Legislator Case Law & Legislation
1559/2017 AI generated

1559/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1559/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/7/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5625/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2590/2015 του Εφετείου Αθηνών.

Legislator headnote

AI generated

1559/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατ’ ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προ έρευνα, πρέπει ν’ απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου σε Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 § 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

Keywords

AI generated
contract for medical treatment nullity of agreements and decisions withdrawal following settlement termination agreement negotiation and conclusion non-implementation of the offending agreements
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1559 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1559/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΑ Α.Ε.", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Σοφιαλίδη και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... A.E.B.E.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Πουλόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/7/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5625/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2590/2015 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/12/2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης ανέγνωσε την από 10/3/2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το π.δ/μα 219/1991, που εκδόθηκε για την ενσωμάτωση στην ελληνική έννομη τάξη της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, για το συντονισμό των δικαίων των κρατών μελών όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους, οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται αναλογικά και επί των συμβάσεων αποκλειστικής διανομής, οι οποίες, κατά τα ουσιώδη αυτών στοιχεία, ομοιάζουν με τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, ορίζονται και τα εξής:

α) "ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση ..." (άρθρο 9 παρ. Ια), β) "το ποσό της αποζημίωσης δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με τον ετήσιο μέσο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου" (άρθρο 9 παρ. 1β), γ) "η χορήγηση αυτής της αποζημίωσης δεν στερεί στον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για την ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας που υπέστη, όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα (άρθρο 9 παρ. 1γ).

δ) "ο εμπορικός αντιπρόσωπος χάνει την αξίωση αποζημίωσης ή ανόρθωση ζημίας της προηγούμενης παραγράφου εάν δεν γνωστοποιήσει στον αντιπροσωπευόμενο εντός έτους από τη λύση της σύμβασης ότι προτίθεται να ασκήσει το δικαίωμα του" (παρ. 2). Από τις διατάξεις αυτές - σε συνδυασμό και με αυτές του άρθρου 8 - του ως άνω Π.Δ/τος, που αποτελούν ενσωμάτωση στην Ελληνική έννομη τάξη των αντιστοίχων ρυθμίσεων του άρθρου 17 παρ. 2 εδ.

α’ , β’ γ’ και παρ. 3 και 5 της άνω Οδηγίας, σαφώς συνάγεται ότι από την προβλεπόμενη στην παράγραφο 1 στοιχ. α’ του άρθρου 9 αποζημίωση πελατείας διαφέρει η διαλαμβανόμενη στο στοιχείο γ’ της ίδιας παραγράφου αξίωση για ανόρθωση της ζημίας, η οποία δεν είναι παρά η αξίωση της αποζημίωσης του κοινού δικαίου, την οποία έχει ενδεχομένως ο εμπορικός αντιπρόσωπος.

Για τη γέννηση της τελευταίας αυτής αξίωσης του εμπορικού αντιπροσώπου απαιτείται υπαίτια παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεων του αντιπροσωπευομένου ή τέλεση εκ μέρους του αδικοπραξίας. Η εν λόγω αποζημίωση οφείλεται επιπλέον της αποζημίωσης πελατείας και περιλαμβάνει τόσο τη θετική, όσο και την αποθετική ζημία.

Επομένως, ο εμπορικός αντιπρόσωπος, όπως και ο αποκλειστικός διανομέας, δικαιούται σωρευτικά τόσο την αποζημίωση πελατείας, όσο και την αποζημίωση του κοινού δικαίου (βλ. Ολ. ΑΠ 16/2013 σε ΝΟΜΟΣ), η οποία προϋποθέτει βέβαια την πρόκληση από την αντισυμβατική ή αδικοπρακτική συμπεριφορά του εντολέα ζημίας στον εμπορικό αντιπρόσωπο ή το διανομέα (ΑΠ 165/2015 σε ΝΟΜΟΣ).

Η περαιτέρω αυτή ζημία του εμπορικού αντιπροσώπου ή του διανομέα έχει τη μορφή διαφυγόντος κέρδους και συνίσταται στις κάθε φύσεως προμήθειες και αμοιβές, που αυτός θα εισέπραττε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων στο υπόλοιπο χρονικό διάστημα, μέχρι δηλαδή τη συμπλήρωση του συμβατικά καθορισμένου χρόνου διάρκειας της σύμβασης, αφού αφαιρεθούν τα έξοδα που ενδεχομένως εξοικονόμησε από την πρόωρη λήξη της συνεργασίας του με τον αντιπροσωπευόμενο.

Στην περίπτωση που δεν υπάρχει συμβατικά καθορισμένος χρόνος διάρκειας της σύμβασης, δηλαδή στην περίπτωση σύμβασης αόριστης διάρκειας, η προς ανόρθωση περαιτέρω ζημία περιλαμβάνει τα διαφυγόντα κέρδη, που με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζε ο αντιπρόσωπος από τις πωλήσεις, μέχρι να συμπληρωθεί η οριζόμενη για την καταγγελία προθεσμία από το άρθρο 8 παρ. 3 και 4 του π.δ. 219/1991 (ΑΠ 165/2015).

Περαιτέρω, η κατά τα ανωτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 8 και 9 παρ.1 εδ. α’ και 3 του ίδιου π.δ. αποζημίωση ή αποκατάσταση της ζημίας, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2, δεν οφείλεται όταν ο εντολέας καταγγείλει τη σύμβαση λόγω υπαιτιότητας του εμπορικού αντιπροσώπου που δικαιολογεί καταγγελία της σύμβασης κατά πάντα χρόνο, από το οποίο συνάγεται, περαιτέρω, ότι κατά της αγωγής του αντιπροσώπου η αντίστοιχα του διανομέα, με την οποία ζητείται η από το άρθρο 9 παρ.1 του εν λόγω π.δ/τος προβλεπόμενη λόγω καταγγελίας της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση, ο εντολέας μπορεί να προτείνει προς απαλλαγή του κατ’ ένσταση, ότι κατήγγειλε τη σύμβαση για σπουδαίο λόγο, τον οποίο συνιστά και η μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ο αντιπρόσωπος ανέλαβε έναντι αυτού στο πλαίσιο της σύμβασης (υπαίτια καταγγελία).

Η ένσταση αυτή, η οποία είναι διαφορετική από τη θεμελιούμενη στο άρθρο 281 ΑΚ ένσταση για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του αντιπροσώπου προς αποζημίωση, λόγω προφανούς υπερβάσεως των επιτρεπτών ορίων της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, αποτελεί εκδήλωση της συναγόμενης και από τις διατάξεις των άρθρων 585, 588, 594, 672, 766, 797 και 288 του Α.Κ.

γενικότερης αρχής επί διαρκών συμβάσεων, ότι η ύπαρξη σπουδαίου λόγου δικαιολογεί; τη λύση αυτών με καταγγελία. Σπουδαίος λόγος καταγγελίας υπάρχει, όταν συντρέχουν έκτακτες περιστάσεις ή όταν ο ένας από τους συμβαλλόμενους αθετεί υποχρεώσεις τόσο ουσιώδεις ώστε να καθίσταται μη ανεκτή για το άλλο μέρος, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης, η συνέχιση της συμβάσεως μέχρι τη λύση της, κατά τους υπαγορευόμενους από αυτή όρους (ΑΠ 4/2015).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 321 ΚΠολΔ, δεδικασμένο - το οποίο, κατ’ άρθρο 332 ΚΠολΔ, λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, εμποδίζοντας το δικαστήριο να ερευνήσει την ίδια υπόθεση και πάλι -δημιουργούν οι οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, δηλαδή οι τελεσίδικες, και κατ’ άρθρο 322 παρ. 1 ΚΠολΔ εκτείνεται στο ουσιαστικό και δικονομικό ζήτημα που κρίθηκε με την απόφαση οριστικά για μια έννομη σχέση που έχει προσβληθεί με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού. Κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ το δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ιδίων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστορική και νομική αιτία, καλύπτει δε όχι μόνο το δικαίωμα που κρίθηκε (την έννομη σχέση που διαγνώσθηκε), αλλά και την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή από την απόφαση (υπό την έννοια των πραγματικών περιστατικών που ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσεως), καθώς και τη νομική αιτία (το νομικό χαρακτηρισμό) που το δικαστήριο έδωσε στα πραγματικά περιστατικά υπάγοντας τα στην οικεία διάταξη νόμου, την οποία εφάρμοσε, δηλαδή καλύπτει, ως ενιαίο όλον, ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό, όπως διατυπώνεται στην απόφαση (ΑΠ 728/1996 ΑΠ 981/1993, ΑΠ 1019/1993).

Ειδικότερα το δεδικασμένο καλύπτει: α)το δικαίωμα που κρίθηκε, β) τη νομική αιτία, δηλαδή το νομικό χαρακτηρισμό που δόθηκε από το δικαστήριο στα πραγματικά περιστατικά και γ) την ιστορική αιτία που αποτελείται από τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το Δικαστήριο Και ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης (ΑΠ 1 137/2006).

Η ύπαρξη και η έκταση του δεδικασμένου προκύπτουν από το περιεχόμενο της απόφασης και όχι απ’ αυτό της κριθείσας αγωγής, έστω και αν το δικαστήριο δεν εξάντλησε το αντικείμενο της ή το υπερέβη ή απομακρύνθηκε απ’ αυτό (ΑΠ 298/2004). Εξάλλου, κατά το άρθρο 331 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο εκτείνεται και στα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος, αν το δικαστήριο ήταν καθ’ ύλη αρμόδιο να αποφασίσει για τα παρεμπίπτοντα ζητήματα (ΑΠ 1287/2003, ΑΠ 1425/1999), ενώ ως παρεμπίπτον (προδικαστικό) ζήτημα νοείται άλλη έννομη σχέση ή δικαίωμα ή συνέπεια του ουσιαστικού δικαίου από το οποίο εξαρτάται η κρίση επί του κυρίου ζητήματος της δίκης (ΑΠ 1401/2004) δηλαδή το δεδικασμένο επεκτείνεται σε εκείνο το προδικαστικό ζήτημα, το οποίο η απόφαση έκρινε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση στηρίζει τη διαγνωσθείσα ή απαγγελθείσα απ’ αυτήν έννομη συνέπεια.

Έτσι, δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση δημιουργείται και όταν το αντικείμενο της μεταγενέστερος δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ιδίων προσώπων, είναι διαφορετικό από τη δίκη που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη (Ολ ΑΠ 10/2002, ΑΠ 1394/2008), όπως συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα μ’ αυτό που κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση (ΑΠ Ολ 34/1992, ΑΠ 759/2006).

Αν υπάρχει δεδικασμένο, εφόσον δεν επήλθε μεταβολή του νομικού καθεστώτος που διέπει μια έννομη σχέση (ΑΠ 1832/2001, ΑΠ 190/2000) ή των πραγματικών περιστατικών που αποτελούν προϋπόθεση της σχέσης αυτής (ΑΠ 226/2001), αποκλείεται η αμφισβήτηση σε μεταγενέστερη δίκη της έννομης σχέσης που αποτελεί τη βάση της αξίωσης.

Δεδικασμένο αποτελεί και η ενδεχομένως άδικη ή εσφαλμένη τελεσίδικη απόφαση και ανατρέπεται μόνο με την επιτυχή άσκηση των έκτακτων ενδίκων μέσων της αναίρεσης ή της αναψηλάφησης κατά της απόφασης που αποτελεί δεδικασμένο (ΑΠ 386/2000, ΑΠ 1174/1999, ΑΠ 839/1999, ΑΠ 331/1999). Το δεδικασμένο δεσμεύει τόσο τους διαδίκους (και τα άλλα πρόσωπα που αναφέρονται στα άρθρα 325-329 ΚΠολΔ), όσο και τα πολιτικά δικαστήρια, τα οποία δεν μπορούν να επανακρίνουν ό,τι έχει ήδη κριθεί (άρθρα 324, 332 ΚΠολΔ).

Αντίθετα δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο τα κριθέντα πλεοναστικώς ζητήματα (ΑΠ 1137/2006, ΑΠ 1366/1996). Περαιτέρω - και ειδικότερα επί των ενστάσεων - αν η απόρριψη αγωγής αποτελεί συνέπεια της παραδοχής κάποιας ένστασης του εναγομένου, ή αν η σχετική ένσταση απορριφθεί, δημιουργείται εντεύθεν δεδικασμένο (εξαιρουμένης της περιπτώσεως που η διάπλαση της έννομης σχέσης μπορεί να επιτευχθεί μόνο με διαπλαστική αγωγή) εκ του παρεμπιπτόντως κριθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού, το οποίο καλύπτει και αυτές που συναρτώνται με το προδικαστικό ζήτημα, είτε αυτό αφορά τις διαδικαστικές προϋποθέσεις, είτε το κατ’ ουσίαν βάσιμο της αγωγής (ΑΠ 1017/2001) που αναγκαία κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη.

Περαιτέρω, από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 321, 322 παρ. 1 εδ. α και 324 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι δεδικασμένο παράγεται και από την οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ως προς το ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε μ’ αυτήν, το οποίο όμως δεν προσβάλλεται με την έφεση που ασκήθηκε από τον ηττηθέντα πρωτοδίκως διάδικο, εφόσον έτσι καθίσταται τελεσίδικη, ως προς το ζήτημα αυτό, η καταδίκη απόφαση (ΑΠ 455/2014).

Περαιτέρω, ο από το πρώτο σκέλος της διατάξεως του άρθρου 559 αρ.16 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, το οποίο προέβη αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους σε έρευνα για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο.

Στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας τόσο για το αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και για το αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα, τα οποία προσέδωσε σ’ αυτό η απόφαση, όσο και η κρίση για τη συνδρομή, ή μη των κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ προϋποθέσεων του δεδικασμένου, εφόσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, κατά το άρθρο 561 § 2 του ίδιου Κώδικα, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 1903/2006).

Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, από το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου, απορρέοντες από την υπ’ αριθμ.2265/2009 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτ. Αθηνών, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε αυτή (προσβαλλομένη), ζήτημα της εγκυρότητας της γενομένης από την αναιρεσίβλητη (από 10-11-06) καταγγελίας της με την αναιρεσείουσα υφιστάμενης συμβάσεως αποκλειστικής διανομής καθώς και της ανυπαρξίας του αδικοπρακτικού χαρακτήρα της τελευταίας, κρίνοντας, εσφαλμένως, τη συνδρομή όλων των από τις διατάξεις των άρθρων 321 επ ΚΠολΔ απαιτουμένων για την ύπαρξη αυτού (δεδικασμένου) προϋποθέσεων, παρόλο που τα από την ως άνω απόφαση (2265/09) προκύπτοντα σχετικά πραγματικά περιστατικά απέκλειαν την κρίση αυτή.

επιβάλλοντα την άρνηση αναγνωρίσεως του εν λόγω δεδικασμένου ως προς το παραπάνω ζήτημα. Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (αρθ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι, αυτή, μετ’ εκτίμηση των προσκομισθεισών από τους διαδίκους αποδείξεων, δέχθηκε, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα τ’ ακόλουθα: "Δυνάμει της από 02-02-2004 σύμβασης αποκλειστικής διανομής, η εναγόμενη (αναιρεσίβλητη) εταιρία με την επωνυμία "...

ΑΕΒΕ", η οποία είναι εμπορική εταιρία με αντικείμενο την εισαγωγή και εμπορία ιατρικών ειδών, ανέθεσε στην ενάγουσα (αναιρεσείουσα) εταιρία την αποκλειστική διανομή των καρδιολογικών προϊόντων και προϊόντων ηλεκτροφυσιολογίας της εδρεύουσας στην … εταιρίας με την επωνυμία "…" στα Νοσοκομεία ΙΚΑ Πεντέλης, Αλεξάνδρα και Ερυθρό Σταυρό.

Η παραπάνω σύμβαση συμφωνήθηκε ως ορισμένου χρόνου, προβλέφθηκε, όμως, η δυνατότητα παράτασης αυτής κατόπιν έγγραφης κοινής συμφωνίας των συμβαλλομένων μερών. Την 31-12-2004, οπότε έληξε η διάρκεια της σύμβασης, οι ως άνω εταιρίες δεν διέκοψαν την εμπορική τους συνεργασία, αλλά εξακολούθησαν να εκτελούν τη σύμβαση, σύμφωνα με το περιεχόμενο και τους όρους που είχαν συμφωνηθεί κατά το χρόνο κατάρτισης της.

Επομένως, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 8 παρ. 2 π.δ. 219/1991, η εν λόγω σύμβαση αποκλειστικής διανομής μετατράπηκε σε σύμβαση αορίστου χρόνου από την 01-01-2005 και εφεξής. Με την παραπάνω σύμβαση προσδιορίστηκαν οι τιμές πώλησης των ως άνω προϊόντων από την προμηθεύτρια στη διανομέα εταιρία. Ειδικότερα, σύμφωνα με τον όρο 4.1 της εν λόγω σύμβασης, οι τιμές πώλησης των προϊόντων της εναγομένης θα ισούντο με τις τιμές της χονδρικής πώλησης του εκάστοτε ισχύοντος τιμοκαταλόγου της εταιρίας με έκπτωση 44 % για τις ενδοπροθέσεις της εταιρίας ...

και 44.7% για τα υπόλοιπα προϊόντα της αυτής εταιρίας. Περαιτέρω, η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει το τίμημα για τα αγοραζόμενα, εντός εκάστου ημερολογιακού μήνα, προϊόντα της εναγομένης, το αργότερο, εντός του εβδόμου στη συνέχεια μήνα, εκδίδοντας και παραδίδοντας συγχρόνως σε αυτή, εντός 15 ημερών από τη λήξη κάθε ημερολογιακού μήνα, ισόποση με το τίμημα των αγορασθέντων προϊόντων και με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης την προαναφερθείσα, ήτοι εντός του επταμήνου.

Πρέπει να σημειωθεί ότι οι παραπάνω ουσιώδεις οικονομικοί όροι συνεργασίας των διαδίκων εταιριών περιλήφθηκαν και στην έγγραφη σύμβαση, την οποία η εναγόμενη απέστειλε στην ενάγουσα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2006 έως 31-12-2006. Η μεταξύ των αντισυμβαλλομένων σύμβαση αποκλειστικής διανομής εκτελέσθηκε αμοιβαία κατ’ εφαρμογή των συμφωνηθέντων όρων μέχρι τον Ιούνιο του 2006, ενώ η εναγομένη ανέθεσε στην ενάγουσα την αποκλειστική διανομή των ιατροτεχνολογικών προϊόντων της σε ένα επιπλέον Νοσοκομείο, ήτοι στο "...)".

Η ομαλή εξέλιξη της συμβατικής σχέσης των διαδίκων κατέστη αδύνατη, όταν η εναγόμενη εταιρία αποφάσισε να εφαρμόσει από τον Ιούνιο του 2006 νέα τιμολογιακή πολιτική, μειώνοντας τις εκπτώσεις στα προϊόντα που διέθετε στην ενάγουσα εταιρία από τα συμφωνηθέντα ως άνω ποσοστά σε ποσοστό 15%, καθώς επίσης και τον τρόπο πληρωμής, χωρίς να προβεί σε τροποποίηση της σχετικής σύμβασης με την ενάγουσα, τη δήλωση βούλησης της οποίας παρέκαμψε κατά τρόπο αντισυμβατικό, και ενεργώντας, επιπλέον, χωρίς εύλογη αιτία, αιφνιδιαστικά και απρόβλεπτα, δεδομένου ότι στο κείμενο της νέας έγγραφης σύμβασης, το οποίο η ίδια απέστειλε στην ενάγουσα για να ισχύσει από τον Ιανουάριο έως το Δεκέμβριο του 2006, δεν ανέφερε τη μείωση των εκπτώσεων, την οποία αργότερα αποφάσισε να επιβάλει μονομερώς σε αυτήν.

Περαιτέρω, στο πλαίσιο λειτουργίας της σύμβασης κατά το χρονικό διάστημα έως τον Ιούνιο του 2006, η εναγόμενη εταιρία ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 108.597,79 ευρώ, εκδίδοντας τα αντίστοιχα πιστωτικά τιμολόγια, το οποίο (ποσό) αντιστοιχούσε στη διαφορά μεταξύ της αρχικής τιμής προσφοράς 301 τεμαχίων "..." στο Νοσοκομείο ΠΑΓΝΗ (3.734 ευρώ έκαστο) και την μειωθείσα, κατόπιν διαμαρτυρίας του εν λόγω Νοσοκομείου, τελική τιμή/πώλησης των εν λόγω τεμαχίων (3.433 ευρώ έκαστο), όπως αυτή προσδιορίστηκε με βάση την τιμή προσφοράς που ίσχυσε και για τα λοιπά Νοσοκομεία και η οποία, κατόπιν απαίτησης του τελευταίου Νοσοκομείου, εφαρμόστηκε και σε αυτό (βλ.

το αντίγραφο του από 5-7-2006 ηλεκτρονικού εγγράφου της εναγομένης προς την ενάγουσα σε συνδυασμό με την από 6-2-2007 εξώδικη δήλωση της εναγομένης προς την ενάγουσα, με τα οποία αναγνωρίζει τη σχετική οφειλή της προς αυτήν). Σχετικά με τον προσδιορισμό της εν λόγω τιμής προσφοράς, η ενάγουσα είχε εφαρμόσει το πρόγραμμα οικονομικής προσφοράς της εναγομένης, με αποτέλεσμα η τελευταία να αναλάβει την κάλυψη της ζημίας της ενάγουσας από τη μείωση της τιμής προσφοράς (βλ.

το αντίγραφο του από 20-12-2004 τηλεομοιοτυπικού εγγράφου της εναγομένης προς την ενάγουσα). Η ενάγουσα, η οποία ήταν συνεπής στην εκπλήρωση των απορρεουσών από τη σύμβαση υποχρεώσεων της μέχρι τις αρχές Ιουνίου του 2006, ενημερώθηκε, στις 7-6-2006, σχετικά με τη νέα τιμολογιακή πολιτική της εναγομένης, ενώ υπήρχαν εκκρεμείς συμβάσεις με τα προαναφερθέντα Νοσοκομεία, τις οποίες όφειλε να εκπληρώσει.

Κατόπιν προσπαθειών συνεννόησης με την εναγόμενη, οι οποίες απέβησαν άκαρπες, η ενάγουσα απηύθυνε στην τελευταία την από 23-10-2006 εξώδικη δήλωση της, με την οποία διαμαρτυρόταν σχετικά με επικαλούμενη αντισυμβατική συμπεριφορά της εναγομένης, η οποία προέβη σε μονομερή ανακαθορισμό των εκπτώσεων και του τρόπου πληρωμής των προϊόντων της, μεθοδεύοντας την επιλεκτική αφαίρεση της αγοράς από την ίδια (ενάγουσα), την οποία χρησιμοποίησε προσωρινά για τη διάσωση και την ανάπτυξη της αγοράς των προϊόντων της.

Με την παραπάνω εξώδικη δήλωση της, η ενάγουσα (η οποία, σημειωτέον, απέδιδε -περαιτέρω - ως Διανομέας εταιρία στην εταιρία "..." την άσκηση μεθόδων χειραγώγησης σε βάρος της, την εφαρμογή αθέμιτων για τους συναλλασσόμενους με το δημόσιο τομέα εμπορικών πρακτικών, πέραν των πλαισίων που καθορίζουν τα πρότυπα συναλλακτικής συμπεριφοράς της μητρικής αμερικάνικης εταιρείας, αλλά και η νομοθεσία περί ανταγωνισμού) καλούσε τους νομίμους εκπροσώπους της εναγομένης να προσέλθουν εντός πέντε ημερών στα γραφεία της (ενάγουσας), προκειμένου να ανεύρουν τρόπους συμβιβαστικής επίλυσης της μεταξύ τους διαφοράς.

Σε απάντηση της ως άνω εξώδικης δήλωσης της ενάγουσας, η εναγόμενη επέδωσε σε αυτήν, στις 10-11-2006, την από 10-11-2006 εξώδικη διαμαρτυρία - καταγγελία - πρόσκληση, με την οποία κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση αποκλειστικής διανομής, επικαλούμενη τη συνδρομή σπουδαίου λόγου, ερειδομένου, αφ’ ενός μεν στη συκοφαντική δυσφήμιση της ιδίας (εναγομένης) με την από 23-10-2006 εξώδικη δήλωση της ενάγουσας, αφ’ ετέρου δε στην αντισυμβατική συμπεριφορά της ενάγουσας, η οποία όφειλε, κατά τον ως άνω χρόνο, σε αυτήν (εναγομένη) το ποσό των 622.657,77 ευρώ για την αγορά προϊόντων της εταιρίας "..." (μη έχοντας εκδώσει και παραδώσει σ’ αυτήν, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, μεταχρονολογημένες επιταγές για την αγορά των προϊόντων αυτών), και ενώ η απαίτηση αυτή είχε καταστεί ήδη ληξιπρόθεσμη, η ενάγουσα δεν είχε μέχρι τότε καταβάλει το παραπάνω ποσό.

Η παραπάνω καταγγελία της εναγομένης δε θέτει προθεσμία παραγωγής των αποτελεσμάτων της, καθόσον η εναγόμενη στηρίζει αυτή σε σπουδαίο λόγο, με συνέπεια να μπορεί, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στη μείζονα πρόταση, να αποδεσμευθεί από τη σύμβαση, χωρίς την τήρηση των προβλεπόμενων για την εν λόγω σύμβαση προθεσμιών.

Όμως, προκειμένου να μην υπόκειται η καταγγελία της εν λόγω σύμβασης αποκλειστικής διανομής στις προβλεπόμενες προθεσμίες, προϋποτίθεται ότι ο επικαλούμενος στην καταγγελία σπουδαίος λόγος αποδεικνύεται βάσιμος. Στην προκειμένη περίπτωση, ως προς τον σπουδαίο λόγο, στον οποίο η εναγόμενη στηρίζει την ασκηθείσα καταγγελία της, αποδεικνύονται τα ακολούθα:

Όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη μετ’ επικλήσεως από την εκκαλούσα υπ’ αριθμ. 2468/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, α) Η εταιρία "... ΑΕ", με την προγενέστερη (από 25-10-2007) αγωγή της κατά της εταιρίας "... ΗΕLLAS ΑΕΒΕ" ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει: i) ποινική ρήτρα λόγω αντισυμβατικής συμπεριφοράς που επέδειξε στο πλαίσιο της σύμβασης εμπορικής αποκλειστικής διανομής που τη συνέδεε μαζί της, συνισταμένης στη μονομερή επιβολή νέων όρων (αυξήσεων των τιμών πώλησης των προϊόντων της δεύτερης προς την πρώτη) και ii) χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με τον ισχυρισμό ότι η εκ μέρους της εναγόμενης αντισυμβατική συμπεριφορά που επέδειξε η εναγόμενη και η εκ μέρους της καταγγελία της σύμβασης εμπορικής διανομής, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή λοιπά πραγματικά περιστατικά, συνιστούσε αδικοπραξία κατά την έννοια των άρθρων 914, 919, 932 ΑΚ, σε συνδυασμό προς το αρθρ. 2 του ν. 703/1977.

β) Η εταιρία "... ΗΕLLAS ΑΕΒΕ" με τη δική της (από 21-12-2007) αγωγή κατά της εταιρίας "... ΑΕ" ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει οφειλόμενο τίμημα πωληθέντων εμπορευμάτων στο πλαίσιο της ίδιας ως άνω σύμβασης εμπορικής διανομής, καθώς και ποινική ρήτρα λόγω αντισυμβατικής συμπεριφοράς, συνισταμένης στη μη καταβολή του τιμήματος των εμπορευμάτων αυτών.

Επί των ως άνω αγωγών, εκ των οποίων η μεν πρώτη απορρίφθηκε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη σε σχέση με το αίτημα επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, ενώ έγινε εν μέρει δεκτή, ως κατ’ ουσίαν βάσιμη, ως προς την νυν και τότε -μεταξύ και άλλων- εναγόμενη, αναφορικά με το αίτημα επιδικάσεως ποινικής ρήτρας για το ποσό των 100.000 ευρώ, λόγω ειδικότερα παραβιάσεως του όρου που αποτυπώνεται στο άρθρο 4.1 της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης που αναφέρει ότι "οι τιμές των προϊόντων προς τον Διανομέα θα είναι οι τιμές χονδρικής πώλησης του εκάστοτε ισχύοντος τιμοκαταλόγου της εταιρείας μείον 44% για τις ενδοπροθέσεις της εταιρείας ...

και 44,7% για όλα τα υπόλοιπα προϊόντα της εταιρείας ... για όλη τη διάρκεια ισχύος της παρούσας σύμβασης", με αποτέλεσμα την ενεργοποίηση του όρου 10.3 περί κατάπτωσης της ποινικής ρήτρας και β) η δεύτερη έγινε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν και υποχρεώθηκε να καταβάλει στην ενάγουσα, ως οφειλόμενο τίμημα πωληθέντων εμπορευμάτων στο πλαίσιο της ίδιας ως άνω σύμβασης αποκλειστικής διανομής, το ποσό των 382.948,53 ευρώ) κρίθηκε, μεταξύ άλλων, ότι (βλ.

στο τέλος της πρώτης σελίδας του φύλλου 10 και στη δεύτερη σελίδα του ιδίου φύλλου της υπ’ αριθμ. 2468/2012 ως ανωτέρω αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου -και σημειουμένου, παρεμπιπτόντως ότι δεν αποδεικνύεται ανατροπή με αναίρεση του δεδικασμένου αυτής της αποφάσεως) "Με την από 23.10.2006 εξώδικη διαμαρτυρία της η Διανομέας εταιρία απέδιδε στην εταιρεία "..." την άσκηση μεθόδων χειραγώγησης σε βάρος της, την εφαρμογή αθέμιτων για τους συναλλασσόμενους με το δημόσιο τομέα εμπορικών πρακτικών, πέρα των πλαισίων που καθορίζουν τα πρότυπα συναλλακτικής συμπεριφοράς της μητρικής αμερικάνικης εταιρείας, αλλά και η νομοθεσία περί ανταγωνισμού.

Η εταιρεία "... ΗΕLLAS ΑΕΒΕ" απάντησε στην ως άνω εξώδικη διαμαρτυρία με την από 10-11-2006 εξώδικη δήλωση της, με την οποία και κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση, αφενός μεν, λόγω της ύπαρξης χρηματικής οφειλής της ως άνω εταιρείας και συγκεκριμένα λόγω του ότι η εταιρεία "... ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΑ ΑΕ" δεν είχε παραδώσει σ’ αυτήν μεταχρονολογημένες επιταγές για την αγορά προϊόντων αξίας 622.657,77 ευρώ, αφετέρου λόγω του δυσφημιστικού γι’ αυτήν περιεχομένου της από 23-10-2006 εξώδικης διαμαρτυρίας (της "...

ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΑ Α.Ε"). Κατά το μέρος που η ως άνω καταγγελία ερείδεται στο δυσφημιστικό περιεχόμενο της από 23-10-2006 εξώδικης διαμαρτυρίας της "... ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΑ ΑΕ" κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση και η κρίση της αυτή δεν πλήττεται με λόγο έφεσης, ότι η καταγγελία αυτή είναι νόμιμη και απορρίφθηκαν οι ισχυρισμοί της ως άνω εταιρείας, ως ουσιαστικά αβάσιμοι, δηλαδή οι ισχυρισμοί για εφαρμογή αθέμιτων συναλλακτικών πρακτικών που αντιβαίνουν στη νομοθεσία περί ανταγωνισμού, δηλ.

στο ν. 146/1914 "περί αθεμίτου ανταγωνισμού" ή στο άρθρο 2 του ν. 703/1977 "περί προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού και περί ελέγχου των μονοπωλίων και ολιγοπωλίων", ο ισχυρισμός ότι η καταγγελία είναι άκυρη για καταχρηστική εκμετάλλευση εκ μέρους, της "... ΗΕLLAS ΑΕΒΕ" της οικονομικής εξάρτησης της "... ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΑ ΑΕ" και ο ισχυρισμός ότι η απαγγελία δεν επάγεται εξ αυτού του λόγου έννομα αποτελέσματα.

Δηλαδή, επί τη βάσει των αμέσως ανωτέρω παραδοχών της προηγηθείσας υπ’ αριθμ. 2468/2012 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου (στην οποία υπόθεση, επί της οποίας εξεδόθη αυτή, ήταν -επίσης- διάδικοι και οι νυν διάδικοι), αποδεικνύεται ότι η ασκηθείσα, με την από 10-11-2006 εξώδικη δήλωση της νυν εναγομένης, καταγγελία της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως, κρίθηκε, κατά το σκέλος που δεν επλήγη η εκκαλούμενη (υπ’ αριθμ. 2265/2009) απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με έφεση, νόμιμη, απορριφθέντων των ισχυρισμών της ενάγουσας περί ακυρότητας αυτής.

Επομένως - και εφόσον τα αμέσως ανωτέρω αποδεικνύονται από το περιεχόμενο της προσκομιζόμενης, μετ’ επικλήσεως από τους διαδίκους, υπ’ αριθμ. 2468/2012 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, επί ασκηθείσας εφέσεως κατά της 2265/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (επίσης, προσκομιζόμενης μετ’ επικλήσεως) και σε συνδυασμό με αυτήν [κατά των οποίων αποφάσεων, ως προς το σκέλος τους αυτό, δεν προκύπτει η άσκηση αναιρέσεως] - παρήχθη δεδικασμένο ως προς τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά (το οποίο, κατά τα ανωτέρω, λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης), δηλαδή ως προς το ζήτημα της ακυρότητας της ως άνω καταγγελίας της εναγομένης για σπουδαίο λόγο, αναφορικά, ειδικότερα, με το εκτιθέμενο ανωτέρω σκέλος αυτής (σε σχέση με το δυσφημιστικό για την εναγόμενη περιεχόμενο της από 23-10-2006 εξώδικης διαμαρτυρίας και το νόμιμο της σχετικής καταγγελίας για σπουδαίο λόγο), ως προς το οποίο η υπόθεση τότε δεν μεταβιβάστηκε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και αναφέρονται στην ως ανωτέρω απόφαση του τα κριθέντα από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο πραγματικά περιστατικά ως αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης.

Στο σημείο αυτό επισημαίνεται ότι, η κρίση περί του παρανόμου και υπαιτίου ή μη της συμπεριφοράς της εναγομένης, στο οποίο και θεμελιώνεται εν προκειμένω (υφ’ οιανδήποτε βάση της αγωγής είτε, δηλαδή, σε αδικοπραξία στηριζόμενη, που προϋποτίθεται για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, είτε στις διατάξεις των άρθρων 8-9 του π.δ. 219/1991) και η εξ αυτού του λόγου ακυρότητα ή όχι της γενομένης από αυτήν καταγγελίας της συμβάσεως, συναφώς προς την ικανοποίηση των σχετικών ένδικων αξιώσεων της ενάγουσας, αποτελεί προδικαστικό ζήτημα και για την παρούσα και για την προηγηθείσα δίκη μεταξύ των διαδίκων και η κρίση επ’ αυτού είναι αναγκαία προϋπόθεση επί του κυρίου ζητήματος και για τις δύο δίκες.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, εφόσον δεν αποδείχθηκε υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά της εταιρείας "... ΗΕLLAS" ως προς την ως άνω καταγγελία της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, ώστε αυτή να είναι άκυρη, η ενάγουσα ("... ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΑ ΑΕ") δεν δικαιούται την αξιούμενη με την αγωγή αποζημίωση, αφού -κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα - προϋπόθεση για, την επιδίκαση της είναι η επικαλούμενη αντισυμβατική συμπεριφορά της εναγομένης να είναι (εκτός από παράνομη - που αφορά στο και αδικοπρακτικό σκέλος της) και υπαίτια, δηλαδή η εκ μέρους της καταγγελία της συμβάσεως να ήταν άκυρη για τον λόγο αυτό, το οποίο -όμως- δεν αποδείχθηκε εν προκειμένω, ενώ - αντιθέτως - από το δεδικασμένο που παρήχθη με τις υπ’ αριθμ. 2265/2009 και 2468/2012, αντιστοίχως, αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και του Εφετείου Αθηνών, ως προς το σκέλος της καταγγελίας της εναγομένης που παραπάνω αναφέρεται (δυσφημιστική από 23-10-2006 εξώδικη διαμαρτυρία), ήταν - όπως προαναφέρεται - νόμιμη η καταγγελία, σύμφωνα με τα κριθέντα από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο πραγματικά περιστατικά, όπως αναφέρονται αναλυτικά ανωτέρω στην απόφαση του επιληφθέντος επί της προηγηθείσας μεταξύ των διαδίκων υποθέσεως δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, που ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης.

Σημειωτέον δε ότι, δεν αίρεται η ύπαρξη σπουδαίου λόγου, για τη λύση με καταγγελία της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως, εκ του γεγονότος ότι, ως προς το έτερο σκέλος της καταγγελίας της_ συμβάσεως (ύπαρξη χρηματικής οφειλής), κρίθηκε - με την ως ανωτέρω (2468/2012) απόφαση του Δικαστηρίου τούτου - ότι δε συντρέχει υπαίτια καθυστέρηση εκπλήρωσης της παροχής από την ενάγουσα και απορρίφθηκε η σχετική αξίωση της νυν εναγομένης (και τότε - επίσης - εναγομένης, αλλά και ενάγουσας) για κατάπτωση της σχετικής ποινικής ρήτρας [ενώ -αντιθέτως- έγινε δεκτή η σωρευόμενη αξίωση της για καταβολή του οφειλόμενου ποσού για την αγορά των ενδοπροθέσεων ...

της εταιρίας ... (που κρίθηκε συνολικά σε 382.948,53 ευρώ) για το αναφερόμενο στην αγωγή εκείνη (από 21-12-2007) χρονικό διάστημα], αφού αρκεί η ύπαρξη και απόδειξη ενός και μόνο σπουδαίου λόγου, για την καταγγελία της συμβάσεως και ως τέτοιος είναι αναμφίβολα η αποστολή στην εναγομένη από την ενάγουσα εταιρία ("...

ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΑ ΑΕ") της, με δυσφημιστικό περιεχόμενο, από 23-10-2006 εξώδικης διαμαρτυρίας της, που είχε ως συνέπεια και επί τη βάσει αυτής την καταγγελία της συμβάσεως από την εναγόμενη, αφού - με βάση και τα διδάγματα της κοινής πείρας ακόμη - προέκυπτε, πλέον, αδυναμία συνέχισης της συνεργασίας αυτών (διαδίκων), στο πλαίσιο αμοιβαίας εμπιστοσύνης, προς ευόδωση του κοινού επιχειρηματικού σκοπού, που είχε κλονιστεί και ως προς την οποία (διαμαρτυρία της ενάγουσας) κρίθηκαν απορριπτέοι, κατά τα ανωτέρω, οι ισχυρισμοί της (ενάγουσας) ως ουσιαστικά αβάσιμοι, ειδικότερα δε οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί περί εφαρμογής αθέμιτων συναλλακτικών πρακτικών που αντιβαίνουν στη νομοθεσία περί ανταγωνισμού, δηλαδή στο ν. 146/1914 "περί αθέμιτου ανταγωνισμού" ή στο άρθρο 2 του ν.703/1977 "περί προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού και περί ελέγχου των μονοπωλίων και ολιγοπωλίων", ο ισχυρισμός ότι η καταγγελία είναι άκυρη για καταχρηστική εκμετάλλευση εκ μέρους της "...

ΗΕLLAS ΑΕΒΕ" της οικονομικής εξάρτησης της "... ΜΗΧΑΝΗΜΑ ΑΕ", όπως και ο ισχυρισμός ότι η καταγγελία δεν επάγεται εξ αυτού του λόγου έννομα αποτελέσματα, που, επομένως, συνεπάγεται -αντιθέτως -την εγκυρότητα αυτής." Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν υπέπεσε στην αποδιδομένη με τον παραπάνω αναιρετικό λόγο πλημμέλεια αφού δέχθηκε ορθώς, την ύπαρξη δεδικασμένου απορρέοντος από την 2265/2009 τελεσίδικη απόφαση του Π.

Πρ. Αθηνών [ο χαρακτήρας της οποίας ως τελεσίδικης] δεν πλήττεται από την αναιρεσείουσα αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της ενώπιον του (Εφετείου) καταταχθείσας προς κρίση διαφοράς, της εγκυρότητας, δηλαδή, της από την αναιρεσίβλητη γενομένης, από 10-11-2006, καταγγελίας της με αναιρεσείουσα υφισταμένης συμβάσεως αποκλειστικά διανομής λόγω της συνδρομής σπουδαίου λόγου , συνισταμένου στο συκοφαντικώς δυσφημιστικό χαρακτήρα των διαλαμβανομένων στην από 23.10.06 εξώδικη διαμαρτυρία της αναιρεσείουσας ισχυρισμών, η οποία (καταγγελία για σπουδαίο λόγο) αποτελούσα κοινό αναγκαίο ιστορικό και νομικό υπόβαθρο και των δύο δικών αίρει την υποχρέωση της εντολέως - αναιρεσίβλητης προς καταβολή τόσο της αποζημιώσεως πελατείας του αρθ.9 εδαφ.

α ΠΔ 219/91 όσο και της λόγω αδικοπραξίας αποζημιώσεως του κοινού δικαίου (914, 919 ΑΚ. Σημειώνεται ότι, η αναφορικά με το παραπάνω κρίσιμο ζήτημα, κρίση της εν λόγω 2265/09 τελεσιδίκου αποφάσεως του Π. Πρ. Αθηνών αποτελεί, παρά τα αντιθέτως από την αναιρεσείουσα προβαλλόμενα, δεδικασμένο και για την ένδικη μεταγενέστερη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, αφού αυτό αποτελεί προδικαστικό ζήτημα της τελευταίας, ενόψει του ότι στη μεταγενέστερη ένδικη δίκη κρίθηκε στην ουσία η ίδια δικαιολογική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα μ’ αυτό της προγενέστερης ως άνω απόφασης, δηλαδή η ύπαρξη σπουδαίου λόγου, ως προϋπόθεση του κύρους της γενομένης ως άνω καταγγελίας και η ανυπαρξία του αδικοπρακτικού χαρακτήρα αυτής η περί των οποίων κρίση αποτελεί, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, αναγκαία προϋπόθεση του ζητήματος της μεταγενέστερης ένδικης δίκης (επιδίκαση αποζημιώσεως του αρθ.9 παρ.

ΠΔ 219/1991) απορριπτόμενου, συνακολούθως του τα αντίθετα προβάλλοντος ως άνω (από το αρθ.559 αρ.16 ΚΠολΔ) λόγου.

Με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η από το αρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση της εκ πλαγίου παραβάσεως από την προσβαλλομένη απόφαση των περί δεδικασμένου διατάξεων του ΚΠολΔ (321 επ) δια της διαλείψεως στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού της συλλογισμού, που αναφέρεται στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου, ανεπαρκούς αιτιολογίας αναφορικά με τη συνδρομή των απ’ αυτούς (κανόνες) προβλεπομένων για την ύπαρξη δεδικασμένου προϋποθέσεως. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος ενόψει του δικονομικού χαρακτήρα των περί δεδικασμένου διατάξεων (ΑΠ 1524/2007, ΑΠ 212/2004), ο οποίος αποκλείει την ίδρυση του προβαλλομένου ως άνω (από το 559 αρ. 19 ΚΠολΔ) λόγου. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη για αντιφατικές αιτιολογίες, αναφορικά με τις παραδοχές της, περί αδυναμίας ομαλής εξέλιξης της συμβατικής σχέσης από συμπεριφορά της εναγομένης και στη συνέχεια περί αδυναμίας της συνεργασίας εξαιτίας της δυσφημιστικής διαμαρτυρίας της ενάγουσας, αβασίμων προβάλλεται, εφόσον, τελικώς, κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης η σύμβαση καταγγέλθηκε νομίμως από την εναγομένη για τον ανωτέρω σπουδαίο λόγο (και όχι από την ενάγουσα για λόγο αφορώντα την εναγομένη).

Κατ’ ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προ έρευνα, πρέπει ν’ απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου σε Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 § 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1.12.2015 και με αριθμ. καταθ. .../2015, αίτηση αναίρεσης της 2590/2015 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Σεπτεμβρίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΕΡΟΠΑΓΙΤΗΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου