1559/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Τζανακάκη και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1559/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα της καταγγελίας κατά το ανωτέρω άρθρο 585 ΑΚ παρέχεται για κάθε είδους αθέτηση της κύριας υποχρεώσεως του εκμισθωτή, του να παραδώσει στο μισθωτή τη συμφωνημένη χρήση, στην οποία περιλαμβάνονται και τα πραγματικά ελαττώματα και η έλλειψη συμφωνηθείσας ιδιότητας, ανεξαρτήτως εάν ο εκμισθωτής βαρύνεται ή όχι με υπαιτιότητα.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1559 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1559/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Τζανακάκη και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Κ. του Β. και 2) Χ. Ι. του Ι., κατοίκων οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σταμάτη Κουμάνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Π. Τ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Στυλιανή Φάρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-1-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2166/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1775/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-9-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνο Παναρίτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 574, 575, 576 και 585 ΑΚ, οι οποίες κατά το άρθρο 44 του π.δ. 34/1995, εφαρμόζονται και επί εμπορικών μισθώσεων, προκύπτει ότι, αν κατά το χρόνο παράδοσης στο μισθωτή του μισθίου πράγματος, τούτο έχει ελάττωμα ή έλλειψη της συμφωνηθείσας ιδιότητας, που εμποδίζει, μερικά ή ολικά, τη συμφωνημένη χρήση, τότε ο μισθωτής έχει δικαίωμα, εκτός από αυτά των άρθρων 575 και 576 ΑΚ, να καταγγείλει τη σύμβαση υπό τους όρους του άρθρου 585 ΑΚ, εφόσον εξαιτίας του προβαλλόμενου από αυτόν πραγματικού ελαττώματος ή έλλειψης της συμφωνηθείσας ιδιότητας αναιρείται η δυνατότητα να κάνει ελεύθερη ή ανενόχλητη χρήση κατά τους όρους της σύμβασης, οπότε, σύμφωνα μα το άρθρο 587 ΑΚ, αίρεται για το μέλλον η μισθωτική σχέση και δεν υποχρεούται πλέον ο μισθωτής σε καταβολή μισθωμάτων για το χρόνο μετά την καταγγελία.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα της καταγγελίας κατά το ανωτέρω άρθρο 585 ΑΚ παρέχεται για κάθε είδους αθέτηση της κύριας υποχρεώσεως του εκμισθωτή, του να παραδώσει στο μισθωτή τη συμφωνημένη χρήση, στην οποία περιλαμβάνονται και τα πραγματικά ελαττώματα και η έλλειψη συμφωνηθείσας ιδιότητας, ανεξαρτήτως εάν ο εκμισθωτής βαρύνεται ή όχι με υπαιτιότητα.
Για την καταγγελία αυτή, η οποία προϋποθέτει μη έγκαιρη και ανεμπόδιστη παραχώρηση ή αφαίρεση της συμφωνημένης χρήσεως του μισθίου, πρέπει προηγουμένως να ταχθεί εύλογη προθεσμία στον εκμισθωτή για την αποκατάσταση της χρήσης και αυτή να περάσει άπρακτη, εκτός αν ο μισθωτής, εξαιτίας του λόγου που δικαιολογεί την καταγγελία, δεν έχει συμφέρον στην εκτέλεση της σύμβασης, ή αν από την όλη στάση του εκμισθωτή προκύπτει ότι η θέση της προθεσμίας θα ήταν άσκοπη (ΑΠ 1516/2011).
Εξάλλου, για να είναι ανεμπόδιστη η παραχωρηθείσα χρήση δεν πρέπει να παρακωλύεται από πραγματικά περιστατικά ή νομικά ελαττώματα ή ελλείψεις. Περαιτέρω αν η συμφωνημένη χρήση του μισθίου αφορά άσκηση σε αυτό επαγγελματικής δραστηριότητας από το μισθωτή, για την οποία απαιτείται άδεια της αρμόδιας αρχής, τότε ο εκμισθωτής βαρύνεται με την υποχρέωση να συμπράξει στις αναγκαίες εκ των περιστάσεων πράξεις με τις οποίες πρόκειται να εξασφαλισθεί στο μισθωτή η συμφωνημένη χρήση του μισθίου.
Περαιτέρω την ίδια υποχρέωση έχει ο εκμισθωτής αν η συμφωνημένη χρήση του μισθίου προϋποθέτει την εκτέλεση σε αυτό διασκευών ή μετασκευών σε βαθμό τέτοιο που καθιστούν αναγκαία την τροποποίηση της υπάρχουσας για το μίσθιο οικοδομικής άδειας. Η τροποποίηση αυτή πρέπει να προκληθεί μετά από αίτηση προς την αρμόδια διοικητική αρχή εκ μέρους του ιδιοκτήτη και εκμισθωτή.
Είναι ζήτημα συμφωνίας των μερών, η οποία πρέπει να ερμηνεύεται κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΚ 173, 200) ποιο από τα μέρη βαρύνεται με τις απαιτούμενες δαπάνες των διασκευών αυτών. Ο ιδιοκτήτης -εκμισθωτής του μισθίου ακινήτου οφείλει να υποβάλει στην αρμόδια διοικητική αρχή σχετική αίτηση με τα απαιτούμενα αναγκαία δικαιολογητικά που συνδέονται με το πρόσωπό του και τα οποία αυτός μόνο διαθέτει προκειμένου η αρχή αυτή να παράσχει την έγκρισή της για την τροποποίηση της οικοδομικής άδειας ή για τη νομιμοποίηση αυθαίρετων κατασκευών στο μίσθιο που θα καταστήσει έτσι δυνατή τη συμφωνημένη χρήση του μισθίου.
Η άρνηση ή αδράνεια του εκμισθωτή να συμπράξει προς την άνω κατεύθυνση αποτελεί λόγο που θεμελιώνει την ύπαρξη πραγματικού ελαττώματος του μισθίου με συνέπεια ο μισθωτής να μπορεί να ασκήσει κατά τούτου τα παρεχόμενα σε αυτόν δικαιώματα από τις διατάξεις των άρθρων 576 επ. και 585 ΑΚ, δηλαδή μη καταβολή του μισθώματος ή καταγγελία της μισθώσεως (ΑΠ 1078/2001).
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 1464/2013).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).
Ο προβλεπόμενος από την πιο πάνω διάταξη λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (ΟλΑΠ 13/1995).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1464/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει του από 14-05-2012 ιδιωτικού συμφωνητικού, που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, ο ενάγων εκμίσθωσε στην 1η εναγομένη ένα οικόπεδο, εμβαδού 6.110 τ.μ. περίπου, ευρισκόμενο στη θέση " ..." …, πλησίον της οδού ..., έναντι μηνιαίου μισθώματος 3.000 ευρώ για το πρώτο έτος της μίσθωσης, προσαυξανόμενο, για τα επόμενα έτη, κατά τον πληθωρισμό επί του καταβαλλομένου το προηγούμενο έτος ενοικίου, πλέον τέλους χαρτοσήμου, καταβαλλομένου την 1η ημέρα εκάστου μισθωτικού μηνός, για χρονικό διάστημα 12 ετών, αρχομένης από 1.7.2012 μέχρι και την 30.06.2024, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως χώρος εγκατάστασης της επιχείρησής της με αντικείμενο πλυντήριο, λιπαντήριο, κυλικείο και σταθμός αυτοκινήτων.
Στην ίδια σύμβαση μίσθωσης ο 2ος εναγόμενος ανέλαβε εγγράφως έναντι του ενάγοντος και υπέρ της 1ης εναγομένης την ευθύνη για την εκπλήρωση των κάθε είδους μισθωτικών υποχρεώσεων που απορρέουν από την μίσθωση, ευθυνόμενος αλληλέγγυα και εις ολόκληρο με την μισθώτρια για την καταβολή των μισθωμάτων. Κατά την κατάρτιση της σύμβασης η πρώτη εναγόμενη κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των 6.000 ευρώ ως εγγύηση για την καλή εκτέλεση της σύμβασης.
Αποδείχθηκε επίσης ότι, κατά τις διαπραγματεύσεις, που προηγήθηκαν, μεταξύ των μερών, πριν την υπογραφή του ανωτέρω συμφωνητικού μίσθωσης, παρευρίσκονταν, από την πλευρά της πρώτης εναγομένης - μισθώτριας, και ο μηχανικός της Κ. Κ., στον οποίο ο ενάγων παρέδωσε την με αριθμό …1984 άδεια οικοδόμησης του ακινήτου για τα κτίσματα που υπήρχαν εντός αυτού.
Από τον έλεγχο της άδειας και την επιτόπια αυτοψία, που πραγματοποίησε ο ανωτέρω μηχανικός διαπιστώθηκε, ότι υφίσταντο πολεοδομικές παραβάσεις, οι οποίες έπρεπε να νομιμοποιηθούν, προκειμένου, στη συνέχεια, να προβεί η μισθώτρια στην έκδοση νέας οικοδομικής άδειας για την ανέγερση επί του μισθίου των κτισμάτων, που θα εξυπηρετούσαν τη λειτουργία της επιχείρησής της.
Συγκεκριμένα, το μεν στέγαστρο εντός του οικοπέδου είχε κατασκευαστεί σε άλλο σημείο από αυτό το οποίο προέβλεπε η αρχική με αριθμό .../1984 άδεια οικοδόμησης, επιπλέον δε είχε εμβαδόν 790 τ.μ., ενώ στην άδεια αναφερόταν επιτρεπόμενο εμβαδόν 592 τ.μ., η περίφραξη με τσιμεντόλιθους 265 τ.μ. δεν αναφερόταν καθόλου στην άδεια και συνεπώς ήταν παράνομη, ενώ παράνομος ήταν και ο χώρος γραφείου, εμβαδού 23,75 τ.μ., αφού είχε κατασκευαστεί καθ υπέρβαση της κάλυψης και της δόμησης και τέλος εντός του οικοπέδου υπήρχε αποθήκη δίπλα στο στέγαστρο, επίσης παράνομη, αφού δεν προβλεπόταν αποθήκη στην άδεια, οι παραβάσεις δε αυτές συνιστούσαν πραγματικό ελάττωμα, που εμπόδιζε τη χρήση του μισθίου από την πρώτη εναγομένη.
Αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι ότι, κατά την υπογραφή του συμφωνητικού μίσθωσης δεν εγνώριζαν την ύπαρξη των ανωτέρω πολεοδομικών παραβάσεων και, ότι έλαβαν γνώση αυτών μετά την κατάρτιση της μίσθωσης, οπότε συντάχθηκε, κατ' εντολή τους, σχετικό τοπογραφικό του οικοπέδου από τον τοπογράφο-μηχανικό Σ.
Χ.... Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι ο ενάγων υπέβαλε τη δήλωση τακτοποίησης του άρθρου 24 του ν. 4014/2011 στις 7-6-2012, για το στέγαστρο και την περίφραξη, επί της οποίας το πρόστιμο υπολογίσθηκε στις 6-9-2012 και εξοφλήθηκε στις 10-9-2012, οπότε έγινε και η σύνδεση με τα δίκτυα κοινής ωφελείας, ενώ, ακολούθως, στις 12-12-2012, έγινε ενδιάμεση υπαγωγή και του χώρου γραφείου, για τον οποίο το πρόστιμο καταβλήθηκε στις 13-12-2012, οπότε και ολοκληρώθηκε η διαδικασία υπαγωγής στον ανωτέρω νόμο, πλην, όμως, η πρώτη εναγομένη προέβη στις 17-09-2012 σε καταγγελία της σύμβασης μίσθωσης και αποχώρησε από το μίσθιο, παραδίδοντας, διά του δευτέρου εναγομένου, τα κλειδιά στον αντιπρόσωπο του ενάγοντος και πατέρα του Ι.
Τ.. Ο ισχυρισμός των εναγομένων, ότι η ανωτέρω καταγγελία έγινε στις 28-05-2012, δεν αποδείχθηκε από τη συνεκτίμηση των παραπάνω αποδεικτικών στοιχείων και ιδίως, από την κατάθεση των μαρτύρων του ενάγοντος στο ακροατήριο και την ένορκη βεβαίωση, αλλά και από το γεγονός, ότι η πρώτη εναγομένη μισθώτρια δεν είχε λόγο να προβεί στην καταγγελία την 28-05-2012, ήτοι ένα μήνα περίπου πριν την έναρξη της μισθώσεως, όταν είχε ήδη ξεκινήσει η διαδικασία τακτοποίησης των αυθαιρέτων κατασκευών και λογικά θα έπρεπε να αναμένει την ολοκλήρωσή της, τουλάχιστον μέχρι την έναρξη της μισθώσεως.
Περαιτέρω, οι εναγόμενοι προβάλλουν την ένσταση της λύσεως της σύμβασης, λόγω της προαναφερθείσας καταγγελίας, και, επικουρικά, της μη καταβολής του μισθώματος, εξαιτίας του προαναφερθέντος πραγματικού ελαττώματος του μισθίου. Με βάση όμως, όσα προαναφέρθηκαν, εφόσον η μισθώτρια γνώριζε το πραγματικό ελάττωμα κατά την κατάρτιση της μισθωτικής σύμβασης, δεν δικαιούνταν αυτή να ασκήσει το δικαίωμα της καταγγελίας ή της μη καταβολής του μισθώματος, λόγω του πραγματικού ελαττώματος, και, συνακόλουθα, η γενομένη απ' αυτήν καταγγελία είναι άκυρη και δεν επέφερε τη λύση της μίσθωσης, πέραν το γεγονότος, ότι η καταγγελία αυτή είναι άκυρη και, διότι έγινε χωρίς να ταχθεί προηγουμένως εύλογη προθεσμία στον ενάγοντα για διόρθωση του ελαττώματος, ούτε αποδείχθηκε, ότι, εξαιτίας του λόγου, που δικαιολογούσε την καταγγελία, η μισθώτρια δεν είχε συμφέρον στην εκτέλεση της σύμβασης...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Εφετείο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και ακολούθως δέχθηκε την αγωγή του και υποχρέωσε τους εναγομένους - αναιρεσείοντες να του καταβάλουν το ποσό των 54.390 ευρώ για δεδουλευμένα μισθώματά του από την έναρξη της μίσθωσης μέχρι τη συζήτηση της αγωγής χρονικού διαστήματος.
Η ίδια απόφαση με τις ως άνω παραδοχές διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε θέμα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα η απόφαση, ενώ δέχεται ότι στο μίσθιο υπήρχαν σημαντικές σε αριθμό και έκταση πολεοδομικές παραβάσεις, ότι οι παραβάσεις αυτές συνιστούσαν πραγματικό ελάττωμα που εμπόδιζε τη χρήση του μισθίου από την πρώτη εναγομένη (ήδη πρώτη αναιρεσείουσα) και ότι ο ενάγων (εκμισθωτής) είχε υποχρέωση να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες για την νομιμοποίηση των ως άνω πολεοδομικών παραβάσεων στο μίσθιο ακίνητο, δεν διευκρινίζει αν δικαιολογείται η μεγάλη καθυστέρηση του εκμισθωτή να νομιμοποιήσει τις ως άνω παραβάσεις, αν η καθυστέρηση αυτή οφείλεται σε αδράνεια ή αδιαφορία αυτού, καθόσον η αδράνεια του εκμισθωτή να ενεργήσει προς την ως άνω κατεύθυνση αποτελεί λόγο που θεμελιώνει την ύπαρξη πραγματικού ελαττώματος του μισθίου, και μέχρι πότε έπρεπε να αναμείνει η πρώτη εναγομένη (μισθώτρια) να της παραδοθεί το μίσθιο κατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση.
Περαιτέρω, ενώ στο άρθρο 585 εδ. β' του ΑΚ προβλέπεται η δυνατότητα του μισθωτή να καταγγείλει τη μίσθωση και χωρίς να τάξει προθεσμία στον εκμισθωτή "αν εξαιτίας του λόγου που δικαιολογεί την καταγγελία, δεν έχει συμφέρον στην εκτέλεση της σύμβασης", δεν διευκρινίζεται στην απόφαση γιατί η μισθώτρια έπρεπε να τάξει προθεσμία στον εκμισθωτή προς αποκατάσταση της χρήσης του μισθίου πριν από την καταγγελία (17-9-2012), όταν η ίδια απόφαση δέχεται ότι μόνο δύο από τις τέσσερις πολεοδομικές παραβάσεις στο μίσθιο νομιμοποιήθηκαν στις 10-9-2012, δηλαδή τρεισήμισι μήνες από την υπογραφή του συμφωνητικού μισθώσεως στις 14-5-2012 και δυόμισι μήνες περίπου από την έναρξη της μίσθωσης (1-7-2012), ενώ το τρίτο αυθαίρετο κτίσμα (γραφείο) νομιμοποιήθηκε στις 12-12-2012, δηλαδή πεντέμισι μήνες μετά την έναρξη της μίσθωσης, και το τέταρτο αυθαίρετο κτίσμα (αποθήκη) δεν είχε νομιμοποιηθεί μέχρι την ημέρα που συζητήθηκε η έφεση.
Συνεπώς είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, στον οποίο εκτίθενται με πληρότητα όλα τα αναγκαία προς θεμελίωση του προβλεπόμενου από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης περιστατικά και όχι εκείνα από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 λόγου, όπως υπολαμβάνουν οι αναιρεσείοντες και προβάλλουν με τον πρώτο λόγο αναίρεσης. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο λόγος αυτός, ενώ παρέλκει πλέον η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Κατά παραδοχή έτσι του πρώτου λόγου πρέπει η αίτηση αναίρεσης να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, να παραπεμφθεί δε ακολούθως η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, πρέπει να καταδικαστεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, κατά το σχετικό αίτημα των τελευταίων, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα (άρθρ. 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1775/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην εκείνου που εξέδωσε την ως άνω αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ. Και Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Οκτωβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Νοεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ