155/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated155/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πρώτο και τρίτο, κατά το πρώτο μέρος τους, από το άρθρο 559 αριθμ. 11 Κ.Πολ.Δ. λόγους της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, στην οποία φέρεται ότι υπέπεσε το Εφετείο με το να μη λάβει υπόψη τα επικληθέντα και προσκομισθέντα από την αναιρεσείουσα έγγραφα, ήτοι α) την αναγγελία προσλήψεως του αναιρεσιβλήτου, β) τη βεβαίωση της Δ.Ο.Υ.
Full text
Απόφαση 155 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 155/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 15η Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείουσας : Ά. συζ. Ε. Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Γιαννακλή.
Του αναιρεσίβλητου : Π. Δ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Παπαχρήστου, βάσει δηλώσεως άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12 Απριλίου 2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 428/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 4172/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα, με την από 26 Οκτωβρίου 2004 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος-Φώτιος Χατζηπανταζής διάβασε την από 31 Οκτωβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντίδικου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, ενώ μόνο το γεγονός ότι δεν έγινε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου δεν στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, εφόσον από το περιεχόμενο της αποφάσεως συνάγεται ότι έχει ληφθεί τούτο υπόψη από το δικαστήριο.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πρώτο και τρίτο, κατά το πρώτο μέρος τους, από το άρθρο 559 αριθμ. 11 Κ.Πολ.Δ. λόγους της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, στην οποία φέρεται ότι υπέπεσε το Εφετείο με το να μη λάβει υπόψη τα επικληθέντα και προσκομισθέντα από την αναιρεσείουσα έγγραφα, ήτοι α) την αναγγελία προσλήψεως του αναιρεσιβλήτου, β) τη βεβαίωση της Δ.Ο.Υ.
Κηφισιάς, γ) τα κυρωμένα αντίγραφα των αποδείξεων πληρωμής αυτού και δ) την από 21.5.2002 εξώδικη δήλωση της αναιρεσείουσας, συνοδευόμενη από γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης, από το πρώτο των οποίων προέκυπτε ο χρόνος προσλήψεως του αναιρεσιβλήτου (18.10.2001) και η ειδικότητα αυτού ως υπαλλήλου γραφείου, από το δεύτερο η κατά την 26.9.2001 έναρξη της λειτουργίας του εργαστηρίου ελευθέρων σπουδών της αναιρεσείουσας, από το τρίτο ο μηνιαίος μισθός του αναιρεσιβλήτου, που ανερχόταν στο ποσό των 214.500 δρχ.
και από το τέταρτο η άρνηση του τελευταίου να εισπράξει τις οφειλόμενες μισθολογικές διαφορές, ένεκα της οικειοθελούς αποχωρήσεώς του, τις οποίες τελικά εισέπραξε αδιαμαρτύρητα με βάση το ως άνω γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης. Από την περιεχόμενη όμως στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη και "όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, τα οποία λαμβάνονται υπόψη, έστω και αν δεν πληρούν τους όρους του νόμου (άρθρ. 671 παρ. 1α Κ.Πολ.Δ.)", σε συνδυσμό με τις αιτιολογίες της αποφάσεως - στις οποίες αναφέρεται ότι ο αναιρεσίβλητος, όντας πτυχιούχος Διοικήσεως Επιχειρήσεων Τεχνολογικής Εκπαίδευσης, προσελήφθη τη 1.9.2001 από την αναιρεσίβλητη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί ως διευθυντής στο εργαστήριο ελευθέρων σπουδών αυτής, αντί συμφωνηθέντος μισθού, ανερχομένου στο ποσό των 507.000 δρχ.
μηνιαίως και ειδικώς ότι η σύμβαση αυτή δεν καταρτίσθηκε την 18.10.2001, για να εργασθεί ο αναιρεσίβλητος ως υπάλληλος γραφείου, αντί μισθού 214.500 δρχ. μηνιαίως, επιπλέον δε ότι η πραγματική έναρξη της λειτουργίας της επιχείρησης της αναιρεσείουσας δεν έγινε την 26.4.2001, αλλά την 1.9.2001, όπως συνηθίζεται σ' όλα τα εκπαιδευτικά κέντρα και για τον πρόσθετο λόγο ότι αυτή ήταν νεοσύστατη και ως τέτοια ήταν απαραίτητο να αρχίσει την ουσιαστική λειτουργία της πριν από την τυπική δήλωση ενάρξεως των εργασιών προς την αρμόδια Δ.Ο.Υ.
για να προετοιμάσει την οργάνωση και τη λειτουργίας της - συνάγεται αναμφίβολα ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη και τα ανωτέρω έγγραφα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις. Άρα, οι ανωτέρω λόγοι της αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Επειδή, ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 12 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, την οποία δεν είχε κατά νόμο ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, αν και την είχε κατά νόμο και όχι όταν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα. Ενόψει αυτών, για να είναι ορισμένος ο ανωτέρω λόγος της αναιρέσεως απαιτείται να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) για την απόδειξη ποιού συγκεκριμένου ισχυρισμού προσκομίσθηκε το σχετικό αποδεικτικό μέσο, β) ποιά είναι η αποδεικτική δύναμη, που προσδόθηκε σ' αυτό από το δικαστήριο της ουσίας και γ) ποιό είναι το σχετικό σφάλμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση με τους πρώτο και τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος τους, από το άρθρο 559 αριθμ. 12 Κ.Πολ.Δ. λόγους της αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο παραβίασε τους κανόνες του νόμου, ως προς τη δύναμη των ανωτέρω αποδεικτικών εγγράφων, που επικαλέσθηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα προς απόδειξη των ως άνω ισχυρισμών της. Οι λόγοι αυτοί της αναιρέσεως είναι απορριπτέοι, ως αόριστοι, διότι στο αναιρετήριο δεν εκτίθεται ποιά αποδεικτική δύναμη προσέδωσε το Εφετείο στα προαναφερόμενα έγγραφα και ποιό είναι το σχετικό σφάλμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 20 Κ.Πολ.Δ., παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από κακή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού εγγράφου, στο οποίο αποκλειστικώς ή προεχόντως στήριξε την κρίση του, απέδωσε σ' αυτό περιεχόμενο καταδήλως διάφορο του αληθινού.
Παραμόρφωση όμως με την ως άνω έννοια δεν υπάρχει όταν το δικαστήριο ανέγνωσε σωστά το έγγραφο και, αξιολογώντας το αληθινό περιεχόμενό του, οδηγήθηκε σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, αφού η κρίση του αυτή αποτελεί εκτίμηση πραγμάτων, που εκφεύγει, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., τον αναιρετικό έλεγχο (Ολ.Α.Π. 1/1999).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως πρέπει να παρατίθεται κατά λέξη στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου και το περιεχόμενο που δέχθηκε ότι είχε το δικαστήριο, καθώς και ο ουσιώδης ισχυρισμός, για την απόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε τούτο, ώστε να είναι δυνατό να ελεγχθεί από το αναιρετήριο αν το δικαστήριο ανέγνωσε σωστά ή λανθασμένα το έγγραφο και αν στήριξε αποκλειστικά ή προεχόντως σ' αυτό την κρίση του για το αποδεικτέο γεγονός.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθμ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εγγράφου της αναγγελίας περί της οικειοθελούς αποχωρήσεως του αναιρεσιβλήτου την 31.12.2001 από την εργασία του, που κατατέθηκε στον ΟΑΕΔ και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 162/3.1.2002.
Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, πέραν του ότι είναι αβάσιμος, αφού το Εφετείο όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν μόρφωσε την κρίση του αποκλειστικά ή, έστω, κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του ως άνω εγγράφου, αλλ' αντίθετα συνεκτίμησε τούτο με τις άλλες αποδείξεις για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η αναιρεσείουσα κατήγγειλε ατύπως την 1.3.2002 τη σύμβαση εργασίας του αναιρεσιβλήτου, χωρίς να καταβάλει σ' αυτόν αποζημίωση και ότι δεν αποχώρησε οικειοθελώς ο τελευταίος από την εργασία του την 31.10.2001, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ω αόριστος, αφού δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου αυτού και εκείνο που δέχθηκε ότι είχε το Εφετείο ώστε να κριθεί αν εσφαλμένα το ανέγνωσε και συνεπεία της εσφαλμένης αναγνώσεώς του, δέχθηκε ότι το περιεχόμενό του ήταν διαφορετικό από το πραγματικό.
Ο ίδιος λόγος της αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, που φέρεται να στηρίζεται και στο άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., πρέπει επίσης να απορριφθεί ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται σε τί συνίσταται η συγκεκριμένη πλημμέλεια, που προσδιορίζεται μόνο με τον αριθμό της ανωτέρω διατάξεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 26.10.2004 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. 4172/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου 2005.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Ιανουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ