Legislator Case Law & Legislation
1559/2016 AI generated

Supreme Court partially allows appeal, acquitting defendant for VAT evasion under 3,000 euro threshold due to later favorable law.

Case Number 1559/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against a conviction for VAT evasion, acquitting the defendant regarding the specific amount involved. The court found that the unpaid VAT of 44,424.35 euros exceeded the 3,000 euro threshold but did not reach the 75,000 euro threshold required for criminal liability under the law in force at the time of judgment. Consequently, the court applied the principle of the more favorable law, declaring the defendant innocent of the specific charge while remanding the case for a new sentencing hearing on the remaining offense.

Legislator headnote

AI generated

Article 2, paragraph 1 of the Penal Code; Article 511, paragraph 3 of the Code of Criminal Procedure: If a later law renders an act non-criminal, the Supreme Court must apply it ex officio and declare the defendant innocent, even if the act technically violated the law at the time of commission.

Keywords

AI generated
principle of favorability retroactive application of law VAT evasion threshold non-criminal act partial acquittal remittal for sentencing Article 2 Penal Code

Cited Legislation

AI generated
Article 2, paragraph 1 of the Penal Code
Article 511, paragraph 3 of the Code of Criminal Procedure
Article 514, paragraph 2, item b of the Code of Criminal Procedure
Article 518, paragraph 1 of the Code of Criminal Procedure
Article 519 of the Code of Criminal Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1559 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 1559/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 127/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αγγελική Αλειφεροπούλου-Εισηγήτρια, Δημήτριο Χονδρογιάννη και Γεώργιο Αναστασάκο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Ακριτίδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Κ. Δ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Γρηγοριάδη, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ.9/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δωδεκανήσου.

Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Δωδεκανήσου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Μαΐου 2015 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …/2015.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε: α) να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα ως προς την καταδικαστική της διάταξη για την επί μέρους πράξη που αφορά τη μη απόδοση στο Δημόσιο Φ.Π.Α ποσού 44.424,35 ευρώ και ως προς τη διάταξη της περί επιβολής ποινής, να κηρυχθεί αθώος ο κατηγορούμενος για την πράξη αυτή και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση, προκειμένου να αναλογισθεί το ύψος της ποινής για την εναπομένουσα πράξη για την οποία δεν αναιρείται η απόφαση και β) να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 Π.Κ., με την οποία ορίζεται, ότι "αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις", προκύπτει ότι καθιερώνεται με αυτήν η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου νόμου που ίσχυσε από την τέλεση της πράξεως μέχρι του χρόνου της αμετάκλητης εκδικάσεως της υποθέσεως, προδήλως δε είναι ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο και ο μεταγενέστερος της τελέσεως της πράξεως νόμος, όταν καθιστά την πράξη ανέγκλητη.

Περαιτέρω, από την ανωτέρω διάταξη σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 511 εδ. γ’ , 514 εδ. δ’ περ. β και 518 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., συνάγεται ότι, αν μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως καταστεί ανέγκλητη η πράξη, για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τότε ο Άρειος Πάγος, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως κατά της καταδικαστικής αποφάσεως είναι παραδεκτή, εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως το νέο επιεικέστερο νόμο και κηρύσσει αθώο τον κατηγορούμενο (αφού δεν υπάρχει πλέον αξιόποινη πράξη), ακόμη και παρά την ερημοδικία του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου (Ολ.ΑΠ 3/1995).

Εξάλλου, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 18 του Ν. 2523/1997 "Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία και άλλες διατάξεις", σε συνδ. με το άρθρ. 21 παρ. 1 περ. θ’ Ν. 2948/2001 (που καθόρισε τα ποσοτικά όρια του παραπάνω νόμου από δραχμές σε ευρώ από 1-1-2002), "αδίκημα μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης στο Δημόσιο του φόρου προστιθέμενης αξίας, του φόρου κύκλου εργασιών και των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή εισφορών διαπράττει ο φορολογούμενος, ο οποίος, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή αυτών, δεν απέδωσε ή απέδωσε ανακριβώς τους άνω φόρους, τέλη ή εισφορές ή συμψήφισε αυτούς ή, εξαπατώντας τη φορολογική αρχή, έλαβε επιστροφή Φ.Π.Α., τιμωρούμενος:

α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς ή το ποσό του Φ.Π.Α., που συμψηφίσθηκε ή επιστράφηκε ή δεν αποδόθηκε, υπερβαίνει σε ετήσια βάση το ποσό του ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δραχμών (3.000 ευρώ) και β) με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει σε ετήσια βάση τα εικοσιπέντε εκατομμύρια (25.000.000) δραχμές (75.000 ευρώ)...".

Στη συνέχεια, οι ανωτέρω διατάξεις αντικαταστάθηκαν διαδοχικά με τα άρθρα 16 παρ. 1 Ν. 3888/2010 και 3 παρ. 2 δ, ε Ν. 3943/2011, οι οποίες καθιέρωσαν το αξιόποινο του ανωτέρω αδικήματος της μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης στο Δημόσιο του Φ.Π.Α. από το πρώτο ευρώ και σχετικά με την ποινή για την πράξη αυτή περιέχουν διακρίσεις ανάλογα με το ύψος του προς απόδοση ποσού, οπότε το άρθρο 18 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 διαμορφώθηκε ως εξής: "όποιος, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή του φόρου προστιθέμενης αξίας, του φόρου κύκλου εργασιών και των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή εισφορών, δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς ή συμψηφίζει αυτούς, καθώς και όποιος παραπλανά τη φορολογική αρχή με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την αθέμιτη παρασιώπηση ή απόκρυψη αληθινών γεγονότων και λαμβάνει επιστροφή, καθώς και όποιος διακρατεί τέτοιους φόρους, τέλη ή εισφορές, τιμωρείται:

α) με φυλάκιση, εφόσον το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς ή το ποσό του Φ.Π.Α. που συμψηφίσθηκε ή δεν αποδόθηκε ή αποδόθηκε ανακριβώς, ανέρχεται σε ετήσια βάση έως το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, β) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς ή το ποσό του Φ.Π.Α.

που συμψηφίσθηκε ή δεν αποδόθηκε ή αποδόθηκε ανακριβώς, ανέρχεται σε ετήσια βάση από το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ μέχρι το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ και γ) με κάθειρξη, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει σε ετήσια βάση τα εβδομήντα πέντε χιλιάδες (75.000) ευρώ...". Ήδη, δια του άρθρου 8 του Ν. 4337/2015 (Φ.Ε.Κ.

Α 129/17-10-2015), η ισχύς του οποίου άρχισε από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (δηλ. από τις 17-10-2015), οι παραπάνω διατάξεις αντικαταστάθηκαν με τις σχετικές ρυθμίσεις του άρθρου 66, που προστέθηκε στο Ν. 4174/2013 "Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας κλπ", με το οποίο προβλέπονται τα εξής: "1. Έγκλημα φοροδιαφυγής διαπράττει όποιος με πρόθεση:

α)...., β) προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή του φόρου προστιθέμενης αξίας, του φόρου κύκλου εργασιών, του φόρου ασφαλίστρων και των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή εισφορών, δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς ή συμψηφίζει ή εκπίπτει ανακριβώς αυτούς, καθώς και όποιος παραπλανά τη Φορολογική Διοίκηση με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την αθέμιτη παρασιώπηση ή απόκρυψη αληθινών γεγονότων και δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς ή συμψηφίζει ή εκπίπτει ανακριβώς αυτούς ή λαμβάνει επιστροφή, καθώς και όποιος διακρατεί τέτοιους φόρους, τέλη ή εισφορές, γ).... 2. .... 3.

Όποιος διαπράττει έγκλημα φοροδιαφυγής από τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών: α)..., ή β) αν το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς που δεν αποδόθηκε ή αποδόθηκε ανακριβώς ή επεστράφη ή συμψηφίστηκε ή εξέπεσε ή διακρατείται υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος:

αα) τις πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ, εφόσον αφορά φόρο προστιθέμενης αξίας ή ββ) τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ ανά είδος φόρου, τέλους ή εισφοράς σε κάθε άλλη περίπτωση. 4. Επιβάλλεται κάθειρξη αν το ποσό του φόρου, τέλους ή εισφοράς της προηγούμενης παραγράφου υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος τις εκατό χιλιάδες(100.000) ευρώ, εφόσον αφορά φόρο προστιθέμενης αξίας, ή τις εκατό πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ σε κάθε άλλη περίπτωση φόρου, τέλους ή εισφοράς".

Ακόμη, με το νέο άρθρο 70 παρ. 2 του παραπάνω Ν. 4174/2013, που επίσης προστέθηκε με το άρθρ. 8 Ν. 4337/2015, ορίζεται, ότι "αποφάσεις ποινικών δικαστηρίων για εγκλήματα των άρθρων 17, 18 και 19 του ν. 2523/1997 που εκδόθηκαν για ποσά μικρότερα από τα οριζόμενα στο άρθρο 66 και δεν έχουν εκτελεστεί κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου δεν εκτελούνται.

Αν άρχισε η εκτέλεσή τους, διακόπτεται. Εκκρεμείς μηνυτήριες αναφορές για εγκλήματα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο δεν εισάγονται για συζήτηση και οι σχετικές δικογραφίες τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα", κατά δε το άρθρο 71 παρ. 1 του ίδιου νόμου, που ομοίως προστέθηκε με το άρθρ. 8 Ν. 4337/2015, "τα άρθρα 17, 18, 19, 20 και 21 του ν. 2523/1997, όπως ισχύουν, καταργούνται.

Όπου στην κείμενη νομοθεσία γίνεται παραπομπή στις ρυθμίσεις του ν. 2523/1997 (άρθρα 17 έως 21), εννοούνται στο εξής οι αντίστοιχες ρυθμίσεις των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου (άρθρα 66-70)". Από τις ανωτέρω νέες διατάξεις, που καλύπτουν τις σοβαρές περιπτώσεις φοροδιαφυγής και εξορθολογίζουν το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο με τον επαναπροσδιορισμό των προϋποθέσεων στοιχειοθετήσεως των σχετικών εγκλημάτων, προκύπτει, σε σχέση με το αδίκημα της μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης στο Δημόσιο του Φ.Π.Α.

κλπ, ότι ο υπαίτιος αυτού τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, αν το προς απόδοση ποσό Φ.Π.Α. κλπ υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος τις πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ και σε βαθμό κακουργήματος, με κάθειρξη, αν το προς απόδοση ποσό Φ.Π.Α. κλπ υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ, όταν δε το προς απόδοση ποσό Φ.Π.Α.

κλπ δεν υπερβαίνει τις 50.000 ευρώ ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος, αλλά είναι μικρότερο αυτού, δεν υφίσταται αξιόποινη πράξη. Οι προπαρατεθείσες νέες διατάξεις είναι επιεικέστερες κατά τούτο (για οφειλόμενα ποσά Φ.Π.Α. κλπ μικρότερα των 50.000 ευρώ ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος) από τις προηγούμενες, αφού για τη στοιχειοθέτηση του παραπάνω εγκλήματος δεν αρκεί πλέον η μη απόδοση του Φ.Π.Α.

κλπ αλλ’ απαιτείται προσθέτως το προς απόδοση ποσό αυτού να υπερβαίνει (για τη θεμελίωση του εγκλήματος σε βαθμό πλημμελήματος) τουλάχιστον το ποσό των 50.000 ευρώ και, επομένως, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 2 παρ. 1 Π.Κ., εφαρμόζονται και στις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από τις 17-10-2015, οπότε άρχισε η ισχύς του ανωτέρω νόμου.

Στις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 18 του Ν. 2523/1997, καθώς και σε εκείνες που ήδη το αντικατέστησαν, περιγράφεται με σαφήνεια η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος φοροδιαφυγής, που τελείται με τη μορφή της μη αποδόσεως ή της ανακριβούς αποδόσεως στο Δημόσιο του φόρου προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.) κλπ.

Ειδικότερα, περιγράφεται η υποκειμενική υπόσταση του οικείου εγκλήματος, κατά την οποία η μη απόδοση ή η ανακριβής απόδοση στο Δημόσιο του Φ.Π.Α. κλπ στοιχειοθετείται μόνο, αν ο φορολογούμενος ενήργησε "προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή" του φόρου προστιθέμενης αξίας κλπ ή να πληρώσει λιγότερο φόρο.

Από τη χρήση της λέξεως "προκειμένου" στο κείμενο του νόμου, συνάγεται ότι στην περίπτωση αυτή διαπλάθεται έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υποστάσεως (έγκλημα σκοπού) και ο φορολογούμενος πρέπει να ενεργεί με υπερχειλή δόλο (άρθρ. 27 παρ. 2 Π.Κ.), δηλαδή γνωρίζοντας και επιδιώκοντας να αποφύγει την πληρωμή του Φ.Π.Α.

Αν δεν υπάρχει ο ανωτέρω εγκληματικός σκοπός στο πρόσωπο του φορολογουμένου, δεν πληρούται η υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος και δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα του άρθρου 18 του Ν. 2523/1997. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ’ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα ούτε να είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή ο προσδιορισμός της αποδεικτικής βαρύτητας εκάστου για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως και χωρίς να χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.

Ειδικά στην καταδικαστική απόφαση για το προμνημονευόμενο έγκλημα φοροδιαφυγής θα πρέπει να περιέχεται πλήρης και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των στοιχείων της αντικειμενικής υποστάσεως αυτού αλλά να αιτιολογείται και ο συγκεκριμένος σκοπός (αποφυγής πληρωμής Φ.Π.Α.), ο οποίος πρέπει να αναφέρεται και να εξειδικεύεται ρητά και με σαφήνεια, αφού, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, πρόκειται για στοιχείο της υποκειμενικής υποστάσεως του εν λόγω αδικήματος και η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως.

Τέλος, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ Κ.Ποιν.Δ., και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το Δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ Κ.Ποιν.Δ., συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης, υπ’ αριθ. 9/2015 αποφάσεώς του, το Τριμελές Εφετείο (Κακουργημάτων) Δωδεκανήσου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ’ είδος σ’ αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος με περισσότερες πράξεις τέλεσε κατ’ εξακολούθηση την αποδιδόμενη σ’ αυτόν αξιόποινη, πράξης της φοροδιαφυγής με τη μορφή της μη απόδοσης Φ.Π.Α.

που σε ετήσια βάση υπερβαίνει τις 75.000 και δεν υπερβαίνει τις 75.000 ευρώ, τις πρώτη και δεύτερη διαχειριστική περίοδο αντίστοιχα, κατά τα συνιστώντα την αντικειμενική και υποκειμενική της υπόσταση πραγματικά περιστατικά όπως στο διατακτικό της παρούσας περιγράφονται. Ειδικότερα ο κατηγορούμενος που διατηρούσε επιχείρηση υπηρεσιών εκτύπωσης κατά τις διαχειριστικές περιόδους από 1-1-2009 έως 31-12-2009 και από 1-1-2010 μέχρι 30-6-2010 δεν υπέβαλε δηλώσεις ΦΠΑ με εμφανή πρόθεση να αποφύγει την πληρωμή του αναλογούντος ΦΠΑ, όπως ειδικότερα υπoλογίστηκε κατά τον έλεγχο της επιχείρησης (βλ.

Έκθεση προσωρινού ελέγχου) και προσδιορίζεται στο διατακτικό. Έτσι ο ισχυρισμός του ότι δεν είχε δόλο δεν αποδεικνύεται. Αποδείχθηκε όμως ότι μέχρι την τέλεση του αδικήματος ο κατηγορούμενος έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, ενήργησε από αίτια μη ταπεινά καθώς υπήρχαν μέρος των πελατών του δεν είχαν προβεί σε εκπλήρωση των υποχρεώσεων τους προς αυτόν και τέλος έχει καταβάλει μέρος του ποσών που έχουν καταλογιστεί σ’ αυτόν επιδεικνύοντας συμπεριφορά που προσπαθεί να μειώσει τις συνέπειες των πράξεων του.

Κατά συνέπεια πρέπει να γίνουν δεκτές οι ελαφρυντικές περιστάσεις της διάταξης του άρθρου 84 παρ. 2α,β και δ. Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο, με τα προαναφερθέντα ελαφρυντικά του προτέρου εντίμου βίου, των μη ταπεινών αιτίων και της ειλικρινούς μεταμελείας (άρθρ. 84 παρ. 2 περ.

α’ , β’ και δ’ Π.Κ.), της αξιόποινης πράξεως της φοροδιαφυγής κατ’ εξακολούθηση, με τη μορφή της κατ’ εξακολούθηση μη αποδόσεως στο Δημόσιο Φ.Π.Α., για την οποία του επέβαλε φυλάκιση δύο (2) ετών, ανασταλείσα επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό:

Κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο, κατ’ εξακολούθηση, του ότι 1) Στον παρακάτω τόπο και χρόνο με πρόθεση παραβίασε τις διατάξεις του Ν. 2523/1997, καθώς κατά τη διαχειριστική περίοδο από 01.01.2009 έως 31.12.2009, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή του φόρου προστιθέμενης αξίας, δεν απέδωσε αυτόν, το δε προς απόδοση ποσό του Φ.Π.Α.

που δεν αποδόθηκε υπερβαίνει σε ετήσια βάση τα εβδομήντα πέντε χιλιάδες (75.000) ευρώ, καθώς, στη Ρόδο στις 07.01.2011 όπως προκύπτει από την από 20.10.2010 έκθεση προσωρινού ελέγχου φόρου προστιθέμενης αξίας της Δ.Ο.Υ. Ρόδου, της Εφοριακού, Σ. Μ., αυτός, έχοντας ατομική επιχείρηση με έδρα την πόλη της Ρόδου επί της οδού ...

με αντικείμενο τις τυπογραφικές εργασίες με πρόθεση παραβίασε τις διατάξεις του Ν. 2523/1997, καθώς κατά τη διαχειριστική περίοδο από 01.01.2009 έως 31.12.2009 προκειμένου να αποφύγεις την πληρωμή του φόρου προστιθέμενης αξίας, δεν απέδωσε αυτόν, το δε προς απόδοση ποσό του Φ.Π.Α., που προσδιορίσθηκε με την υπ’ αριθμ. ...01.11.2010 πράξη προσδιορισμού Φ.Π.Α., η οποία του κοινοποιήθηκε μαζί με την ανωτέρω έκθεση προσωρινού ελέγχου φόρου προστιθέμενης αξίας στις 05.11.2010, η δε φορολογική εγγραφή οριστικοποιήθηκε με την παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας για άσκηση προσφυγής ή κατάθεση αιτήματος για διοικητική επίλυση της διαφοράς με τον υπ’ αριθμ.

…07.01.2011 χρηματικό κατάλογο της Δ.Ο.Υ. Ρόδου, ανέρχεται σε 76.281,97 ευρώ πλέον προσαυξήσεων 34.907,11 ευρώ ήτοι σύνολο 111.189,08 ευρώ, δηλαδή το δε προς απόδοση ποσό του Φ.Π.Α. που δεν αποδόθηκε υπερβαίνει σε ετήσια βάση τα εβδομήντα πέντε χιλιάδες (75.000) ευρώ. 2) Στον παρακάτω τόπο και χρόνο με πρόθεση παραβίασε τις διατάξεις του Ν.2523/1997, καθώς κατά τη διαχειριστική περίοδο από 01.01.2010 έως 30.06.2010, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή του φόρου προστιθέμενης αξίας, δεν απέδωσε αυτόν, το δε προς απόδοση ποσό του Φ.Π.Α που δεν αποδόθηκε υπερβαίνει σε ετήσια βάση τις τρεις χιλιάδες (3.000) αλλά όχι τα εβδομήντα πέντε χιλιάδες (75.000) ευρώ, καθώς, στη Ρόδο στις 07.01.2011, όπως προκύπτει από την από 20.10.2010 έκθεση προσωρινού ελέγχου φόρου προστιθέμενης αξίας της Δ.Ο.Υ.

Ρόδου, της Εφοριακού, Σ. Μ., αυτός, έχοντας ατομική επιχείρηση με έδρα την πόλη της Ρόδου επί της οδού ... με αντικείμενο τις τυπογραφικές εργασίες με πρόθεση παραβίασε τις διατάξεις του Ν. 2523/1997, καθώς κατά τη διαχειριστική περίοδο από 01.01.2010 έως 30.06.2010, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή του φόρου προστιθέμενης αξίας, δεν απέδωσε αυτόν, το δε προς απόδοση ποσό του Φ.Π.Α., που προσδιορίσθηκε με την υπ’ αριθμ. ...01.11.2010 πράξη προσδιορισμού Φ.Π.Α, η οποία του κοινοποιήθηκε μαζί με την ανωτέρω έκθεση προσωρινού ελέγχου φόρου προστιθέμενης αξίας στις 05.11.2010, η δε φορολογική εγγραφή οριστικοποιήθηκε με την παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας για άσκηση προσφυγής ή κατάθεση αιτήματος για διοικητική επίλυση της διαφοράς με τον υπ’ αριθμ. ...07.01.2011 χρηματικό κατάλογο της Δ.Ο.Υ.

Ρόδου, ανέρχεται σε 38.953,46 ευρώ πλέον προσαυξήσεων 5.479,89 ευρώ ήτοι σύνολο 44.424,35 ευρώ, δηλαδή το δε προς απόδοση ποσό του Φ.Π.Α. που δεν αποδόθηκε υπερβαίνει σε ετήσια βάση τις τρεις χιλιάδες (3.000) αλλά όχι τα εβδομήντα πέντε χιλιάδες (75.000) ευρώ. Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της πιο πάνω προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η απόφαση αυτή περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την κατάφαση της ενοχής του αναιρεσείοντος για την υπό αριθμητικό στοιχείο 1 μερικότερη πράξη του κατ’ εξακολούθηση, σύμφωνα με τις παραδοχές της εν λόγω αποφάσεως, τελεσθέντος πιο πάνω αδικήματος, που αφορά τη μη απόδοση στο Δημόσιο Φ.Π.Α.

υπερβαίνοντος σε ετήσια βάση τα 75.000 ευρώ, συγκεκριμένου συνολικού ποσού 111.189,08 ευρώ, αφού, σε σχέση με την πράξη αυτή εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος τούτου, οι αποδείξεις, που τα θεμελιώνουν και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το Δικαστήριο έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 18 παρ. 1 Ν. 2523/1997, την οποία ορθά εφήρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και, έτσι, δεν στέρησε κατά τούτο την απόφαση από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα, διαλαμβάνονται όλα τα στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του προαναφερθέντος εγκλήματος, κατά τόπο, χρόνο και λοιπές περιστάσεις, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα προεκτεθέντα περιστατικά και κατέληξε στην καταδικαστική κρίση του.

Ακόμη, διαλαμβάνεται επαρκής αιτιολογία, ως προς τον υπερχειλή δόλο του αναιρεσείοντος σε σχέση με την ανωτέρω επί μέρους πράξη της μη αποδόσεως στο Δημόσιο Φ.Π.Α. συνολικού ύψους 111.189,08 ευρώ, για την οποία καταδικάστηκε, αφού η δόλια προαίρεση αυτού, συνισταμένη στην αποφυγή εκπληρώσεως των φορολογικών του υποχρεώσεων προς καταβολή του ανωτέρω ποσού, καταδεικνύεται από το ότι, σύμφωνα με τις σαφείς παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, εκείνος τέλεσε την εν λόγω πράξη με εμφανή πρόθεση και, μάλιστα, προκειμένου -δηλαδή με το σκοπό- να αποφύγει την πληρωμή προς το Δημόσιο του άνω Φ.Π.Α.

Οι εν λόγω παραδοχές ασφαλώς εμπεριέχουν την επιλήψιμη επιδίωξη αποφυγής πληρωμής του προεκτεθέντος φόρου και εξειδικεύουν ρητά και με σαφήνεια το γεγονός της ενδιάθετης βουλήσεως (σκοπού) του αναιρεσείοντος να αποφύγει την πληρωμή φόρου. Περαιτέρω, ουδεμία αντίφαση υφίσταται μεταξύ της παραδοχής της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι ο αναιρεσείων τέλεσε την επίδικη ως άνω αξιόποινη πράξη από (υπερχειλή) δόλο και της αναγνωρίσεως στο πρόσωπο αυτού της ελαφρυντικής περιστάσεως, ότι ο ίδιος ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια, αφού σε καμία περίπτωση η αναγνώριση υπέρ του κατηγορουμένου οποιουδήποτε ελαφρυντικού δεν αναιρεί την ύπαρξη του στοιχείου του δόλου σ’ αυτόν, καθόσον η αναγνώριση ελαφρυντικών προβλέπεται ως λόγος μειώσεως της ποινής (άρθρ. 84 παρ. 1 Π.Κ.), προϋπόθεση της επιβολής της οποίας αποτελεί η προηγούμενη κατάφαση της συνδρομής στο δράστη του υποκειμενικού στοιχείου, που δεν αντιφάσκει αλλά, αντίθετα, εναρμονίζεται με την αναγνώριση ελαφρυντικών, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και εκείνο των μη ταπεινών αιτίων από το άρθρο 84 παρ. 2 περ.

β’ Π.Κ. Επομένως, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, σε σχέση με την ανωτέρω επί μέρους πρώτη πράξη (της μη αποδόσεως στο Δημόσιο Φ.Π.Α. συνολικού ύψους 111.189,08 ευρώ), με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθώς και της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου (εκ πλαγίου παραβάσεως ή ελλείψεως νόμιμης βάσεως), από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ’ και Ε’ Κ.Ποιν.Δ., είναι αβάσιμοι. Εξάλλου, αναφορικά με την υπό αριθμητικό στοιχείο 2 τελευταία επί μέρους πράξη του κατ’ εξακολούθηση εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε, κατά τα άνω, ο αναιρεσείων, η οποία αφορά τη μη απόδοση στο Δημόσιο Φ.Π.Α. υπερβαίνοντος σε ετήσια βάση τις 3.000 αλλά όχι τα 75.000 ευρώ, συγκεκριμένου συνολικού ποσού 44.424,35 ευρώ, εφόσον μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως (αλλά και της ασκήσεως της υπό κρίση από 20-5-2015 αιτήσεως αναιρέσεως) ίσχυσε, κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ο νέος ως άνω επιεικέστερος νόμος 4337/2015, με τον οποίο μεταβλήθηκε, όπως προαναφέρθηκε, το όριο του αξιοποίνου για το έγκλημα της μη αποδόσεως Φ.Π.Α.

στο Δημόσιο, η ανωτέρω μερικότερη πράξη, που αφορά σε μη απόδοση Φ.Π.Α. ποσού μικρότερου από 50.000 ευρώ για την επίδικη διαχειριστική περίοδο, έχει καταστεί πλέον ανέγκλητη. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, συντρέχει νόμιμη περίπτωση αυτεπάγγελτης εφαρμογής από τον Άρειο Πάγο του ως άνω επιεικέστερου νόμου, που άρχισε να ισχύει από 17-10-2015, ήτοι μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως (που έλαβε χώρα στις 14-1-2015), εφόσον δε η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή, ως νομοτύπως και εμπροθέσμως ασκηθείσα (περιέχουσα ως λόγους την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ’ και Ε’ Κ.Ποιν.Δ.), πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η απόφαση αυτή, ήτοι σε σχέση με την καταδικαστική της διάταξη για την πιο πάνω δεύτερη επί μέρους πράξη και να κηρυχθεί ο αναιρεσείων αθώος της εν λόγω πράξεως, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό, τέλος δε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση αναγκαίως και ως προς τη διάταξή της περί επιβολής ποινής και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση κατά τούτο (προκειμένου να αναλογισθεί το ύψος της ποινής για την εναπομένουσα πράξη, για την οποία δεν αναιρείται η απόφαση) στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε αυτήν, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρ. 519 Κ.Ποιν.Δ.), κατά τα οριζόμενα, ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την υπ’ αριθ. 9/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Δωδεκανήσου α) ως προς την καταδικαστική της διάταξη για την επί μέρους πράξη, που αφορά τη μη απόδοση στο Δημόσιο Φ.Π.Α. υπερβαίνοντος σε ετήσια βάση τις 3.000 αλλά όχι τα 75.000 ευρώ, συγκεκριμένου συνολικού ποσού 44.424,35 ευρώ και β) ως προς τη διάταξή της περί επιβολής ποινής.

Κηρύσσει αθώο τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο, Κ. Δ. του Ν., κάτοικο ..., του ότι Στον παρακάτω τόπο και χρόνο με πρόθεση παραβίασε τις διατάξεις του Ν.2523/1997, καθώς κατά τη διαχειριστική περίοδο από 01.01.2010 έως 30.06.2010, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή του φόρου προστιθέμενης αξίας, δεν απέδωσε αυτόν, το δε προς απόδοση ποσό του Φ.Π.Α που δεν αποδόθηκε υπερβαίνει σε ετήσια βάση τις τρεις χιλιάδες (3.000) αλλά όχι τα εβδομήντα πέντε χιλιάδες (75.000) ευρώ, καθώς, στη Ρόδο στις 07.01.2011, όπως προκύπτει από την από 20.10.2010 έκθεση προσωρινού ελέγχου φόρου προστιθέμενης αξίας της Δ.Ο.Υ.

Ρόδου, της Εφοριακού, Σ. Μ., αυτός, έχοντας ατομική επιχείρηση με έδρα την πόλη της Ρόδου επί της οδού ... με αντικείμενο τις τυπογραφικές εργασίες με πρόθεση παραβίασε τις διατάξεις του Ν. 2523/1997, καθώς κατά τη διαχειριστική περίοδο από 01.01.2010 έως 30.06.2010, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή του φόρου προστιθέμενης αξίας, δεν απέδωσε αυτόν, το δε προς απόδοση ποσό του Φ.Π.Α., που προσδιορίσθηκε με την υπ’ αριθμ. ...01.11.2010 πράξη προσδιορισμού Φ.Π.Α, η οποία του κοινοποιήθηκε μαζί με την ανωτέρω έκθεση προσωρινού ελέγχου φόρου προστιθέμενης αξίας στις 05.11.2010, η δε φορολογική εγγραφή οριστικοποιήθηκε με την παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας για άσκηση προσφυγής ή κατάθεση αιτήματος για διοικητική επίλυση της διαφοράς με τον υπ’ αριθμ. ...07.01.2011 χρηματικό κατάλογο της Δ.Ο.Υ.

Ρόδου, ανέρχεται σε 38.953,46 ευρώ πλέον προσαυξήσεων 5.479,89 ευρώ ήτοι σύνολο 44.424,35 ευρώ, δηλαδή το δε προς απόδοση ποσό του Φ.Π.Α. που δεν αποδόθηκε υπερβαίνει σε ετήσια βάση τις τρεις χιλιάδες (3.000) αλλά όχι τα εβδομήντα πέντε χιλιάδες (75.000) ευρώ.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως, μόνο καθόσον αφορά στο μέρος της ποινής.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 20-5-2015 αίτηση του ανωτέρω αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου για αναίρεση της προαναφερόμενης αποφάσεως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Οκτωβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ