Legislator Case Law & Legislation
1559/2007 AI generated

1559/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1559/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/11/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2181/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7112/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27/12/2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης, ανέγνωσε την από 6/3/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 27/12/2004 αιτήσεως για αναίρεση της 7112/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

1559/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσελήφθη από την εναγομένη και τώρα αναιρεσείουσα Τράπεζα την 2.7.1973 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και εντάχθηκε στο λογιστικό κλάδο, μετά δε συνεχή βαθμολογική εξέλιξη προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη, τον οποίο κατέχει από 1.7.1987.

Keywords

AI generated
language skills diplomatic and consular law language arrangements legal adviser benefit for course attendance qualification framework
AI generated
635/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1498/2010
Το Εφετείο, το οποίο, αναγνώρισε ότι ο ενάγων έπρεπε να είχε προαχθεί στο βαθμό του Υποδιευθυντή, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 201 και 207 παρ. 1 ΑΚ, αφού, ήταν κατάδηλη η υπεροχή του έναντι του προαχθέντος και προταθέντος προς σύγκριση συναδέλφου του και των τριών, με τη διακωλυτική ένσταση προταθέντων συναδέλφων του, διέλαβε δε στην απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
118/2019
Από τις διατάξεις των άρθρων 27 παρ.
370/2009
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
249/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/4/2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2177/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4753/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5/1/2007 αίτησή της.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1559 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1559/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ανδρέα Μαρκάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Οικονόμου, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσίβλητου: ...., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Κάπο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/11/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2181/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7112/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27/12/2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης, ανέγνωσε την από 6/3/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 27/12/2004 αιτήσεως για αναίρεση της 7112/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 27 παρ. στ', 33 και 38 του έχοντος ισχύ νόμου Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος (κυρ. Ν. 3234/1927) προκύπτει ότι οι προαγωγές και η υπηρεσιακή εξέλιξη των υπαλλήλων της ρυθμίζονται από τον εσωτερικό οργανισμό της, ο οποίος καταρτίζεται από το Γενικό Συμβούλιο της Τράπεζας και έχει, ως εκ τούτου, συμβατική ισχύ.

Οι προαγωγές των υπαλλήλων αυτών τελούν υπό την αίρεση ότι το Γενικό Συμβούλιο της Τράπεζας θα χορηγήσει με απόφασή του την προαγωγή στον ανώτερο βαθμό, εφόσον συντρέξουν οι προβλεπόμενες στον Οργανισμό αυτής προϋποθέσεις (άρθρο 201 ΑΚ). Αν κριθεί από τον εργοδότη ότι ο εργαζόμενος δεν συγκεντρώνει τις συμφωνημένες προϋποθέσεις για την προαγωγική ή μισθολογική του εξέλιξη και η κρίση του αυτή είναι καταφώρως άδικη, η πλήρωση της ανωτέρω αίρεσης παρακωλύεται εναντίον της καλής πίστεως από μέρους του εργοδότη, οπότε η αίρεση θεωρείται ότι έχει πληρωθεί (άρθρο 207 παρ. 1 ΑΚ).

Καταφώρως δε άδικη είναι η κρίση του υποχρέου εργοδότη, όταν παραλείπει την προαγωγή υπαλλήλου του, ο οποίος υπερέχει καταφανώς κατά τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, συνολικώς εκτιμώμενα, έναντι άλλου προαχθέντος συναδέλφου του. Αν στην συγκεκριμένη περίπτωση διαπιστωθεί ότι η μη πλήρωση της αίρεσης είναι αντίθετη στην καλή πίστη υπό την ανωτέρω έννοια του όρου, η προαγωγή του υπαλλήλου αναγνωρίζεται από το Δικαστήριο και, σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν. 1082/1980, μετά την τελεσιδικία της απόφασης η προαγωγή θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε από τότε που έπρεπε να συντελεσθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσελήφθη από την εναγομένη και τώρα αναιρεσείουσα Τράπεζα την 2.7.1973 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και εντάχθηκε στο λογιστικό κλάδο, μετά δε συνεχή βαθμολογική εξέλιξη προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη, τον οποίο κατέχει από 1.7.1987.

Είναι πτυχιούχος του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης του Πάντειου Πανεπιστημίου, του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών του ίδιου Πανεπιστημίου και της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Τριπόλεως. Γνωρίζει την αγγλική γλώσσα με δίπλωμα "GENERAL CERTIFICATE OF EDUCATION - UNIVERCITY OF LONDON" και έχει παρακολουθήσει μέχρι τις προαγωγικές κρίσεις της 1.1.1997 δεκαεπτά (17) σεμινάρια.

Η βαθμολογία του κατά το 1989 ήταν έξι 1 και δύο 2 (με άριστα το 1 και την κλίμακα βαθμολογίας να κινείται από 1 έως 5). Για το διάστημα μετά το 1989 δεν συντάχθηκαν φύλλα επίδοσης των υπαλλήλων της αναιρεσείουσας. Κατά την πρόσληψή του τοποθετήθηκε στο Κεντρικό Κατάστημα στην Αθήνα, στη Διεύθυνση Εμπορικών Συναλλαγών με την αλλοδαπή - Τμήμα Εγκρίσεων Εισαγωγής.

Την 1.6.1993 μετατέθηκε στη Διεύθυνση Οικονομικών Μελετών - Τμήμα Συλλογής και Επεξεργασίας Στοιχείων Ισοζυγίου Πληρωμών, κατόπιν επιτυχίας του σε διαγωνισμό. Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα προϊσταμένου Υπηρεσίας από 28.9.1982 και Αναπληρωτή Προϊσταμένου του Τμήματος Εγκρίσεων Εισαγωγής από 7.8.1987 και περαιτέρω με τις 431/7.3.1995 και 17.1.2001 εγκυκλίους της αναιρεσείουσας καθήκοντα Αναπληρωτή - Προϊσταμένου Τμήματος.

Κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 1.1.1997 για την πλήρωση κενών οργανικών θέσεων Εντεταλμένων - Τμηματαρχών - Προϊσταμένων, το Γενικό Συμβούλιο της αναιρεσείουσας με την 1/14.2.1997 απόφασή του παρέλειψε τον αναιρεσίβλητο και προήγαγε, μεταξύ των άλλων, και τον προτεινόμενο προς σύγκριση ομοιόβαθμο συνάδελφο του αναιρεσίβλητου Ζ1.

Ο τελευταίος αυτός προσελήφθη από την αναιρεσείουσα την 17.9.1971 και εντάχθηκε στο Λογιστικό Κλάδο στο Τμήμα προεξοφλήσεων και πιστώσεων της Διεύθυνσης πιστώσεων. Είναι απόφοιτος Γυμνασίου (παλαιού τύπου), γνωρίζει την αγγλική γλώσσα, χωρίς να είναι κάτοχος πτυχίου. Παρακολούθησε ένα σεμινάριο και εργάστηκε επί δεκαετία στη Γραμματεία της Υποεπιτροπής Βιοτεχνικών Πιστώσεων, στη συνέχεια την 2.3.1981 μετατέθηκε στο Τμήμα Υπηρεσιακής εξελίξεως Προσωπικού της Διεύθυνσης Διοικητικού.

Άσκησε καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου Υπηρεσίας Μισθολογικών Μεταβολών Προσωπικού από 13.6.1983, Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος Υπηρεσιακής Εξελίξεως προσωπικού από 28.8.1990 και προϊσταμένου Τμήματος Υπηρεσιακής Εξελίξεως Προσωπικού από 6.8.1999. Κατέχει το βαθμό του Τμηματάρχη από 1.10.1989. Το 1989 βαθμολογήθηκε με άριστα σε όλα τα επιμέρους κριτήρια.

Το Εφετείο έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος υπερείχε καταφανώς του ως άνω προαχθέντος συναδέλφου του Ζ1 και ότι συνακόλουθα το αρμόδιο όργανο της αναιρεσείουσας (Γ.Σ.) με την παράλειψή του, κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 1.1.1997 τον αδίκησε και παρακώλυσε εναντίον της καλής πίστεως την πλήρωση της αναβλητικής αιρέσεως, υπό την οποία τελούσα η προαγωγή του.

Στη συνέχεια, αφού επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που έκρινε ομοίως, απέρριψε ως αβάσιμο κατ' ουσίαν τον σχετικό λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας. Με βάση τα ανελέγκτως δεκτά από την προσβαλλομένη απόφαση πραγματικά περιστατικά, ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του αναιρεσιβλήτου και του ως άνω συναδέλφου του Ζ1 προκύπτει υπεροχή του αναιρεσείοντος ως προς την αρχαιότητα στον κατεχόμενο βαθμό, τους τίτλους σπουδών, την παρακολούθηση επιμορφωτικών σεμιναρίων και ως προς την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων προϊσταμένου υπηρεσίας (από 28.9.1982 ο συγκρινόμενος δεν άσκησε τέτοια καθήκοντα, άσκησε όμως Αναπληρωτή Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 13.6.1983) και Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος (από 3.8.1987 έναντι 28.8.1990), υπεροχή του συγκρινομένου έναντι του αναιρεσείοντος ως προς την γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα (17.9.1971 έναντι 2.7.1973) και τη βαθμολογία (άριστος σε όλα, έναντι έξι 1 και δύο 2).

Είναι ισάξιοι ως προς τη γνώση ξένης γλώσσας. Εντεύθεν ανακύπτει εκ των ως άνω προσόντων τους, συνολικώς εκτιθεμένων, ότι ο αναιρεσίβλητος υπερείχε καταδήλως ως προς τα υπηρεσιακά εν γένει προσόντα, έναντι του ως άνω συναδέλφου του Ζ1 που προήχθη κατά τα ανωτέρω και επομένως και ότι εναντίον της καλής πίστεως παρακωλύθηκε από την αναιρεσείουσα η πλήρωση της αναβλητικής αιρέσεως υπό την οποία τελούσε η προαγωγή του.

Συνεπώς, το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε έτσι, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τους προαναφερθέντες κανόνες ουσιαστικού δικαίου και γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, το Εφετείο αναφορικά με την από την αναιρεσείουσα πρωτοδίκως προβληθείσα και επαναφερθείσα στο Εφετείο διακωλυτική ένσταση της ενεργητικής νομιμοποιήσεως του ενάγοντος - αναιρεσίβλητου για την άσκηση της ένδικης αγωγής, συνισταμένη στο ότι κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 1.1.1997 παραλείφθηκαν οι υπάλληλοι της αναιρεσείουσας Υ1, Υ2, Υ3, Υ4 και Υ5, οι οποίοι υπερείχαν (απλώς) του αναιρεσιβλήτου ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και συνεπώς δικαίωμα προαγωγής (αντί του Ζ1) δεν είχε ο αναιρεσίβλητος, αλλά εκείνοι, δέχθηκε τα ακόλουθα: 1) Ο Υ1 προσελήφθη την 11.3.1971 και προήχθη στον κατεχόμενο βαθμό του Τμηματάρχη την 1.1.1987.

Είναι πτυχιούχος της Γερμανικής Φιλολογίας. Γνωρίζει τρεις ξένες γλώσσες, ήτοι γερμανικά, γαλλικά και αγγλικά. Τοποθετήθηκε Προϊστάμενος Υπηρεσίας το 1984 και Αναπληρωτής Προϊστάμενος Τμήματος το 1995. Είχε σχεδόν άριστη βαθμολογία κατά τα έτη 1987-1989 και συμμετείχε σε πέντε σεμινάρια. 2) Ο Υ2 προσελήφθη την 1.3.1969, κατέχει το βαθμό του Τμηματάρχη από 1.11.1985, είναι πτυχιούχος του Παντείου Πανεπιστημίου και κάτοχος διπλώματος αγγλικής γλώσσας.

Τοποθετήθηκε Αναπληρωτής Προϊστάμενος Τμήματος από το 1987-1989 και συμμετείχε σε δύο σεμινάρια. 3) Ο Υ3 προσελήφθη την 5.10.1971, προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη την 1.7.1985, τοποθετήθηκε Προϊστάμενος Τμήματος το 1987. Είναι πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ με μεταπτυχιακές σπουδές στο εξωτερικό και γνωρίζει αγγλικά και γαλλικά.

Είχε βαθμολογία σχεδόν άριστα κατά τα έτη 1986-1987 και συμμετείχε σε τέσσερα (4) σεμινάρια. 4) Ο Υ4 , ταμειακός υπάλληλος, προσελήφθη την 14.11.1970, προήχθη σε Τμηματάρχη την 1.7.1988, άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας από το 1994 και Τμήματος από το 1995 και συμμετείχε σε ένα σεμινάριο δίμηνης εκπαίδευσης. Και 5) ο Υ5 προσελήφθη την 16.9.1971 και προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη την 1.7.1987.

Είναι πτυχιούχος ΑΣΟΕΕ και γνωρίζει την αγγλική γλώσσα. Τοποθετήθηκε Προϊστάμενος Υπηρεσίας το 1983, έχει άριστη σχεδόν βαθμολογία κατά τα έτη 1987-1989 και συμμετείχε σε τέσσερα σεμινάρια. Το Εφετείο έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε ότι υφίσταται απλή υπεροχή των ως άνω πέντε συναδέλφων του αναιρεσιβλήτου έναντι αυτού και απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ανωτέρω διακωλυτική ένσταση της αναιρεσείουσας.

Με βάση τα ανελέγκτως δεκτά από την προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά, ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του αναιρεσιβλήτου και των ως άνω συναδέλφων του προκύπτει 1) έναντι του Υ1 υπεροχή του αναιρεσιβλήτου ως προς την κατοχή τίτλων σπουδών, την παρακολούθηση σεμιναρίων και το χρόνο άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων, ισοδυναμία αυτών ως προς την αρχαιότητα στον κατεχόμενο βαθμό και υπεροχή του συγκρινομένου ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα, τη γνώση ξένων γλωσσών και τη βαθμολογία, 2) έναντι του Υ2 υπεροχή του αναιρεσιβλήτου ως προς την κατοχή τίτλων σπουδών, την παρακολούθηση επιμορφωτικών σεμιναρίων και το χρόνο άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων, ισοδυναμία αυτών ως προς τη γνώση ξένης γλώσσας και υπεροχή του συγκρινομένου ως προς την γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα (Γ.Υ.Α.), την αρχαιότητα στον κατεχόμενο βαθμό και την βαθμολογία, 3) έναντι του Υ3 υπεροχή του αναιρεσιβλήτου ως προς την κατοχή τίτλων σπουδών, την παρακολούθηση επιμορφωτικών σεμιναρίων και τον χρόνο άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων, ισοδυναμία αυτών ως προς τη γνώση ξένης γλώσσας και υπεροχή του συγκρινομένου ως προς τη Γ.Υ.Α., την αρχαιότητα στον κατεχόμενο βαθμό και τη βαθμολογία, 4) έναντι του Υ4 υπεροχή του αναιρεσίβλητου ως προς την αρχαιότητα στον κατεχόμενο βαθμό, τους τίτλους σπουδών, τη γνώση ξένης γλώσσας, την παρακολούθηση επιμορφωτικών σεμιναρίων, τη βαθμολογία και την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων και υπεροχή του συγκρινομένου ως προς τη Γ.Υ.Α.

και 5) έναντι του Υ5 υπεροχή του αναιρεσίβλητου ως προς την κατοχή τίτλων σπουδών, την παρακολούθηση επιμορφωτικών σεμιναρίων και το χρόνο άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων, ισοδυναμία αυτών ως προς την αρχαιότητα στον κατεχόμενο βαθμό και τη γνώση ξένης γλώσσας και υπεροχή του συγκρινομένου ως προς τη Γ.Υ.Α.

και τη βαθμολογία. Με βάση τα δεδομένα αυτά και μετά συνολική εκτίμηση των προσόντων κάθε συγκρινομένου μισθωτού ανάλογα με τη βαρύτητά τους, δεν προκύπτει απλή έστω υπεροχή κανενός αντιπροτεινομένου μισθωτού έναντι του αναιρεσιβλήτου. Επομένως, δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράλειψης του αναιρεσιβλήτου και της πρόκρισης του συναδέλφου του Ζ1 τον οποίο, κατά τα προεκτεθέντα, αυτός πρότεινε για σύγκριση και έναντι του οποίου υπερέχει καταφανώς.

Συνεπώς, το Εφετείο που έκρινε ομοίως με την προσβαλλόμενη απόφασή του, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τους προαναφερθέντες κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρα 201 και 207 ΑΚ) και γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ.

Ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη του τα προσκομισθείσα από την αναιρεσείουσα έγγραφα ήτοι τα πρακτικά της Γνωμοδοτικής Επιτροπής Προαγωγών και τον Επίσημο Πίνακα Αξιολόγησης υποψηφίων (άρθρο 12 του Οργανισμού και Κανονισμού της αναιρεσείουσας) είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη τα έγγραφα αυτά. Ο ίδιος αυτός λόγος (τρίτος) κατά το δεύτερο μέρος του από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ του οι επικαλούμενες ανεπάρκειες αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ήτοι σχετικά με τα πρακτικά της γνωμοδοτικής επιτροπή που αφορούν την κατάταξη του αναιρεσιβλήτου και του συναδέλφου τουΖ1), είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ενόψει του ότι, όπως προαναφέρθηκε, το αποδεικτικό πόρισμα είναι σαφώς διατυπωμένο. Τέλος, κατά το τρίτο μέρος του ο ίδιος (τρίτος λόγος) αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως του άρθρου 207 Α.Κ., διότι δεν θεώρησε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι, η κατάταξη του αναιρεσίβλητου από τη γνωμοδοτική επιτροπή σε σειρά κατώτερη του συναδέλφου του Ζ1, υποδηλούνται υπεροχή τούτου έναντι του πρώτου (αναιρεσίβλητου), είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον πλήσσεται η ανέλεγκτη κρίση του εφετείου ως προς τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-12-2004 αίτηση της Τράπεζας της Ελλάδος για αναίρεση της 7112/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, που ορίζεται στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 26 Ιουνίου 2007.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ