αυτή προσκομίστηκε και κατατέθηκε στο Τμήμα Τροχαίας Πατρών από τους προαναφερόμενους Αν προσκομίζετο ή αν κατατίθετο η εν λόγω βεβαίωση, θα υπήρχε έκθεση εγχειρήσεως ή καταθέσεως, από την οποία θα προέκυπτε ποιος είναι ο ενεχυράσας ή ο καταθέτης.
Ενόψει δε και του ότι ουδείς εκ των εξετασθέντων μαρτύρων, κατά την προανάκριση, κατέθεσε κάτι το σχετικό με την ως άνω βεβαίωση, ενώ στην έκθεση αυτοψίας αναφέρεται ότι το όχημα είναι ασφαλισμένο στην ασφαλιστική εταιρεία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ", πιθανολογείται ότι η εν λόγω βεβαίωση ανευρέθη στο ζημιογόνο αυτοκίνητο από τον διενεργήσαντα την αυτοψία και επισυνάφθηκε στην ποινική δικογραφία.
Αν πάλι το Τμήμα Τροχαίας Πατρών ζητούσε από τους προαναφερόμενους (οδηγό ή ασφαλιστική εταιρία) να προσκομισθεί η ανωτέρω βεβαίωση ασφάλισης, αυτό, εκτός του ότι θα βεβαιωνόταν αρμοδίως, θα προέκυπτε και από σχετική έκθεση κατάθεσης. Επομένως, δεν μπορεί να γίνει λόγος ότι καταρτίσθηκε σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους, κατά τα προαναφερόμενα, και συνεπώς η αγωγική αξίωση κατά της ασφαλιστικής εταιρίας δεν υπόκειται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 Α.Κ., αλλά στη διετή παραγραφή του άρθρου 10 παρ. 2 του Ν. 489/1976 (βλ. ad hoc Α.Π. 1843/2008 ό.π.π.), στην οποία (διετή παραγραφή) έχει ήδη υποπέσει, όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη και απέρριψε εξ αυτού του λόγου την ένδικη αγωγή κατά την κυρία βάση της".
Στη συνέχεια το Εφετείο και ενόψει του ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση δέχτηκε ότι υπάρχει σωρευτική αναδοχή χρέους, η οποία υπόκειται στην πενταετή παραγραφή, κατέληξε να κάνει δεκτούς τους σχετικούς λόγους της έφεσης (περί εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων) ως ουσία βάσιμους και συνακόλουθα δέχθηκε ως τέτοια (ουσία βάσιμη) αυτήν (έφεση), εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, ως προς τις διατάξεις της που αφορούν την επικουρική βάση της ενδίκου αγωγής, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την αγωγή, ως προς τη βάση της αυτή και την απέρριψε ως ουσία αβάσιμη.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου (Αστικού Δικαίου, ν.489/1976, ν.ΓΠΝ/1911, ν.2696/1999). Εξάλλου η προσβαλλόμενη απόφαση έχει πλήρεις, σαφείς, επαρκείς και χωρίς ελλείψεις αιτιολογία ως προς το κρίσιμο ζήτημα της θεμελίωσης της ένδικης αγωγής από την αποδοχή χρέους που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή του νόμου και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης. Επομένως οι από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ πρώτος και τρίτος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, εκτός των λοιπών περιπτώσεων, αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση δικαιώματος δικονομικού ή ουσιαστικού που ασκήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση (Ολ.
ΑΠ 11/1996). Δεν είναι πράγματα με την ανωτέρω έννοια οι αρνητικοί ισχυρισμοί της αγωγής ή της ενστάσεως, ούτε τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου που συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου Χ.
Δ. ή η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία κατέθεσε στο Τμήμα Τροχαίας Πατρών τη βεβαίωση ασφάλισης του εν λόγω αυτοκινήτου, κρίσιμο ζήτημα για τη θεμελίωση της από την αναδοχή χρέους ένδικης αγωγής του αναιρεσείοντος, τα πραγματικά περιστατικά που όφειλε να αποδείξει ο τελευταίος. Επιπλέον δέχθηκε ότι η τοιαύτη βεβαίωση ασφάλισης βρέθηκε στην ποινική δικογραφία προσδιορίζοντας με πιθανότητα ποιος την έθεσε σ' αυτήν, αποκλείοντας τον ως άνω οδηγό ή άλλον που ενήργησε κατ' εντολή και για λογαριασμό του.
Δηλονότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του κάποιο αυτοτελή ισχυρισμό-ένσταση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, αλλά κατέληξε σε συμπέρασμα ως προς την ύπαρξη της επίμαχης βεβαίωσης ασφάλισης του ζημιογόνου αυτοκινήτου στη σχετική ποινική δικογραφία που συνήγαγε αυτό (Εφετείο) από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Πρόκειται επομένως για πραγματικό επιχείρημα, επιβεβαιωτικό της αρνητικής αξιολογήσεως από ουσιαστική άποψη του θεμελιωτικού της αγωγής του αναιρεσείοντος ισχυρισμού περί καταρτίσεως συμβάσεως σωρευτικής αναδοχής χρέους.
Συνεπώς ο δεύτερος από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Μετά τα παραπάνω πρέπει ν'απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (αρθ.183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-10-2012 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθ.1472/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες εφτακόσια (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιανουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ