Legislator Case Law & Legislation
1559/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to late supplementary grounds and vague burden of proof arguments.

Case Number 1559/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision, ruling the supplementary grounds inadmissible for being filed less than thirty days before the hearing. The appellant failed to specify the exact factual claim, the specific error in evidence allocation, and the impact on the judgment, rendering the appeal vague under Article 573 of the Code of Civil Procedure. Consequently, the court rejected the appeal and ordered the appellant to bear the legal costs of the respondent.

Legislator headnote

AI generated

Articles 569(2), 281, 573(1), 118(4), 566(1), 577(3) of the Code of Civil Procedure: Supplementary grounds of appeal must be filed at least thirty full days before the hearing; vague arguments failing to specify the factual claim, evidentiary error, and impact on the judgment are inadmissible.

Keywords

AI generated
supplementary grounds of appeal thirty days filing deadline vague appeal arguments burden of proof allocation inadmissible appeal legal costs award Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 569(2) of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Code of Civil Procedure
Article 118(4) of the Code of Civil Procedure
Article 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 573(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 591(1) of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 176(a) of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) last paragraph of the Code of Civil Procedure
Article 614(5)(a) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1559 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1559/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νίκη Κατσιαούνη, Μαρία Γιαννακοπούλου, Απόστολο Φωτόπουλο - Εισηγητή και Γεώργιο Μικρούδη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: τελούντος σε πλήρη δικαστική συμπαράσταση Ζ. Τ. του Λ., κατοίκου ..., νόμιμα εκπροσωπούμενου από την Ε. Π. του Λ., κατοίκου ομοίως ως άνω, ως δικαστικής του συμπαραστάτριας δυνάμει της 2895/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Αναστασία - Στεφανία Βαϊοπούλου, η oποία κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: δικηγορικής εταιρείας με την επωνυμία "Ι. και Μ. Μ. και συνεργάτες Δικηγορική Εταιρεία", νόμιμα εκπροσωπούμενης με έδρα την Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον νόμιμο εκπρόσωπό της Ι. Μ., ο οποίος διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο της και τον Μ. Γ., οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-10-2020 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης δικηγορικής εταιρείας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 88/2023 του ίδιου Δικαστηρίου και 2334/2024 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-9-2024 αίτησή του και 7-2-2025 προσθέτων λόγων.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο αυτοπροσώπως παρασταθείς νόμιμος εκπρόσωπος και ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Το άρθρο 569 παράγραφος 2 του ΚΠολΔ ορίζει τα εξής: "Οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης [...] ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281 [...]". Το άρθρο 281 του ΚΠολΔ ορίζει τα εξής: "Συζήτηση θεωρείται εκείνη κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της, ανεξάρτητα αν το δικαστήριο άρχισε ή όχι να εξετάζει την ουσία της.".

Από το συνδυασμό περαιτέρω των διατάξεων των άρθρων 111 παράγραφος 2, 144 παράγραφος 1, 569 παράγραφος 2 και 577 παράγραφοι 1 και 2 του ΚΠολΔ - το οποίο εφαρμόζεται αναλογικά και στους προσθέτους λόγους αναίρεσης - προκύπτει ότι στην περίπτωση κατά την οποία οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης δεν κατατέθηκαν στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, οι πρόσθετοι λόγοι της απορρίπτονται και αυτεπάγγελτα ως απαράδεκτοι.

Η ημέρα κατάθεσης των προσθέτων λόγων και η ημέρα κατά την οποία πρόκειται να συζητηθεί η αίτηση αναίρεσης δεν υπολογίζονται στην προθεσμία των τριάντα (30) ημερών που ορίζεται από το άρθρο 569 παράγραφος 2 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 33/1996, ΑΠ 62/2025, ΑΠ 145/2024). Με την από 3-9-2024 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 7637-744/3-9-2024 αίτηση αναίρεσης και με τους από 7-2-2025 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 18/10-2-2025 προσθέτους λόγους της προσβάλλεται η υπ' αριθμό 2334/3-6-2024 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών - η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων επί α) της από 26-6-2023 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 68703-3662/26-6-2023 έφεσης που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων, Ζ.

Τ. του Λ., κάτοικος ..., ο οποίος τελεί σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση και εκπροσωπείται νόμιμα στη δίκη από τη δικαστική του συμπαραστάτη, Ε. Τ.-Π., κάτοικο ... και β) της από 22-6-2023 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 68629-3658/24-6-2013 έφεσης, την οποία άσκησε η αναιρεσίβλητη, δικηγορική εταιρεία με την επωνυμία "Ι.

και Μ. Μ. και συνεργάτες Δικηγορική Εταιρεία" και έδρα την Αθήνα κατά της υπ' αριθμό 88/18-5-2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών-διαφορών από αμοιβές (άρθρα 591 παράγραφος 1 και 614 αριθμός 5 α του ΚΠολΔ).

Οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, ωστόσο, κατατέθηκαν στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου την 10-2-2025, ημέρα Δευτέρα και η ένδικη αίτηση αναίρεσης συζητήθηκε στις 11-3-2025, ημέρα Τρίτη. Προκύπτει, επομένως, ότι από την επομένη της κατάθεσης των προσθέτων λόγων αναίρεσης ημέρα έως και την προηγούμενη της συζήτησής της μεσολαβεί χρονικό διάστημα είκοσι οκτώ (28) και όχι τουλάχιστον τριάντα (30) ημερών.

Οι πρόσθετοι λόγοι συνεπώς, οι οποίοι πρέπει να συνεκδικασθούν με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 573 παράγραφος 1 και 246 του ΚΠολΔ), πρέπει σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν να απορριφθούν ως απαράδεκτοι. Αντίθετα η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα - και, συγκεκριμένα, μέσα στη διετή καταχρηστική προθεσμία που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 564 παράγραφος 3 του ΚΠολΔ, επειδή δεν προκύπτει ότι η αναιρεσιβαλλομένη επιδόθηκε - και γενικά παραδεκτά (άρθρα 552, 553 παράγραφος 1 β, 556 παράγραφος 1, 558 και 566 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ).

Πρέπει συνεπώς να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παράγραφος 3 του ΚΠολΔ). Από την επισκόπηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παράγραφος 2 του ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, ανώνυμη δικηγορική εταιρεία με την επωνυμία "Ι.

και Μ. Μ. και συνεργάτες Δικηγορική Εταιρεία" και έδρα την Αθήνα, στην από 12-10-2020 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...-2020 αγωγή της - την οποία είχε απευθύνει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και είχε στρέψει κατά του εναγομένου Ζ. Τ. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος τελεί σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση και εκπροσωπείται νόμιμα από τη δικαστική του συμπαραστάτη, Ε.

Τ.-Π., κάτοικο ..., εξέθεσε τα εξής: Ότι στις 15-2-2019 είχε καταρτίσει με τον εναγόμενο σύμβαση παροχής νομικών υπηρεσιών υπό την ειδικότερη μορφή της ανέκκλητης εργολαβίας δίκης. Ότι σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής ανέλαβε την υποχρέωση να διεξαγάγει με εταίρο της, Δικηγόρο, αστική δίκη για να προασπίσει έννομα συμφέροντα του εναγομένου και, συγκεκριμένα, να ασκήσει κατά τρίτων προσώπων - τα οποία ενέχονταν έναντι του εντολέα της είτε από αδικοπραξία, είτε ευθέως εκ του νόμου - αγωγή με αίτημα να επιδικασθεί σε αυτόν αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για την αποκατάσταση της περιουσιακής και μη περιουσιακής ζημίας, την οποία είχε υποστεί ο εναγόμενος από την αιτία που προαναφέρθηκε.

Ότι ο εναγόμενος θα είχε υποχρέωση να καταβάλει σε αυτή αμοιβή, μόνον αν η δίκη είχε επιτυχή έκβαση. Ότι η αμοιβή της, ειδικότερα, θα ανερχόταν σε ποσοστό 20% επί του συνολικού ποσού του κεφαλαίου, των τόκων και της δικαστικής δαπάνης, το οποίο θα επιδικαζόταν σε αυτόν με τελεσίδικη δικαστική απόφαση. Ότι μετά την κατάρτιση της σύμβασης εκτελούσε προσηκόντως τις υποχρεώσεις του από αυτή έως και την 9-9-2020, όταν ο εναγόμενος με την από 8-9-2020 εξώδικη δήλωσή του, την οποία επέδωσε σε αυτή στις 9-9-2020, ανακάλεσε την εντολή.

Ότι, αν ο εναγόμενος δεν είχε ανακαλέσει την εντολή, θα είχε διεξαγάγει με επιτυχία τη δίκη που είχε αναλάβει, η οποία θα κατέληγε με βεβαιότητα στην έκδοση ευνοϊκής για αυτόν τελεσίδικης δικαστικής απόφασης και ότι, τέλος, η αμοιβή που δικαιούται από τον εναγόμενο-εντολέα της ανέρχεται σε ποσοστό 20% επί του συνολικού ποσού που θα επιδικαζόταν με βεβαιότητα σε αυτόν, αν είχε εκδοθεί επί της αγωγής που προαναφέρθηκε τελεσίδικη δικαστική απόφαση.

Με το ιστορικό αυτό ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει σε αυτή ως αμοιβή για την αιτία που προαναφέρθηκε συγκεκριμένο χρηματικό ποσό νομιμότοκα. Ο εναγόμενος-εντολέας αρνήθηκε αιτιολογημένα την αγωγή και, επικουρικά, προέβαλε τον ισχυρισμό ότι στην προκειμένη περίπτωση συνέτρεχε σπουδαίος λόγος, ο οποίος μπορούσε να δικαιολογήσει την ανάκληση της ανέκκλητης εντολής, με την οποία είχε αναθέσει στην ενάγουσα- εντολοδόχο να ασκήσει με μέλος της ως πληρεξούσιο δικηγόρο του αγωγή από αδικοπραξία κατά τρίτων, επειδή σε διαφορετική περίπτωση θα δεσμευόταν υπέρμετρα τόσο η ελευθερία του προσώπου του, όσο και η ελευθερία του να διαχειρίζεται και να διαθέτει την περιουσία του.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δίκασε την υπόθεση αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών-διαφορών από αμοιβές (άρθρα 591 παράγραφος 1 και 614 αριθμός 5 α του ΚΠολΔ) και εξέδωσε την υπ' αριθμό 88/18-5-2023 οριστική απόφαση, με την οποία απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο τον επικουρικό ισχυρισμό που είχε προβάλει ο εναγόμενος για να απαντήσει στην αγωγή, την οποία περαιτέρω δέχθηκε ως εν μέρει ουσιαστικά βάσιμη και αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στην ενάγουσα ως αμοιβή συγκεκριμένο χρηματικό ποσό νομιμότοκα από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Η ενάγουσα άσκησε κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου την από 22-6-2023 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 68629-3658/24-6-2023 έφεση και ο εναγόμενος την από 26-6-2023 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 68703-3662/26-6-2023 έφεση για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και για κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Ο εναγόμενος μάλιστα προσέβαλε ειδικά την εκκαλουμένη για το λόγο ότι μετά από κακή εκτίμηση των αποδείξεων απέρριψε την ένσταση που είχε προβάλει ενώπιον του πρωτοβαθμίου ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Περαιτέρω η εκκαλούσα-ενάγουσα ζήτησε να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση με σκοπό να γίνει εν όλω δεκτή η αγωγή της κατά του εφεσιβλήτου-εναγομένου, ενώ ο εκκαλών-εναγόμενος αιτήθηκε να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή που είχε ασκήσει η εφεσίβλητη-ενάγουσα εναντίον του. Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δίκασε την υπόθεση αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία κατά την οποία είχε δικάσει και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθμό 2334/3-6-2024 τελεσίδικη απόφαση με την οποία α) απέρριψε ως αβάσιμη την από 26-6-2023 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 68703-3662/26-6-2023 έφεση που είχε ασκήσει ο εναγόμενος κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ενώ β) δέχθηκε ως βάσιμη την από 22-6-2023 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 68703-3662/26-6-2023 έφεση που είχε ασκήσει η ενάγουσα κατά της ίδιας απόφασης.

Μετά από αυτό εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε και δίκασε την αγωγή, την οποία περαιτέρω δέχθηκε ως εν μέρει ουσιαστικά βάσιμη και αναγνώρισε την υποχρέωση του εφεσιβλήτου-εναγομένου να καταβάλει στην εκκαλούσα-ενάγουσα συγκεκριμένο χρηματικό ποσό ως αμοιβή, την οποία η εκκαλούσα-ενάγουσα μπορούσε να απαιτήσει από τον εφεσίβλητο-εναγόμενο από εργολαβικό δίκης που είχε καταρτίσει με αυτόν, νομιμότοκα από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, ειδικότερα, ανελέγκτως (άρθρο 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ) τα εξής: "[...]: Στις 18-12-2014, στην περιοχή της Γλυφάδας Αττικής, έλαβε χώρα τροχαίο ατύχημα και συγκεκριμένα υπήρξε σύγκρουση μεταξύ της υπ' αριθ. ... δίκυκλης μοτοσικλέτας που οδηγούταν από τον εναγόμενο Ζ. Τ., ήδη εκπροσωπούμενο από τη μητέρα του Ε.

Π. ως δικαστική συμπαραστάτριά του [...] και του υπ' αριθμό [κυκλοφορίας ...] ΙΧΕ αυτοκινήτου που οδηγούταν από τον [...] και ήταν ασφαλισμένο στην ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία [...] με αποτέλεσμα τον σοβαρό τραυματισμό του [ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, ο οποίος], λόγω της πολύ σοβαρής κατάστασης της υγείας του μετά το ατύχημα [κατέστη ανίκανος] να επιμελείται των υποθέσεών του [...].

Για την ικανοποίηση της αξίωσης του συμπαραστατούμενου για αποζημίωση της θετικής ζημίας του, αποζημίωσης κατ' άρθρο 931 ΑΚ και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστη συνεπεία του σοβαρού τραυματισμού του κατά το ατύχημα, ο εναγόμενος, όπως εκπροσωπείται από τη δικαστική συμπαραστάτρια αυτού μητέρα του, ήρθε σε επαφή με την ενάγουσα δικηγορική εταιρία και την 15-2-2019, υπογράφηκε μεταξύ τους το από ιδίας ημερομηνίας ιδιωτικό συμφωνητικό δικηγορικής αμοιβής, που περιέχει όλα τα κατά νόμο στοιχεία για το έγκυρο αυτού, δυνάμει του οποίου, ο εναγόμενος ανέθεσε στην ενάγουσα, δικηγορική εταιρία, την εντολή να χειριστεί μόνη της ή παρέχοντας περαιτέρω σχετική εντολή και πληρεξουσιότητα σε άλλους τρίτους την υπόθεσή του κατά α) της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία [...] και β) του [υπαιτίου οδηγού] και να ασκήσει αγωγή με την οποία να ζητά να του καταβληθεί αποζημίωση για τον τραυματισμό του συνεπεία του τροχαίου ατυχήματος, που επισυνέβη την 18-12-2014 στην Άνω Γλυφάδα Αττικής, να παραστεί και να τον εκπροσωπήσει σε όλους τους βαθμούς που τυχόν αυτή φτάσει και γενικά να ενεργήσει οποιαδήποτε δικαστική ή εξωδικαστική ενέργεια κρίνει σκόπιμη για την πλήρη ικανοποίησή του αναφορικά με την παραπάνω υπόθεση και την επιτυχή έκβαση αυτής, με την υποχρέωση να πληρώσει σ' αυτή, ως δικηγορική αμοιβή, ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) επί του ποσού, το οποίο θα επιδικασθεί δικαστικώς ή θα λάβει σε περίπτωση εξώδικου διακανονισμού της υποθέσεώς του ή κατόπιν συμβιβασμού μέχρι της τακτοποιήσεως της υποθέσεώς, πλέον του αναλογούντος Φ.Π.Α., ενώ συμφωνήθηκε, ακόμη, ότι στην περίπτωση που η αγωγή γίνει τελεσιδίκως δεκτή ο εντολέας θα καταβάλει στην εντολοδόχο τη δικηγορική αμοιβή συμπεριλαμβανομένης και της δικαστικής δαπάνης που θα επιδικασθεί στον εντολέα εντός δύο (2) μηνών από την έγγραφη ειδοποίησή του από τους εκπροσώπους της εντολοδόχου και ότι σε περίπτωση εξωδικαστικής επίλυσης της διαφοράς πρέπει αυτή να είναι προϊόν γραπτής συναίνεσης εντολέα και εντολοδόχου και η δικηγορική αμοιβή θα οφείλεται με τους ίδιους ως άνω όρους συμπεριλαμβανομένης της καταβληθείσας εξωδίκως δικαστικής δαπάνης.

Ταυτόχρονα η εντολοδόχος ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει το σύνολο των δικαστικών εξόδων της δίκης ή όσων δικών και αν χρειαστούν και συμφωνήθηκε ότι δεν θα δικαιούται από τον εντολέα αμοιβής σε περίπτωση απώλειας της δίκης και ότι ο εντολέας δεν δικαιούται να υπαναχωρήσει από τη συμφωνία ούτε να ανακαλέσει την εντολή και την πληρεξουσιότητα που έδωσε, αφού αυτές αφορούν το συμφέρον της εντολοδόχου κατ' άρθρο 724 ΑΚ.

Το ανωτέρω συμφωνητικό υπογράφηκε από αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη, ενάγουσα και εναγόμενο, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, ενώ κατατέθηκε στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών και την Δ.Ο..Υ. Δ' Αθηνών [...]. Συναφώς προς τα ανωτέρω, εφόσον η καθαρή δικηγορική αμοιβή της ενάγουσας, για τις παρεχόμενες νομικές της υπηρεσίες, ήταν σε πλήρη εξάρτηση από τη θετική έκβαση της υπόθεσης και τη δικαίωση του εναγόμενου, εντολέως, είτε δικαστικώς είτε εξωδίκως, η περί εργολαβίας δίκης συμφωνία ήταν καθ' όλα έγκυρη, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της εναγομένης περί ακυρότητας της σύμβασης διότι αυτή συνεπάγεται υπερβολική δέσμευση της οικονομικής ελευθερίας του εναγόμενου και είναι υπέρμετρα επαχθής για αυτόν (άρθρο 179 ΑΚ), αφού προβλέπεται σε αυτή ότι ο εντολέας δεν δικαιούται να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση ούτε να ανακαλέσει την εντολή και πληρεξουσιότητα που έδωσε.

Ειδικότερα, αναφορικά με την ως άνω αιτίαση σημειώνεται ότι στην ένδικη σύμβαση εργολαβίας δίκης και στον υπ' αριθμόν (2) όρο αυτής προβλέπεται, μεταξύ άλλων, ότι ο εντολέας δεν δικαιούται να υπαναχωρήσει από τη συμφωνία ούτε να ανακαλέσει την εντολή και πληρεξουσιότητα που έδωσε [...]. Επομένως, η περιλαμβανόμενη στη σύμβαση εργολαβίας δίκης συμφωνία αποκλεισμού της ανάκλησης της εντολής είναι έγκυρη, με την επιφύλαξη της περίπτωσης που διαπιστωθεί η συνδρομή σπουδαίου λόγου για την ανάκληση της εντολής, οπότε η συμφωνία καθίσταται ανενεργή [...]. [Α]ποδείχθηκε ότι η ενάγουσα προέβη στις αναγκαίες ενέργειες για τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων του εναγομένου .

Συγκεκριμένα, επιμελήθηκε για τη λήψη αντιγράφων της σχηματισθείσας, στα πλαίσια αυτεπάγγελτης αστυνομικής προανάκρισης, ποινικής δικογραφίας από το επιληφθέν Τ.Τ. Ελληνικού και διαπίστωσε ότι στην έκθεση αυτοψίας, που συντάχθηκε για το ατύχημα, δεν αναφερόταν ότι ο εναγόμενος κατά το χρόνο του ατυχήματος φορούσε κράνος, το οποίο επιβεβαίωνε και ο εξετασθείς αμέσως μετά το ατύχημα στον τόπο του ατυχήματος μάρτυρας Α.

Κ., οπότε ο εκπρόσωπος της ενάγουσας δικηγορικής εταιρίας ζήτησε αμέσως από τη μητέρα του εναγόμενου να του παραδώσει το κράνος και κατά την εκδίκαση της κατά του [υπαιτίου οδηγού] κατηγορίας για την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια σε βάρος του εναγόμενου κατά τη δικάσιμο της 12-3-2019 στο Η' Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, επιμελήθηκε της εξέτασης ως μάρτυρα κατηγορίας του εργαζόμενου σε παρακείμενη επιχείρηση αυτόπτη του ατυχήματος [...], ενώ σε σχετικές ερωτήσεις του ο Α.Κ.

μεταστρέφοντας την αρχική στα πλαίσια της διενεργηθείσας αυτεπάγγελτης αστυνομικής προανάκρισης από 18-12-2014 κατάθεσή του, κατέθεσε ότι αυτό που του επέδειξε μπορεί να ήταν το κράνος του εναγόμενου. Το παραπάνω Δικαστήριο με την υπ' αριθμόν ΗΜ 1754/2019 απόφαση κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο δεχόμενο ότι ο εναγόμενος φορούσε κράνος.

Ακόμη, η ενάγουσα ανέθεσε σε φωτογράφο να φωτογραφίσει τον τόπο του ατυχήματος και τη γύρω περιοχή και στον ειδικό πραγματογνώμονα τροχαίων ατυχημάτων Ε.Μ. τη σύνταξη έκθεσης πραγματογνωμοσύνης για το ατύχημα, την οποία ο ανωτέρω πραγματογνώμονας συνέταξε την 18-10-2019 και για την οποία η ενάγουσα του κατέβαλε την αμοιβή του [...] μερίμνησε για τη συγκέντρωση των ιατρικών πιστοποιητικών από τα νοσοκομεία που νοσηλεύθηκε ο εναγόμενος και με βάση τα σημειώματα της δικαστικής συμπαραστάτριας του εναγόμενου για τις δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν για την αντιμετώπιση της κατάστασης της υγείας του της ζήτησε να του παραδώσει τις αντίστοιχες αποδείξεις πληρωμής.

Περαιτέρω, σε εκτέλεση της ανατεθείσας σχετικά εντολής, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα άσκησε για λογαριασμό του εναγόμενου, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών [...] την από 19-6-2019 και με, γενικό και ειδικό, αριθμό κατάθεσης [...] αγωγή, η οποία προσδιορίστηκε προς συζήτηση αρχικά για τη δικάσιμο της 19-1-2021.

Την αγωγή αυτή, η ενάγουσα έστρεψε κατά του υπαιτίου οδηγού και ιδιοκτήτη του ζημιογόνου Ι.Χ.Ε. οχήματος και της ασφαλίζουσας αυτό κατά το χρόνο του ατυχήματος ως άνω ασφαλιστικής εταιρίας και αιτήθηκε την επιδίκαση υπέρ του εντολέως της του ποσού α) των 388.226,20 ευρώ ως αποζημίωση για τη θετική ζημία του από το ατύχημα, β} των 600.000,00 ευρώ ως αποζημίωση κατ' άρθρο 931 ΑΚ, γ) των 400.000,00 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που αυτός υπέστη, όλα δε τα παραπάνω κονδύλια με το νόμιμο τόκο επιδικίας από την επίδοση της αγωγής και δ) των 6.848.400,00 ευρώ ως αποζημίωση της μελλοντικής ζημίας του από το ατύχημα.

Σημειώνεται ότι το περιεχόμενο της αγωγής εν γένει και τα κονδύλια των δαπανών διαμορφώθηκαν ως αιτούνται με την αγωγή κατόπιν σχετικής ενημέρωσης της ενάγουσας από τη νόμιμη αντιπρόσωπο, δικαστική συμπαραστάτρια και μητέρα, του εναγόμενου. Άλλωστε, είναι τόσο εξειδικευμένα κατ' είδος και χρόνο αγοράς ή παροχής υπηρεσιών κατά περίπτωση ώστε η ενάγουσα δεν θα μπορούσε να έχει γνώση ή να χρησιμοποιήσει εμπειρική γνώση για την περιγραφή τους.

Επομένως, η κατάθεσης της αγωγής δεν έλαβε χώρα αιφνιδίως, χωρίς προηγούμενη ενημέρωση του εναγόμενου, όπως αβάσιμα διατείνεται στις προτάσεις του. Αντίγραφο της αγωγής αυτής, των προτάσεων και της προσθήκης - αντίκρουσης η ενάγουσα παρέδωσε αμελλητί στη νόμιμη αντιπρόσωπο του εναγόμενου, προκειμένου να τεθεί υπόψη της.

Κατά το χρονικό διάστημα από την κατάθεση της αγωγής μέχρι τη συζήτησή της η ενάγουσα γνωστοποίησε στους αντιδίκους ότι προτίθεται να εξετάσει ενώπιον συμβολαιογράφου τέσσερις (4) μάρτυρες για την απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών και, συγκεκριμένα, τη μητέρα του εναγόμενου και τη γιαγιά του από τη μητρική γραμμή [...] για τις αναγκαίες συνεπεία του ατυχήματος δαπάνες του εναγόμενου και τους [...] αυτόπτες του ατυχήματος, και σχετικά δόθηκαν στη συμβολαιογράφο Αθηνών [...] οι υπ' αριθμούς ...-2019, ...-2019, ...-2019 και ...-2019 αντίστοιχα ένορκες βεβαιώσεις.

Μετά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο διαπίστωσε η ενάγουσα ότι οι αντίδικοι προσκόμισαν ως σχετικό έγγραφο, μεταξύ άλλων, την υπ' αριθμόν ...-2019 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα [...], ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών [...], την οποία είχε προσκομίσει με επίκληση ο πρώτος εναγόμενος [...] (η οποία δεν ελήφθη υπόψη από το Δικαστήριο, καθόσον δεν δόθηκε κατόπιν νομότυπης κλήτευσης του αντιδίκου του) και στην οποία ο μάρτυρας κατέθεσε ότι παρευρέθηκε στον τόπο του ατυχήματος αμέσως μετά τη σύγκρουση και ότι ο εναγόμενος δεν φορούσε κράνος.

Αφού έλαβε αντίγραφο της παραπάνω ένορκης βεβαίωσης η ενάγουσα κατέθεσε την από 29-10-2019 μήνυση κατά του παραπάνω μάρτυρα για ψευδορκία και κατά του [υπαιτίου οδηγού] για ηθική αυτουργία στην πράξη αυτή. Η δικαστική συμπαραστάτρια του εναγόμενου παρά τις επανειλημμένες προς τούτο κλήσεις της ενάγουσας δεν της προσκόμισε παραστατικά έγγραφα για την απόδειξη των αγωγικών κονδυλίων των δαπανών, παρά μόνο για μικρό μέρος αυτών μετά τη συζήτηση της υπόθεσης και την κατάθεση των προτάσεων και την προτεραία της κατάθεσης της προσθήκης - αντίκρουσης, την 28-10-2019.

Η αγωγή συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 23-10-2019, κατά την οποία η ενάγουσα παραδεκτά περιόρισε το αγωγικό αίτημα από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό [...], και επί αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 573/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία περιουσιακών διαφορών), με την οποία κρίθηκε αποκλειστικά υπαίτιος στην πρόκληση του ατυχήματος ο πρώτος εναγόμενος [...] και συνυπαίτιος σε ποσοστό 40% στην έκταση του τραυματισμού του ο ενάγων και υπό δικαστική συμπαράσταση (εδώ εναγόμενος), και κατά τα λοιπά η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή ως ουσία βάσιμη και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν στον ενάγοντα- και εναγόμενο της παρούσας δίκης [...] εις ολόκληρον έκαστος, α) το ποσό των 209.830,77 ευρώ με τον νόμιμο τόκο επιδικίας από την επίδοση της αγωγής κα[ β) το ποσό των 156,70 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 20-6-2019 μέχρι 20-6-2021, το πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα.

Ειδικότερα, αναγνωρίστηκε η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν στον ενάγοντα [...] εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 9.830,77 ευρώ ως αποζημίωση [...] (δαπάνη οικιακής βοηθού και λήψης βελτιωμένης τροφής κατά τα αναφερόμενα χρονικά διαστήματα), το ποσό των 100.000,00 ευρώ ως αποζημίωση κατ' άρθρο 931 ΑΚ και το ποσό των 100.000,00 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστη συνεπεία του ατυχήματος, ενώ τα κονδύλια για την αγορά φαρμάκων, ιατρικών ειδών, ορθοπεδικών ειδών, μίσθωση αντίστοιχων ειδών, μίσθωση ασθενοφόρου και ταξί, αμοιβές γιατρών, λογοθεραπευτών, εναλλακτικών θεραπειών και φυσιοθεραπειών, ποσού 24.511,20 ευρώ, 7.150,00 ευρώ, 10.790,00 ευρώ, 1.540,00 ευρώ και 35.935,00 ευρώ αντίστοιχα απορρίφθηκαν ως ουσία αβάσιμα, καθόσον δεν προσκομίστηκαν σχετικές αποδείξεις παροχής υπηρεσιών και τιμολόγια, δεδομένου ότι αποδείξεις δαπανών (μικρότερων των αιτουμένων ποσών) προσκομίστηκαν απαραδέκτως το πρώτον με την προσθήκη - αντίκρουση, με αποτέλεσμα να μην λαμβάνονται υπόψη, μόνη δε η ένορκη βεβαίωση της Ε.Π.

ελλείψει σχετικών νομίμων παραστατικών κρίθηκε ότι δεν αρκεί προς απόδειξη των σχετικών κονδυλίων. Μετά την έκδοση της ανωτέρω απόφασης και στα πλαίσια της ένδικης σύμβασης εντολής η ενάγουσα άσκησε κατ' αυτής στο εκδόν την απόφαση Δικαστήριο την από 5-6-2020 και υπ' αριθμόν έκθεσης κατάθεσης [...] έφεση, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 1-10-2020 με επιμέλεια της ενάγουσας, και την επέδωσε στους αντιδίκους του εναγόμενου [...].

Οι λόγοι της [...] έφεσης ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με τη συνυπαιτιότητα του εναγόμενου στην έκταση του τραυματισμού του κατά το ατύχημα και τα κονδύλια που απορρίφθηκαν. Αντίγραφο της έφεσης η ενάγουσα παρέδωσε την 24-6-2020 στη νόμιμη αντιπρόσωπο του εναγόμενου, προκειμένου να διαβιβασθεί και τεθεί υπόψη της.

Ακόμη, ζήτησε από τη δικαστική συμπαραστάτρια του εναγόμενου να της γνωστοποιήσει τα στοιχεία ενός ακόμη μάρτυρα προκειμένου αυτός να καταθέσει, ενόψει της επικείμενης συζήτησης της έφεσης, για τις καθημερινές ανάγκες του εναγόμενου και τις δαπάνες στις οποίες αυτός υποβάλλεται, καθώς και τις ανάγκες σίτισης και διαρκούς φροντίδας του.

Την 3-9-2020 σε τηλεφωνική επικοινωνία τους η ενάγουσα ενημέρωσε τη δικαστική συμπαραστάτρια του εναγόμενου ότι είχε συντάξει τις προτάσεις για τη συζήτηση της έφεσης και επέμεινε στη γνωστοποίηση των στοιχείων ενός μάρτυρα, ωστόσο η δικαστική συμπαραστάτρια του εναγόμενου απάντησε ότι δεν είχε αποφασίσει σχετικά, ενώ στη συνέχεια επανέφερε στην ενάγουσα το αίτημα για τη μείωση της δικηγορικής αμοιβής της σε ποσοστό 10%, το οποίο είχε υποβάλει και τον προηγούμενο Αύγουστο και η ενάγουσα εκ νέου απέρριψε.

Πριν, ωστόσο, από τη συζήτηση της έφεσης κατά την ορισθείσα δικάσιμο και, συγκεκριμένα, την 9-9-2020, ο εναγόμενος δια της δικαστικής συμπαραστάτριάς του κοινοποίησε στην ενάγουσα καταγγελία της σύμβασης εντολής και προέβη σε ανάκληση της δοθείσας πληρεξουσιότητας, επικαλούμενος υπαίτια παράβαση εκ μέρους της ενάγουσας των μεταξύ τους συμφωνηθέντων, καθόσον δεν επέδειξε επιμέλεια, αλλά αδιαφορία στο χειρισμό της ανατεθείσας σε αυτή υπόθεσης και, συγκεκριμένα (α) δεν εξέτασε μάρτυρα κατά τη συζήτηση της ασκηθείσας αγωγής στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, (β) προσκόμισε αποδεικτικά έγγραφα με την προσθήκη επί των προτάσεων, γ} δεν κατέβαλε το αναλογούν στο καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής τέλος δικαστικού ενσήμου, παρότι ανέλαβε όλα τα δικαστικά έξοδα της υπόθεσης, (δ) άσκησε έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, παρότι αμέσως μετά την έκδοσή της του είχε γνωστοποιήσει προφορικά ότι δεν επιθυμεί τη συνέχιση της συνεργασίας τους και την άσκηση από την ίδια της έφεσης και ενώ η ενάγουσα είχε συμφωνήσει να αποχωρήσει από τον χειρισμό της υπόθεσης και να του παραδώσει τον σχετικό φάκελο και απαίτησε προς τούτο το ποσό των 6.000,00 ευρώ και αργότερα το ποσό των 60.000,00 ευρώ.

Την εν λόγω καταγγελία η ενάγουσα απέκρουσε ως αναληθή, ως προς τους επικαλούμενους σε αυτή λόγους, με την από 10-9-2020 εξώδικη διαμαρτυρία - δήλωση, την οποία επέδωσε στον εναγόμενο και κοινοποίησε στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών. Οι προβαλλόμενοι ως άνω λόγοι ανάκλησης της εντολής, ωστόσο, αξιολογούνται από το παρόν Δικαστήριο ως μη αληθείς και προκειμένου να αιτιολογήσουν τη μεταστροφή της στάσης του εναγόμενου, χωρίς να συνιστούν την έννοια του σπουδαίου λόγου που να δικαιολογεί την ανάκληση της εντολής.

Ο εναγόμενος καταλογίζει στην ενάγουσα έλλειψη επιμέλειας στον χειρισμό της ανατεθείσας σε αυτή υπόθεσής του και αδιαφορία για την τύχη της αγωγής, που ασκήθηκε στα πλαίσια της ένδικης σύμβασης εντολής. Ωστόσο, η συμπεριφορά που της αποδίδει έρχεται σε ευθεία αντίθεση τόσο με την έννοια της εργολαβίας της δίκης, στα πλαίσια της οποίας η αμοιβή του δικηγόρου και το ύψος της εξαρτάται από την επιτυχή έκβαση της δίκης, όσο και με το συμφέρον της ενάγουσας να υπολογιστεί η αμοιβή της με βάση υπολογισμού το μεγαλύτερο κατά το δυνατόν ποσό ως επιδικαζόμενο.

Ειδικότερα, ο ισχυρισμός του εναγόμενου περί πλημμελούς χειρισμού της υπόθεσης από την ενάγουσα, διότι δεν εξέτασε μάρτυρα κατά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν ευσταθεί, καθόσον αυτή ζήτησε την εξέταση ως μάρτυρα του πραγματογνώμονα Ε. Μ., που συνέταξε την από 18-10-2019 έκθεση πραγματογνωμοσύνης για το ατύχημα, ωστόσο το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατά τη συζήτηση της αγωγής απηύθυνε ερώτηση προς τον πραγματογνώμονα εάν επιβεβαιώνει το περιεχόμενο της συνταχθείσας σχετικά έκθεσής του και μετά την καταφατική απάντησή του θεώρησε ότι δεν είναι αναγκαία η εξέτασή του στο ακροατήριο.

Ο δε ισχυρισμός του εναγόμενου περί αδιαφορίας της ενάγουσας για τη συλλογή των αποδείξεων για την υποστήριξη των αγωγικών κονδυλίων αξιολογείται ως αβάσιμος, δεδομένου ότι η ενάγουσα προέβη στις απαραίτητες ενέργειες προκειμένου να εξασφαλίσει αποδεικτικά στοιχεία (μάρτυρες, ένορκες βεβαιώσεις, πιστοποιητικά νοσηλείας) για την υποστήριξη της αγωγής, πολλάκις δε πριν τη συζήτηση της αγωγής επεσήμανε στη δικαστική συμπαραστάτρια του εναγόμενου την ανάγκη και τη σημασία της έγκαιρης δικονομικά προσκόμισης των νομίμων παραστατικών εγγράφων προς υποστήριξη των αγωγικών κονδυλίων των συναφών με τις δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε ο εναγόμενος συνεπεία του ατυχήματος, χωρίς να είναι δυνατή η οποιαδήποτε συνδρομή της ως εντολοδόχου, αφού κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας τα εν λόγω έγγραφα μόνο η δικαστική συμπαραστάτρια μπορούσε να έχει στην κατοχή της, η οποία, ωστόσο, δεν ανταποκρίθηκε, εγκαίρως και πλήρως, στη σχετική και επαναλαμβανόμενη κλήση της ενάγουσας.

Ο εναγόμενος, ακόμη, καταλογίζει στην ενάγουσα ως στοιχείο και ένδειξη του πλημμελούς χειρισμού της υπόθεσής του το γεγονός ότι περιόρισε το αίτημα της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό και δεν κατέβαλε το αναλογούν σε αυτό τέλος δικαστικού ενσήμου, παρότι είχε αναλάβει το σύνολο των δικαστικών εξόδων στη διεκδίκηση των αξιώσεών τον εκ του ατυχήματος.

Η ενέργεια αυτή της ενάγουσας δεν συνιστά πλημμελή εκτέλεση της εντολής εκ μέρους της, καθόσον σε κάθε περίπτωση το τέλος δικαστικού ενσήμου θα κατέβαλε η ίδια για την καταψήφιση του ποσού που τελεσίδικα θα επιδικαζόταν προκειμένου να λάβει την αμοιβή της. Η δε άσκηση της έφεσης εντάσσεται στα πλαίσια της παρασχεθείσας στην ενάγουσα εντολής, η οποία κατά το χρόνο άσκησης του ενδίκου μέσου δεν είχε ανακληθεί από τη δικαστική συμπαραστάτρια του εναγόμενου, αντιθέτως η τελευταία μέχρι την 24-6-2020 είχε επιβεβαιώσει κατ' επανάληψη την εμπιστοσύνη της στην ενάγουσα και την επιστημονική της εργασία, παραμελώντας στη συνέχεια να προτείνει μάρτυρα για την υποστήριξη της υπόθεσης και αιτούμενη μόνο τη μείωση του ποσοστού της αμοιβής της ενάγουσας από τον Αύγουστο του 2020.

Η επικαλούμενη από τον εναγόμενο επιγενόμενη της αρχικής εντολής και σε κατάργηση αυτής συμφωνία στα πλαίσια της οποίας η ενάγουσα είχε συμφωνήσει να του παραδώσει τον φάκελο της υπόθεσης και απαίτησε για τον λόγο αυτό αρχικά το ποσό των 6.000,00 ευρώ και αργότερα, σε τηλεφωνική τους επικοινωνία τον μήνα Ιούνιο του έτους 2020, το ποσό των 60.000,00 ευρώ, αίτημα που επανέλαβε η ενάγουσα την 7-9-2020, δεν αποδείχθηκε από κανένα αξιόπιστο αποδεικτικό μέσο.

Η δικαστική συμπαραστάτρια του εναγόμενου δεν προσδιορίζει τον χρόνο της επικαλούμενης συμφωνίας για καταβολή 6.000,00 ευρώ, ενώ στην από 16-9-2020 αναφορά της κατά της ενάγουσας στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, με την οποία ζητά να αρθεί η επίσχεση των εγγράφων της υπόθεσης και να υποχρεωθεί η ενάγουσα ενόψει της συζήτησης της έφεσης την 1-10-2020 να της παραδώσει τα έγγραφα που κατέχει, η δικαστική συμπαραστάτρια του εναγόμενου αντιφατικά αναφέρει ότι την 11-6-2020 παρουσία και του συζύγου της, όχι δε κατά τη διάρκεια τηλεφωνικής επικοινωνίας τους, η ενάγουσα αιτήθηκε το ίδιο ποσό των 60.000,00 ευρώ και ότι οι ίδιοι μετά από διαμαρτυρίες αποχώρησαν.

Επί της ως άνω αναφοράς, για την οποία η ενάγουσα κατέθεσε το από 21-10-2020 υπόμνημα με τις θέσεις της, εκδόθηκε η με αριθμό 1/2021 πράξη του Προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, με την οποία ήρθη η επίσχεση του συνόλου των εγγράφων της υπόθεσης και υποχρεώθηκε η ασκούσα την επίσχεση ενάγουσα να αποδώσει εντός της ορισθείσας προθεσμίας τον φάκελο της υπόθεσης στη Γραμματεία του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών ή στον πληρεξούσιο δικηγόρο της, υπό τον όρο κατάθεσης εγγυοδοσίας από τον εναγόμενο-αιτούντα ποσού 25.000,00 ευρώ.

Ενόψει των ανωτέρω παραδοχών, αποδεικνύεται [...] ότι η [...] ανάκληση της εντολής του εναγόμενου, εκκρεμούσης της έφεσης που είχε ασκηθεί κατά της υπ' αριθμόν 573/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών [...] έγινε χωρίς σπουδαίο λόγο, καθόσον η διένεξή τους δεν προέκυψε αναφορικά με τον τρόπο χειρισμού της υπόθεσης εκ μέρους της ενάγουσας, ενόψει του ότι ο εναγόμενος [...] δεν είχε μέχρι το χρόνο εκείνο οποιοδήποτε παράπονο από την ενάγουσα ή οποιαδήποτε διαφωνία σχετικά με τον χειρισμό της συγκεκριμένης υπόθεσής του, αλλά λόγω της διαφωνίας τους σχετικά με τη μείωση του ποσοστού της δικηγορικής αμοιβής της επί της μέλλουσας να εισπραχθεί αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης, την οποία αιτήθηκε ο εναγόμενος.

Κατά συνέπεια, ο μοναδικός λόγος της πρώτης έφεσης που ασκήθηκε από τον εναγόμενο της παρούσας δίκης και αφορά την ύπαρξη σπουδαίου λόγου που να δικαιολογεί την ανάκληση της εντολής που έδωσε στην ενάγουσα για το χειρισμό της υπόθεσης της αποζημίωσης του εναγομένου για τη ζημία που υπέστη στο προαναφερόμενο τροχαίο ατύχημα με τη συναφθείσα σύμβαση εργολαβίας δίκης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Ενόψει των ανωτέρω, εάν δεν μεσολαβούσε η ανάκληση της εντολής εκ μέρους του εναγόμενου, θα πληρωνόταν ο όρος του εργολαβικού της δίκης περί επιτυχούς έκβασης της υπόθεσης, ώστε να δικαιούται η ενάγουσα τη συμφωνηθείσα, με το από 15-2-2019 ιδιωτικό συμφωνητικό, αμοιβή της, ποσοστού 20%, αφού, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω στη μείζονα σκέψη της παρούσας, τότε μόνο γεννάται η σχετική απαίτηση του, εντολοδόχου για είσπραξη της συμφωνηθείσας αμοιβής σε περίπτωση αδικαιολόγητης ανάκλησης της εντολής, ήτοι όταν πληρούται η αναβλητική αίρεση περί επιτυχούς διεξαγωγής της δίκης ή επίλυσης της διαφοράς με συμβιβασμό ή περαίωση της αναληφθείσας δικηγορικής εργασίας.

Η πλήρωση της αίρεσης αποδεικνύεται και από το περιεχόμενο της υπ' αριθ. 4561/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκε μετά την άσκηση από την ενάγουσα (για λογαριασμό του εναγόμενου) της από 5-6-2020 [...] έφεσης η οποία συνεκδικάστηκε με τις από 26-6-2020 [...] και από 6-7-2020 [...] αντίθετες εφέσεις των εναγόμενων της αρχικής δίκης κατά της υπ' αριθ. 573/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών , καθώς και με την από 11-1-2021 [...] αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση της ενάγουσας της παρούσας δίκης υπέρ του εναγομένου, με την οποία (απόφαση) οι εφέσεις [των εναγομένων] απορρίφθηκαν, ενώ έγινε δεκτή η [...] έφεση [του ενάγοντος και εναγομένου στην παρούσα δίκη] και η υπέρ του εκκαλούντος πρόσθετη παρέμβαση και με αυτή (απόφαση) έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή του εναγόμενου της παρούσας δίκης αναγνωρίστηκε η υποχρέωση των εναγόμενων να καταβάλλουν εις ολόκληρον ο καθένας στον εναγόμενο της παρούσας δίκης [...] εφάπαξ το ποσό των 418.624, 81 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, που για το χρονικό διάστημα μέχρι την ανάκληση της εντολής υπολογίζεται στο ποσό των 47.348,83 ευρώ και το ποσό των 700 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 20-6-2019 έως και 20-6-2029 (συνολικά 84.000 ευρώ) , ενώ οι εναγόμενοι της αρχικής δίκης καταδικάστηκαν στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του εναγόμενου της παρούσας δίκης ύψους 7.000 ευρώ.

Περαιτέρω, με το δεύτερο όρο της επίδικης σύμβασης εργολαβίας δίκης συμφωνήθηκε να καταβληθεί στη ενάγουσα, ως δικηγορική αμοιβή, ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) επί του ποσού, το οποίο θα επιδικασθεί δικαστικώς [...] πλέον του αναλογούντος Φ.Π.Α., ενώ συμφωνήθηκε, ακόμη, ότι στην περίπτωση που η αγωγή γίνει τελεσιδίκως δεκτή ο εντολέας θα καταβάλει στην εντολοδόχο τη δικηγορική αμοιβή συμπεριλαμβανομένης και της δικαστικής δαπάνης που θα επιδικασθεί στον εντολέα, το οποίο όμως (ποσό της δικαστικής δαπάνης συν ΦΠΑ) με την εκκαλουμένη απόφαση δεν επιδικάστηκε στην ενάγουσα.

Κατά συνέπεια, η ενάγουσα δικαιούται να λάβει από τον εναγόμενο το συνολικό ποσό των (418.624,81+ 47.348,83 + 84.000 + 7.000 X 20%) = 111.395 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 24%=133.674 ευρώ. Κατόπιν τούτων, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο [...] εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις. Πρέπει, συνεπώς, να γίνει δεκτή η [...] έφεση [της ενάγουσας] ως και κατ' ουσία βάσιμη, να εξαφανισθεί στο σύνολό της η εκκαλούμενη απόφαση και [...] να γίνει δεκτή η αγωγή κατά ένα μέρος και να υποχρεωθεί η εφεσίβλητη και εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 133.674 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση [...].". 3.α.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδάφιο α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται (...) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (...). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται α) αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, β) αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές και γ) αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, η ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκαν ως μη νόμιμες ή, αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγιναν δεκτές ως νόμιμες ή απορρίφθηκαν ως ουσιαστικά αβάσιμες ή έγιναν δεκτές ως ουσιαστικά βάσιμες. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε την υπόθεση στην ουσία, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανέλεγκτα ότι αποδείχθηκαν, όπως και από την υπαγωγή τους στο νόμο.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Αυτό συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα αρκούσαν για την εφαρμογή του, όπως, τέλος, και όταν υπήγαγε τα ίδια γεγονότα σε κανόνα δικαίου, στον οποίο όμως δεν υπάγονταν (ΟλΑΠ 5/2023).

Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 724 και 725 εδάφιο β σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 672, 752 και 766 του ΑΚ - οι οποίες ρυθμίζουν η λύση διαρκών συμβάσεων για σπουδαίο λόγο - προκύπτει ότι ο εντολέας μπορεί να ανακαλέσει εντολή για σπουδαίο λόγο, ακόμη και αν είχε παραιτηθεί ρητά από το δικαίωμα αυτό. Η ρύθμιση αυτή εφαρμόζεται και στην εργολαβία δίκης, επειδή πρόκειται για διαρκή έννομη σχέση.

Σπουδαίος λόγος που μπορεί να δικαιολογήσει την ανάκληση ανέκκλητης εντολής σε εργολαβία δίκης συντρέχει, όταν στη συγκεκριμένη περίπτωση η ανάκληση μπορεί να δικαιολογηθεί από την καλή πίστη και από τα συναλλακτικά ήθη (άρθρο 288 του ΑΚ), όπως συμβαίνει, ενδεικτικά, όταν ο εντολοδόχος-δικηγόρος καθυστερεί αδικαιολόγητα να εκτελέσει την εντολή ή την εκτελεί πλημμελώς και, ειδικότερα, κατά τρόπο που καθιστά βέβαιο κατ' αντικειμενική κρίση ότι η υπόθεση που ανέλαβε να διεξαγάγει ως πληρεξούσιος δικηγόρος του εντολέα του δεν θα έχει επιτυχή έκβαση (πρβλ.

ΑΠ 486/2017, ΑΠ 1296/2013, ΑΠ 1663/2003, ΑΠ 1634/2003). Στον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων εκθέτει ότι το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβίασε ευθέως - με εσφαλμένη εφαρμογή - τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 724 και 725 παράγραφος 1 εδάφιο α του ΑΚ με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ και να πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί.

Ο αναιρεσείων επικαλείται, ειδικότερα, α) ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε ότι η σύμβαση εργολαβίας δίκης - την οποία είχε καταρτίσει με την αναιρεσίβλητη - είχε συμφωνηθεί έγκυρα ανέκκλητη και ότι συνεπώς δεν είχε δικαίωμα να ανακαλέσει την εντολή με την οποία είχε αναθέσει σε αυτή ως εντολοδόχο να ασκήσει με μέλος της ως πληρεξούσιο δικηγόρο του αγωγή από αδικοπραξία κατά τρίτων, μολονότι στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχε σπουδαίος λόγος, ο οποίος μπορούσε να δικαιολογήσει την ανάκληση της εντολής, διότι σε διαφορετική περίπτωση θα δεσμευόταν υπέρμετρα τόσο η ελευθερία του προσώπου του, όσο και η ελευθερία του να διαχειρίζεται και να διαθέτει την περιουσία του και, επιπλέον, β) ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν εκτίμησε και δεν αξιολόγησε αποδεικτικά μέσα (έγγραφα και ιδίως ιατρικά πιστοποιητικά, μάρτυρες, ένορκες βεβαιώσεις κ.λπ.) που είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει και στην κατ' έφεση δίκη και τα οποία ήταν πρόσφορα να αποδείξει τη βασιμότητα του ισχυρισμού του που προαναφέρθηκε.

Ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, τέλος, ότι, αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεχόταν ότι είχε δικαίωμα να ανακαλέσει την ανέκκλητη εντολή για σπουδαίο λόγο και, περαιτέρω, αν εκτιμούσε ορθά τις αποδείξεις, θα απέρριπτε ως αβάσιμη την έφεση, την οποία είχε ασκήσει η αναιρεσίβλητη κατά της οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, θα δεχόταν ως βάσιμη τη δική του έφεση κατά της ίδιας απόφασης, θα εξαφάνιζε για το λόγο αυτό την εκκαλουμένη και θα απέρριπτε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή που είχε ασκήσει η αναιρεσίβλητη εναντίον του.

Από την επισκόπηση, ωστόσο, του περιεχομένου της αναιρεσιβαλλομένης (άρθρο 561 παράγραφος 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο κατά το στάδιο έρευνας των εφέσεων κατά της εκκαλουμένης οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, τις οποίες συνεκδίκασε, δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων, μολονότι η σύμβαση εργολαβίας δίκης, την οποία είχε καταρτίσει με την αναιρεσίβλητη, είχε συμφωνηθεί έγκυρα ανέκκλητη, είχε δικαίωμα από το νόμο να ανακαλέσει την εντολή για σπουδαίο λόγο, ο οποίος μπορούσε να δικαιολογήσει την ανάκλησή της, διότι σε διαφορετική περίπτωση θα δεσμευόταν υπέρμετρα η ελευθερία τόσο του προσώπου του αναιρεσείοντος, όσο και η ελευθερία του να διαχειρίζεται και να διαθέτει την περιουσία του.

Ο λόγος αναίρεσης συνεπώς που προαναφέρθηκε ως προς το πρώτο σκέλος του πρέπει να απορριφθεί, επειδή στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης ως προς το δεύτερο σκέλος του πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, επειδή ο αναιρεσείων με τη συγκεκριμένη αιτίαση αποδίδει ουσιαστικά στην αναιρεσιβαλλομένη σφάλμα κατά την εκτίμηση και αξιολόγηση πραγματικών γεγονότων - βάσει των οποίων κατέληξε στο αποδεικτικό της πόρισμα ότι αν δεν μεσολαβούσε η ανάκληση της εντολής εκ μέρους του εναγομένου η οποία ήταν αδικαιολόγητη, θα πληρωνόταν ο όρος του εργολαβικού της δίκης, ώστε να δικαιούται η ενάγουσα τη συμφωνηθείσα με το από 15.2.2019 ιδιωτικό συμφωνητικό αμοιβή της, ποσοστό 20% και ποσού 133.674 ευρώ - το οποίο, ωστόσο, δεν ελέγχεται αναιρετικά (άρθρο 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ). 3.β.

Το άρθρο 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ ορίζει ότι: "Αναίρεση επιτρέπεται (...) αν το δικαστήριο παρά το νόμο [...] δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης [...]". "Πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής θεωρούνται και οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι θεμελιώνουν την ιστορική βάση και στηρίζουν το αίτημα - μεταξύ άλλων - ένστασης ή αποτελούν λόγο έφεσης (ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 20/2023).

Αν με το συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης προσβάλλεται απόφαση δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ο αναιρεσείων πρέπει να εκθέτει στο αναιρετήριο -μεταξύ άλλων - ότι είχε προβάλει τον ισχυρισμό αυτό παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και ότι τον είχε επαναφέρει παραδεκτά και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου κατά περίπτωση είτε με λόγο έφεσης ή πρόσθετο λόγο έφεσης, είτε με τις προτάσεις του ως εφεσίβλητος κατά τη διάταξη του άρθρου 527 του ΚΠολΔ.

Σε διαφορετική περίπτωση ο λόγος αναίρεσης που προαναφέρθηκε είναι αόριστος και απορρίπτει συνεπώς ως απαράδεκτος (άρθρο 562 παράγραφος 2 του ΚΠολΔ, ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 220/2024). Στο δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων εκθέτει ότι το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ και να πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί.

Ο αναιρεσείων επικαλείται, ειδικότερα, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλομένη παρέλειψε να λάβει υπόψη του ισχυρισμούς του, οι οποίοι θεμελίωναν την ιστορική βάση της ένστασής του ότι είχε δικαίωμα να ανακαλέσει την ανέκκλητη εντολή προς την αναιρεσίβλητη να ασκήσει με εταίρο της ως πληρεξούσιο δικηγόρο του αγωγή αποζημίωσης από αδικοπραξία κατά τρίτων, διότι την εκτελούσε πλημμελώς και, συγκεκριμένα, επειδή α) δεν είχε αναφέρει στην αγωγή αυτή ότι κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του σε ιατρική μονάδα μετά το ατύχημα που είχε υποστεί κατέβαλλε ο ίδιος τις δαπάνες για την ειδική διατροφή που ήταν απαραίτητη για την ταχύτερη ανάρρωσή του, β) ανέφερε ανακριβώς στην αγωγή ότι δαπάνησε συγκεκριμένο χρηματικό ποσό για αγορά "ουροσυλλέκτη" και όχι "ουροκαθετήρα", γ) δεν κατέστησε σαφές σε αυτή ότι αντιμετώπιζε δυσφαγία και ότι είχε υποστεί πάρεση στις φωνητικές του χορδές, δ) ανέφερε ανακριβώς τα στοιχεία ταυτότητας, τις ειδικότητες και την ακριβή φύση των ιατρικών και παραϊατρικών υπηρεσιών που παρείχαν σε αυτόν φυσικοθεραπευτές, λογοθεραπευτές και νοσηλευτές, όπως και το ύψος της δαπάνης που είχε απαιτηθεί για τις ιατρικές υπηρεσίες που είχε παράσχει σε αυτόν ιατρός-εντατικολόγος, ε) δεν είχε εξειδικεύσει στην αγωγή τις δαπάνες που είχε καταβάλει για τη μίσθωση αναπηρικού αμαξιδίου και λοιπών βοηθητικών της κίνησής του τροχοφόρων, στ) δεν είχε αιτηθεί την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης σε μέλη της οικογένειάς του, ζ) προτίμησε να εξετάσει μάρτυρες ενώπιον Συμβολαιογράφου και όχι στο ακροατήριο του δικαστηρίου που δίκασε την αγωγή του κατά τρίτων από αδικοπραξία, η) έτρεψε το αίτημα της αγωγής του από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, θ) δεν τον ενημέρωσε για τον τρόπο κατά τον οποίο θα χειριζόταν την υπόθεση στο ακροατήριο και τα αποδεικτικά μέσα τα οποία θα έπρεπε να συλλέξει και να θέσει υπόψη της για να διασφαλισθεί η επιτυχής έκβαση της υπόθεσης και η) άσκησε έφεση κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου παρά την αντίθετη βούλησή του.

Ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, τέλος, ότι αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο - κατά το στάδιο έρευνας της έφεσής του κατά της εκκαλουμένης οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου - λάμβανε υπόψη του τους ισχυρισμούς της που προαναφέρθηκαν, θα απέρριπτε ως αβάσιμη την έφεση που είχε ασκήσει η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη κατά της εκκαλουμένης οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, θα δεχόταν ως βάσιμη την έφεση που είχε ασκήσει ο ίδιος ως εναγόμενος κατά της ίδιας απόφασης, θα εξαφάνιζε για το λόγο αυτό την εκκαλουμένη και θα απέρριπτε την αγωγή, την οποία είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα εναντίον του.

Ο λόγος αναίρεσης που προαναφέρθηκε είναι αόριστος και πρέπει επομένως να απορριφθεί ως απαράδεκτος (άρθρο 562 παράγραφος 2 του ΚΠολΔ), επειδή ο αναιρεσείων δεν επικαλείται στο αναιρετήριο α) ότι είχε προβάλει ως εναγόμενος ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου τους ισχυρισμούς που προαναφέρθηκαν για να θεμελιώσει την ιστορική βάση της ένστασής του, την οποία είχε προβάλει ως απάντηση στην αγωγή και, συγκεκριμένα, ότι είχε δικαίωμα να ανακαλέσει την ανέκκλητη εντολή προς την αναιρεσίβλητη να ασκήσει με εταίρο της ως πληρεξούσιο δικηγόρο του αγωγή αποζημίωσης από αδικοπραξία κατά τρίτων, διότι έως και το χρόνο της ανάκλησης διεξήγαγε πλημμελώς την υπόθεση και β) ότι είχε επαναφέρει τους ίδιους ισχυρισμούς και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου είτε ως εκκαλών με ειδικό λόγο έφεσης, είτε ως εφεσίβλητος με τις προτάσεις του κατά τη διάταξη του άρθρου 527 του ΚΠολΔ. 3.γ.

Το άρθρο 559 αριθμός 13 του ΚΠολΔ ορίζει ότι: "Αναίρεση επιτρέπεται [...] αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης.". Περαιτέρω το άρθρο 338 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ ορίζει ότι: "Κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.".

Το βάρος της απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και σε αντικειμενικό. Το υποκειμενικό βάρος απόδειξης καθορίζει το διάδικο, ο οποίος έχει το καθήκον να επικαλεσθεί και να προσκομίσει τα αποδεικτικά μέσα που είναι αναγκαία για να αποδείξει τα γεγονότα που θεμελιώνουν την ιστορική βάση και δικαιολογούν το αίτημα αυτοτελούς αίτησης ή ανταίτησής του.

Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση του άρθρου 341 του ΚΠολΔ με το άρθρο 14 παράγραφος 1 του ν. 2915/2001. Το αντικειμενικό βάρος απόδειξης καθορίζει το διάδικο, ο οποίος φέρει τις συνέπειες από την απόρριψη της αυτοτελούς αίτησής ή ανταίτησής του ως αναπόδεικτης από έλλειψη ή ανεπάρκεια αποδείξεων (ΑΠ 1693/2017) και όχι επειδή θεωρήθηκαν επαρκείς οι αποδείξεις για την απόδειξη του αντιθέτου (ΑΠ 1276/2024, ΑΠ 946/2024, ΑΠ 258/2023).

Ο λόγος αναίρεσης που προαναφέρθηκε είναι ορισμένος, όταν ο αναιρεσείων εκθέτει στο δικόγραφο της αναίρεσης α) το συγκεκριμένο ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, ο οποίος θεμελίωνε αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση, β) το σφάλμα στο οποίο υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας κατά την κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, γ) την επίδραση που είχε ο ισχυρισμός αυτός στο διατακτικό της απόφασης και δ) - σε περίπτωση που η πλημμέλεια που προαναφέρθηκε αποδίδεται στην οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου - ότι είχε προβάλει νόμιμα (άρθρο 562 παράγραφος 2 του ΚΠολΔ) ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου - το οποίο εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση - τον ισχυρισμό ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε κατανείμει εσφαλμένα το αντικειμενικό βάρος απόδειξης (ΑΠ 258/2023, ΑΠ 1551/2022, ΑΠ 555/2019, 275/2017).

Στον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων εκθέτει ότι το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση εφάρμοσε εσφαλμένα τη διάταξη του άρθρου 338 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ ως προς το βάρος της απόδειξης με αποτέλεσμα να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 13 του ΚΠολΔ και να πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί, όπως ειδικότερα αναφέρει στο αναιρετήριο.

Ο αναιρεσείων όμως δεν εκθέτει στο αναιρετήριο α) ποιος ήταν ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός, ο οποίος θεμελίωνε αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του, β) ποιο ήταν το σφάλμα στο οποίο υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας κατά την κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης και γ) ποια επίδραση είχε ο ισχυρισμός αυτός στο διατακτικό της απόφασης.

Ο λόγος συνεπώς αναίρεσης που προαναφέρθηκε είναι αόριστος και πρέπει για το λόγο αυτό να απορριφθεί ως απαράδεκτος (άρθρα 573 παράγραφος 1, 118 αριθμός 4, 566 παράγραφος 1 και 577 παράγραφος 3 του ΚΠολΔ). Ακόμη, ωστόσο, και αν εκτιμηθεί ότι ο αναιρεσείων επικαλείται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλομένη παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 262 παράγραφος 1 και 338 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ με συνέπεια να απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένστασή του ότι στην προκειμένη περίπτωση συνέτρεχε σπουδαίος λόγος, ο οποίος μπορούσε να δικαιολογήσει την ανάκληση της ανέκκλητης εντολής, διότι έως και το χρόνο της ανάκλησης η αναιρεσίβλητη διεξήγαγε πλημμελώς την υπόθεση που είχε αναλάβει να διεκπεραιώσει, ο ίδιος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, επειδή το αντικειμενικό βάρος απόδειξης της ένστασης που είχε προβάλει ο αναιρεσείων έφερε ο ίδιος και όχι η αναιρεσίβλητη-ενάγουσα (πρβλ.

ΑΠ 1841/2023, ΑΠ 932/2017 ότι είναι ένσταση ο ισχυρισμός του εντολέα περί δικαιολογημένης ανάκλησης της εντολής επί αγωγικού ισχυρισμού του εντολοδόχου περί αδικαιολόγητης ανάκλησης της εντολής).

4. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν - και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα - η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις πρέπει - μετά από νόμιμο και βάσιμο αίτημά της - να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, ο οποίος ηττήθηκε στη δίκη (άρθρα 591 παράγραφος 1, 106, 176 εδάφιο α, 191 παράγραφος 2, 183 και 189 του ΚΠολΔ) και το παράβολο που κατέθεσε ο αναιρεσείων πρέπει να επιστραφεί σε αυτόν, επειδή δεν είχε νόμιμη υποχρέωση να καταθέσει παράβολο για το παραδεκτό της αναίρεσης (άρθρο 495 παράγραφος 3 εδάφιο τελευταίο και 614 αριθμός 5 α του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-9-2024 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 7637-744/3-9-2024 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμό 2334/3-6-2024 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και τους από 7-2-2025 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 18/10-2-2025 προσθέτους λόγους της.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, το ύψος των οποίων ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ.

Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του υπ' αριθμό .../2024 παραβόλου ηλεκτρονικής πληρωμής ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2025.

Ο ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Σεπτεμβρίου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ