Legislator Case Law & Legislation
1559/2021 AI generated

Supreme Court allows partial appeal on interest on damages while keeping case for judgment on divorce dissolution.

Case Number 1559/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appellant's request for further proceedings on interest payments regarding moral damages but retained the case for a final judgment on the dissolution of the religious marriage. The parties argued over procedural steps following a previous inadmissibility ruling and the scope of the appeal. The court decided to avoid remittal to a lower court for a specific procedural issue, instead issuing a final decision on the interest claim while reserving the main divorce judgment for itself.

Legislator headnote

AI generated

Art. 495 KPolD; Art. 179 KPolD: When an appeal is partially admissible and the lower court's decision on the main claim requires no remittal to a court of first instance, the Supreme Court may issue a final decision on the admissible part and retain the case for the remainder.

Keywords

AI generated
religious marriage dissolution moral damages interest appeal scope limitation procedural economy final decision retention divorce proceedings costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Art. 495 KPolD
Art. 179 KPolD

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1559 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1559/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας:

Α. Μ. του Κ., συζύγου Ν. Κ., κατοίκου ... Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανή Δραγώνα με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου:

Ν. Κ. του Γ., κατοίκου ... Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χαρίκλεια Παπαδοπούλου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29.04.2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 17.03.2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4034/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 217/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 11.05.2018 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 996/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο αναιρεσίβλητος με την από 10.11.2019 κλήση του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[I] Νομίμως φέρεται με την από 10.11.2019 κλήση του αναιρεσιβήτου για περαιτέρω συζήτηση η από 11.05.2018 αίτηση της αναιρεσείουσας για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 217/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ύστερα από την έκδοση της υπ’ αριθμ. 996/2019 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποίαν κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως, γιατί κατά την ορισθείσα για την συζήτησή της αρχική δικάσιμο (01.04.2019) δεν εμφανίσθηκε η αναιρεσείουσα και από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προέκυψε ποιος από τους διαδίκους είχε επισπεύσει την συζήτηση της υποθέσεως.

Το διαδικαστικό ιστορικό αυτής της υποθέσεως έχει ως εξής:

Με την (πρώτη) από 29.04.2013 αγωγή που ασκήθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ήδη αναιρεσίβλητος, ζήτησε την λύση του μεταξύ αυτού και της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας τελεσθέντος θρησκευτικού γάμου, επειδή με την εν λόγω σύζυγό του βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από δύο έτη, γεγονός από το οποίο τεκμαίρεται αμάχητα ο ισχυρός κλονισμός της εγγάμου σχέσεώς τους, ενώ με την (δευτέρα) από 17.03.2014 αγωγή που ασκήθηκε επίσης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η ήδη αναιρεσείουσα ζήτησε την λύση του μεταξύ αυτής και του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου τελεσθέντος θρησκευτικού γάμου τους, από λόγους που αφορούν αποκλειστικά το πρόσωπο του τελευταίου, ενώ ισχυριζόμενη ότι ο εναγόμενος σύζυγός της επέδειξε εις βάρος της αδικοπρακτική συμπεριφορά, ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει νομιμοτόκως ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το χρηματικό ποσόν των πέντε χιλιάδων ευρώ (5.000,00 €), όπως επιτρεπτώς περιορίστηκε το ως άνω χρηματικό ποσόν.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων υπ’ αριθμ. 4034/2016 οριστική απόφαση απήγγειλε την λύση του μεταξύ των διαδίκων γάμου, κατά παραδοχήν αμφοτέρων των αγωγών, ενώ απέρριψε την (δευτέρα) αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας κατά το περί επιδικάσεως στην τελευταία χρηματικής ικανοποιήσεως, κεφάλαιό της. Ακολούθως, επί της ασκηθείσης κατά της ως άνω υπ’ αριθμ. 4034/2016 αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου εφέσεως της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, εξεδόθη αντιμωλία των διαδίκων η προσβαλλομένη υπ’ αριθμ. 217/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η (πρώτη) αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και εν μέρει η (δευτέρα) αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και συγκεκριμένα, ως προς την λύση του θρησκευτικού γάμου των διαδίκων και στην συνέχεια, αφού εξαφανίσθηκε η ως άνω πρωτοβάθμια απόφαση ως προς την σωρευθείσα στην αγωγή της αναιρεσείουσας βάση περί επιδικάσεως σ’ αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, έγινε δεκτή η εν λόγω αγωγή κατά το προαναφερθέν μέρος της και υποχρέωσε τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο να καταβάλει στην ενάγουσα της δευτέρας αγωγής και νυν αναιρεσείουσα για την παραπάνω αιτία το χρηματικό ποσόν των χιλίων ευρώ (1.000,00 €).

Η κρινομένη από 11.05.2018 αίτηση αναιρέσεως με την οποίαν προσβάλλεται η ως άνω αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ’ αριθμ. 217/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

[II] Κατά το άρθρο 1439 παρ. 1 ΑΚ, που τιτλοφορείται «Ισχυρός κλονισμός», «καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει το διαζύγιο, όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά, από λόγο που αφορά το πρόσωπο του εναγομένου ή και των δυο συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα. Εφόσον ο εναγόμενος δεν αποδεικνύει το αντίθετο, ο κλονισμός τεκμαίρεται σε περίπτωση διγαμίας ή μοιχείας αυτού, εγκατάλειψης του ενάγοντος ή επιβουλής της ζωής του από τον εναγόμενο, καθώς και σε περίπτωση άσκησης από τον εναγόμενο ενδοοικογενειακής βίας εναντίον του ενάγοντος. Εφόσον οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς από δύο τουλάχιστον χρόνια, ο κλονισμός τεκμαίρεται αμάχητα και το διαζύγιο μπορεί να ζητηθεί, έστω και αν ο λόγος του κλονισμού αφορά στο πρόσωπο του ενάγοντος. Η συμπλήρωση του χρόνου διάστασης υπολογίζεται κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής και δεν εμποδίζεται από μικρές διακοπές που έγιναν ως προσπάθεια αποκατάστασης των σχέσεων μεταξύ των συζύγων».

Με την διάταξη αυτή καθιερώνεται ως λόγος διαζυγίου ο αντικειμενικός κλονισμός της εγγάμου σχέσεως χωρίς να απαιτείται το στοιχείο της υπαιτιότητος για να δύναται να ζητηθεί το διαζύγιο. Έτσι ο ενάγων για την θεμελίωση και παραδοχή της αγωγής του, θα πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο γάμος έχει κλονισθεί από ορισμένα γεγονότα που αναφέρονται στο πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων, με την έννοια της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου ανάμεσα στα αντικειμενικώς πρόσφορα κλονιστικά της εγγάμου σχέσεως γεγονότα αυτά και στο πρόσωπο του εναγομένου συζύγου του ή και των δύο και ότι ο κλονισμός είναι τόσο ισχυρός ώστε βασίμως η εξακολούθηση της εγγάμου συμβιώσεως έχει καταστεί γι' αυτόν αφόρητη.

Αν το κλονιστικό γεγονός αφορά και τους δύο συζύγους, το προς διάζευξη δικαίωμα γεννάται ανεξαρτήτως από το ποιόν από τους δύο βαρύνει περισσότερο η ύπαρξή του και από το αν υπάρχει υπαιτιότητα στο πρόσωπο του ενός μόνο. Αν όμως το κλονιστικό γεγονός συνδέεται αποκλειστικώς με το πρόσωπο του ενάγοντος, δεν γεννάται υπέρ αυτού δικαίωμα διαζεύξεως με βάση την ως άνω διάταξη του άρθρου 1439 παρ.1 ΑΚ.

Το ότι για την λύση του γάμου είναι πλέον αδιάφορο αν ο κλονισμός οφείλεται σε υπαίτιο ή ανυπαίτιο κλονιστικό γεγονός σημαίνει ότι στην δίκη διαζυγίου δεν δικαιολογείται σε καμία πλευρά έννομο συμφέρον για την έρευνα της υπαιτιότητος. Αντικείμενο της δίκης διαζυγίου είναι όχι η δικαστική διάγνωση του λόγου διαζυγίου, που δικαιολογεί την απαγγελία του διαζυγίου, αλλά το διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσεως του γάμου (ΑΠ 1828/2013).

Περαιτέρω με την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα από αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου παρότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα και η σχετική παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου. Η παραβίαση δηλαδή από την διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (ΟλΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 6/2017, ΟλΑΠ 7/2006).

[III] Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του με το παρακάτω αιτιολογικό δέχθηκε τα ακόλουθα:

«| [...] η ενάγουσα, της οποίας η αγωγή απορρίφθηκε εν μέρει, δεν έχει έννομο συμφέρον, κατά τις διατάξεις των άρθρων 68 και 516 παρ. 2 του ΚΠολΔ, να ασκήσει έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης και να ζητήσει την εξαφάνισή της, με σκοπό ν' απορριφθεί η αγωγή του αντιδίκου της και να γίνει δεκτή η δική της αγωγή, καθόσον η έννομη συνέπεια, που και αυτή επεδίωξε κατά ένα μέρος με την αγωγή της, δηλαδή η λύση του γάμου, στην οποία εμμένει, έχει ήδη επέλθει, με την παραδοχή, από την εκκαλουμένη απόφαση, της αγωγής διαζυγίου του εφεσίβλητου, που είχε το ίδιο αντικείμενο και αίτημα και ως εκ τούτου το εκατέρωθεν υποβληθέν αίτημα έχει ικανοποιηθεί με την απαγγελία του διαζυγίου, έστω και με βάση διάφορα περιστατικά, απαρτίζοντα όμως τον ίδιο λόγο, ήτοι τον αντικειμενικό κλονισμό του γάμου. Κατά συνέπεια η ένδικη έφεση, κατά το μέρος αυτής, με το οποίο ζητείται η μερική εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, κατά το περί λύσεως του γάμου των διαδίκων κεφάλαιο της και η απόρριψη της αγωγής του αντιδίκου συζύγου της, αξιολογείται προεχόντως ως απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως του απαιτουμένου προς τούτο εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο της εκκαλούσας και πρέπει ν' απορριφθεί ως τοιαύτη, κατ' επιτρεπτή αυτεπάγγελτη έρευνα|».

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 1 ΑΚ και δεν υπέπεσε στην αποδιδομένη με τον πρώτον λόγον αναιρέσεως, πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, συντελεσθείσα δια της ευθείας ή εκ πλαγίου παραβιάσεως της διατάξεως και αυτό γιατί αυτά που δέχθηκε πληρούν το πραγματικό της ως άνω εφαρμοσθείσης ουσιαστικής διατάξεως για την λύση του τελεσθέντος γάμου μεταξύ των διαδίκων.

[IV] Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπ’ όψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Εξάλλου σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 421 ΚΠολΔ «Οι διάδικοι μπορούν να προσάγουν προαποδεικτικά ένορκες βεβαιώσεις, εφόσον αυτές λαμβάνονται ενώπιον του ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου της έδρας του δικαστηρίου ή της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα ή ενώπιον του προξένου της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα κατά τη διαδικασία των επομένων άρθρων» και κατά την διάταξη του άρθρου 422 του ιδίου Κώδικα «1.

Ο διάδικος που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο, επιδίδει δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα. 2.

Κατά την βεβαίωση παρίστανται, εφόσον το επιθυμούν, οι διάδικοι. 3. Δεν επιτρέπεται η λήψη ενόρκων βεβαιώσεων πάνω από πέντε (5) για κάθε διάδικο και τρεις (3) για την αντίκρουση», ενώ κατά την διάταξη του άρθρου 424 του ιδίου Κώδικα «Ένορκη βεβαίωση, που δίδεται κατά παράβαση των προηγουμένων διατάξεων, δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη στο πλαίσιο της δίκης, για την οποία δόθηκε, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων».

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι τα δικαστήρια της ουσίας (πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια), λαμβάνουν υπ' όψη και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, υπό την απαραίτητη όμως προϋπόθεση ότι αυτές έχουν γίνει ύστερα από νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου, τουλάχιστον δύο εργάσιμες μέρες πριν από τη βεβαίωση. Ο διάδικος που επιθυμεί τη χρησιμοποίηση της ένορκης βεβαίωσης, έχει το βάρος της επίκλησης και απόδειξης της κλητεύσεως του αντιδίκου, εκτός αν αυτός παραστάθηκε κατά τη διενέργεια της βεβαίωσης. Το δικαστήριο της ουσίας οφείλει να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως τη νομιμότητα της κλητεύσεως του αντιδίκου, γιατί η έλλειψή της έχει ως συνέπεια ότι η ένορκη βεβαίωση θεωρείται ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο. Ως εκ τούτου, αν το δικαστήριο συνεκτιμήσει ένορκη βεβαίωση χωρίς να έχει κλητευθεί νομίμως ο αντίδικος, ο οποίος δεν παραστάθηκε κατά τη διενέργειά της, λαμβάνει υπόψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει και ιδρύει τον ως άνω λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 1034/2019, ΑΠ 204/2017, ΑΠ 1450/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου, η ως άνω ασκηθείσα αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας έγινε εν μέρει δεκτή κατά το προαναφερθέν μέρος της, δηλαδή ως προς το αίτημα επιδικάσεως σ' αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως ηθικής βλάβης λόγω της επιδειχθείσης εις βάρος της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου συζύγου της και το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο σχετικά με τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του για την αλήθεια ή αναλήθεια κατά περίπτωση των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών, προκειμένου να καταλήξει στην άνω σχετική κρίση του για την επιδίκαση στην ενάγουσα χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης έλαβε υπ’ όψη του μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων και την « [...] υπ’ αριθ. …/2-11-2017 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του συμβ/φου Αθηνών Νικολάου Αναστασάκη, που λήφθηκε με επιμέλεια του εφεσίβλητου, μετά από νόμιμη κλήτευση της εκκαλούσας (βλ. την υπ' αριθ. …/30-10-2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Παναγιώτη Νικολόπουλου)», όπως επί λέξει διαλαμβάνεται σ’ αυτήν.

Εν όψει των προαναφερθέντων και εφ’ όσον εξατομικεύεται η ως άνω ένορκη βεβαίωση και δεν καταλείπεται αμφιβολία περί της ταυτότητας αυτής αλλά και της ταυτότητος του αναφερομένου σ' αυτήν ενόρκως εξεταζομένου, το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ορθώς έλαβε υπόψη του την παραπάνω ένορκη βεβαίωση για τον σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεώς του και συνεπώς, είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο σχετικός δεύτερος λόγος της κρινομένης αναιρέσεως που απορρέει όπως εκτιμάται από τον αριθμό 11 α' αλλά και τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

[V] Περαιτέρω από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914 και 932 ΑΚ συνάγεται ότι η χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, που υπέστη ο παθών από αδικοπραξία, επιδικάζεται σ' αυτόν κατ' ελεύθερη εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας με βάση τα υποβαλλόμενα υπό την κρίση του περιστατικά, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής, χωρίς να υποχρεούται να διατάξει αποδείξεις ως προς την επέλευση ή μη της ηθικής βλάβης, καθώς και ως προς το ύψος του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης.

Μεταξύ των κριτηρίων, που λαμβάνει υπόψη το Δικαστήριο για τον καθορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης, είναι οι συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, το είδος της προσβολής, η περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη και το συντρέχον πταίσμα του παθόντος, με βάση το οποίο το Δικαστήριο, ύστερα από σχετική ένσταση του υπόχρεου, μπορεί ανάλογα με την βαρύτητα που αποδίδει σ’ αυτό να επιδικάσει ή μη χρηματική ικανοποίηση ή να μειώσει το ποσό αυτής.

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του Δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 972/1999).

Εξάλλου από το άρθρο 932 ΑΚ, προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.

Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται στην συνέχεια ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του «ευλόγου» εκείνα τα στοιχεία, που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως, το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στο βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.

Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον Δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις), αλλά κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.

Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία, που θέτουν στην διάθεσή του οι διάδικοι.

Επιβάλλεται όμως σε κάθε περίπτωση να τηρείται κατά τον καθορισμό του επιδικαζομένου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στην συνήθη πρακτική των Δικαστηρίων.

Και τούτο διότι μια απόφαση, με την οποίαν επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του Δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον παθόντα), τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στην δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το Δικαστήριο επεμβαίνοντας στην διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του «ευλόγου» και συνακόλουθα το «εύλογο» εμπεριέχεται αναγκαίως στο «ανάλογο».

Άλλωστε την αρχή αυτή υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του. Εν όψει όλων αυτών η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ από τους αριθμ. 1 ή 19, αντίστοιχα και αν πρόκειται για αποφάσεις των ειρηνοδικείων από το άρθρο 560 ΚΠολΔ (αριθ. 1 ή 6 αντίστοιχα), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 80/2018).

Εξάλλου ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας αυτής ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της (ΟλΑΠ 1/1999). Ελλείψεις ή αντιφάσεις ως προς τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, τον καθορισμό δηλαδή και την έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου είναι αδιάφορες, αφού κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, απορρίπτεται η αναίρεση. Το ουσιώδες στοιχείο του λόγου αυτού αναίρεσης αποτελεί η έλλειψη νόμιμης βάσης σε «ζήτημα», δηλαδή σε πραγματικό αυτοτελή ισχυρισμό που τείνει στην θεμελίωση ή κατάλυση ασκηθέντος ουσιαστικού δικαιώματος, το οποίο «ζήτημα» ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και όχι όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει συναχθεί με βάση αυτές, εφόσον τούτο παρατίθεται σαφώς (ΟλΑΠ 24/1992).

Στην κρινομένη υπόθεση το Εφετείο όπως ήδη αναφέρθηκε, με την ως άνω προσβαλλομένη απόφασή του, αφού εξαφάνισε την παραπάνω υπ’ αριθμ. …/2016 (πρωτοβάθμια) απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το κεφάλαιο της καταβολής στην αναιρεσείουσα χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, δέχθηκε εν μέρει την εν λόγω ασκηθείσα αγωγή της κατά το προαναφερθέν μέρος της και ύστερα από τον νόμιμο περιορισμό του σχετικού αντικειμένου της από το ποσόν των πενήντα χιλιάδων ευρώ (50.000,00 €) στο χρηματικό ποσόν των πέντε χιλιάδων ευρώ (5.000,00 €), επεδίκασε σ’ αυτήν ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσόν των χιλίων ευρώ (1.000,00 €) ένεκα της παράνομης και της υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητός της εκ μέρους του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου συζύγου της, δεχόμενο κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

«| [...] η αντισυζυγική συμπεριφορά του εναγομένου μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης στα πλαίσια της τηλεφωνικής επικοινωνίας μεταξύ των διαδίκων, προς αντιμετώπιση διαφόρων οικογενειακών ζητημάτων, ήταν και αδικοπρακτική, με συνέπεια να προσβληθεί έντονα η προσωπικότητα της ενάγουσας. Ειδικότερα, κατά τις τηλεφωνικές συνομιλίες των διαδίκων, οι οποίες γινόταν κυρίως στον εργασιακό χώρο της ενάγουσας στην Τράπεζα, τουλάχιστον δύο φορές το μήνα, μέχρι και το έτος 2013 που αυτή συνταξιοδοτήθηκε, η τελευταία υφίστατο λεκτική βία με ύβρεις και απειλές από τον εναγόμενο, η οποία γινόταν αντιληπτή στο επαγγελματικό της περιβάλλον και στον περίγυρο, ιδίως κατά τις ώρες των συναλλαγών με το κοινό, με αποτέλεσμα τη μείωση της υπόληψης και της αξιοπρέπειας αυτής.

Συγκεκριμένα ο εναγόμενος την αποκαλούσε «ανόητη», «ηλίθια», «ανίκανη» και «μαλακισμένη», ενώ την απειλούσε ότι θα τη συναντούσε και «θα τη μαύριζε στο ξύλο». Από όλα αυτά, συνάγεται ότι, η ενάγουσα υπέστη σοβαρή και παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς της από την ανωτέρω αντισυζυγική συμπεριφορά του εναγόμενου, με αποτέλεσμα να γεννάται υπέρ αυτής δικαίωμα χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης.

Το δικαστήριο, σταθμίζοντας το είδος της προσβολής, τις συνέπειες αυτής στη ζωή της ενάγουσας, τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα και της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης των διαδίκων, εκ των οποίων ο εναγόμενος, είναι ιδιώτης ιατρός ΩΡΛ και η ενάγουσα, τραπεζική υπάλληλος, πτυχιούχος οικονομικής σχολής, πρέπει να οριστεί στο χρηματικό ποσό των 1.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται δίκαιο και εύλογο, μετά τη στάθμιση των ανωτέρω κατά νόμο στοιχείων|».

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο καθορίζοντας την χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης στο παραπάνω χρηματικό ποσόν των χιλίων ευρώ εν όψει του προαναφερθέντος αιτηθέντος χρηματικού ποσού των πέντε χιλιάδων ευρώ, δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού το εν λόγω ποσόν κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, είναι ανάλογο του συνήθως επιδικαζομένου σε παρόμοιες περιπτώσεις. Κατόπιν αυτού ο σχετικός τρίτος αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ για υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής ευχέρειας του Εφετείου και της αρχής της αναλογικότητας, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

[VI] Περαιτέρω κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση κατά την ως άνω έννοια νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή δικαστικής προστασίας με οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της και η οποία δημιουργεί χωριστό αντικείμενο δίκης και εκκρεμοδικία. Τέτοια αίτηση, εκτός των άλλων είναι και αίτημα της αγωγής. Ειδικότερα, το δικαστήριο αφήνει αίτηση αδίκαστη, όταν παραλείπει να αποφανθεί ως προς αυτήν, είτε στο διατακτικό της απόφασης, είτε στο αιτιολογικό της με προσόντα διατακτικού (ΑΠ 983/2020, ΑΠ 1273/2017, ΑΠ 1394/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδει στο Εφετείο ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 9 γ' ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι ενώ επιδικάσθηκε σ' αυτήν το προαναφερθέν χρηματικό ποσόν των χιλίων ευρώ (1.000,00 €) ως χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης, εν τούτοις δεν περιελήφθη σχετική διάταξη για την καταβολή σ' αυτήν τόκων επί του ως άνω επιδικασθέντος σ' αυτήν χρηματικού ποσού από της επιδόσεως της ως άνω αγωγής της παρά το σχετικό προς τούτο υποβληθέν αίτημά της.

Από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι ενώ το προαναφερθέν Εφετείο με την ως άνω προσβαλλομένη απόφασή του, εξαφάνισε την παραπάνω υπ’ αριθμ. 4034/2016 (πρωτοβάθμια) απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το κεφάλαιο που αφορούσε την καταβολή στην εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης και στην συνέχεια δέχθηκε εν μέρει την εν λόγω ασκηθείσα αγωγή της κατά το αυτό ως άνω μέρος της και υποχρέωσε τον εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσίβλητο να καταβάλει στην εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ως άνω ποσόν των χιλίων ευρώ (1.000,00 €), όπως άλλωστε ήδη προαναφέρθηκε, εν τούτοις παρέλειψε να αποφανθεί επί του αιτήματος περί καταβολής τόκων στην αναιρεσείουσα επί του ως άνω επιδικασθέντος σ’ αυτήν χρηματικού ποσού από της επιδόσεως της σχετικής ασκηθείσης αγωγής της, που σημειωτέον έλαβε χώρα στις 18.03.2014, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ.

…/18-3-2014 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητού του Πρωτοδικείου Αθηνών Ηλία Ζαχάκου.

Κατά συνέπειαν το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 9 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και κατέστησε αναιρετέα την απόφασή του κατά τον προαναφερθέντα βάσιμο τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και ως εκ τούτου πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση ως προς το προαναφερθέν σημείο της και συγκεκριμένα, ως προς την παράλειψή του να δικάσει το αγωγικό αίτημα περί καταβολής τόκων επί του ως άνω επιδικασθέντος στην εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα χρηματικού ποσού των χιλίων ευρώ.

[VII] Περαιτέρω κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ «Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα) μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση». Από την διάταξη αυτή συνδυαζόμενη και με την διάταξη της παρ. 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι «οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν», συνάγεται ότι οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για «περαιτέρω εκδίκαση» της υποθέσεως γιατί δεν έχει ανάγκη από άλλες διευκρινήσεις, αλλά υπολείπεται μόνο η διατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως, με βάση το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως και την έκταση της αναιρέσεως αυτής, η παραπομπή κατά την παραπάνω διάταξη σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υποθέσεως απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 42/2005, 25/2001, ΑΠ 352/2018).

Στην κρινομένη υπόθεση δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως κατά το προαναφερθέν μέρος της, αλλά υπολείπεται μόνον η σχετική διατύπωση του διατακτικού της εκδοθησομένης αποφάσεως με βάση την έκταση της αναιρέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως (ΑΠ 353/2015, ΑΠ 1162/2013) και για το λόγον αυτόν παρέλκει η παραπομπή της υποθέσεως για την εκδίκασή της στο αρμόδιο Δικαστήριο και για λόγους οικονομίας της δίκης επιβάλλεται να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο.

[VIII] Κατά παραδοχή λοιπόν του σχετικού λόγου πρέπει – εφ’ όσον όπως ήδη αναφέρθηκε, έχει γίνει δεκτή η ασκηθείσα έφεση και έχει δικασθεί από το προαναφερθέν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο το πρωτοδίκως απορριφθέν αίτημα καταβολής χρηματικής ικανοποιήσεως στην αναιρεσείουσα λόγω ηθικής βλάβης και επιδικάσθηκε (από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο) στην αναιρεσείουσα για την παραπάνω αιτία το ποσόν των χιλίων ευρώ – να γίνει δεκτή η ως άνω από 17.03.2014 ασκηθείσα αγωγή κατά το προαναφερθέν μέρος της, δηλαδή ως προς την καταβολή τόκων στην εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα επί του ως άνω επιδικασθέντος σ' αυτήν χρηματικού ποσού των χιλίων ευρώ και να υποχρεωθεί ο εφεσίβλητος και ήδη αναιρεσίβλητος να καταβάλει στην εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα το χρηματικό ποσόν των χιλίων ευρώ (1.000,00 €) νομιμοτόκως από της επομένης της επιδόσεως της αγωγής της μέχρις εξοφλήσεως.

Πρέπει ακόμη να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, το οποίο κατέθεσε η αναιρεσείουσα για την εκ μέρους της άσκηση της κρινομένης αναιρέσεως (άρθρο 495 ΚΠολΔ), ενώ τα δικαστικά έξοδα όλων των βαθμών δικαιοδοσίας, συμπεριλαμβανομένων αυτών της παρούσας αναιρετικής δίκης, θα πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων κατ’ άρθρον 179 ΚΠολΔ, αφού η κρινομένη υπόθεση αφορά διαφορά ανάμεσα σε συζύγους.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ’ αριθμ. 217/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το αμέσως παραπάνω στο σκεπτικό της παρούσης αποφάσεως μέρος της και συγκεκριμένα, ως προς την καταβολή τόκων στην αναιρεσείουσα επί του ποσού της επιδικασθείσης σ’ αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης.

ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και δικάζει την από 17.03.2014 αγωγή κατά το μέρος που αναφέρεται στην καταβολή στην αναιρεσείουσα τόκων επί του επιδικασθέντος σ' αυτήν χρηματικού ποσού των χιλίων ευρώ (1.000,00 €) για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

ΔΕΧΕΤΑΙ την αγωγή κατά το παραπάνω μέρος της.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα από την παραπάνω αιτία το χρηματικό ποσόν των χιλίων ευρώ (1.000,00 €) νομιμοτόκως από της επομένης της επιδόσεως της αγωγής της μέχρις εξοφλήσεως.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που αυτή έχει καταθέσει για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου 2021. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Δεκεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ