155/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated155/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως) το Εφετείο; που έλαβε υπόψη του και το έγγραφο αυτό, δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια όπως αιτιάται με τον τρίτο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
Full text
Απόφαση 155 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 155/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα (πρώην ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ), ως καθολικής διαδόχου στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τής "ΤΡΑΠΕΖΑ ERGASIAS", λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση της δεύτερης από την "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ". Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ως καθολικής διαδόχου της τραπεζικής εταιρείας "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ ΑΕ" (ΕΤΒΑ ΑΕ), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέργιο Σπυρόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-1998 αγωγή της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ ΑΕ", που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 3-3-1999 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση για αναγκαστική παρέμβαση και αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3470/2001 του ίδιου Δικαστηρίου, 7628/2003 μη οριστική και 3477/2007 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 29-2-2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 4-12-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να περιέχει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τον λόγο αναιρέσεως, ώστε όχι μόνο να εξάγεται από αυτό σε ποιον από τους περιοριστικά στο άρθρο 559 ίδιου Κώδικα αναφερόμενους αναιρετικούς λόγους υπάγεται, αλλά και να καθορίζονται τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν την πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με βάση, όπου χρειάζεται, τις παραδοχές της, οι οποίες πρέπει επίσης να καθορίζονται στο αναιρετήριο.
Ειδικότερα, όταν πλήττεται η απόφαση με την αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση την έκβαση της δίκης (άρθρο 559 αριθ. 8 περ.α' Κ.Πολ.Δ.), πρέπει, για το ορισμένο του σχετικού λόγου, να αναφέρονται τα "πράγματα" που, κατά τον αναιρεσείοντα λήφθηκαν υπόψη μολονότι δεν έχουν προταθεί , καθώς και τα στοιχεία εκείνα από τα οποία θα κρινόταν αν τα "πράγματα" ήταν ουσιώδη και να μνημονεύεται το σφάλμα από τη λήψη υπόψη των "πραγμάτων". "Πράγματα" με την έννοια της διάταξης αυτής είναι και η βάση της αγωγής και τα προς θεμελίωση αυτής και των διαφόρων αιτημάτων πραγματικά περιστατικά, όχι όμως και τα επιχειρήματα του δικαστηρίου από τις αποδείξεις, ούτε οι πλεοναστικές αιτιολογίες , οι οποίες δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν επικαλέσθηκε η αναιρεσίβλητη με την αγωγή της προς θεμελίωση της ασκούμενης με αυτή αξιώσεως της, και ειδικότερα δέχθηκε ότι η ίδια διατηρούσε στην αναιρεσείουσα (εναγομένη) χρηματική κατάθεση από το έτος 1981, για την οποία κατά το έτος 1989 συμφωνήθηκε ατύπως μεταξύ τους όπως το ποσό των επ' αυτής τόκων πιστώνεται (κεφαλοποιείται) ανά εξάμηνο, μολονότι τα πραγματικά αυτά περιστατικά δεν τα επικαλέσθηκε η αναιρεσίβλητη με την αγωγή της.
Ο λόγος αυτός, ως προς μεν την παραδοχή περί τηρήσεως του λογαριασμού από το έτος 1981, είναι αόριστος, διότι δεν διευκρινίζεται ποιά (ουσιώδη) επιρροή στην έκβαση της δίκης άσκησε η εν λόγω παραδοχή, ως προς δε την παραδοχή περί υπάρξεως συμφωνίας από το έτος 1989 για την ανά εξάμηνο πίστωση του λογαριασμού με τους μη εισπραχθέντες τόκους, είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου, διαλαμβάνεται σ' αυτό ο αντίστοιχος ως άνω ισχυρισμός.
Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς τοn νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον το τελευταίο διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου προκύπτει, ότι αυτό δέχθηκε Η αρχικώς ενάγουσα τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ .ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ ΑΕ", η οποία απορροφήθηκε στη ' συνέχεια από την ήδη αναιρεσίβλητη, επίσης τραπεζική εταιρία, τηρούσε από το έτος 1981 στο κεντρικό κατάστημα της εναγομένης τράπεζας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ",η οποία απορροφήθηκε και αυτή από την ήδη αναιρεσείουσα, τον υπ' αριθμ. ...
λογαριασμό χρηματικής κατάθεσης όψεως. Το έτος 1989, μετά την υπ' αριθμ. ... ΠΔΤΕ, με την οποία επετράπη η χορήγηση τόκων επί καταθέσεων όψεως, με επιτόκιο που καθορίζονταν ελεύθερα από τις τράπεζες, με προφορική συμφωνία που καταρτίσθηκε μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της καταθέτιδας και της λήπτριας της κατάθεσης, συμφωνήθηκε ότι ο λογαριασμός της κατάθεσης θα πιστώνεται ανά εξάμηνο με τους τόκους, το επιτόκιο των οποίων ήταν αντικείμενο διαπραγματεύσεων μεταξύ των συμβαλλομένων.
Μετά την υπ' αριθμ.... απόφαση της Επιτροπής Νομισμάτων και Πιστωτικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος, με την οποία επιτράπηκε επίσης η καταβολή τόκων επί χρηματικών καταθέσεων όψεως, με επιτόκιο που θα καθορίζεται ελεύθερα από τις τράπεζες, συμφωνήθηκε επίσης προφορικά μεταξύ των εκπροσώπων της καταθέτιδας και της λήπτριας της κατάθεσης, ότι επί του ποσού της κατάθεσης θα καταβάλλονται τόκοι από την λήπτρια με επιτόκιο 18% για το έτος 1993, 16% για το έτος 1994, 12% για τα έτη 1995 και 1996 και 10% για το έτος 1997, η δε λήπτρια της κατάθεσης με το από 26.10.1994 έγγραφο της προς την καταθέτιδα της εγνώρισε ότι κατά το έτος 1996 το επιτόκιο της κατάθεσης ανέρχονταν σε 16%.
Με την ίδια συμφωνία ως προς το ύψος του επιτοκίου για τα προαναφερόμενα έτη 1993 έως 1997, συμφωνήθηκε ότι το ποσό του τόκου που θα προέκυπτε με βάση τα άνω συμφωνηθέντα επιτόκια, θα πιστώνεται στο σχετικό λογαριασμό ως κεφάλαιο της κατάθεσης, δύο φορές το χρόνο (ανά εξάμηνο). Μετά από έλεγχο του σχετικού λογαριασμού κατάθεσης, που διενήργησαν τον μήνα Ιούλιο του έτους 1997 οι αρμόδιοι υπάλληλοι των οικονομικών υπηρεσιών της ενάγουσας καταθέτιδας, διαπιστώθηκε ότι από σφάλμα των υπαλλήλων της εναγομένης, την 2.2.1993, ο εν λόγω λογαριασμός κατάθεσης όψεως είχε χρεωθεί με ποσό 42.000.000 δρχ., χωρίς προς τούτο εντολή της ενάγουσας.
Η εναγομένη αναγνώρισε το λάθος αυτό των υπαλλήλων της και κατέβαλε στην ενάγουσα το άνω ποσό των 42.000.000 δρχ. με την είσπραξη από την ενάγουσα της υπ' αριθμ. ... ισόποσης επιταγής εκδόσεως της εναγομένης. Η τελευταία όμως αρνήθηκε να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των τόκων που θα είχαν παραχθεί, με βάση τα άνω συμφωνηθέντα επιτόκια και κατά τα συμφωνηθέντα της ανά εξάμηνο κατάθεσης των τόκων ως κεφαλαίου, κατά το χρονικό διάστημα από 2.2.1993, που έγινε η ανάληψη (χρέωση) του ποσού των 42.000.000 δραχμών;
μέχρι και 31.12.1997, ανερχομένου του ποσού των τόκων αυτών στο συνολικό ποσό των 106.814 ευρώ. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, δέχθηκε την αγωγή και καταδίκασε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το άνω ποσό νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογή του ουσιαστικού δικαίου διάταξε των άρθρων 361, 827,830 ΑΚ.
Ειδικότερα, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις δέχθηκε α) ότι με άτυπη συμφωνία που καταρτίσθηκε μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της ενάγουσας (δικαιούχου της τραπεζικής χρηματικής κατάθεσης όψεως) και της εναγομένης, αρχικώς το έτος 1989, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. ... ΠΔΤΕ, με την οποία επιτράπηκε η καταβολή τόκων σε χρηματικές καταθέσεις όψεως με επιτόκιο καθοριζόμενο ελεύθερα από τις τράπεζες, συμφωνήθηκε το έντοκο του ποσού της κατάθεσης με επιτόκιο που θα καθορίζετο εκάστοτε με συμφωνία μεταξύ τους, β) ότι συμφωνήθηκε επίσης ατύπως το ποσό των τόκων της κατάθεσης να υπολογίζεται ανά εξάμηνο και να πιστώνεται (κεφαλαιοποίηση) στο λογαριασμό και γ) ότι για τα έτη 1993 μέχρι και 1997 το συμφωνηθέν επιτόκιο ανερχόταν στα άνω αναφερόμενα ποσοστά, η δε εναγομένη με έγγραφο της προς την ενάγουσα, από 26.10.1994, της γνωστοποίησε ότι το επιτόκιο για το έτος 1994 είναι 16%.
Επομένως, δεύτερος λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι με ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες δέχθηκε την αγωγή, διότι: α) δεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφασή του, αν η συμφωνία μεταξύ των μερών για το τοκοφόρο της κατάθεσης έγινε πριν ή μετά την 5.6.1989, που εκδόθηκε η άνω πράξη του Διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος, που επέτρεπε το έντοκο των καταθέσεων όψεως καιβ) δεν αναφέρεται επίσης μεταξύ ποίων, που ενεργούσαν ως νόμιμοι εκπρόσωποι τους, συμφωνήθηκε το έντοκο της κατάθεσης και τα άνω κατ' έτος ποσοστά του συμφωνηθέντος επιτοκίου, και αν οι συμφωνίες αυτές ήσαν έγγραφες ή προφορικές, είναι αβάσιμος.
Από το άρθρο 559 αρ.11 περ.β' σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 106,237 εδ.1 δτοιχ.β',346 και 451 παρ.1 ΚπολΔ προκύπτει ότι ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητά του, μπορεί δε να γίνει επίκληση του εγγράφου είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με αναφορά στις προτάσεις αυτές σε συγκεκριμένο μέρος ή σελίδα των προσκομιζομένων προτάσεων προηγουμένης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, δεν συνιστά δε νόμιμη επίκληση η αναφορά του προσκομιζομένου εγγράφου στις προτάσεις προηγουμένης συζήτησης που συρράπτονται στις προτάσεις κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων προτάσεων της ήδη αναιρεσίβλητης ενώπιον του Εφετείου, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη, στις οποίες αντιγράφει και το περιεχόμενο των εγγράφων προτάσεων της ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, κατά την προηγούμενη συζήτηση της υπόθεσης, μετά την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 7628/03 παρεμπίπτουσα απόφαση του Εφετείου, κατά τρόπο που το περιεχόμενο τους αποτελεί ενιαίο σύνολο, και προς απόδειξη του ισχυρισμού της ότι το επιτόκιο της κατάθεσης για το έτος 1994 είχε συμφωνηθεί σε ποσοστό 16%, επικαλείται την από 26.10.1994 επιστολή της εναγομένης προς αυτή.
Επομένως) το Εφετείο; που έλαβε υπόψη του και το έγγραφο αυτό, δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια όπως αιτιάται με τον τρίτο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29 Φεβρουαρίου 2008 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EGF EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" για αναίρεση της υπ' αριθμ.3447/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από ευρώ δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ