1559/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1559/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν δεν υποβληθεί τελική επιμέτρηση από τον ανάδοχο η προθεσμία για την διενέργεια της παραλαβής αρχίζει από την κοινοποίηση στον ανάδοχο της τελικής επιμέτρησης που συντάχθηκε από την υπηρεσία. Αν η παραλαβή δεν διενεργηθεί ή το πρωτόκολλο δεν εγκριθεί μέσα στις πιο πάνω προθεσμίες η παραλαβή θεωρείται ότι έχει συντελεστεί αυτοδίκαια τριάντα ημέρες μετά την υποβολή από τον ανάδοχο σχετικής όχλησης για την διενέργειά της".
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1559 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1559/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία Εταιρεία Ύδρευσης και Αποχέτευσης Πρωτευούσης Α.Ε. (Ε.Υ.Δ.Α.Π Α.Ε), που εδρεύει στο Γαλάτσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Καλλιέρου.
Της αναιρεσιβλήτου: της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ΜΕΤΡΟ ΑΤΕ, που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μπούζα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Μαΐου 2007 προσφυγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η απόφαση 6101/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 8 Φεβρουαρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το άρθρο 11 του ν. 1418/1984 (ήδη άρθρ. 72 Ν. 3669/2008 ΚΝΚΔΕ), ορίζει ότι: 1) Μετά την βεβαίωση περάτωσης των εργασιών, το έργο παραλαμβάνεται προσωρινά και οριστικά. Με την προσωρινή παραλαβή ελέγχονται οι εργασίες ποσοτικά και ποιοτικά. Η οριστική παραλαβή γίνεται μετά την προσωρινή και την πάροδο του χρόνου υποχρεωτικής από τον ανάδοχο συντήρησης... 2) Οι παραλαβές προσωρινή και οριστική θεωρούνται ότι συντελέστηκαν αυτοδίκαια αν περάσουν άπρακτες οι προθεσμίες που καθορίζονται με π δ/γμα και ύστερα από σχετική έγγραφη όχληση του αναδόχου.
Οι προθεσμίες αρχίζουν από την βεβαιωμένη περάτωση του έργου και εφόσον υποβληθεί από τον ανάδοχο η τελική επιμέτρηση, όπως ειδικότερα ορίζεται με π. δ/γμα. Περαιτέρω, το άρθρο 52 του π. δ/τος 609/1985 (ήδη άρθρ. 71 Ν. 3669/2008 ΚΝΚΔΕ) ορίζει ότι: 1) Όταν λήξει ή προθεσμία περάτωσης του συνόλου ή τμημάτων του έργου, ο επιβλέπων αναφέρει στη διευθύνουσα υπηρεσία αν τα έργα έχουν περατωθεί και έχουν υποστεί ικανοποιητικά τις δοκιμασίες που προβλέπονται στη σύμβαση ή αν τα έργα δεν έχουν περατωθεί οπότε αναφέρει συγκεκριμένα τις εργασίες που απομένουν για εκτέλεση.
Αν οι εργασίες έχουν περατωθεί ο προϊστάμενος της διευθύνουσας υπηρεσίας εκδίδει βεβαίωση για το χρόνο περάτωσης των εργασιών (βεβαίωση περάτωσης των εργασιών). Η βεβαίωση αυτή δεν αναπληρώνει την παραλαβή των έργων, η οποία διενεργείται σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του διατάγματος αυτού. Την έκδοση της βεβαίωσης μπορεί να ζητήσει ο ανάδοχος και πριν από την λήξη των προθεσμιών αν έχει περατώσει τα έργα. 2) Αν στις εργασίες που έχουν περατωθεί διαπιστωθούν επουσιώδεις μόνο ελλείψεις που δεν επηρεάζουν την λειτουργικότητα του έργου, ο προϊστάμενος της διευθύνουσας υπηρεσίας γνωστοποιεί με διαταγή του προς τον ανάδοχο τις ελλείψεις που έχουν επισημανθεί και τάσσει εύλογη προθεσμία για την αποκατάσταση τους.
Στην περίπτωση αυτή η βεβαίωση περάτωσης εκδίδεται μετά την εμπρόθεσμη αποκατάσταση των ελλείψεων και αναφέρει το χρόνο που περατώθηκε το έργο χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος αποκατάστασης. 3) Αν οι εργασίες δεν έχουν περατωθεί ή οι ελλείψεις που διαπιστώθηκαν δεν είναι επουσιώδεις ή αν δεν περατώθηκαν από τον ανάδοχο εμπρόθεσμα οι εργασίες αποκατάστασης επουσιωδών ελλείψεων σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο εφαρμόζονται ανάλογα με την περίπτωση, οι διατάξεις των άρθρων 46 και 47".
Περαιτέρω, στο άρθρο 53 παρ 4 του ίδιου ως άνω π. δ/τος (ήδη άρθρο 73 Ν. 3669/2008 ΚΝΚΔΕ) ορίζεται ότι "Η προσωρινή παραλαβή πρέπει να διενεργηθεί μέσα σε έξι μήνες από την βεβαιωμένη περάτωση του έργου εφόσον υποβληθεί από τον ανάδοχο η τελική επιμέτρηση του έργου μέσα σε δύο μήνες από την περάτωση. Αν η τελική επιμέτρηση υποβληθεί από τον ανάδοχο μεταγενέστερα η πιο πάνω προθεσμία για την διενέργεια της παραλαβής αρχίζει από την υποβολή της τελικής επιμέτρησης.
Αν δεν υποβληθεί τελική επιμέτρηση από τον ανάδοχο η προθεσμία για την διενέργεια της παραλαβής αρχίζει από την κοινοποίηση στον ανάδοχο της τελικής επιμέτρησης που συντάχθηκε από την υπηρεσία. Αν η παραλαβή δεν διενεργηθεί ή το πρωτόκολλο δεν εγκριθεί μέσα στις πιο πάνω προθεσμίες η παραλαβή θεωρείται ότι έχει συντελεστεί αυτοδίκαια τριάντα ημέρες μετά την υποβολή από τον ανάδοχο σχετικής όχλησης για την διενέργειά της".
Εξετέρου κατά το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ δημιουργείται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, συνίσταται δε η παραβίαση στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα που υπάρχει, όταν εφαρμόζεται ή δεν εφαρμόζεται κατά περίπτωση, κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αν και δεν υπάρχουν ή υπάρχουν, αντίστοιχα, οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του σύμφωνα με όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας.
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως αιτιολογίες δε νοούνται τα από την απόφαση δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της, δηλαδή το αποδεικτικό πόρισμά της, στο οποίο στήριξε το συμπέρασμα Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π.868/2008).
Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε τα εξής : " Με την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη σε αντίγραφο από 10-11-1999 εργολαβική σύμβαση, η καθής ανέθεσε στην προσφεύγουσα μετά από διενέργεια μειοδοτικού διαγωνισμού κατά την 30-9-1999 και την κατακύρωση του αποτελέσματος αυτού με την υπ' αριθμό 12214/27-10-1999 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της καθής, την εκτέλεση του έργου με την ονομασία "Κατασκευή αντιπλημμυρικού φράγματος Ραπεντώσας στην περιοχή του Μαραθώνα Αττικής" (Εργολαβία ΑΡ - 365) με προϋπολογισμό μελέτης του έργου ανερχόμενο στο ποσό των 2.237.000.000 δραχμών και με οικονομικό αντικείμενο 1.225.762.363 δραχμές, με βάση το όμοιου ύψους τιμολόγιο - προϋπολογισμό προσφοράς της προσφεύγουσας, δηλαδή με εισαγόμενη νόμιμη μέση τεκμαρτή έκπτωση 45,210%.
Στο ανωτέρω ποσό των 1.225.762.363 δραχμών περιλαμβάνεται, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης (βλ. άρθρο 1 αυτής): α) η δαπάνη για την κατασκευή των εργασιών, ανερχόμενη στο ποσό των 1.124.552.627 δραχμών, που περιλαμβάνει το κύριο αντικείμενο της εργολαβίας, προσαυξημένο με ποσοστό 18% για τα Γενικά Έξοδα (Γ.Ε.) και το Όφελος Αναδόχου (Ο.Α.) και β) το ποσό των 101.209.736 δραχμών για τις απρόβλεπτες δαπάνες.
Η ένδικη σύμβαση συμφωνήθηκε να διέπεται από τον ν. 1418/1984, το π. δ/μα 609/1985 (νυν Ν. 3669/2008, Κωδικοποίηση Νομοθεσίας Κατασκευής Δημοσίων Έργων ΚΝΚΔΕ) και γενικώς όλη την ισχύουσα νομοθεσία για την εκτέλεση των δημοσίων έργων. Το έργο συμφωνήθηκε να εκτελεσθεί μέσα σε προθεσμία 24 μηνών από την κατάρτιση της σύμβασης, δηλαδή έως την 10-11-2001.
Επειδή όμως δεν ολοκληρώθηκαν εγκαίρως οι διαδικασίες απαλλοτριώσεως μέρους των απαιτούμενων για την εκτέλεση του έργου εδαφικών εκτάσεων, ούτε είχε εκδοθεί η άδεια και το σχετικό πρωτόκολλο εγκατάστασης από το αρμόδιο Δασαρχείο Πεντέλης, οι εργασίες για την εκτέλεση του έργου αυτού άρχισαν στις 1-1-2001, δηλαδή με καθυστέρηση 13 μηνών.
Για τον λόγο αυτόν η καθής με το υπ' αριθμ. πρωτ. 13044/4-4-2001 έγγραφο της χορήγησε στην προσφεύγουσα την 1 η παράταση της συνολικής προθεσμίας περαίωσης του έργου κατά 13 μήνες και 21 ημέρες, δηλαδή έως την 31-12-2002. Περαιτέρω, μετά την έναρξη των εργασιών προέκυψε ανάγκη χορήγησης και νέων παρατάσεων της συνολικής προθεσμίας περαίωσης του έργου αρχικά έως την 30-4-2004 με την υπ' αριθμ. 13952/25-9-2002 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της καθής και κατόπιν έως την 30-7-2004 με την υπ' αριθμόν 299227/8-7-2004 όμοια με την ανωτέρω απόφαση.
Περαιτέρω από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι η προσφεύγουσα περάτωσε το έργο στις 30-12-2004 όπως βεβαιώθηκε με την βεβαίωση περαιώσεως του έργου της διευθύνουσας υπηρεσίας (ΥΚΕΑ) της καθής η οποία πρέπει να σημειωθεί δεν φέρει ημερομηνία έκδοσης (βλ.αυτήν προσκομιζόμενη). Ακολούθως η προσφεύγουσα με το υπ'αριθμ.
πρωτ. 1791/17-2-2005 έγγραφό της υπέβαλλε στην διευθύνουσα υπηρεσία της καθής την τελική επιμέτρηση, προκειμένου να γίνει η προσωρινή παραλαβή του έργου. Στη συνέχεια, στις 9-6-2006 (μετά την λήξη της οριζόμενης στο άρθρο 53 παρ. 4 του π.δ/τος 609/1985 (νυν αρθρ. 73 Ν. 3669/2008 ΚΝΚΔΕ) δίμηνης προθεσμίας από την υποβολή της τελικής επιμετρήσεως η ανάδοχος υπέβαλε έγγραφη όχληση, ισχυριζόμενη ότι μετά τη πάροδο τριάντα ημερών, και συγκεκριμένα στις 9-7-2006, πρέπει να θεωρηθεί και αυτοδικαίως συντελεσθείσα η προσωρινή παραλαβή του έργου.
Η διευθύνουσα υπηρεσία (ΥΚΕΑ) με το 317062/21-6-2006 έγγραφό της απέρριψε την όχληση της αναδόχου με την αιτιολογία ότι δεν ολοκληρώθηκαν οι δευτερεύουσες εργασίες για την περάτωση του έργου. Κατά του απορριπτικού εγγράφου η ανάδοχος άσκησε την υπ' αριθμ. 122/1/10-7-2006 ένσταση. Η ένσταση αυτή απορρίφθηκε με το υπ' αριθμ.
πρωτ. 15660/14-9-2006 έγγραφο της ΕΥΔΑΠ. Κατά του απορριπτικού εγγράφου η ανάδοχος εταιρεία άσκησε την από 812-2006 αίτηση θεραπείας η οποία απερρίφθη σιωπηρώς. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η προσωρινή παραλαβή συντελέστηκε αυτοδικαίως την 9-7-2006 εφόσον παρήλθαν έξι μήνες από την βεβαιωμένη περάτωση του έργου την 30-12-2004 χωρίς η καθής να παραλάβει προσωρινά το έργο και από την πάροδο 30 ημερών από την υποβολή από την ανάδοχο (καθής) την 17-2-2005 (εντός δύο μηνών από την περάτωση του έργου) ειδικής οχλήσεως για την διενέργεια της προσωρινής παραλαβής.
Αφετηρία της ως άνω προθεσμίας των έξι μηνών είναι η βεβαιωμένη περάτωση του έργου, δηλαδή, η ημερομηνία η οποία αναφέρεται στην βεβαίωση που εκδίδει κατά την παρ. 1 του άρθρου 52 του π. δ/τος 609/1985 (νυν άρθρ. 71 Ν. 3669/2008 ΚΝΚΔΕ) ο προϊστάμενος της διευθύνουσας υπηρεσίας (βλ. σχετ. ΣτΕ 2493/2008 Νόμος, 2762/1999 Δ. Δίκη 2000, 987)...
Επομένως η κρινόμενη προσφυγή είναι εν μέρει νόμιμη ως προς το αίτημά της να αναγνωρισθεί ότι συνετελέσθη αυτοδίκαια η προσωρινή παραλαβή του έργου την 9-7-2006 και ως προς τα λοιπά αιτήματά της... τα οποία αποτελούν προϋπόθεση της αυτοδίκαιας συντέλεσης της προσωρινής παραλαβής του έργου στηριζόμενη ...
Πρέπει δε να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη και να αναγνωρισθεί ότι συνετελέσθη η αυτοδίκαιη προσωρινή παραλαβή του έργου την 9-7-2006 όπως αναφέρεται στο διατακτικό". Με βάση τις παραδοχές αυτές δέχθηκε κατά ένα μέρος τη προσφυγή της ήδη αναιρεσίβλητης και αναγνώρισε ότι συντελέσθηκε η αυτοδίκαιη προσωρινή παραλαβή του ένδικου έργου στις 9-7-2006 .
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 11 του ν. 1418/1984, 52,53 παρ.4 Π.Δ 609/1985 που εφάρμοσε ενώ παράλληλα διέλαβε στην απόφασή του σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου χωρίς ν'απαιτούνται προς τούτο και άλλες αιτιολογίες .
Ειδικότερα με βάση τα γενόμενα δεκτά ως άνω πραγματικά περιστατικά σύμφωνα με τα οποία η προσφεύγουσα, περάτωσε το έργο στις 30-12-2004 γεγονός που βεβαιώθηκε με την σχετική βεβαίωση περαιώσεως του έργου της διευθύνουσας υπηρεσίας (ΥΚΕΑ), υπέβαλε εντός δύο μηνών από την περάτωση στη διευθύνουσα υπηρεσία της καθής η προσφυγή με το υπ.
αριθ. 1791/17-2-2005 έγγραφό της την τελική επιμέτρηση προκειμένου να γίνει η προσωρινή παραλαβή του έργου και στις 9-6-2006 ( μετά τη παρέλευση εξαμήνου από τη βεβαιωμένη περάτωση του έργου) υπέβαλε και σχετική έγγραφη όχληση για τη διενέργεια της προσωρινής παραλαβής, συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων που εφαρμόστηκαν και στηρίζεται το διατακτικό της απόφασης.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αναίρεσης κατά το μέρος του από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και ο δεύτερος από τον αριθ. 19 του ίδιου άρθρου με τους οποίους υποστηρίζονται τ' αντίθετα είναι αβάσιμοι. Ο πρώτος λόγος της αναίρεσης κατά το λοιπό μέρος του είναι απαράδεκτος διότι οι σχετικές αιτιάσεις θεμελιώνονται σε πραγματικά περιστατικά που δεν αποτελούν παραδοχές της απόφασης.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βάσιμων των θεμελιωτικών της αγωγής ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.
Επίσης, δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός (Α.Π.238/2008) αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996 Α.Π 343/2009).
Εξάλλου, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (Ολ.
ΑΠ 3/1997 Α.Π.706/2009). Κατ' ακολουθίαν ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης κατά το μέρος του από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος διότι οι φερόμενοι ως μη ληφθέντες υπόψη ισχυρισμοί δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια του νόμου αλλά νομικούς ισχυρισμούς .
Κατ' ακολουθίαν πρέπει ν' απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου (άρθρα 183, 176 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25 Φεβρουαρίου 2010 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Εταιρεία 'Υδρευσης και Αποχέτευσης Πρωτευούσης Α.Ε.", για αναίρεση της υπ' αριθ. 6101/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 24η Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 10η Ιουλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ