Supreme Court dismisses appeal for insufficient reasoning and failure to consider evidence under Greek Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the anonymous company's appeal against the Court of Appeal's decision in a corporate embezzlement dispute. The appellant argued the lower court failed to consider specific evidence and provided inadequate reasoning regarding the ownership of funds and the defendant's employment history. The court rejected these claims, ruling that the appeal arguments were vague, lacked necessary factual detail, and did not sufficiently demonstrate a violation of the law.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(11) & 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal for insufficient reasoning is inadmissible if the grounds are vague, lack factual specificity, and fail to clearly connect the alleged legal error to the judgment's outcome.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1559 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1559 /2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "Β.Ι.Β.Α. Α.Ε.", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κυριακάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Β.-Ά. χήρας Β. Κ., το γένος Ι. Μ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Ματάκια με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/7/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 3/7/2006 προσεπίκληση της ήδη αναιρεσίβλήτου που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κρήτης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 270/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 264/2010 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19/10/2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Χαμηλοθώρης, ανέγνωσε την από 9/1/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Για να είναι ορισμένος ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, κατά το οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, πρέπει μεταξύ άλλων, να αναφέρεται ο πραγματικός ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίστηκαν, και μάλιστα ισχυρισμός που μπορούσε να ασκήσει ουσιώδη επίδραση στο διατακτικό, ενόψει του ότι μόνο πραγματικά γεγονότα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης είναι αντικείμενο απόδειξης.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτει ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, η έφεση κατά της απόφασης 270/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου και ότι με την τελευταία απόφαση απορρίφθηκε επίσης, ως ουσιαστικά αβάσιμη, η από 4.7.2005 αγωγή της αναιρεσείουσας κατά της αναιρεσίβλητης, με την οποία η ενάγουσα-αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία, αφού εξέθετε ότι η εναγομένη-αναιρεσίβλητη, μέλος του διοικητικού συμβουλίου της από το 1997 έως την άσκηση της αγωγής και μέτοχος από τις 28.11.2000, και ο κύριος μέτοχος της Β.
Κ., σύζυγος εκείνης, ο οποίος πέθανε στις 28.11.2000, υπεξαίρεσαν από κοινού και ιδιοποιήθηκαν παράνομα το συνολικό ποσό των 101.158.360 δρχ. (296.869,729 ευρώ), που ανήκε στην ίδια (ενάγουσα), ζήτησε να υποχρεωθεί η τελευταία (εναγομένη) να της καταβάλει το εν λόγω ποσό, ως αποζημίωση από αδικοπραξία και επικουρικά κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Με τους δύο πρώτους λόγους αναίρεσης η αναιρεσείουσα προβάλλει τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ, α) διότι δέχθηκε "ότι στο πενταμελές διοικητικό συμβούλιο της ΒΙΒΑ ΑΕ μετείχαν από 1.7.1997 ο Β. Κ. και η σύζυγος του Β. Μ. (εναγομένη)", ενώ η τελευταία ήταν μέλος του διοικητικού συμβουλίου από 1.4.1992 μέχρι 30.6.2006, όπως αποδεικνύεται από τα προσκομισθέντα με επίκληση τεύχη του ΦΕΚ ΑΕ και ΕΠΕ 1184/23.4.1992, 2215/23.3.2000 και 6761/2001, τα οποία όμως δεν έλαβε υπόψη και β) διότι δέχθηκε ότι "η συμμετοχή της Β.
Μ. και της θυγατέρας της στο διοικητικό συμβούλιο ήταν εντελώς τυπική, αφού όλη τη διοίκηση της εταιρίας ασκούσε ο Β. Κ., ο οποίος ήταν ο κύριος μέτοχος και ιδρυτής της και επίσης πρόσωπο με ισχυρή προσωπικότητα που δεν επέτρεπε σε κανένα να επεμβαίνει στη διαχείριση και διεύθυνση της εταιρίας", ενώ η ίδια η εναγομένη ομολογεί στην 3359/2002 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου και στις από 2.6.2003 προτάσεις της ότι προσέφερε υπηρεσίες βοηθού διευθυντή/διαχειριστή και είχε γενικά συμμετοχή σε όλες τις αρμοδιότητες και τις εργασίες ενός διευθυντή/διαχειριστή, έγγραφα τα οποία, μολονότι προσκομίστηκαν με επίκληση, δεν έλαβε υπόψη.
Οι λόγοι όμως αυτοί αναίρεσης είναι απαράδεκτοι, λόγω της αοριστίας τους, προεχόντως διότι δεν καθορίζονται στο αναιρετήριο οι ισχυρισμοί για την απόδειξη ή ανταπόδειξη των οποίων τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα προσκομίστηκαν και το περιεχόμενο των ισχυρισμών αυτών, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί αν οι ισχυρισμοί ήσαν ουσιώδεις και τα αποδεικτικά μέσα ήσαν κρίσιμα για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτών.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικότερα για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ πρέπει να περιλαμβάνει α) τις πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή στερείται παντελούς αιτιολογίας, β) τον ισχυρισμό και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωση του, και ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεση του με το διατακτικό, γ) εξειδίκευση του σφάλματος του Δικαστηρίου, δηλαδή αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο της έλλειψης, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Επιπρόσθετα πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι υποβλήθηκε στο Εφετείο ισχυρισμός για την αντιμετώπιση του οποίου εσφαλμένα εφαρμόστηκε ή, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί, εσφαλμένα δεν εφαρμόστηκε ο επικαλούμενος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έκτο και έβδομο λόγους αναίρεσης, προβάλλονται οι αιτιάσεις, 1) ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι "... στην τότε Τράπεζα Εργασίας ο Β. Κ. διατηρούσε τον κοινό λογαριασμό ... με τα τέκνα του Γ. και Ε., μέσω του οποίου διαχειριζόταν όλες τις πιστοχρεώσεις της εταιρίας ΒΙΒΑ ΑΕ και ότι στο λογαριασμό κατετίθοντο τα ποσά που του οφείλονταν από τους πελάτες του ξενοδοχείου και μέσω αυτού έκανε και τις πληρωμές στους οφειλέτες της ΒΙΒΑ ΑΕ... ", ενώ στο λογαριασμό αυτό δεν υπήρχαν χρήματα για διαχείριση από το Β.
Κ., διέλαβε ανεπαρκή αιτιολογία, ως προς το ζήτημα της υπεξαίρεσης των 300.000 δρχ., που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 2) ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι "...στις 29.11.2000, επομένη του θανάτου του Β. Κ. έγιναν με τη χρήση κάρτας επτά αναλήψεις από τον πιο πάνω λογαριασμό, ποσού 40.000 δρχ. η καθεμιά και μια ανάληψη ποσού 20.000 δρχ. (συνολικά 300.000 δρχ.), ότι οι αναλήψεις αυτές δεν έγιναν από τη Β.
Μ., αφού αυτή δεν είχε στην κατοχή της την κάρτα ανάληψης, την οποία είχε συνεχώς μαζί του ο Β. Κ. μέσα σε τσαντάκι, το οποίο χάθηκε μετά το αυτοκινητικό ατύχημα, αφού κλάπηκε από άγνωστο δράστη, που προέβη στις ανωτέρω αναλήψεις", ενώ η εναγομένη είχε ισχυριστεί με παρεμπίπτουσα αγωγή της αρχικά ότι το ποσό των 300.000 δρχ., είχε αναλάβει με τον προαναφερόμενο τρόπο η κόρη του Β.
Κ. Ε. και στη συνέχεια, όταν πληροφορήθηκε ότι η τελευταία βρισκόταν τότε στην Ιταλία, ότι η κάρτα εκλάπη από το τσαντάκι του Β. Κ., άποψη την οποία αποδέχθηκε και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το παραπάνω ζήτημα της υπεξαίρεσης των 300.000 δρχ., 3) ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι "...εκτός από τον προαναφερόμενο λογαριασμό, ο Β.
Κ. διατηρούσε με τη σύζυγο του Β. Μ. και το γιο του Γ. και τον κοινό επενδυτικό λογαριασμό διαχείρισης διαθεσίμων 2385060 στην Τράπεζα ALPHA BANK, στον οποίο είχε γίνει στις 17.10.2000 επένδυση του ποσού των 50.340.066 δρχ., το οποίο μετά το θάνατο του εισέπραξε στις 12.12.2000 η Β. Μ., ως μοναδική πλέον δικαιούχος και έκλεισε το λογαριασμό...", ενώ τα χρήματα αυτά ήσαν δικά της (ενάγουσας-αναιρεσείουσας), όπως βεβαιώνεται και στην από 13.4.2005 έκθεση του λογιστή Ι.
Β., διέλαβε ανεπαρκή αιτιολογία, ως προς το ζήτημα, αν το προαναφερόμενο χρηματικό ποσό ανήκε στην ίδια (ενάγουσα), 4) ότι το Εφετείο δεχόμενο, ότι "... η Β. Μ. εργαζόταν στην τράπεζα πίστεως, στην εταιρία Τ., ως ιδιαίτερη γραμματέας στο Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και από το 1973 ήταν παντρεμένη με τον ιατρό-νευροχειρουργό Α.
Σ., ο οποίος είχε οικονομική άνεση...", ενώ οι απασχολήσεις αυτής ήσαν σποραδικές και κάλυπταν μόνο τις ανάγκες της ίδιας και των τέκνων της, διέλαβε, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της υπεξαίρεσης των χρημάτων της, εντελώς ανεπαρκή αιτιολογία, 5) ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι, σύμφωνα με τον ισολογισμό για τη χρήση από 1.1.2000 έως 31.12.2000 στο λογαριασμό της ALPHA BANK υπήρχε το ποσό των 121.546.714 δρχ., ενώ η αναγραφή του ποσού αυτού ήταν εικονική, όπως βεβαιώνεται στην από 13.4.2005 λογιστική έκθεση του Ι.
Β., την οποία αδικαιολόγητα αξιολογεί, ως μη πειστική, διέλαβε ως προς το ζήτημα της υπεξαίρεσης ανεπαρκείς αιτιολογίες. Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, για έλλειψη νόμιμης βάσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, είναι απαράδεκτοι προεχόντως λόγω της αοριστίας τους, διότι δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο με πληρότητα και σαφήνεια ο ισχυρισμός και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωση του, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η ανεπάρκεια αιτιολογιών, καθώς και η σύνδεση του με το διατακτικό, οι ουσιαστικές παραδοχές (αιτιολογίες) του δικαστηρίου, με τις οποίες φέρεται ότι παραβιάστηκε συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (που, άλλωστε, δεν αναφέρεται), ούτε βέβαια σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των παραδοχών και ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται.
Επομένως πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19.10.2010 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας ΒΙΒΑ ΑΕ για αναίρεση της απόφασης 264/2010 του Εφετείου Κρήτης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2013
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 18 Ιουλίου 2013
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ