155/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated155/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α) ότι η 10η Αυγούστου 2000 είναι η προκαθορισμένη ημέρα επιστροφής των ανήλικων τέκνων της από την κατασκήνωση, β) ότι η περίοδος παραμονής τους στην κατασκήνωση επελέγη με βάση το πρόγραμμα των εξετάσεων τους στο σχολείο, οι οποίες τελείωσαν στις 25.6.00 και όχι στις 10.8.00 και ότι, τα παιδιά τελείωσαν τις εξετάσεις στις 13.6.00 και όχι στις 25.6.00, δηλαδή για παράβαση του άρθρου 225 παρ. 2 ΠΚ.
Full text
Απόφαση 155 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 155/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Ρ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Βάϊα Στεργιοπούλου.
Της αναιρεσιβλήτου: Γ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξουσία δικηγόρο της Ανθούλα Βαγγέλη
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13 Μαΐου 2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9015/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1343/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16 Απριλίου 2008 αίτησή του ως και τους με ιδιαίτερο, από 31 Μαρτίου 2010 δικόγραφο, προσθέτους λόγους. Εκδόθηκε η 1033/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Η υπόθεση έρχεται σήμερα για νέα συζήτηση, με την από 21 Ιανουαρίου 2010 κλήση.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε α. την από 14 Απριλίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 1516/16.4.2008 αιτήσεως για αναίρεση της 1343/14.1.2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και β. την από 19 Απριλίου 2010 ομοία, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του με ιδιαίτερο, 84/31-3-2010, δικόγραφο προσθέτου λόγου της 1516/16-4-2008 αιτήσεως για αναίρεση της 1343/14-1-2008, αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Η πληρεξουσία του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, η πληρεξουσία της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στην δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 1516/16-4-2008 αίτηση αναιρέσεως, με τον με ιδιαίτερο, 84/31-3-2010, δικόγραφο πρόσθετο αυτής λόγο, προσβάλλεται η 1343/14-1-2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Ειδικότερα, με την 7337/13-5-2005 αγωγή της δι' αυτής ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης εφέρετο προς διάγνωση αξίωση της χρηματικής ικανοποιήσεως κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, από τις αποδιδόμενες στον τελευταίο και προσβλητικές για την τιμή και την υπόληψή της άδικες και υπαίτιες πράξεις, με τη μορφή της ψευδούς καταμηνύσεως κατά της συκοφαντικής δυσφημήσεως.
Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, κατά μερική παραδοχή της, η 9015/2006 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 138/23-2-2007 έφεση του εναγομένου, η 1343/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση, την οποία στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της, που ενδιαφέρουν τους ερευνώμενους στη συνέχεια λόγους αναιρέσεως, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της.
Ειδικότερα ανελέγκτως δέχθηκε "ότι οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο το έτος 1982, από τον οποίο απέκτησαν τρεις θυγατέρες, που γεννήθηκαν τα έτη 1983, 1988 και 1990. Η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων διασπάστηκε το έτος 1992 και ο γάμος τους λύθηκε το έτος 1999, λόγω υπερτετραετούς διάστασης. Δυνάμει της υπ' αριθμό 333/95 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ανατέθηκε η γονική μέριμνα των ανήλικων τέκνων στην εφεσίβλητη-ενάγουσα μητέρα, αναγνωρίστηκε δε το δικαίωμα επικοινωνίας του εκκαλούντος-εναγόμενου πατέρα με τα ανήλικα τέκνα του, κατά τις εκεί οριζόμενες ημερομηνίες.
Από το έτος 1992 και εφεξής, ο εναγόμενος υπέβαλε εναντίον της τέως συζύγου του-ενάγουσας, κατά τακτά χρονικά διαστήματα, διάφορες μηνύσεις, συνεπεία των οποίων η ενάγουσα παραπέμφθηκε, πολλές φορές στα ακροατήρια των ποινικών Δικαστηρίων και εν τέλει κρινόταν αθώα. Μεταξύ των μηνύσεων αυτών, είναι και οι εξής: 1) στις 7.2.97, ο εναγόμενος υπέβαλε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης την υπό ιδία ημερομηνία μήνυσή του, με την οποία κατήγγειλε την ενάγουσα-εφεσίβλητη για ψευδή αναφορά στην αρχή, δηλαδή για παράβαση του άρθρου 225 παρ. 2 ΠΚ, συνεπεία της οποίας η τελευταία παραπέμφθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης κατηγορούμενη ότι στη Θεσσαλονίκη, στις 22.12.96, ενώπιον του αρμόδιου αστυνομικού του Αστυνομικού Τμήματος Θεσσαλονίκης, εξέθεσε ότι, ο πρώην σύζυγός της εναγόμενος - εκκαλών, παρέλαβε τα παιδιά τους, σύμφωνα με τη δικαστική απόφαση που όριζε το δικαίωμα επικοινωνίας του μηνυτή με αυτά και δεν τα επέστρεψε στο σπίτι της, στην ώρα που καθορίζει η πιο πάνω απόφαση, ενώ όλα αυτά είναι ψευδή, η δε κατηγορουμένη τελούσε εν γνώσει της αναλήθειας αυτών.
Από την κατηγορία αυτή, η ενάγουσα - εφεσίβλητη απαλλάχθηκε, δυνάμει της υπ' αριθμό 763/04 οριστικής και αμετάκλητης απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, παρότι σε πρώτο βαθμό είχε καταδικαστεί σε ποινή φυλάκισης 3 μηνών, δυνάμει της υπ' αριθμό 33595/01 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, 2) στις 30.4.02, ο εναγόμενος υπέβαλε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης την υπό ιδία ημερομηνία μήνυσή του, με την οποία καταμήνυε την εναγομένη για απάτη σε βάρος του Δημοσίου, κατ' εξακολούθηση και κατά συρροή, δηλαδή για παράβαση του άρθρου 386 παρ. 1α του ΠΚ, συνεπεία της οποίας η ενάγουσα-εφεσίβλητη παραπέμφθηκε για να δικαστεί, ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης κατηγορούμενη ότι στη Θεσσαλονίκη, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1997 έως 30.1.02, με περισσότερες από μία πράξεις, ενώ ήταν σε διάζευξη με το μηνυτή από τις 30.10.92, εν τούτοις εμφανίστηκε στη Διεύθυνση Πρόνοιας Θεσσαλονίκης ως άπορη και πέτυχε να της καταβάλλονται από τη Διεύθυνση Κοινωνικής Πρόνοιας και το τμήμα Παιδικής Προστασίας τα σχετικά επιδόματα απροστάτευτων παιδιών για τα δύο τέκνα της.
εισπράττοντας, έτσι, το συνολικό ποσό των 2.286.000 δρχ., το οποίο δε δικαιούνταν, καθόσον αυτή, από το μήνα Οκτώβριο του 1997 μέχρι τον Απρίλιο του 1998 εργαζόταν στον Οργανισμό Βάμβακος, με αρχικό μηνιαίο μισθό 156.141 δρχ. και εν συνεχεία 219.380 δρχ., επίσης εργάστηκε από 24.8.98 έως 31.12.99 στον ΟΤΕ ως έκτακτη χειρίστρια και από τον Ιούλιο του 2000 έως και το Μάρτιο 2001, εργάστηκε στο Δήμο Θεσσαλονίκης, ως υπάλληλος, ενώ παράλληλα εισέπραξε από τον ΟΤΕ, όπου εργαζόταν ο μηνυτής και πρώην σύζυγός της, το συνολικό ποσό των 12.589.991 δρχ., ως διατροφή για λογαριασμό των ανήλικων τέκνων της, για το χρονικό διάστημα από τον Ιούλιο του 1993 έως το Μάιο του 2000, γεγονότα τα οποία απέκρυψε από τους αρμόδιους υπαλλήλους της Κοινωνικής Πρόνοιας.
Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης αυτής, εκτός από το μηνυτή και α' μάρτυρα κατηγορίας - εκκαλούντα - εναγόμενο, κατέθεσε ως μάρτυρας κατηγορίας και η υπάλληλος της Πρόνοιας Ε. Β., η οποία κατέθεσε με σαφήνεια ότι, για το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα που η κατηγορουμένη - ενάγουσα έλαβε το επίδομα για τα τρία τέκνα της, αυτή δικαιούνταν να το λαμβάνει, όταν δε άρχισε να εργάζεται, η κατηγορουμένη δήλωσε το γεγονός αυτό στην Πρόνοια και σταμάτησε να λαμβάνει το επίδομα, καθώς και ότι, με αυτά που κατέθεσε, η κατηγορουμένη δεν εξαπάτησε την κοινωνική πρόνοια.
Από την κατηγορία αυτή, η κατηγορουμένη απηλλάγη δυνάμει της υπ' αριθμό 23202/02 απόφασης του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, 3) στις 11.7.03, ο εκκαλών υπέβαλε προς την Εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης την υπό ιδία ημερομηνία μήνυση του, με την οποία κατήγγειλε την ενάγουσα για ψευδή ανωμοτί κατάθεση, δηλαδή για παράβαση του άρθρου 225 παρ. 2 ΠΚ, συνεπεία της οποίας η ενάγουσα - εφεσίβλητη παραπέμφθηκε για να δικαστεί ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης κατηγορούμενη ότι στη Θεσσαλονίκη, στις 28.7.00, στην υπ' αριθμό 10909/28.7.00 συμβολαιογραφική πράξη εμφάνισης, δήλωσε τα εξής ψευδή, εν γνώσει της αναλήθειας αυτών:
α) ότι η 10η Αυγούστου 2000 είναι η προκαθορισμένη ημέρα επιστροφής των ανήλικων τέκνων της από την κατασκήνωση, β) ότι η περίοδος παραμονής τους στην κατασκήνωση επελέγη με βάση το πρόγραμμα των εξετάσεων τους στο σχολείο, οι οποίες τελείωσαν στις 25.6.00 και όχι στις 10.8.00 και ότι, τα παιδιά τελείωσαν τις εξετάσεις στις 13.6.00 και όχι στις 25.6.00, δηλαδή για παράβαση του άρθρου 225 παρ. 2 ΠΚ.
Από την κατηγορία αυτή η ενάγουσα - εφεσίβλητη απηλλάγη, δυνάμει της υπ' αριθμό 67485/04 απόφασης του Β' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, 4) στις 12.3.04, ο εκκαλών - εναγόμενος, υπέβαλε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης την υπό ιδία ημερομηνία μήνυση του, με την οποία καταμήνυε την εφεσίβλητη - ενάγουσα για την παράβαση της ψευδούς ανωμοτί καταθέσεως ενώπιον αρχής και για παραβίαση δικαστικής απόφασης, δηλαδή των άρθρων 225 παρ. 2 και 232Α ΠΚ, συνεπεία της οποίας η ενάγουσα παραπέμφθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης κατηγορουμένη ότι, στη Θεσσαλονίκη, στις 1.7.99 και στις 3.1.00, από πρόθεση δε συμμορφώθηκε με την υπ' αριθμό 333/95 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και ειδικότερα ότι, εμπόδισε το δικαίωμα της επικοινωνίας του μηνυτή - εκκαλούντα - εναγόμενου με τις ανήλικες θυγατέρες του, που ρυθμίστηκε με την ως άνω απόφαση καθόσον, παρότι αυτός προσήλθε κατά τις παραπάνω ημερομηνίες στην οικία της ενάγουσας, για να παραλάβει τις θυγατέρες του, σύμφωνα με την ως άνω απόφαση, εν τούτοις δεν μπόρεσε να παραλάβει αυτές, καθόσον οι τελευταίες έλειπαν αδικαιολόγητα από την οικία της μητέρας τους.
Επίσης ότι η ενάγουσα στις 28.5.01, παρουσιάστηκε στο ΙΓ' Αστυνομικό Τμήμα της περιοχής του εγκαλούντα με εισαγγελική παραγγελία, προκειμένου να κληθεί ο εγκαλών από το Τμήμα για να επιτρέψει στα ανήλικα τέκνα να πάνε κατασκήνωση, και δήλωσε ψευδώς ότι, ήταν επιθυμία των παιδιών να πάνε κατασκήνωση από 12.6.01 έως 12.7.01, ενώ μέχρι τις 15.6.01 δεν μπορούσαν να πάνε κατασκήνωση, γιατί είχαν προαγωγικές εξετάσεις, καθώς και ότι, η κατασκηνωτική περίοδος άρχιζε από 12.6.01, ενώ στην πραγματικότητα άρχιζε στις 20.6.01.
Από τις κατηγορίες αυτές, η εφεσίβλητη - ενάγουσα απηλλάγη δυνάμει της υπ' αριθμό 45719/04 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Από όλη την ως άνω αναλυτικά περιγραφόμενη συμπεριφορά του εκκαλούντος-εναγόμενου, η εφεσίβλητη-ενάγουσα στενοχωρήθηκε και ταλαιπωρήθηκε καθόσον, για την υπεράσπιση της σε όλα τα στάδια της ποινικής διαδικασίας, αφ' ενός μεν δαπάνησε πολλά χρήματα για αμοιβή του συνηγόρου της, αφ' ετέρου δε αναγκαζόταν να ενημερώνει τους εργοδότες της για την άσκηση των ποινικών διώξεων σε βάρος της, προκειμένου να της χορηγείται άδεια για την εκπλήρωση των νόμιμων υποχρεώσεων της, με κίνδυνο την απόλυση της και με συνέπεια την απώλεια ημερομισθίων και, επομένως, υπέστη ηθική βλάβη.
Περαιτέρω, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι, ο εκκαλών-εναγόμενος προέβη στην υποβολή των ως άνω ενδεικτικά αναφερόμενων μηνύσεων από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, προς υπεράσπιση του νόμιμου δικαιώματος επικοινωνίας του με τις ανήλικες θυγατέρες του, όπως ισχυρίζεται. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι, υπέβαλλε τις μηνύσεις αυτές, αλλά και άλλες, προκειμένου να ταλαιπωρήσει και να καταστρέψει οικονομικά την ενάγουσα τέως σύζυγο του, δηλαδή εντελώς παράνομα και υπαίτια.
Στην κρίση αυτή καταλήγει το Δικαστήριο από τις σχηματισθείσες ποινικές δικογραφίες, σε συνδυασμό με την κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης και θυγατέρας των διαδίκων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, τόσο κατά την εκδίκαση της υπό κρίση αγωγής, όσο και κατά την εκδίκαση αίτησης του εκκαλούντος-ενάγοντος κατά της εφεσίβλητης-ενάγουσας, περί αναστολής εκτέλεσης της εκκαλουμένης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμό 2240/07 απορριπτική απόφαση, και η οποία (κατάθεση) λαμβάνεται υπ' όψιν ως δικαστικό τεκμήριο, κατ' άρθρο 339 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, με τη 2η από τις παραπάνω μηνύσεις, που αφορά στην υποτιθέμενη εξαπάτηση της κοινωνικής πρόνοιας από την ενάγουσα, ο εκκαλών-εναγόμενος δεν προασπίστηκε κάποιο δικαίωμα του, αφού δεν είχε κανένα έννομο συμφέρον προς υποβολή της σχετικής μήνυσης, αλλά αντίθετα προέβη σε αυτήν από μένος εναντίον της πρώην συζύγου του, κατηγορώντας αυτήν για ένα αδίκημα πολύ σοβαρό, για το οποίο, μάλιστα, η ενάγουσα κρίθηκε αθώα, πέραν πάσης αμφιβολίας, αφού ο μάρτυρας κατηγορίας- υπάλληλος της κοινωνικής πρόνοιας, κατέθεσε με σαφήνεια ότι, η κατηγορουμένη - εφεσίβλητη - ενάγουσα ούτε είχε σκοπό, αλλά ούτε και εξαπάτησε την κοινωνική πρόνοια, αφού ελάμβανε το επίδομα μόνο για το χρονικό διάστημα που πράγματι το δικαιούνταν.
Το ίδιο κατατέθηκε και από άλλο μάρτυρα κατηγορίας- υπάλληλο της πρόνοιας, εξεταζόμενο για το ίδιο αδίκημα, για το οποίο παραπέμφθηκε να δικαστεί η ενάγουσα, μετά από μήνυση του εκκαλούντος - εναγόμενου, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμό 7580/06 απαλλακτική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Αλλά και από τις λοιπές πράξεις, περί ψευδούς ανωμοτί κατάθεσης, ψευδούς αναφοράς στην αρχή και παραβίασης δικαστικής απόφασης, η ενάγουσα τελικά απηλλάγη, δεδομένου ότι δεν είχε σκοπό να εμποδίσει την επικοινωνία του εκκαλούντος -εναγόμενου με τις θυγατέρες του, αλλά οι καταθέσεις αυτές γινόταν στα πλαίσια της άσκησης της γονικής μέριμνας και επιμέλειας, εκ μέρους της ενάγουσας εξαιτίας και των μαθητικών υποχρεώσεων των ανηλίκων, που αυξανόταν όσο αυτές μεγάλωναν.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι, η υποβολή και όλων αυτών των μηνύσεων έγινε με σκοπό όχι την προάσπιση των δικαιωμάτων του εναγομένου, αλλά τη δυσφήμηση και οικονομική εξαθλίωση της ενάγουσας. Η κρίση, αυτή του Δικαστηρίου, ενισχύεται από την κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης - θυγατέρας των διαδίκων, η οποία με σαφήνεια κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ότι, ο πατέρας της εναγόμενος δεν ήταν ποτέ συνεπής στις υποχρεώσεις του, όσον αφορά τόσο στην καταβολή της διατροφής προς τη μητέρα της, για λογαριασμό των ανηλίκων, όσο και στην επικοινωνία με τις θυγατέρες του.
Επίσης, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, η ίδια μάρτυρας κατέθεσε ότι, ο εναγόμενος - αιτών την αναστολή πατέρας της, υπέβαλε 40 μηνύσεις σε βάρος της ενάγουσας - καθ' ης η αίτηση μητέρας της, συνεπεία των οποίων δαπανήθηκαν πολλά χρήματα. Εξάλλου, υπήρξαν και άλλες δικογραφίες σε βάρος της ενάγουσας, που σχηματίστηκαν κατόπιν μηνύσεων του εναγόμενου, για όλες δε τις καταγγελλόμενες σε βάρος της πράξεις, η ενάγουσα απηλλάγη.
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι, ο ενάγων προέβη στις ως άνω πράξεις του παράνομα και υπαίτια, με σκοπό να μειώσει την τιμή και την υπόληψη της ενάγουσας και όχι για να προασπίσει το νόμιμο δικαίωμα του επικοινωνίας με τις ανήλικες θυγατέρες του. Επομένως, η σχετική ένσταση του εναγόμενου πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμη στην ουσία της".
Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται ο ηττηθείς εκκαλών με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως.
(α) Κύριο δικόγραφο
Κατά την διάταξη του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, εννοιολογικά ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ελέγχεται αναιρετικώς μόνον αν αφορούν ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνων δικαίου, με την έννοια της εξειδικεύσεως αόριστων νομικών εννοιών ή την υπαγωγή εις αυτούς των πραγματικών περιστατικών, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν χρησιμεύουν προς απόδειξη, με τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, και συνδέονται με την εκτίμηση αποδείξεων.
Αντίθετα η διάταξη του άρθρου 561 παρ.2 ΚΠολΔ, με τις οποίες ορίζεται ότι η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, δεν ιδρύει ιδιαίτερο, αυτοτελή λόγο αναιρέσεως. Η πλημμέλεια αυτή πρέπει να συνδεθεί με τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγους αναιρέσεως κατ' αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 57 παρ.1 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, κατά δε την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, αξίωση αποζημιώσεως σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται. Προσβολή της προσωπικότητας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει σε κάθε περίπτωση μειωτικής επεμβάσεως από τρίτο στη σφαίρα αυτής, δηλαδή σε οποιοδήποτε από τα αγαθά που συνθέτουν την προσωπικότητα του άλλου, που συνιστούν συντελεστές, προσδιοριστικά στοιχεία της ταυτότητας του ανθρώπου, με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής ή ψυχικής πνευματικής και κοινωνικής προσωπικότητας του βλαπτομένου κατά το χρονικό σημείο της προσβολής.
Η προσβολή είναι παράνομη, όταν η επέμβαση στην προσωπικότητα του άλλου δεν είναι επιτρεπτή από το δίκαιο ή γίνεται σε ενάσκηση δικαιώματος το οποίο όμως είναι είτε από άποψη έννομης τάξεως μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται καταχρηστικά. Ενόψει της συγκρούσεως των προστατευομένων αγαθών προς τα προστατευόμενα αγαθά της προσωπικότητας άλλων ή προς το συμφέρον της ολότητας, θα πρέπει να αξιολογούνται και να σταθμίζονται στη συγκεκριμένη περίπτωση τα συγκρινόμενα έννομα αγαθά και συμφέροντα για τη διακρίβωση της υπάρξεως προσβολής του δικαιώματος επί της προσωπικότητας και ο παράνομος χαρακτήρας της.
Για την προστασία της προσωπικότητας δεν απαιτείται ή ύπαρξη πταίσματος, δόλου ή αμελείας, αυτού που προσβάλλει. Απαιτείται όμως για την αξίωση αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγων ηθικής βλάβης, αφού το άρθρο 57 παρ. 3 ΑΚ παραπέμπει στις διατάξεις περί αδικοπραξιών (ΑΚ 914). Προσβολή της προσωπικότητας με αδικοπραξία πραγματώνεται και με το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως, το οποίο κατά τις συνδεδυασμένες διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ, προϋποθέτει είτε ισχυρισμό ενώπιον τρίτου ψευδούς γεγονότος, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου, είτε διάδοση σε τρίτον τέτοιου γεγονότος, το οποίο ανακοινώθηκε προηγουμένως στον υπαίτιο από άλλον.
Για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος απαιτείται άμεσος δόλος συνιστάμενος στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διαδόσεως ενώπιον τρίτου του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή και υπόληψη του άλλου. Κατά το άρθρο όμως 367 ΠΚ δεν αποτελούν άδικη πράξη (α) οι δυσμενείς κρίσεις - (γ) οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για την διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον η (δ) σε ανάλογες περιπτώσεις, (στ).
Η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται (α) όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξεως του άρθρου 363, καθώς και (β) όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ επί συκοφαντικής δυσφημήσεως και δεν αίρεται ο άδικος αυτός χαρακτήρας και όταν η δι' αυτής προσβολή της προσωπικότητας έγινε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον.
Τέλος, για τη στοιχειοθέτηση της προβλεπόμενης από το άρθρο 229 αρ.1 ΠΚ αξιόποινης πράξεως της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής, ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθεια και αν απέβλεπε με αυτήν την κίνηση ποινικής ή πειθαρχικής διώξεως εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του αναληθώς εγκαλούντος.
Στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως διαλαμβάνεται (α) ότι ο αναιρεσείων υπέβαλε κατά της αναιρεσίβλητης τις αναληθείς κατά περιεχόμενο από Ι.7-2-1997, II.30-4-2002, III.11-7-2003 και IV.12-3-2004 εγκλήσεις για τις αναφερόμενες στις αιτιολογίες της αξιόποινες πράξεις και (β) ότι στις ενέργειες αυτές προέβη παράνομα και υπαίτια με σκοπό τη δυσφήμηση και μείωση της τιμής και υπολήψεως της αναιρεσίβλητης, διαλαμβάνοντας παράλληλα εκ περισσού, σε συνέπεια με την παραδοχή της αυτή, ότι δεν απέβλεπε με τις εγκλήσεις του αυτές στην προάσπιση του νόμιμου δικαιώματος του επικοινωνίας του με τις ανήλικες θυγατέρες του.
Τα πραγματικά αυτά περιστατικά δικαιολογούσαν την κατ' ορθή εφαρμογή των αμέσως παραπάνω σημειούμενων διατάξεων (μερική) παραδοχή της κατά του αναιρεσιβλήτου απευθυνόμενης αγωγής της αναιρεσείουσας, με άμεση δικονομική η προβαλλόμενη με τους πρώτο και τρίτο κατά σειρά λόγους αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, με την έννοια της ευθείας παραβιάσεως των εν λόγω διατάξεων, να ελέγχεται ως αβάσιμη.
Όμοια αρνητικά αξιολογείται, προεχόντως ως απαράδεκτη, η διατυπούμενη, με αναφορά στην διάταξη του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, με τον απομένοντα προς έρευνα δεύτερο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση, με την έννοια της εσφαλμένης εκτιμήσεως των ποινικών αποφάσεων, με τις οποίες κηρύχθηκε αθώα η αναιρεσίβλητη για τις αποδοθείσες εις εκείνη αξιόποινες πράξεις ύστερα από τις κατ' αυτής υποβληθείσες εγκλήσεις του αναιρεσείοντος.
(β) Πρόσθετο δικόγραφο
Η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με την εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοσθεί, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για την κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, είτε αρκέσθηκε σε λιγότερα, ενώ αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ. 8 ή 14 Κ.Πολ.Δ.
Σε κάθε όμως περίπτωση για να δημιουργηθεί λόγος αναιρέσεως πρέπει η αοριστία του δικογράφου της αγωγής να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη.
Επομένως για είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, επί του οποίου στηρίζεται, είχε νόμιμα προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας (Ολ.ΑΠ 15/2002). Με το μοναδικό λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ ότι κατά παράβαση των περί αδικοπραξιών διατάξεων (ΑΚ 914), σε συνδυασμό με εκείνες περί ψευδούς καταμηνύσεως και συκοφαντικής δυσφημήσεως που εφάρμοσε, αξιολόγησε την αγωγή ως ορισμένη, παρά τη νομική κατά τούτο αοριστία της.
Δεν αναφέρεται όμως στο αναιρετήριο, ούτε προκύπτει από την επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση του δικογράφου της εφέσεως, ότι δι' αυτής προεβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας ο περί (νομικής) αοριστίας ισχυρισμός, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αγωγής πραγματικά περιστατικά που πληρούν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση των αποδιδομένων αξιοποίνων πράξεων στης συκοφαντικής δυσφημήσεως και ψευδούς καταμηνύσεως, στα οποία θεμελιώνεται βάσιμα η φερόμενη προς διάγνωση αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως, με άμεση δικονομική συνέπεια η διατυπούμενη δι' αυτού αναιρετική αιτίαση αρνητικά να αξιολογείται, προεχόντως ως απαράδεκτη.
Συνακόλουθα αυτών, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 1516/16-4-2008 αίτηση αναιρέσεως, με τον με ιδιαίτερο, 84/31-3-2010, δικόγραφο πρόσθετο αυτής λόγο, για αναίρεση της 1343/14-1-2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ