Legislator Case Law & Legislation
1559/2012 AI generated

1559/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1559/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1559/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι αναιρεσείοντες, που ήδη είχαν υπεισέλθει στη δίκη, ισχυρίστηκαν το πρώτον ενώπιον του Εφετείου, λόγω της ερημοδικίας τους στον πρώτο βαθμό, ότι δεν οφείλουν κανένα ποσό στην αναιρεσίβλητη, για τους εξής λόγους. α) Με το υπ' αριθμ. .../2000 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ειρ. Παντελοπούλου και την τήρηση των νομίμων διατυπώσεων συστήθηκε μεταξύ της αναιρεσίβλητης αφ'ενός και τυπικά μεν της Μ.

Keywords

AI generated
justified business expenses costs of late payment corporate overindebtedness parent company commercial debt fault-based liability
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1559 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1559/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Α. χας Ν. Β., 2. Σ. Β. του Ν., 3. Λ. Β. του Ν. και 4. Α. Β. του Ν., κατοίκων ..., από τους οποίους η πρώτη παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Καλαφάτη, και οι 2ος, 3ος και 4η εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους.

Της αναιρεσίβλητης: Σ. Β. του Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέφανο Βέρροιο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-3-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5369/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 6428/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7-3-2006 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 4-3-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I.- Από τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσης δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα. Η αναιρεσίβλητη ισχυρίστηκε με την ένδικη αγωγή της που άσκησε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών εναντίον του Ν. Β., ο οποίος απεβίωσε μετέπειτα και κληρονομήθηκε από τους αναιρεσείοντες, σύζυγο και τέκνα του, που συνεχίζουν τη δίκη, ότι με διαδοχικές συμβάσεις δανείου που συνήψε με τον ανωτέρω εναγόμενο παρέδωσε στον τελευταίο μεταξύ των άλλων ποσών και το ποσό των 10.000.000 δραχμών την κάθε φορά στις 18-11-1999, 23-12-1999, 10-2-2000 και 6-3-2000, αποδοτέο αντιστοίχως μετά την παρέλευση έτους από την κάθε δανειακή σύμβαση, και ότι ο εναγόμενος δεν απέδωσε στην ενάγουσα κανένα από τα παραδοθέντα ως άνω ποσά, οφείλοντας έτσι το συνολικό ποσό των 40.000.000 δραχμών των ενδίκων δανείων.

Οι αναιρεσείοντες, που ήδη είχαν υπεισέλθει στη δίκη, ισχυρίστηκαν το πρώτον ενώπιον του Εφετείου, λόγω της ερημοδικίας τους στον πρώτο βαθμό, ότι δεν οφείλουν κανένα ποσό στην αναιρεσίβλητη, για τους εξής λόγους. α) Με το υπ' αριθμ. .../2000 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ειρ. Παντελοπούλου και την τήρηση των νομίμων διατυπώσεων συστήθηκε μεταξύ της αναιρεσίβλητης αφ'ενός και τυπικά μεν της Μ.

Β., θυγατέρας του εναγομένου Ν. Β., στην πραγματικότητα όμως του ιδίου του Ν. Β., η αναφερόμενη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Σ. Β. Ε.Π.Ε." με σκοπό την εμπορία επίπλων. Στην εταιρεία δε αυτή εισήλθε η αναιρεσίβλητη, που ήταν άσχετη με το εμπόριο επίπλων, με την περαιτέρω συμφωνία και την προοπτική να εξοφληθεί για τα ποσά των 10.000.000 δραχμών που είχε καταβάλει ως δάνειο την 18-11-1999 και την 23-12-1999 (συνολικά 20.000.000 δρχ.) στον Ν.

Β., καταβάλλοντας στον τελευταίο, έναντι του ποσού της συμμετοχής της στην εταιρεία (κεφάλαιο κ.λ.π.) εκ 37.690.000 δραχμών μόνο το ποσό των 10.000.000 δραχμών την 10-2-2000 και συμψηφίζοντας προς το υπόλοιπο (27.690.000 δρχ.) "τις προηγούμενες απαιτήσεις της". Και β) Ο Ν. Β. με το υπ' αριθμ. 3048/5-3-2000 δελτίο αποστολής της εταιρείας του "Ν.Β.

ΕΠΕ" απέστειλε στην ανωτέρω εταιρεία "LE MAISON ΕΠΕ" της αναιρεσίβλητης, τα αναφερόμενα στο δελτίο αυτό και στο εφετήριο (όπως και στο αναιρετήριο) εμπορεύματα, συνολικής αξίας 20.000.000 δραχμών, για τα οποία η αναιρεσίβλητη βαρύνετο με το ήμισυ (10.000.000 δρχ.) της αξίας τους, όση η μερίδα συμμετοχής της (50%) στην εταιρία, το οποίο και κατέβαλε πράγματι στον Ν.

Β. την 6-3-2000. Με τους ισχυρισμούς αυτούς των αναιρεσειόντων ενώπιον του Εφετείου είναι προφανές ότι οι αναιρεσείοντες 1) ομολόγησαν τη λήψη του συνολικού ποσού των 20.000.000 δραχμών των δανειακών συμβάσεων της 18-11-1999 και της 23-12-1999, ποσού 10.000.000 δραχμών εκάστης, 2) αρνήθηκαν αιτιολογημένα τη λήψη των δανείων της 10-2-2000 και της 6-3-2000, ποσού επίσης 10.0ο00.000 δραχμών εκάστου, 3) ως προς το τελευταίο δάνειο (της 6-3-2000) προσκόμισαν και επικαλέστηκαν ανταποδεικτικά το ανωτέρω υπό β' δελτίο αποστολής εμπορευμάτων, από το οποίο προκύπτει κατά τους ισχυρισμούς τους ότι το αντίστοιχο ποσό των 10.000.000 δραχμών αποτελούσε το τίμημα των εμπορευμάτων που αναλογούσε στην αναιρεσίβλητη και όχι δάνειο της τελευταίας προς το Ν.

Β., και 4) ως προς τα δύο πρώτα δάνεια (της 18-11-1000 και 23-12-1999), που συνομολόγησαν, πρότειναν την απόσβεσή τους με τον προταθέντα ως άνω συμβατικό συμψηφισμό της σχετικής απαιτήσεώς της εκ δραχμών 20.000.000 προς το ειρημένο υπόλοιπο εκ δραχμών 27.690.000 (υπέρτερο) του οφειλόμενου ποσού της συμμετοχής της στην προαναφερθείσα ΕΠΕ.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τη σύναψη των ένδικων τεσσάρων δανείων και την μη απόδοσή τους από τον εναγόμενο Ν. Β. και κατά παραδοχήν κατά τούτο της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης υποχρέωσε τους αναιρεσείοντες να καταβάλλουν σ' αυτήν, κατά τον λόγο της συμμετοχής του καθενός στην κληρονομία του εναγομένου Ν.

Β., το ανωτέρω ποσό των 40.000.000 δραχμών και ήδη 117.388,11 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

ΙΙ. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ.11 περ.γ' του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Για την ίδρυση του λόγου αυτού της αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, και τα οποία έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 του ΚΠολΔ (ΟλομΑΠ 2/2008). Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος του ίδιου άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Εν προκειμένω αναφέρεται μεν στην αναιρεσιβαλλομένη, όπως από αυτήν προκύπτει, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα, από το όλο περιεχόμενο όμως της απόφασης και παρά την ανωτέρω αναφορά δεν προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε το προαναφερθέν υπ' αριθμ. 3048/5.3.2000 δελτίο αποστολής που είχαν προσκομίσει και επικαλεσθεί οι αναιρεσείοντες ανταποδεικτικώς εν σχέσει με το τέταρτο (της 6-3-2000) από τα ένδικα δάνεια, ποσού, όπως προαναφέρθηκε, 10.000.000 δραχμών, ίσου προς το τίμημα που αναλογούσε στην αναιρεσίβλητη από την αποστολή στην ως άνω εταιρεία της ("LE MAISON Ε.Π.Ε.") των ειρημένων εμπορευμάτων, το οποίο (τίμημα) φέρεται να κατέβαλε η αναιρεσίβλητη στον αποστολέα Ν.

Β., δια μεταφοράς στον τραπεζικό του λογαριασμό από τον λογαριασμό της ιδίας, την ίδια ημέρα της 6-3-2000. Έτσι το Εφετείο υπέπεσε ως προς το κεφάλαιο αυτό στην ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 (όχι και 8) του ΚΠολΔ, όπως βάσιμα οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν με τον δεύτερο, από τη διάταξη αυτή, λόγο της αιτήσεώς τους.

Περαιτέρω και όσον αφορά την προαναφερθείσα (ανωτ. υπό Ι) ένσταση των αναιρεσειόντων για απόσβεση της οφειλής τους (20.000.000 δρχ.) από τα δύο πρώτα (της 18-11-1999 και 23-12-1999) ένδικα δάνεια με τον προαναφερθέντα επίσης συμβατικό συμψηφισμό, το Εφετείο, που απέρριψε την ένσταση αυτή, δέχθηκε σχετικώς τα ακόλουθα: "Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι οι εκ του δανείου αξιώσεις της ενάγουσας κατά του πατρός των εναγομένων έχουν σχέση με την εταιρεία με την επωνυμία "Σ.Β.

Ε.Π.Ε.", δεδομένου ότι η καταβολή μέρους των δανεισθέντων χρημάτων από την ενάγουσα στον Ν. Β. άρχισε στις 18-11-1999 ενώ η πιο πάνω εταιρεία συνεστήθη στις 21-2-2000.

Συνεπώς οι σχετικοί ισχυρισμοί που προβάλλονται στην από 4-4-2005 έφεση της Α.Β. κ.λ.π. πρέπει να απορριφθούν". Οι παραδοχές όμως αυτές του Εφετείου ως προς την ειρημένη ένσταση των αναιρεσειόντων δεν οδηγούν, ως έννομη συνέπειά τους, στην απόρριψη της ένστασης αυτής, αφού δεν περιέχουν ως μη αποδειχθέντα τα απαραίτητα κατά τον εφαρμοστέο εν προκειμένω κανόνα δικαίου (άρθρ. 361, 440 του ΑΚ) περιστατικά (ύπαρξη ανταπαιτήσεως και συμφωνία για συμψηφισμό) για την επέλευση της έννομης συνέπειάς τους, την οποία αρνήθηκε το δικαστήριο, πολλώ δε μάλλον που και κατά τις παραδοχές του Εφετείου η επικαλούμενη συμφωνία για συμψηφισμό της οφειλής της αναιρεσίβλητης (δρχ.27.690.000) για την συμμετοχή της στην ρηθείσα Ε.Π.Ε., που συνεστήθη την 21-2-2000, προς την οφειλή του αρχικού εναγομένου Ν.Β. προς την τελευταία (δρχ. 20.000.000) από τα δύο πρώτα ένδικα δάνεια ( της 18-11-1999 και 23-12-1999) είναι μεταγενέστερη των δανείων εκείνων, το δε προς συμψηφισμόν ποσό (υπερ-)καλύπτει το ποσό των δανείων. Οι παραδοχές δηλαδή του Εφετείου ως προς το ουσιώδες ως άνω ζήτημα της αποσβέσεως της οφειλής από τα δύο πρώτα ένδικα δάνεια έχουν ανεπαρκείς, υπό την προεκτεθείσα έννοια, αιτιολογίες που καθιστούν αναιρετέα την προσβαλλόμενη απόφαση για τον από το άρθρο 559 αρ.19 του ΚΠολΔ λόγον αναιρέσεως, όπως βάσιμα οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν με τον πρώτο, από τη διάταξη αυτή, λόγο της αιτήσεώς τους.

ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τις διατάξεις της για α) απόρριψη της ένστασης συμψηφισμού των αναιρεσειόντων που προαναφέρθηκε και την αντίστοιχη παραδοχή τής αγωγής (και) ως προς την οφειλή εκ των δύο πρώτων, ως άνω, από τα ένδικα δάνεια, προς την οποία είχε προταθεί ο ειρημένος συμψηφισμός, και β) παραδοχή της αγωγής ως προς το τελευταίο (τέταρτο) από τα δάνεια αυτά, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο (Εφετείο Αθηνών), του οπίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές ( άρθρ. 580 παρ.3 του ΚΠολΔ), και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων (άρθρ. 179, 183, 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), οι οποίοι δεν κατέθεσαν προτάσεις, αλλά υπέβαλαν σχετικό αίτημα στο ακροατήριο με δήλωσή τους που καταχωρήθηκε στα πρακτικά.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 6428/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο μέρος της απόφασης, στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουνίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Νοεμβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ