Supreme Court dismisses appeal on abuse of right claim regarding co-owners' property rights exercise.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by Horizon-Technike EP against the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued that the defendants' exercise of co-ownership rights constituted an abuse of right due to the appellant's unconditional acceptance of communal properties. The court held that the defendants' actions did not violate the principles of Article 281 of the Civil Code and that the appellant failed to prove the abuse of right. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281 of the Civil Code; Article 559, paragraphs 1 and 8 of the Code of Civil Procedure: The exercise of co-ownership rights by other owners does not constitute an abuse of right merely because the claimant accepted communal properties unconditionally, and new facts raised only in the appeal stage are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1559 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1559/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ΟΡΙΖΩΝ-ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΠΕ" πρώην "ΟΡΙΖΩΝ-ΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, για την οποία παραστάθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπος Νικόλαος Μιχόπουλος και διόρισε στο ακροατήριο ως πληρεξούσιο δικηγόρο τον Φραγκίσκο Κοτσώνη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.... και 2...., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Παπαποστόλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-11-2002 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3574/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 8986/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 22-5-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 30-11-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η επίδοση επιταγής προς εκτέλεση, ως διαδικαστική πράξη, έχει δικονομικές και ουσιαστικές συνέπειες, οι οποίες επέρχονται και στην περίπτωση επιδόσεως δικονομικώς άκυρης επιταγής προς εκτέλεση και δεν αίρονται παρά μόνον μετά την ακύρωσή της από το δικαστήριο. Επομένως, ο καθ' ου η εκτέλεση έχει έννομο συμφέρον για την ακύρωση ελατωματικής επιταγής προς εκτέλεση, έστω και αν υπό την απειλή της αναγκαστικής εκτελέσεως κατέβαλε στον επισπεύδοντα δανειστή το επιτασσόμενο προς πληρωμή ποσό, δυνάμενος μάλιστα, μετά την αμετάκλητη ακύρωση της αναγκαστικής εκτελέσεως να ζητήσει και αποζημίωση από τον επισπεύδοντα για τις ζημιές που προκλήθηκαν από την εκτέλεση σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, πολύ δε περισσότερο, αν μετά την επιταγή προς εκτέλεση επακολούθησαν και άλλες πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας που έχουν ως βάση την επιταγή αυτή και από τις οποίες δεν εχώρησε παραίτηση του επισπεύδοντος δανειστή.
Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως του αριθμού 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, ενώ ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Επομένως, δεν στοιχειοθετείται ο τελευταίος λόγος, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, που δίκασε επί εφέσεως της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή ανακοπή των αναιρεσιβλήτων κατά της επισπευδομένης εναντίον τους αναγκαστικής εκτελέσεως με βάση την από 18-11-2002 επιταγή προς πληρωμή της αναιρεσείουσας, απέρριψε τον σχετικό λόγο εφέσεως περί ελλείψεως εννόμου συμφέροντος των αναιρεσιβλήτων προς άσκηση της ένδικης ανακοπής και ανυπαρξίας διαδικασίας εκτελέσεως, ως εκ του ότι οι τελευταίοι, μετά την επίδοση της επιταγής κατέβαλαν εκουσίως ολοσχερώς το επιτασσόμενο προς πληρωμή ποσό.
Στην απορριπτική του κρίση οδηγήθηκε το Εφετείο, δεχθέν, αφενός μεν, ότι οι αναιρεσίβλητοι κατέβαλαν στην αναιρεσείουσα μέρος του αναφερόμενου στην επιταγή ποσού, αφετέρου δε, ότι μετά την επιταγή επακολούθησαν και άλλες πράξεις εκτελέσεως και συγκεκριμένα επιβολή αναγκαστικής κατασχέσεως και ορισμός ημέρας πλειστηριασμού.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παρέλειψε παρανόμως να κηρύξει απαράδεκτη την ανακοπή, αφού, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η επίδοση της επιταγής έχει δικονομικές και ουσιαστικές συνέπειες, οι οποίες αίρονται μόνον με την ακύρωσή της από το δικαστήριο και ως εκ τούτου πρόδηλο παρίσταται το έννομο συμφέρον των αναιρεσιβλήτων προς ακύρωσή της.
Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., απορρέων πρώτος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτόν και τον απέρριψε κατ' ουσίαν. Τέλος, κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο αποδεικτικού εγγράφου, δηλαδή της υπ' αριθμ. ... πράξης, ολοσχερούς εξόφλησης της απαιτήσεως, της Συμβολαιογράφου Αθηνών Φλώρας Μπάνου Ζούλια, στο οποίο κατά κύριο λόγο στήριξε την αποδεικτική του κρίση για την απόρριψη του ανωτέρω ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, με το να δεχθεί ότι η απαίτηση της αναιρεσείουσας, δεν είχε αποσβεσθεί κατά τα οφειλόμενα και επιτασσόμενα προς πληρωμή για τόκους και έξοδα ποσά, ενώ από το εν λόγω έγγραφο προέκυπτε ότι η απαίτησή της είχε αποσβεσθεί δια καταβολής και των ποσών αυτών από τους αναιρεσίβλητους, ο λόγος αυτός, ενόψει της απορρίψεως του κρίσιμου ισχυρισμού με την επάλληλη αιτιολογία ότι μετά την επιταγή επακολούθησαν και άλλες πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας, αλλά και ενόψει της υπάρξεως εννόμου συμφέροντος των αναιρεσιβλήτων στην άσκηση της ένδικης ανακοπής, παρίσταται αλυσιτελής.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 915 και 924 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι, στην περίπτωση κατά την οποία η αναγκαστική εκτέλεση αφορά απαίτηση που εξαρτάται από αναβλητική αίρεση, όρο ή προθεσμία, ο επισπεύδων την εκτέλεση οφείλει να κοινοποιήσει στον οφειλέτη του, μαζί με την επιταγή, και το αντίγραφο του δημοσίου ή ιδιωτικού εγγράφου, που έχει αποδεικτική δύναμη και από το οποίο αποδεικνύεται η πλήρωση της αιρέσεως ή του όρου.
Η παράβαση της διατυπώσεως αυτής, με την οποία σκοπείται η αποτροπή αναγκαστικής εκτελέσεως προς ικανοποίηση επισφαλών ή αβέβαιων και γενικά μη εγγράφως αποδεικνυομένων αμέσως απαιτήσεων, επάγεται ακυρότητα, ανεξαρτήτως βλάβης, τόσο της επιταγής, που επιδόθηκε με ελλείψεις, όσο και της αναγκαστικής εκτελέσεως που άρχισε με βάση της επιταγή αυτή (ΑΠ 189/1998).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Με το υπ' αριθμ. ...συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Όλγας Βιλαντώνη, το οποίο νόμιμα μετεγράφη, οι ανακόπτοντες (και ήδη αναιρεσίβλητοι) αγόρασαν από την καθ' ης η ανακοπή (και ήδη αναιρεσείουσα), τις ημιτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες υπό στοιχεία α) Ε-1 του πέμπτου υπέρ το ισόγειο ορόφου (διαμέρισμα) β) ΥΣ-13 και ΥΣ-14 θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτου και γ) ΥΑ-13 και ΥΑ-14 αποθήκες υπογείου της επί της Λεωφόρου Βασιλέως Γεωργίου Χαλανδρίου Αττικής-υπό κατασκευή τότε- πολυκατοικίας αντί του τιμήματος των 54.187.414 δραχμών, το οποίο συνεφωνήθη να καταβληθεί σε τέσσερες δόσεις, εκ των οποίων η τρίτη, εκ δραχμών 10.400.000 στις 28-2-2001 και εφόσον οι οριζόντιες ιδιοκτησίες ήσαν καθ' όλα έτοιμες προς χρήση και οίκηση και παραδοθούν στους ανακόπτοντες αγοραστές και η τέταρτη (τελευταία) εκ δραχμών 10.787.414 στις 30-4-2001, υπό την απαραίτητη προϋπόθεση και όρο ότι μέχρι τότε η καθ' ης η ανακοπή εργολήπτρια εταιρεία θα έχει αποπερατώσει και παραδώσει στους αγοραστές τους κοινόχρηστους χώρους της όλης πολυκατοικίας σε πλήρη λειτουργία, άλλως η προθεσμία καταβολής της εν λόγω δόσης θα αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα χρειάζεται να αποπερατωθούν και παραδοθούν, χωρίς οι αγοραστές να καθίστανται υπερήμεροι.
Με το ίδιο συμβόλαιο συμφωνήθηκε ότι η παράδοση θα γίνει με σχετικό πρωτόκολλο, που πρέπει να υπογραφεί και από τα δύο μέρη. Η αναιρεσείουσα, στις 18-11-2002, επικαλούμενη καθυστέρηση καταβολής σ' αυτήν από τους ανακόπτοντες της εκ δραχμών 10.787.414 τέταρτης δόσεως, επέδωσε σ' αυτούς αντίγραφο από εκτελεστό απόγραφο του ανωτέρω πωλητηρίου συμβολαίου- που από τους συμβληθέντες είχε κηρυχθεί τίτλος εκτελεστός- με το οποίο επιτάχθηκαν να της καταβάλουν το συνολικό ποσό των 37.783,85 Ευρώ, από το οποίο το ποσό των 32.657,85 ευρώ αφορούσε το συνολικό ποσό της τελευταίας δόσης και το υπόλοιπο τόκους και έξοδα της επιταγής.
Η απαίτηση της αναιρεσείουσας, συνεχίζει το Εφετείο, δεν εξαρτάτο μόνον από ορισμένη προθεσμία (30-4-2001) αλλά προσθέτως και από τον όρο της προηγούμενης ή έστω ταυτόχρονης αποπερατώσεως και παραδόσεως στους αναιρεσίβλητους αγοραστές "...των κοινοχρήστων χώρων της όλης πολυκατοικίας σε πλήρη λειτουργία...", κατά τη ρητή διατύπωση του άνω πωλητηρίου συμβολαίου, αν δε τούτο δεν συνέτρεχε, δεν είχε δηλαδή πληρωθεί η αναβλητική αίρεση υπό την οποία τελούσε η καταβολή της τελευταίας δόσης, η ως άνω προθεσμία καταβολής ανεστέλλετο, για όσο χρονικό διάστημα χρειαζόταν να παραδοθούν τα κοινόχρηστα, χωρίς όμως στην περίπτωση αυτή οι αγοραστές να καθίστανται υπερήμεροι.
Όπως, όμως αποδεικνύεται από τις υπ' αριθμ. ... και ... εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς ... αλλά και από την εκκαλούσα συνομολογείται, μαζί με την ανωτέρω επιταγή δεν κοινοποιήθηκε στους εφεσιβλήτους και αντίγραφο δημόσιου ή με αποδεικτική δύναμη ιδιωτικού εγγράφου από το οποίο να αποδεικνύεται η πλήρωση του παραπάνω όρου και συγκεκριμένα τέτοιου εγγράφου που να αποδεικνύει την παράδοση στους εφεσιβλήτους και την παραλαβή από αυτούς των κοινοχρήστων χώρων της πολυκατοικίας.
Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, έκρινε περαιτέρω το Εφετείο ότι, εφόσον δεν συγκοινοποιήθηκε με την επιταγή και αντίγραφο εγγράφου από το οποίο να αποδεικνύεται η πλήρωση της αιρέσεως, η επιταγή ήταν άκυρη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 915 και 924 ΚΠολΔ και ο αντίθετος λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η από το άρθρο 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η από το άρθρο 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας ότι η πλήρωση της αιρέσεως, δηλαδή η παράδοση των κοινοχρήστων χώρων και η παραλαβή τους από τους αναιρεσιβλήτους, αποδεικνύεται από την κοινοποιηθείσα σ' αυτούς, πριν από την επίδοση της επιταγής, υπ' αριθμ. 7614/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκε ο πρώτος αναιρεσίβλητος, ως αρμόδιος συμβολαιογράφος, να χορηγήσει το αιτηθέν από την αναιρεσείουσα απόγραφο, αφού κρίθηκε ότι η αίρεση υπό την οποία τελούσε η απαίτηση της αναιρεσείουσας είχε πληρωθεί κατά το χρόνο αιτήσεως του απογράφου, είναι απαράδεκτος.
Και τούτο, διότι η ως άνω απόφαση, με την οποία το δικαστήριο έλαβε απλώς ρυθμιστικά μέτρα διευκολύνοντα την εκτέλεση με τη λύση της διαφωνίας μεταξύ του αιτούντος το απόγραφο και του αρνουμένου να χορηγήσει αυτό, εκδοθείσα δε κατ' άρθρο 918 παρ. 5 ΚΠολΔ με τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ, δεν δεσμεύει το δικαστήριο της ανακοπής ως προς το γεγονός της πληρώσεως της αιρέσεως, και άρα ο σχετικός ισχυρισμός της αναιρεσείουσας δεν είναι ουσιώδης κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ., και το Εφετείο, που τον αγνόησε, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη με τον αναιρετικό αυτόν λόγο πλημμέλεια.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε την υπό της αναιρεσείουσας προταθείσα στον πρώτο βαθμό και επαναφερθείσα με λόγο εφέσεως ένσταση καταχρηστική ασκήσεως του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων προς άσκηση της ανακοπής. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών αυτών εγγράφων προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα, για τη θεμελίωση της εν λόγω ενστάσεως, επικαλέσθηκε ότι, όπως ασκήθηκε η ανακοπή, ασκήθηκε κατά πρόδηλη κατάχρηση δικαιώματος ενόψει των άνω περιστατικών, της ανεπιφύλακτης παραλαβής ιδιοκτησιών και κοινοχρήστων υπό των λοιπών 14 συνιδιοκτητών, των αναιρεσιβλήτων μόνον προβαλλόντων αβάσιμες αξιώσεις.
Το Εφετείο απέρριψε την ανωτέρω ένσταση, δεχθέν τα εξής: " Από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι η εκ μέρους των εφεσιβλήτων άσκηση της ένδικης ανακοπής συνιστά συμπεριφορά εκφεύγουσα των αρχών, των ορίων και των φραγμών που το άρθρο 281 ΑΚ θέτει κατά την ενάσκηση των δικαιωμάτων. Και αληθής υποτιθέμενος ο περί ανεπιφύλακτου παραλαβής των κοινοχρήστων εκ μέρους των λοιπών συνιδιοκτητών ισχυρισμός της εκαλλούσας -προς θεμελίωση της περί καταχρηστικότητας ένστασης της- σε καμία περίπτωση δεν καθιστά καταχρηστική την αξίωση των εφεσιβλήτων (εκ παραδρομής αναφέρεται:
εκκαλούντων)να παραδοθούν σ' αυτούς αποπερατωμένοι -κατα τα συμφωνηθέντα- οι κοινόχρηστοι χώροι. Πράξεις ή παραλείψεις και συμπεριφορά εν γένει τρίτων προς την εκκαλούσα, που αποκλειστικώς αφορούν και εκπηγάζουν από τις μεταξύ εκείνων έννομες σχέσεις, είναι νομικώς αδιάφορες για τους εφεσιβλήτου (εκ παραδρομής αναφέρεται:εκκαλούντες) και ουδόλως δεσμεύουν ή καθ'οιονδήποτε τρόπο επηρεάζουν τον τόπο άσκησης των δικών τους δικαιωμάτων, έναντι της εκκαλούσας, που εκ του νομού η εκ της συμβάσεως παρέχονται σ' αυτούς".
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παρεβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, έλαβε δε υπόψη όλα τα προταθέντα από την αναιρεσείουσα για τη θεμελίωση της σχετικής ενστάσεώς της περιστατικά, την οποία και απέρριψε ακολούθως, ενώ δεν είναι επιτρεπτή η λήψη υπόψη στην παρούσα (αναιρετική) δίκη και των περιστατικών εκείνων που προβάλλονται για πρώτη φορά με το αναιρετήριο.
Επομένως, ο δεύτερος(υπό στοιχείο 2β) λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 και 8 Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλητων που κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22 Μαΐου 2007 αίτηση της Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ΟΡΙΖΩΝ-ΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8986/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και,
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ