Supreme Court dismisses appeal against final judgment on creditor's right to claw back property transfers harming their claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by three individuals against the final judgment of the Athens Court of Appeal. The appellants argued that the lower court erred in assessing evidence regarding the debtor's remaining assets and family status to determine if transfers harmed creditors. The court held that the second-instance judge properly evaluated all submitted evidence without error and that the appeal lacked substantive grounds.
Legislator headnote
AI generatedArticles 939, 941, 942, 943 of the Civil Code; The creditor's right to claw back property transfers is established when the debtor's remaining assets are insufficient to satisfy the debt, provided the transfer occurred after the claim arose and caused damage to the creditor.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1559 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1559/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Φ. του Ι., 2) Ε. Φ. του Π., 3) Ο. Κ. του Θ., συζύγου Π. Φ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κούκο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "EUROBANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικά αναιρεσιβλήτου Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Μητσιμπούνα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/9/2015 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 144/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2799/2019 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20/3/2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Με την από 20.03.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 2799/2019 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, και δέχθηκε μεν τύποις, αλλά απέρριψε κατ` ουσίαν την έφεση των τότε εκκαλούντων-εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, κατά της εκδοθείσας κατά την αυτή διαδικασία με αριθ. 144/2018 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή της τότε εφεσίβλητης-ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και είχε απαγγελθεί η διάρρηξη των αναφερόμενων σ` αυτή καταδολιευτικών δικαιοπραξιών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ).
2. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939, 941, 942, 943 ΑΚ συνάγεται ότι οι δανειστές δικαιούνται να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίησή τους. Προϋποθέσεις προστασίας των δανειστών είναι : 1) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη γεννημένη κατά τον χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, 2) απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη, 3 ) απαλλοτρίωση με πρόθεση βλάβης των δανειστών, η οποία πρόθεση θεωρείται ότι υπάρχει όταν ο οφειλέτης γνωρίζει πως με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία του που απομένει να μη επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, αφού στην περίπτωση αυτή είναι προφανές ότι ο οφειλέτης γνωρίζει πως συνέπεια της πράξης του είναι η βλάβη των δανειστών, την οποία αποδέχεται, 4) βλάβη των δανειστών, δηλαδή ελάττωση της περιουσίας του οφειλέτη σε τέτοιο βαθμό, ώστε η υπόλοιπη περιουσία του να μην αρκεί προς ικανοποίηση των δανειστών.
Η αφερεγγυότητα αυτή του οφειλέτη, που είναι ένα από τα στοιχεία της αγωγής, πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης των δανειστών, η οποία υπάρχει μόνο όταν ο οφειλέτης είναι κατά τον χρόνο αυτόν αφερέγγυος και να υφίσταται κατά τον χρόνο συζήτησης της αγωγής και 5) γνώση του τρίτου ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών, η οποία γνώση τεκμαίρεται, όταν ο τρίτος είναι κατά την απαλλοτρίωση σύζυγος ή συγγενής σε ευθεία γραμμή ή σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό ή από αγχιστεία έως το δεύτερο βαθμό, ενώ το τεκμήριο αυτό δεν ισχύει, αν πέρασε ένα έτος από την απαλλοτρίωση έως την έγερση της αγωγής.
Επίσης, η ανωτέρω γνώση δεν απαιτείται, αν η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία (ΑΠ 52/2022, ΑΠ 1319/2017, ΑΠ 805/2013). Τέτοια είναι και η κατά το άρθρο 1509 ΑΚ παροχή περιουσίας σε τέκνο από γονέα (γονική παροχή) αφού ναι μεν χαρακτηρίζεται στο άρθρο αυτό ως δωρεά κατά το ποσό που υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από τις περιστάσεις μέτρο, όμως με το χαρακτηρισμό αυτό αποσκοπείται απλώς να αποκλεισθεί η δυνατότητα ανάκλησής της κατά το μέρος που αυτή δεν αποτελεί δωρεά και όχι εξ αντιδιαστολής να χαρακτηρισθεί κατά το μέρος αυτό ως επαχθής δικαιοπραξία (ΑΠ 28/2017, ΑΠ 778/2015, ΑΠ 928/2014, ΑΠ 1778/2006).
Επομένως, ως απαλλοτρίωση, κατά την έννοια της άνω διάταξης, του άρθρου 942 ΑΚ, δηλαδή χαριστική, είναι και η γονική παροχή, που θεσμοθετείται με το άρθρο 1509 του ίδιου Κώδικα αφού και αυτή συνιστά επίδοση από ελευθεριότητα (ΑΠ 28/2017). Το γεγονός ότι η εν λόγω απαλλοτρίωση γίνεται προς εκπλήρωση σχετικής ηθικής υποχρέωσης του γονέα προς το τέκνο, δεν μπορεί να δικαιολογήσει ούτε τη βλάβη των δανειστών, ούτε την προτίμηση εκπλήρωσης από τον οφειλέτη των ηθικών υποχρεώσεών του έναντι των νομικών (ΑΠ 1244/2021, ΑΠ 28/2017, ΑΠ 778/2015, ΑΠ 1217/2014).
Έπεται, δηλαδή, η εν λόγω παροχή των ενοχικών υποχρεώσεων του γονέα και υπόκειται στο σύνολό της σε διάρρηξη, κατά την εφαρμογή των διατάξεων 939-946 ΑΚ, οι οποίες αποσκοπούν στην έναντι κάθε καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης, αποκατάσταση της διαταραχθείσας οικονομικής τάξης του οφειλέτη έναντι των δανειστών του (ΑΠ 1539/2022, ΑΠ 977/2021, ΑΠ 1349/2018, ΑΠ 28/2017, ΑΠ 778/2015).
Επομένως, σε περίπτωση που με την αγωγή διώκεται η διάρρηξη απαλλοτρίωσης που συνίσταται σε γονική παροχή και συνεπώς χαριστικής δικαιοπραξίας, δεν απαιτείται για το ορισμένο του δικογράφου της η αναφορά και της γνώσης του τρίτου, του τέκνου δηλαδή, υπέρ του οποίου έγινε η απαλλοτρίωση(ΑΠ 28/2017), ούτε η αναφορά ότι η γονική παροχή υπερέβαινε το ενδεικνυόμενο από τις περιστάσεις μέτρο(ΑΠ 1539/2022).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Εξάλλου, η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται αναιρετικά με τον λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος.
Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ενστάσεως. Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου(ΑΠ 223/2022). Αντίθετα η έλλειψη εξειδικεύσεως των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με λόγο από τον αριθ. 8 ή αναλόγως 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 158/2023, ΑΠ 223/2022, ΑΠ 192/2016).
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη. Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 480/2010). Στο πλαίσιο αυτό αναγκαίο στοιχείο της αγωγής, για να είναι αυτή ορισμένη, αποτελεί κατά το άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, η πληρότητα της ιστορικής βάσεώς της, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, τα οποία σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια (ΑΠ 158/2023, ΑΠ 496/2016, ΑΠ 192/2016, ΑΠ 853/2014).
3.Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατ'ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1509 ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα ότι η επίδικη γονική παροχή των ακινήτων του πρώτου αναιρεσείοντος προς την δεύτερη αναιρεσείουσα, θυγατέρα του, είναι χαριστική δικαιοπραξία και συνεπώς καταδολιευτική σε βάρος της αναιρεσίβλητης και ότι δεν απαιτείτο να γνώριζε η δεύτερη αναιρεσείουσα υπέρ της οποίας έγινε η απαλλοτρίωση, ότι ο οφειλέτης, πρώτος αναιρεσείων απαλλοτριώνει προς βλάβη της αναιρεσίβλητης δανείστριας, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι η επίδικη παροχή δεν υπερβαίνει το μέτρο, που επιβάλλουν οι περιστάσεις και δεν αποτελεί δωρεά.
Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη προς τρίτον που επάγεται μείωση της υπέγγυας περιουσίας του, συνιστά και κάθε παροχή που γίνεται από ηθικό καθήκον ή από λόγους κοινωνικής ευπρέπειας, διότι το γεγονός ότι η διάθεση αυτή γίνεται προς εκπλήρωση σχετικής ηθικής υποχρεώσεως δεν μπορεί να δικαιολογήσει ούτε τη βλάβη των δανειστών, ούτε την προτίμηση εκπληρώσεως από τον οφειλέτη των ηθικών υποχρεώσεών του έναντι των νομικών, η δε γονική παροχή συνιστά επίδοση από ελευθεριότητα και συνεπώς η σχετική δικαιοπραξία είναι χαριστική.
Εφόσον λοιπόν το Εφετείο δέχθηκε ότι η επίδικη γονική παροχή του πρώτου αναιρεσείοντος προς την θυγατέρα του, δεύτερη αναιρεσείουσα, συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά στοιχεία της χαριστικής δικαιοπραξίας, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1509 ΑΚ. Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης από τον αριθ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι, ενώ η ένδικη αγωγή ήταν αόριστη, επειδή δεν αναφέρονταν σ'αυτήν κατά ποιο μέρος η επίδικη γονική παροχή υπερέβαινε το ανάλογο μέτρο, διαλαμβάνοντας τα περιστατικά και τις περιστάσεις που προσδιορίζουν το ανάλογο μέτρο πέραν του οποίου η επίδικη γονική παροχή συνιστά δωρεά και ότι ο ισχυρισμός για την αοριστία αυτή είχε προταθεί με λόγο εφέσεως, το Εφετείο απέρριψε το λόγο αυτό και έτσι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη λόγω αοριστίας την αγωγή.
Σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, η γονική παροχή συνιστά επίδοση από ελευθεριότητα και συνεπώς η περί αυτής δικαιοπραξία είναι χαριστική, μη συναγομένου άλλως από τον χαρακτηρισμό της στο α' εδάφιο του άρθρου 1509 ΑΚ ως δωρεάς, ως προς το ποσό που υπερβαίνει το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, αφού αυτό αποσκοπεί στο να αποκλείσει τη δυνατότητα ανακλήσεώς της ως προς το μέρος που αυτή δεν αποτελεί δωρεά και όχι να την χαρακτηρίσει, εξ αντιδιαστολής, ως επαχθή δικαιοπραξία.
Επομένως, δεν ήταν στοιχείο του ορισμένου της ένδικης αγωγής κατά ποιο μέρος η επίδικη γονική παροχή υπερέβαινε το ανάλογο μέτρο. Το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφαση έκρινε ορισμένη την ένδικη αγωγή, δεν προέβη σε παρά το νόμο μη κήρυξη απαραδέκτου και ως εκ τούτου ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
4. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την άνω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997).
Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από το αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν στο Εφετείο και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη τον νομίμως προταθέντα ισχυρισμό τους ότι η εναπομείνασα εμφανής(ακίνητη) περιουσία του πρώτου εξ αυτών κατά τον χρόνο των απαλλοτριώσεων ανέρχονταν στο ποσό τουλάχιστον των 600.000 ευρώ που υπερκάλυπτε την εκ 575.158, 43 ευρώ απαίτηση της αναιρεσίβλητης τράπεζας, ενώ τα ετήσια εισοδήματά του εκ 32.000 ευρώ επαρκούσαν για την καταβολή της μηνιαίας δόσης των δανείων προς την αναιρεσίβλητη τράπεζα και ως εκ τούτου δεν συνέτρεχε στο πρόσωπό του το στοιχείο της πρόθεσης βλάβης της αναιρεσίβλητης.
Ωστόσο, ο ισχυρισμός ότι η υπόλοιπη εμφανής περιουσία του οφειλέτη πρώτου αναιρεσείοντος κατά τον χρόνο κατάρτισης των απαλλοτριωτικών δικαιοπραξιών υπερκάλυπτε την απαίτηση της δανείστριας αναιρεσίβλητης τράπεζας και ως εκ τούτου έλειπε το στοιχείο της πρόθεσης βλάβης της αναιρεσίβλητης εκ μέρους του πρώτου αναιρεσείοντος, δεν αποτελεί ένσταση, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνουν οι αναιρεσείοντες, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και επομένως δεν συνιστά "πράγμα" κατά την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, ο ως άνω τρίτος αναιρετικός λόγος από τον αριθ.8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος.
5. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της αποφάσεως, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψεως υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίσθηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναιρέσεως για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνον η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (Ολ ΑΠ 8/2016, Ολ ΑΠ 23/2008, ΑΠ 158/2023, ΑΠ 931/2019, ΑΠ 961/2017).
Με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, α)προκειμένου να καταλήξει στην κρίση ότι η εμπορική αξία της εναπομείνασας μετά τις επίδικες απαλλοτριώσεις ακίνητης περιουσίας του πρώτου των αναιρεσειόντων, αλλά και η αξία της κινητής περιουσίας του, υπολείπονταν της απαίτησης της δανείστριας αναιρεσίβλητης τράπεζας, και ως εκ τούτου συνέτρεχε το στοιχείο της πρόθεσης βλάβης της αναιρεσίβλητης εκ μέρους του, δεν έλαβε υπόψη, αν και με τις εφετειακές προτάσεις που είχε καταθέσει είχε επικαλεστεί και προσκομίσει, τα ακόλουθα έγγραφα:1) 18 συγκριτικά στοιχεία της ίδιας επίμαχης περιόδου αντίστοιχων ακινήτων με αυτών της υπολειπόμενης ακίνητης περιουσίας του πρώτου αναιρεσείοντος και την από 15-10-2017 έκθεση αποτίμησης της ανά τμ εμπορικής αξίας ακινήτων του εκτιμητή Α.
Χ., 2)την από 7-7-2010 μελέτη του ΙΟΒΕ σε σχέση με την εξέλιξη των τιμών των ακινήτων, από την οποία προκύπτει ότι κατά τον χρόνο κατάρτισης των απαλλοτριωτικών δικαιοπραξιών η αξία της υπολειπόμενης ακίνητης περιουσίας του πρώτου αναιρεσείοντος ήταν τουλάχιστον 600.000 ευρώ, 3)το εκκαθαριστικό του Φ.Α.Π. του 2010 του πρώτου αναιρεσείοντος, από το οποίο προκύπτει ότι η αντικειμενική αξία της υπολειπόμενης ακίνητης περιουσίας του, ήταν 450.000 ευρώ, 4)τα δύο εκκαθαριστικά σημειώματα του πρώτου αναιρεσείοντος, χρήσεων 2009 και 2010, από τα οποία προκύπτει ότι κατά τον χρόνο κατάρτισης των απαλλοτριωτικών δικαιοπραξιών είχε ετήσιο εισόδημα από μισθώματα 32.000 ευρώ, το οποίο επαρκούσε για την κάλυψη των δόσεων του δανείου, 5) εκκαθαριστικά σημειώματα του πρώτου αναιρεσείοντος, χρήσεων 2012-2019, από τα οποία προκύπτει ότι από 2012 και εντεύθεν μειώθηκαν τα εισοδήματά του από μισθώματα, 6)έγγραφα που αφορούν την οικογενειακή κατάσταση του αναιρεσείοντος από τα οποία προκύπτει ότι η έγγαμη συμβίωσή του με την τρίτη αναιρεσείουσα από το 2010, χρόνο κατάρτισης των απαλλοτριωτικών δικαιοπραξιών, είχε κλονισθεί σοβαρά και βρίσκονταν σε διάσταση και γι'αυτό το 2016 άσκησε αγωγή διαζυγίου και η κατάρτιση των επίδικων δικαιοπραξιών έγινε αποκλειστικά στα πλαίσια ρύθμισης των μεταξύ τους σχέσεων, καθώς και για την αποκατάσταση της δεύτερης αναιρεσείουσας θυγατέρας τους.
β) Προκειμένου να καταλήξει στην κρίση ότι η εμπορική αξία της εναπομείνασας μετά τις επίδικες απαλλοτριώσεις ακίνητης περιουσίας του πρώτου των αναιρεσειόντων, αλλά και η αξία της κινητής περιουσίας του, δεν επαρκούσε κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής για την ικανοποίηση της απαίτησης της αναιρεσίβλητης, και ως εκ τούτου συνέτρεχε το στοιχείο της βλάβης της αναιρεσίβλητης, δεν έλαβε υπόψη, αν και με τις εφετειακές προτάσεις που είχε καταθέσει είχε επικαλεστεί και προσκομίσει, την ...-2018 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Α.
Τ., από τα οποία προκύπτει ότι μέχρι τον χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής το 2015, τα Β1, Γ1 και Δ1 διαμερίσματα βρίσκονταν στην κυριότητά του. Από τη βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση (4ο φύλλο) ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιον ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα.
Σε κάθε περίπτωση, για το ορισμένο του υπόψη αναιρετικού λόγου, τα έγγραφα "18 συγκριτικά στοιχεία" και "έγγραφα τα οποία αφορούν την οικογενειακή κατάσταση του πρώτου αναιρεσείοντος" δεν προσδιορίζονται, αφού δεν αρκεί η απλή και μόνη παράθεση του αριθμού σχετικού που είχαν λάβει τα ως άνω έγγραφα. Επομένως, ο παραπάνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Οι λοιπές αιτιάσεις που περιέχονται στον ίδιο ως άνω αναιρετικό λόγο απαραδέκτως προβάλλονται, διότι, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αριθ.11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία είναι κατ'άρθρο 561 αριθ.1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη.
6. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες που ηττήθηκαν, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 αριθ.1, 191 αριθ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
- Απορρίπτει την από 20-03-2021 αίτηση, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 2799/2019 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
- Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο.
- Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Οκτωβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ