Supreme Court partially allows appeal against lower court's decision on salary calculation and deduction of payments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the First Instance Court of Piraeus regarding salary calculations and payment deductions. The appellants argued for a specific salary base and the removal of deducted amounts, while the respondent maintained the original ruling's validity. The court found the lower court's interpretation of the relevant regulations particularly difficult and ordered a remand for further examination of the contested portions.
Legislator headnote
AI generatedArticles 580 paragraph 3 letter b and 179 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal and remit the case for further examination when the lower court's interpretation of legal provisions is deemed particularly difficult.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1558 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1558/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νίκη Κατσιαούνη, Μαρία Γιαννακοπούλου - Εισηγήτρια, Απόστολο Φωτόπουλο και Γεώργιο Μικρούδη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των καλούντων - αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων: 1)Α. Β. του Ι., 2)Σ. Γ. του Κ., 3)Σ. Γ. του Ε., 4)Μ. Θ. του Γ., 5)Π. Κ. του Ν., 6)Γ. Κ. του Ν., 7)Ι. Λ. του Ε., 8)Α. Μ. του Ι., 9)Μ. Ο. - Σ. του Σ., 10)Α. Π. του Α., 11)Ι. Π. του Σ., 12)Γ. Π. του Γ., 13)Α. Σ. του Σ., 14)Γ. Σ. του Α., 15)Λ. Σ. του Π., 16)Ε. Φ. του Ι., 17)Π. Χ. - Κ. του Π. και 18)Α. Χ. του Κ., όλων κατοίκων ... Άπαντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Τουτζιαράκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του καθ' ου η κλήση - αναιρεσίβλητου - αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου" (Δ.Υ.Πε Πειραιώς και Αιγαίου), η οποία εδρεύει στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σταυρούλα Αλικάκου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-7-2018 αγωγή των ήδη καλούντων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2762/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 300/2022 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι καλούντες με την από 29-6-2022 αίτησή τους και το καθ' ου η κλήση με την από 16-9-2022 αίτησή του και τους από 26-1-2023 προσθέτους αυτής λόγους, επί των οποίων εκδόθηκε η 1625/2023 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου που τις συνεκδίκασε, απέρριψε ορισμένους λόγους και ανέλαβε την συζήτηση επί των λοιπών λόγων, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης από την Πλήρη Ολομέλειας του Αρείου Πάγου επί της υπόθεσης που παραπέμφθηκε σ' αυτή με την 393/2023 απόφαση του Β1' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου. Κατόπιν της 2/2024 απόφασης της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου και της από 17-7-2024 κλήσης των καλούντων η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των καλούντων ζήτησε την παραδοχή της από 29-6-2022 αίτησης αναίρεσης τους, την απόρριψη της από 26-1-2023 αίτησης του αντιδίκου τους και των προσθέτως αυτής λόγων καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 17.7.2024 και με αριθμό κατάθεσης ....2024 κλήση των δέκα οκτώ (18) εκ των είκοσι επτά (27) αρχικών εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων κατά του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος - αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου - Δ.Υ.Πε ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΚΑΙ ΑΙΓΑΙΟΥ" νόμιμα φέρονται προς περαιτέρω συζήτηση:
α) η από 29.6.2022 με αριθμό κατάθ. 639/52/29.6.2022 αίτηση αναίρεσης των ίδιων ως άνω δεκαοκτώ (18) εκ των είκοσι επτά (27) αρχικών εναγόντων, β) η από 16.9.2022 με αριθμό κατάθ. 876/72/19.9.2022 αίτηση αναίρεσης του εναγόμενου Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου" (Δ.Υ.Πε Πειραιώς και Αιγαίου) και οι από 26.1.2023 δι' ίδιου δικογράφου ασκηθέντες και με αριθμό κατάθεσης 24/26.1.2023 πρόσθετοι λόγοι του ίδιου ως άνω Ν.Π.Δ.Δ.
για αναίρεση της υπ' αριθμ. 300/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 1625/2023 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία, αφού συνεκδικάστηκαν οι πιο πάνω αιτήσεις αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης και κρίθηκε, ότι αυτές καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι ασκήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα:
ι) απορρίφθηκε ο πέμπτος λόγος της από 29.6.2022 αίτησης αναίρεσης των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων και αναβλήθηκε η συζήτηση επί των λοιπών λόγων της πιο πάνω αίτησης, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου επί της υπόθεσης, η οποία είχε παραπεμφθεί σε αυτή με την υπ'αριθμ. 393/2023 απόφαση του Β1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, σχετικά με την αντισυνταγματικότητα (ή μη) των αναφερόμενων διατάξεων των άρθρων του ν. 4472/2017, με τις οποίες μειώθηκαν περαιτέρω οι αποδοχές των εν ενεργεία ιατρών του Ε.Σ.Υ., ιι) απορρίφθηκαν οι πρώτος, δεύτερος,[ κατά τα σκέλη του που αφορούν την αντισυνταγματικότητα (ή μη) των αναφερόμενων διατάξεων των άρθρων του ν. 4093/2012, με τις οποίες μειώθηκαν οι αποδοχές των εν ενεργεία ιατρών του Ε.Σ.Υ.], πέμπτος, κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος, έκτος κατά το πρώτο και τρίτο σκέλος του, έβδομος και όγδοος κατά το δεύτερο σκέλος του, ένατος κατά το τέταρτο σκέλος του και δέκατος λόγοι της από 16.9.2022 αίτησης αναίρεσης του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ (ειδικότερα απορρίφθηκε και ο πρώτος λόγος αναίρεσης περί έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων με την παραδοχή ότι ορθά το Εφετείο έκρινε ότι είχε δικαιοδοσία προς εκδίκαση της διαφοράς), καθώς και οι πρώτος, τρίτος, κατά το δεύτερο και τέταρτο σκέλος του, τέταρτος κατά το τέταρτο σκέλος του και πέμπτος πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης και αναβλήθηκε η συζήτηση επί των λοιπών λόγων της ως άνω αίτησης αναίρεσης και των λοιπών πρόσθετων λόγων αυτής, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου για το ίδιο πιο πάνω νομικό ζήτημα σχετικά με τη συνταγματικότητα (ή μη) των ως άνω αναφερόμενων διατάξεων των άρθρων του ν. 4472/2017.
Το συγκεκριμένο νομικό ζήτημα είχε παραπεμφθεί με την υπ' αριθμ. 393/2023 απόφαση του Β1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, ως αντικείμενο λόγου αναίρεσης, ενώπιον της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 563 παρ. 2 περ. β' του ΚΠολΔ και 23 παρ. 2 εδ. γ' ,δ' του Οργανισμού των Δικαστηρίων (ν. 1756/1988, όπως ισχύει, μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 16 παρ. 1 του ν. 2331/1991), ως ζήτημα εξαιρετικής σημασίας. Ήδη, μετά τη δημοσίευση της υπ' αριθμ. 2/2024 απόφασης της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, η οποία έκρινε επί του ως άνω ζητήματος, ήτοι της αντισυνταγματικότητας(ή μη) των ως άνω διατάξεων, που παραπέμθηκε σε αυτήν, με την υπ' αριθμ. 393/2023 απόφαση του Β1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, νόμιμα φέρονται προς περαιτέρω συζήτηση οι υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, με την προαναφερόμενη κλήση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων-αναιρεσίβλητων.
Το Σύνταγμα ορίζει στο άρθρο 4 παρ. 5 ότι: "Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους", στο άρθρο 25 παρ. 1 και 4 ότι: "1. Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους [...].
Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας [...]. 4. Το Κράτος δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης", στο άρθρο 79 παρ. 1 ότι: "Η Βουλή κατά την τακτική ετήσια συνοδό της ψηφίζει τον προϋπολογισμό των εσόδων και εξόδων του Κράτους για το επόμενο έτος [...]" και στο άρθρο 106 παρ. 1 ότι: "Για την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης και την προστασία του γενικού συμφέροντος το Κράτος προγραμματίζει και συντονίζει την οικονομική δραστηριότητα στη Χώρα, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει την οικονομική ανάπτυξη όλων των τομέων της εθνικής οικονομίας [...]".
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι ο κοινός νομοθέτης δύναται, ιδίως σε περιόδους οικονομικής κρίσης ή εξόδου από περιόδους οικονομικής κρίσης, να καθορίζει εξ υπαρχής τις δαπάνες του και δη τις μισθολογικές δαπάνες των δημοσίων λειτουργών, κατά τρόπο ώστε να μην επέρχεται ανατροπή των δημοσιονομικών μεγεθών σε βαθμό που θα ετίθετο σε διακινδύνευση η δημοσιονομική σταθερότητα του κράτους (ΟλΑΠ 2/2024, 2/2023, 3-4/2022, ΟλΣτΕ 1408/2022).
Η δυνατότητα, όμως, αυτή, κατά τον καθορισμό των ως άνω μισθολογικών δαπανών, δεν μπορεί να είναι απεριόριστη, αλλά έχει ως όριο τις αρχές της αναλογικότητας, της ισότητας στην κατανομή των δημοσίων βαρών και του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, οι οποίες επιτάσσουν όπως το βάρος της επίτευξης δημοσιονομικής σταθερότητας κατανέμεται μεταξύ όλων των κατηγοριών απασχολουμένων τόσο στον δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα, ως επίσης και των ασκούντων ελευθέριο επάγγελμα, δεδομένου μάλιστα ότι η βιωσιμότητα των δημοσίων οικονομικών είναι προς όφελος όλων.
Και τούτο διότι, εν όψει και της καθιερούμενης στο άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος αξίωσης του Κράτους να εκπληρώνουν όλοι οι πολίτες το χρέος της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, δεν είναι επιτρεπτό το βάρος που προκύπτει από τον σχεδιασμό που γίνεται προς επίτευξη της δημοσιονομικής σταθερότητας να επιβάλλεται μονίμως σε συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών, ώστε η σωρευτική, εν τέλει, επιβάρυνση αυτών να είναι ιδιαίτερα μεγάλη και να καθίσταται πλέον εμφανής η υπέρβαση σε βάρος τους των ορίων της αναλογικότητας και της ισότητας στην κατανομή των δημοσίων βαρών (ΟλΑΠ 2/2024, 3-4/2022, ΟλΣτΕ 1408/2022).
Επί πλέον όρια στην εξουσία του νομοθέτη να επανακαθορίζει δαπάνες και συναφώς να επαναπροσδιορίζει, υπό το προπαρατεθέν ανωτέρω πρίσμα, αποδοχές δημοσίων λειτουργών πηγάζουν και από τυχόν ειδικές διατάξεις του Συντάγματος που αφορούν συγκεκριμένες κατηγορίες αυτών (ΟλΣτΕ 1408/2022, 431/2018).
Περαιτέρω, το Σύνταγμα ορίζει στο άρθρο 5 παρ. 5, που προστέθηκε κατά την αναθεώρηση του 2001 με το Ψήφισμα της 6.4.2001 της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής (Α' 84), ότι "Καθένας έχει δικαίωμα στην προστασία της υγείας ...", στο άρθρο 21 παρ. 3 ότι "Το κράτος μεριμνά για την υγεία των πολιτών ..." και στο άρθρο 22 παρ. 5, όπως η παρ. αυτή αναριθμήθηκε με την αναθεώρηση του 2001, ότι "Το κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει".
Από τις διατάξεις αυτές του Συντάγματος συνάγεται ότι γεννάται ευθεία υποχρέωση του Κράτους και των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης για την προστασία της υγείας των πολιτών και ότι η άσκηση κάθε επαγγελματικής δραστηριότητας, η οποία συνίσταται στην παροχή υπηρεσιών σχετικών με την υγεία, επιτρέπεται μόνον σε εκείνα τα πρόσωπα που έχουν τα προσόντα, τα οποία ο νομοθέτης κρίνει αναγκαία προκειμένου να εξασφαλίζεται η παροχή στους πολίτες υπηρεσιών υγείας υψηλού επιπέδου (ΟλΑΠ2/2024, 3-4/2022, ΟλΣτΕ 1408/2022, 431/2018).
Προς εκπλήρωση της παραπάνω συνταγματικής επιταγής για τη λήψη μέτρων προστασίας της υγείας, εκδόθηκε ο ν. 1397/1983 "Εθνικό Σύστημα Υγείας" (Α' 143), με τον οποίο οργανώθηκε η παροχή υπηρεσιών υγείας προς τους πολίτες με τη δημιουργία δημόσιου τομέα υγείας και ρυθμίστηκαν, μεταξύ άλλων, τα ζητήματα της υπηρεσιακής κατάστασης και του μισθολογικού καθεστώτος των ιατρών του Ε.Σ.Υ.
Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 30 του ως άνω ν. 1397/1983 και ακολούθως τις διατάξεις των άρθρων 43, 44 και 45 του ν. 3205/2003 (Α', 297), ρυθμίστηκε το μισθολογικό καθεστώς των ιατρών του Ε.Σ.Υ. και καθορίστηκε ειδικό μισθολόγιο, με τη χρήση γενικών και αντικειμενικών κριτηρίων συναφών προς το αντικείμενο των εν λόγω ρυθμίσεων.
Όπως εκτίθεται στην εισηγητική έκθεση του ν. 1397/1983, ο θεσμός του ιατρού πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης του Ε.Σ.Υ. αποτελεί βασικό άξονα στήριξης του Ε.Σ.Υ., κύριο δε χαρακτηριστικό του είναι "η καθιέρωση ειδικού μισθολογίου που εξασφαλίζει στον ιατρό αποδοχές που ανταποκρίνονται στο έργο που προσφέρει, στις συνθήκες που ασκεί το έργο του, τις ευθύνες που του δημιουργεί η αποστολή του, στην πολύχρονη πανεπιστημιακή και μεταπανεπιστημιακή (ειδίκευση) εκπαίδευση και στη διαρκή εκπαίδευσή του για να μην αποκόβεται από τις προόδους και τις εξελίξεις της επιστήμης" (σελ. 8).
Κατά την ίδια εισηγητική έκθεση (σελ.29) η θέσπιση ειδικού μισθολογίου και η ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείριση των ιατρών του Ε.Σ.Υ. από το νομοθέτη υπαγορεύθηκε, από την ανάγκη να εξασφαλιστεί σ' αυτούς ένα εισόδημα που να τους απαλλάσσει από τις βιοποριστικές ανάγκες, ώστε να αφήνονται απερίσπαστοι στην επιτέλεση του έργου τους, ως κριτήρια δε για τη διαμόρφωση των συνολικών αποδοχών των ιατρών του Ε.Σ.Υ.
ελήφθησαν υπόψη: α) οι ειδικότερες συνθήκες άσκησης του ιατρικού έργου, β) οι ιδιαίτερες ευθύνες που δημιουργεί στο ιατρό η άσκηση του λειτουργήματός του και η σημασία του έργου του για το κοινωνικό σύνολο και το συγκεκριμένο άτομο που του εμπιστεύεται την υγεία του, την ίδια του τη ζωή, γ) η ανάγκη και η υποχρέωση του ιατρού για διαρκή εκπαίδευση στην επιστήμη του, δ) η συνεχής ενημέρωση, συμπλήρωση και ανανέωση των γνώσεων του ιατρού πάνω στις εξελίξεις της ιατρικής επιστήμης, αλλά και της ιατρικής τεχνολογίας και η ευθύνη του για την αξιοποίηση των επιτευγμάτων των εξελίξεων αυτών προς όφελος του κοινωνικού συνόλου, ε) τα περισσότερα χρόνια σε σύγκριση με τις περισσότερες άλλες επιστήμες πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, στ) η πολύχρονη πανεπιστημιακή μετεκπαίδευση για ειδίκευση και λήψη τίτλου ειδικότητας, ζ) ο περισσότερος συγκριτικά με άλλους κλάδους δημόσιας διοίκησης, χρόνος εργασίας, όπως προβλέπεται από τις διατάξεις του νόμου, αλλά κύρια, η υποχρέωση του ιατρού να εργάζεται και πέραν από το κανονικό ωράριο εργασίας του και η υποχρεωτική εφημερία ετοιμότητας που αποτελεί ισχυρή δέσμευση της ιδιωτικής ζωής του ιατρού, η) οι πάγιες ανάγκες του ιατρού για την απόκτηση επιστημονικών συγγραμμάτων και περιοδικών που είναι απαραίτητα για την ενημέρωσή του πάνω στη διεθνή και εσωτερική βιβλιογραφία που αφορά σε ιατρικά θέματα, θ) η δεοντολογική υποχρέωση του ιατρού να παρέχει τις υπηρεσίες του σε οποιονδήποτε έχει την ανάγκη του και κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, ι) η απαγόρευση του ιατρού να ασκεί οποιοδήποτε ιδιωτικό έργο και η αποκλειστική του απασχόληση στο εθνικό σύστημα υγείας.
Το ειδικό αυτό μισθολόγιο αποτελείται από το βασικό μισθό, κλιμακούμενο ανάλογα με το βαθμό και τα χρόνια υπηρεσίας, και από διάφορες αποζημιώσεις, επιδόματα και προσαυξήσεις. Ειδικότερα, ο μηνιαίος βασικός μισθός όλων των βαθμών της ιεραρχίας του κλάδου των ιατρών Ε.Σ.Υ. καθορίζεται με βάση το βασικό μισθό του βαθμού του Επιμελητή Β', ο οποίος πολλαπλασιάζεται με τους προβλεπόμενους στη διάταξη του άρθρου 43 του ν. 3205/2003 συντελεστές, για Διευθυντή 1,40, Επιμελητή Α' 1,20, Επιμελητή Β' 1,00 και Επιμελητή Γ' και ειδικευόμενο 0,70.
Ο βασικός μισθός του Επιμελητή Β' ορίστηκε αρχικά σε 1.042 ευρώ, από 1.1.2005 σε 1.080 ευρώ (άρθρο 2 ν. 3336/2005), από 1.1.2006 σε 1.112 ευρώ (άρθρο 11 ν. 3453/2006), από 1.1.2007 σε 1.151 ευρώ (άρθρο 1 περ. ιδ ν. 3554/2007) από 1.1.2008 σε 1.180 ευρώ και από 1.10.2008 σε 1.203 ευρώ (άρθρο 5 περ. ιδ' ν. 3670/2008). Ακολούθως, με το άρθρο 6 του ν. 3754/2009 (Α', 43) ορίστηκαν από 1.1.2009 οι μηνιαίοι βασικοί μισθοί όλων των βαθμών της ιεραρχίας του κλάδου ιατρών του Ε.Σ.Υ.
ως ακολούθως: του Διευθυντή σε 2.054 ευρώ, του Επιμελητή Α', σε 1.759 ευρώ, του Επιμελητή Β' σε 1.468 ευρώ και του ειδικευόμενου σε 1.027 ευρώ. Οι εν λόγω βασικοί μηνιαίοι μισθοί διατηρήθηκαν ίδιοι και με τη διάταξη του άρθρου 55 του ν. 3918/2011 (Α', 31), με την οποία προστέθηκε και ο βασικός μηνιαίος μισθός του Συντονιστή Διευθυντή, ο οποίος ορίστηκε σε 2.055 ευρώ.
Εξάλλου, πέραν του βασικού μισθού καταβάλλονταν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 44 του ν. 3205/2003, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 του ν. 3754/2009: α) επίδομα χρόνου υπηρεσίας, β) επίδομα μεταπτυχιακών σπουδών, γ) επίδομα νοσοκομειακής απασχόλησης, απόδοσης και ειδικών συνθηκών άσκησης του ιατρικού έργου, το οποίο οριζόταν για το Διευθυντή σε 450 ευρώ, τον Επιμελητή Α' σε 389 ευρώ, τον Επιμελητή Β' σε 327 ευρώ και τον ειδικευόμενο σε 355 ευρώ, δ) πάγια αποζημίωση για συμμετοχή σε σεμινάρια θέσης Επιμελητή Α' σε 293 ευρώ, Επιμελητή Β' σε 247 ευρώ και ειδικευόμενο σε 185 ευρώ, στ) οικογενειακή παροχή, ζ) επίδομα ευθύνης για τους Διευθυντές σε 235 ευρώ και τους Επιμελητές Α', εφόσον τους απονέμεται ο τίτλος του Αναπληρωτή Διευθυντή 40% του αντιστοίχου επιδόματος της θέσης ευθύνης του Διευθυντή.
Από τις παρατεθείσες διατάξεις που αφορούν στη μισθολογική εξέλιξη των ιατρών του Ε.Σ.Υ., προκύπτει ότι ο νομοθέτης επεφύλαξε διαχρονικά στους ιατρούς του Ε.Σ.Υ. ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείριση, με αποδοχές προβλεπόμενες ειδικώς στο νόμο και ύψους αναλόγου προς την σημασία του λειτουργήματός τους, κατ' εκτίμηση των ειδικών συνθηκών άσκησης του εν λόγω λειτουργήματος, των ιδιαίτερων απαιτήσεων του ιατρικού επαγγέλματος, όσον αφορά το χρόνο απασχόλησης, την ένταση και την ποιότητα της εργασίας, των ιδιαιτέρων ευθυνών που απορρέουν από την άσκησή του, του καθεστώτος πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης υπό το οποίο παρέχουν τις υπηρεσίες τους, του μεγαλύτερου χρόνου γενικής εκπαίδευσης σε σχέση με άλλους επιστήμονες, της πολυετούς μεταπανεπιστημιακής μετεκπαίδευσής τους για ειδίκευση αλλά και της ανάγκης για διαρκή εκπαίδευση στην επιστήμη τους ( ΟλΑΠ 4/2024, ΟλΣτΕ 1408/2022, 431/2018).
Η ευνοϊκή αυτή μεταχείριση δεν ταυτίζεται με εκείνη των άμεσων πολιτειακών οργάνων του Κράτους, η οποία θεμελιώνεται στο άρθρο 26 του Συντάγματος και, ειδικότερα, όσον αφορά τους δικαστικούς λειτουργούς, κατοχυρώνεται και ρητά στο άρθρο 88 παρ. 2 αυτού, το οποίο επιτάσσει ευθέως την χορήγηση σ' αυτούς, με ειδικό νόμο, αποδοχών αναλόγων προς το λειτούργημά τους.
Η αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης των ιατρών του Ε.Σ.Υ. απορρέει εμμέσως από την κατά το Σύνταγμα (άρθρο 21 παρ. 3) υποχρέωση του Κράτους για την παροχή υπηρεσιών υγείας υψηλού επιπέδου προς όλους τους πολίτες, την οποία υλοποιούν κατ' εξοχήν οι ιατροί του Ε.Σ.Υ., και εγγυάται τη διαμόρφωση του ύψους των αποδοχών τους με κριτήρια συναπτόμενα όχι μόνο προς τον βαθμό και τα καθήκοντα της θέσης τους, αλλά και προς τις ιδιαίτερες συνθήκες άσκησης και την επικινδυνότητα του επαγγέλματός τους (κίνδυνοι έκθεσης σε μολυσματικούς παράγοντες κλπ), ώστε οι αποδοχές τους να είναι επαρκείς για αξιοπρεπή διαβίωση και ανάλογες της σημασίας της αποστολής τους, συγχρόνως δε για να αποτρέπεται η εξωϋπηρεσιακή τους απασχόληση, και δη σε τομείς της ιδιωτικής οικονομίας που ιδιαιτέρως εξυπηρετούνται από την ιατρική τους ιδιότητα (προμήθειες υλικών, χορήγηση σκευασμάτων, συνεργασία με ιδιώτες παρόχους υπηρεσιών υγείας κλπ.).
Η υποχρέωση τήρησης από τον κοινό νομοθέτη της εν λόγω αρχής αποτελεί μία πρόσθετη θεσμική εγγύηση που εξασφαλίζει την αποτελεσματική εκπλήρωση της αποστολής του Ε.Σ.Υ. μέσω της ενίσχυσης του ιατρικού προσωπικού του, αλλά και δικαίωμα των ιατρών, λόγω των απαγορεύσεων και περιορισμών, στους οποίους υπόκεινται και της επικινδυνότητας των καθηκόντων τους (ΟλΣτΕ 1408/2022, 431/2018).
Και ναι μεν στο πλαίσιο της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής και κατ' εκτίμηση των εκάστοτε κρατουσών οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών ο κοινός νομοθέτης δύναται, κατ' αρχήν, να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων, εισάγοντας νέες ρυθμίσεις, η συνταγματικότητα των οποίων υπόκειται σε οριακό μόνον δικαστικό έλεγχο (ΟλΑΠ 2/2024, 2/2023, 1/2021, ΟλΣτΕ 1408/2022), δεδομένου μάλιστα ότι από καμία αυξημένης τυπικής ισχύος διάταξη ή αρχή δεν κατοχυρώνεται δικαίωμα σε αποδοχές συγκεκριμένου ύψους (ΟλΑΠ 4/2024, ΟλΣτΕ 1408/2022, 431/2018), όμως ο επαναπροσδιορισμός του μισθολογικού καθεστώτος των εν λόγω δημοσίων λειτουργών με τέτοιο τρόπο, που να επιφέρει ανατροπή του έως τότε ισχύοντος μισθολογικού καθεστώτος, δεν μπορεί να γίνει χωρίς να έχει προηγουμένως εκτιμηθεί το δημοσιονομικό όφελος, σε σχέση με τις επιπτώσεις, που μπορεί να έχει στην λειτουργία του Ε.Σ.Υ., καθώς και αν ο συγκεκριμένος επαναπροσδιορισμός (καθό μέρος επιφέρει ανατροπή του έως τότε ισχύοντος μισθολογικού καθεστώτος) είναι αναγκαίος ή θα μπορούσε να αναπληρωθεί με άλλα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος, με μικρότερο κόστος για το ιατρικό προσωπικό του Ε.Σ.Υ.
Η υποχρέωση αυτή, η οποία ισχύει, κατ' αρχήν, για κάθε σημαντική διαφοροποίηση αποδοχών, η οποία στρέφεται κατά συγκεκριμένης κατηγορίας υπαλλήλων ή λειτουργών του Δημοσίου, καθίσταται εντονότερη στην περίπτωση των ιατρών του Ε.Σ.Υ., υπέρ των οποίων ο νομοθέτης, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, υποχρεούται κατά τον προσδιορισμό του ύψους των αποδοχών τους να λαμβάνει υπόψιν, εκτός από τα συνήθη κριτήρια, και τις ιδιαίτερες συνθήκες άσκησης και την επικινδυνότητα του λειτουργήματός τους, καθώς και την κατ' αρχήν αποκλειστική αφιέρωση στο λειτούργημα αυτό, ώστε οι αποδοχές τους να είναι επαρκείς για αξιοπρεπή διαβίωση και ανάλογες της σημασίας της αποστολής τους.
Στο αρμόδιο δε δικαστήριο επιφυλάσσεται ο έλεγχος της συνταγματικότητας των σχετικών διατάξεων από την άποψη της λήψεως υπόψιν από τον νομοθέτη, στην συγκεκριμένη περίπτωση, των ως άνω νομίμων κριτηρίων και όχι άλλων προδήλως απρόσφορων (ΟλΑΠ 4/2024, ΟλΣτΕ 1408/2022).
Περαιτέρω, οι ιατροί του Ε.Σ.Υ, υπέστησαν διαδοχικώς τις παρακάτω μειώσεις στις αποδοχές τους: Α) Με το άρθρο 1 παρ. 2 του Κεφαλαίου Α' του ν. 3833/2010 (Α 40) ορίστηκε ότι: "2. Τα πάσης φύσεως επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη προβλεπόμενα των λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) και των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως (Ο.Τ.Α.), των μόνιμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, καθώς και του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος μειώνονται κατά ποσοστό δώδεκα τοις εκατό (12%). [...] και τα επιδόματα των Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας μειώνονται κατά ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) αντίστοιχα [...].
Β) Με το άρθρο τρίτο του ν. 3845/2010 (Α 65) ορίστηκε ότι: "1. Τα πάσης φύσεως επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη προβλεπόμενα των λειτουργών και υπαλλήλων των φορέων της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010, μειώνονται κατά ποσοστό οκτώ τοις εκατό (8%)[...]. 6.
Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπάλληλους και μισθωτούς που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των παραγράφων 1 έως και 4 καθορίζονται ως εξής:
α) Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων σε πεντακόσια (500) ευρώ. β) Το επίδομα εορτών Πάσχα σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. γ) Το επίδομα αδείας σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Τα επιδόματα του προηγουμένου εδαφίου καταβάλλονται εφόσον οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές, συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων του προηγούμενου εδαφίου, δεν υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τις τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Αν με την καταβολή των επιδομάτων του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής, οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές υπερβαίνουν το ύψος αυτό, τα επιδόματα του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής καταβάλλονται μέχρι του ορίου των τριών χιλιάδων (3.000 ευρώ), με ανάλογη μείωση τους [...].". Γ) Με το άρθρο 38 παρ. 5 του ν. 3986/2011 (Α 152) ορίστηκε ότι: "Αναστέλλονται από 01.07.2011 και μέχρι τη θέσπιση νέου ενιαίου μισθολογίου:
α) Οι διατάξεις της παραγράφου Α.1 του άρθρου 44 του ν. 3205/2003 (που προβλέπουν το επίδομα χρόνου υπηρεσίας των ιατρών του Ε.Σ.Υ.)[ ...]", οι διατάξεις δε του ανωτέρω άρθρου διατηρήθηκαν σε ισχύ με την παρ. 2 του άρθρου 27 του ν. 4024/2011 (Α', 226), στην οποία, με το εδάφιο β' της περίπτωσης 38 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, προστέθηκαν οι λέξεις "και μέχρι την τροποποίηση των διατάξεων του Β' Μέρους του ν. 3205/2003 με τις οποίες επέρχονται μειώσεις στα ειδικά μισθολόγια".
Δ) Με το άρθρο 55 παρ. 23 δ' του ν. 4002/2011 (Α, 180) μειώθηκε από 1.7.2011 περαιτέρω κατά ποσοστό 20% το προβλεπόμενο από την παρ. Α.3 του άρθρου 44 του ν. 3205/2003 επίδομα νοσοκομειακής απασχόλησης, απόδοσης και ειδικών συνθηκών άσκησης ιατρικού έργου, όπως είχε διαμορφωθεί. Ε) Με το άρθρο 6 παρ. 9 του ν. 4052/2012 (Α 41) μειώθηκε, από 1.1.2012, ο συντελεστής βάσει του οποίου υπολογίζεται το ωρομίσθιο των εφημεριών από 0,0059 σε 0,0052 επί του βασικού μισθού, ενώ με την ίδια διάταξη μειώθηκε, από 1.1.2012, και το μηνιαίο ποσό που καταβάλλεται ως αποζημίωση εφημεριών στους Διευθυντές που υπηρετούν σε Νοσοκομεία της Α' Ζώνης από 55% σε 49% του εκάστοτε ισχύοντος βασικού μισθού του Διευθυντή Ε.Σ.Υ, στρογγυλοποιούμενο στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ.
Παραλλήλως, οι ιατροί του Ε.Σ.Υ. υπεβλήθησαν και στο σύνολο των γενικής φύσεως οικονομικών και φορολογικών μέτρων που ελήφθησαν για την αντιμετώπιση του δημοσιονομικού προβλήματος της χώρας, τέτοια δε μέτρα ήσαν, μεταξύ άλλων, η σταδιακή μείωση του αφορολόγητου ορίου, ο περιορισμός των κλιμακίων και η αύξηση των συντελεστών φορολογίας εισοδήματος [άρθρο 27 του ν. 3986/2011, άρθρα 1 επ.
του ν. 3842/2010, άρθρο 38 του ν. 4024/2011], η επιβολή ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης (άρθρο 29 του ν. 3986/2011). Ακολούθως, με τις διατάξεις των περιπτώσεων 13-36 της υποπαραγράφου Γ.1. της παραγράφου Γ. του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 "Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 - Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του Ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016" (Α' 222) επήλθαν μειώσεις σε όλα τα χαρακτηρισθέντα από το νομοθέτη ως "ειδικά μισθολόγια", με βάση τα οποία αμείβονται διάφορες κατηγορίες λειτουργών και υπαλλήλων.
Ειδικότερα, με την περίπτωση 1 της ανωτέρω υποπαραγράφου (Γ1) ορίστηκε ότι "Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη για λειτουργούς καταργούνται από 1.2.2013", ενώ με την περίπτωση 27 της ως άνω υποπαραγράφου αντικαταστάθηκαν από 1.8.2012 οι διατάξεις του άρθρου 43 παρ. 1 του ν. 3205/2003 και επήλθαν περαιτέρω μειώσεις στις αποδοχές των ιατρών του Ε.Σ.Υ., με τη μείωση του βασικού μισθού όλων των βαθμών της ιεραρχίας του ως άνω κλάδου (περ. 27.α), τη μείωση των προβλεπομένων στις παραγράφους 3, 4, και 6 του άρθρου 44 του ν. 3205/2003 επιδομάτων και αποζημιώσεων (επίδομα νοσοκομειακής απασχόλησης, απόδοσης και ειδικών συνθηκών άσκησης ιατρικού έργου, πάγια αποζημίωση για συμμετοχή σε σεμινάρια και ενημέρωση βιβλιοθήκης και επίδομα θέσεως ευθύνης, αντίστοιχα) (περίπτωση 27.β.
και 27.γ.), τη μείωση του συντελεστή βάσει του οποίου υπολογίζεται το ωρομίσθιο των εφημεριών, τη μείωση της προσαύξησης ενεργού εφημερίας που καταβάλλεται στους Διευθυντές του Ε.Σ.Υ. και τον καθορισμό προσαύξησης ενεργού εφημερίας 30 ευρώ αδιακρίτως για όλους τους βαθμούς της ιεραρχίας (περίπτ. 27.δ.), τη μείωση της αποζημίωσης εφημεριών που καταβάλλεται στους Συντονιστές Διευθυντές των Νοσοκομείων της Α' Ζώνης και στους Διευθυντές των πανεπιστημιακών κλινικών εργαστηρίων και μονάδων (περίπτ. 27.ε.) και, τέλος, την, συνεπεία των ανωτέρω ρυθμίσεων, μείωση της αμοιβής της μικτής εφημερίας (περ. 27.
στ.). Ειδικότερα, στην εν λόγω περίπτωση 27 ορίζονται τα εξής: "α. Η παράγραφος 1 του άρθρου 43 του ν. 3205/2003, αντικαθίσταται από 01.08.2012 ως εξής: "1. Οι μηνιαίοι βασικοί μισθοί όλων των βαθμών της ιεραρχίας του κλάδου των ιατρών του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.) ορίζονται στα παρακάτω ποσά: α. Συντονιστής Διευθυντής 1.665 € β.
Διευθυντής 1.580 € γ. Επιμελητής Α' 1.513 € δ. Επιμελητής Β' 1.321 € ε. Ειδικευόμενος 1.007 €". β. Οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 44 του ν. 3205/2003, αντικαθίστανται από 01.08.2012 ως εξής: "3. Νοσοκομειακής απασχόλησης, απόδοσης και ειδικών συνθηκών άσκησης ιατρικού έργου οριζόμενο κατά βαθμό, ως εξής: α. Συντονιστής Διευθυντής, Διευθυντής 238 € β.
Επιμελητής Α' 205 € γ. Επιμελητής Β' 174 € δ. Ειδικευόμενος 190 €. 4. Πάγια αποζημίωση για συμμετοχή σε σεμινάρια και ενημέρωση βιβλιοθήκης, οριζόμενη κατά βαθμό, ως εξής: α. Συντονιστής Διευθυντής, Διευθυντής 225 € β. Επιμελητής Α' 195 € γ. Επιμελητής Β' 164 € δ. Ειδικευόμενος 123 €". γ. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 44 του ν. 3205/2003, αντικαθίσταται, από 1.8.2012, ως εξής: "6.
θέσης-Ευθύνης στους Συντονιστές Διευθυντές και σε όσους Διευθυντές ασκούν χρέη Συντονιστή, για όσο χρόνο ασκούν τα καθήκοντα των βαθμών τους, οριζόμενο σε εκατόν πενήντα έξι (156) ευρώ [...]". Οι προπαρατεθείσες διατάξεις του ν. 4093/2012, με τις οποίες θεσπίσθηκαν οι ως άνω μειώσεις των αποδοχών των ιατρών του Ε.Σ.Υ., κρίθηκαν, αρχικά με την απόφαση 7412/2015 της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ως αντικείμενες στα άρθρα 4 παρ. 5 και 25 του Συντάγματος και στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, στη συνέχεια, με την απόφαση 431/2018 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, ως αντικείμενες και στο άρθρο 21 παρ. 3 του Συντάγματος και την, εμμέσως απορρέουσα από αυτό, αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης των ιατρών του Ε.Σ.Υ., καθώς και στην συνταγματική αρχή της ισότητας υπό την δεύτερη όψη της, δηλαδή της υποχρέωσης του νομοθέτη να μεταχειρίζεται κατά διαφορετικό τρόπο τις άνισες καταστάσεις και, τέλος, με τις αποφάσεις 3/2022 και 4/2022 της Πλήρους Ολομέλειας του παρόντος Δικαστηρίου, ως αντικείμενες στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.5, 21 παρ.3 και 25 παρ.1 και 4 του Συντάγματος και τις απορρέουσες από αυτές αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη.
Περαιτέρω, στις 19.5.2017 δημοσιεύτηκε ο ν. 4472/2017 "Συνταξιοδοτικές διατάξεις Δημοσίου και τροποποίηση διατάξεων του ν. 4387/2016, μέτρα εφαρμογής των δημοσιονομικών στόχων και μεταρρυθμίσεων, μέτρα κοινωνικής στήριξης και εργασιακές ρυθμίσεις, Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2018-2021 και λοιπές διατάξεις" (Α 74).
Ειδικότερα, με τις διατάξεις του Μέρους ΣΤ' του νόμου αυτού, υπό τον τίτλο "Μισθολογικές ρυθμίσεις ειδικών κατηγοριών λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ν.Π.Ι.Δ., καθώς και των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντίστοιχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος-Ελληνικής Ακτοφυλακής", οι οποίες ισχύουν αναδρομικά από 1.1.2017 (άρθρο 162), θεσπίζονται νέες ειδικές μισθολογικές ρυθμίσεις ειδικών κατηγοριών λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου (αναδιάρθρωση των "ειδικών μισθολογίων"), μεταξύ δε άλλων, στο Κεφάλαιο Ε' του μέρους αυτού, θεσπίζεται νέο μισθολόγιο και για τους ιατρούς και οδοντιάτρους του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.), τους ιατρούς και οδοντιάτρους Δημόσιας Υγείας Ε.Σ.Υ., τους έμμισθους ειδικευόμενους ιατρούς, τους επικουρικούς ιατρούς, τους μόνιμους αγροτικούς ιατρούς και ιατρούς υπηρεσίας υπαίθρου, τους ιατρούς γενικής ιατρικής και βιοπαθολογίας που υπηρετούν στη Διεύθυνση Κ.Ε.Δ.Υ.
του Υπουργείου Υγείας ή στις Διευθύνσεις Υγείας των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων και Περιφερειών και τους ιατροδικαστές του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Ειδικότερα, με τα άρθρα 136 έως 139 του ως άνω Κεφαλαίου Ε', όπως ίσχυαν κατά τον επίδικό χρόνο και πριν την κατάργησή τους με το άρθρο 74 παρ.2 περ.α του ν. 4999/2022 (Α 225), ορίζονται τα κάτωθι :
Στο άρθρο 136 ότι "Για τη μισθολογική κατάταξη των υπαγόμενων στο παρόν κεφάλαιο, πλην των ιατρών υπηρεσίας υπαίθρου, ορίζονται δεκαέξι (16) μισθολογικά κλιμάκια (Μ.Κ.) για κάθε βαθμίδα με εισαγωγικό το Μ.Κ. 1 και καταληκτικό το Μ.Κ. 16", στο άρθρο 137 ότι "1. Για τη μισθολογική εξέλιξη απαιτείται υπηρεσία ενός (1) έτους στο πρώτο μισθολογικό κλιμάκιο (Μ.Κ.1) και δύο (2) έτη για κάθε επόμενο. 2.
Για τη μισθολογική εξέλιξη των υπαγόμενων στο παρόν κεφάλαιο, πλην των ιατρών υπηρεσίας υπαίθρου, από το κατώτερο μισθολογικό κλιμάκιο στο αμέσως ανώτερο απαιτείται να έχει συμπληρωθεί ο καθορισμένος χρόνος υπηρεσίας στο κατώτερο μισθολογικό κλιμάκιο"[...].3[...].4[...]." στο άρθρο 138 ότι : "1. Ο μηνιαίος βασικός μισθός του Μ.Κ.1 του Συντονιστή Διευθυντή ορίζεται στο ποσό των χιλίων εννιακοσίων τριών ευρώ (1.903 €).
Ο βασικός μισθός των επόμενων μισθολογικών κλιμακίων μέχρι το Μ.Κ. 16 διαμορφώνεται με πρόσθεση στο αμέσως προηγούμενο Μ.Κ. του ποσού των εξήντα επτά ευρώ (67 €). 2. Ο μηνιαίος βασικός μισθός των λοιπών βαθμίδων των ιατρών διαμορφώνεται σε ποσοστό επί του αντίστοιχου Μ.Κ. του Συντονιστή Διευθυντή, ως εξής:
α. Διευθυντής και αντίστοιχοι 95%. β. Επιμελητής Α και αντίστοιχοι 90%. γ. Επιμελητής Β και αντίστοιχοι, εβδομήντα οκτώ τοις εκατό (78%). δ. Ειδικευόμενος 63%. ε. Μόνιμοι αγροτικοί ιατροί 61%. 3[...]. 4[...]. 5. Όλοι οι ως άνω βασικοί μισθοί στρογγυλοποιούνται στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ", στο άρθρο 139 ότι : "1. Πέρα από το βασικό μισθό.
του προηγούμενου άρθρου, στους υπαγόμενους στο παρόν κεφάλαιο παρέχονται και τα εξής επιδόματα, παροχές και αποζημιώσεις κατά μήνα: Α. Στους Ιατρούς και Οδοντιάτρους του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.), στους έμμισθους ειδικευόμενους ιατρούς και στους Επικουρικούς Ιατρούς, επίδομα νοσοκομειακής απασχόλησης, οριζόμενο ως εξής:
α. Συντονιστής Διευθυντής και Διευθυντής τριακόσια σαράντα (340) ευρώ. β. Επιμελητής Α διακόσια ενενήντα πέντε (295) ευρώ. γ. Επιμελητής Β διακόσια ογδόντα (280) ευρώ. δ. Ειδικευόμενος διακόσια τριάντα (230) ευρώ". Β. Στους Ιατροδικαστές, ειδικό επίδομα ιατροδικαστικής υπηρεσίας, οριζόμενο ως εξής:[...]. Γ. Οικογενειακή παροχή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15 του ν. 4354/2015, όπως κάθε φορά ισχύει.
Δ. Επίδομα μεταπτυχιακών σπουδών, οριζόμενο ως εξής: α. Για κατόχους διδακτορικού διπλώματος σε εβδομήντα πέντε (75) ευρώ. β. Για κατόχους μεταπτυχιακού διπλώματος ετήσιας, τουλάχιστον, φοίτησης σε σαράντα πέντε (45) ευρώ. [...]. Ε. Επίδομα θέσης ευθύνης, στους προϊσταμένους οργανικών μονάδων, για όσο χρόνο ασκούν τα καθήκοντά τους, οριζόμενο κατά βαθμίδα θέσης, ως εξής:
α) Προϊστάμενοι της Ιατρικής Υπηρεσίας των Νοσοκομείων και Προϊστάμενοι Γενικών Διευθύνσεων Διοίκησης εκατόν πενήντα ευρώ (150 €). β) Προϊστάμενοι Τομέων της Ιατρικής Υπηρεσίας των Νοσοκομείων και Προϊστάμενοι Διευθύνσεων Διοίκησης εκατόν είκοσι ευρώ (120 €). γ) Προϊστάμενοι Τμημάτων της Ιατρικής Υπηρεσίας των Νοσοκομείων-επιστημονικά υπεύθυνοι, Υπεύθυνοι για το συντονισμό της επιστημονικής λειτουργίας των Κέντρων Υγείας και λοιπών Μονάδων Υγείας του ΠΕΔΥ, καθώς και Προϊστάμενοι Τμημάτων Διοίκησης εκατό (100) ευρώ.
Οι προϋποθέσεις χορήγησης είναι ίδιες με αυτές που προβλέπονται στις παραγράφους 2, 3 και 4 του άρθρου 16 του ν. 4354/2015. ΣΤ. α) Στους ειδικευμένους ιατρούς και οδοντιάτρους του Ε.Σ.Υ. χορηγείται αποζημίωση ως κίνητρο προσέλκυσης και παραμονής σε προβληματικές και άγονες περιοχές, καθώς και σε άγονες ειδικότητες, κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις του π.δ. 131/1987 (Α' 73) και του ν.1397/1983 (Α' 143).
β) [...] γ) [...] 2. Στους Οδοντίατρους και στους Ιατρούς Γενικής Ιατρικής και Βιοπαθολογίας που υπηρετούν στη Διεύθυνση Κ.Ε.Δ.Υ. του Υπουργείου Υγείας ή στις Διευθύνσεις Υγείας των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων ή Περιφερειών καταβάλλονται μόνο τα επιδόματα των περιπτώσεων Γ', Δ' και Ε' της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.
Στους Ιατρούς Δημόσιας Υγείας Ε.Σ.Υ., που υπηρετούν στη Διεύθυνση Κ.Ε.Δ.Υ. του Υπουργείου Υγείας ή στις Διευθύνσεις Υγείας των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων ή Περιφερειών, καταβάλλονται τα επιδόματα των περιπτώσεων Γ', Δ' και Ε' της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, καθώς και το επίδομα νοσοκομειακής απασχόλησης της περίπτωσης Α' της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου οριζόμενο ως εξής:
α. Συντονιστής Διευθυντής και Διευθυντής διακόσια πενήντα (250) ευρώ β. Επιμελητής Α' διακόσια δέκα (210) ευρώ γ. Επιμελητής Β1 διακόσια (200) ευρώ. [...]. 3. [...]. 4. [...]. 5. Από την έναρξη της ισχύος του παρόντος και εφεξής, πέραν των παροχών και αποζημιώσεων του παρόντος και του επόμενου άρθρου δεν δικαιολογείται η χορήγηση άλλων μισθολογικών παροχών με οποιαδήποτε ονομασία και από οποιαδήποτε πηγή", στο άρθρο 140 ότι "1.
Το δεύτερο και το τρίτο εδάφιο της περίπτωσης δ` της παρ. 4 του άρθρου 45 του ν. 3205/2003, όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: "Τα ανωτέρω προκύπτοντα συνολικά ποσά αμοιβής δεκαεπτάωρης ή εικοσιτετράωρης ενεργού εφημερίας, κατά περίπτωση, προσαυξάνονται κατά τριάντα ένα ευρώ και ογδόντα λεπτά (31,80). Το ωρομίσθιο των εφημεριών ορίζεται, ανά βαθμό ή βαθμίδα, ως εξής: -Συντονιστής Διευθυντής και Καθηγητής Πανεπιστημίου, επτά ευρώ και σαράντα δύο λεπτά (7,42) -Διευθυντής και Αναπληρωτής Καθηγητής Πανεπιστημίου, επτά ευρώ και πέντε λεπτά (7,05 ) -Επιμελητής Α` και Επίκουρος Καθηγητής Πανεπιστημίου, έξι ευρώ και εβδομήντα τρία λεπτά (6,73) -Επιμελητής Β`, Λέκτορας και ειδικευμένοι ιατροί που αμείβονται με ενιαίο μισθολόγιο, πέντε ευρώ και ογδόντα οκτώ λεπτά (5,88) -Έμμισθος ειδικευόμενος, τέσσερα ευρώ και σαράντα οκτώ λεπτά (4,48). 2[...]3[...]4[...]".
Εξ άλλου, στο άρθρο 153 παρ. 10 του ίδιου νόμου (ν. 4472/2017) ορίζεται ότι "Για την εφαρμογή του παρόντος νόμου οι τακτικές μηνιαίες αποδοχές αποτελούνται από το βασικό μισθό, τα επιδόματα και τις παροχές που καθορίζονται από τις διατάξεις του νόμου αυτού καθώς και την προσωπική διαφορά του άρθρου 155 [...]. Δεν αποτελούν τακτικές αποδοχές οι εφημερίες του άρθρου 140 [...]", στο άρθρο 155 παρ.1 ορίζεται ότι "Αν από τις ρυθμίσεις των διατάξεων του νόμου αυτού προκύπτουν τακτικές μηνιαίες αποδοχές χαμηλότερες από αυτές που δικαιούνταν ο λειτουργός ή υπάλληλος στις 31.12.2016, η διαφορά διατηρείται ως προσωπική.
Για τον υπολογισμό της προσωπικής διαφοράς δεν λαμβάνεται υπόψη η οικογενειακή παροχή. Επίσης, δεν λαμβάνονται υπόψη: α)[...] β)[...] γ)[ ...] δ)[...] ε)[...] Η εν λόγω προσωπική διαφορά μειώνεται από οποιαδήποτε μελλοντική αύξηση των αποδοχών του υπαλλήλου, πλην της χορήγησης παροχών και επιδομάτων που εξαιρούνται της ανωτέρω σύγκρισης" και στο άρθρο 160 προβλέπεται ότι από την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος νόμου καταργούνται μεταξύ άλλων οι διατάξεις των άρθρων 15, 34 έως 44 και 46 έως 54 του ν. 3205/2003, όπως έχουν τροποποιηθεί και ισχύουν (περίπτωση α').
Περαιτέρω, με το άρθρο 163 του ως άνω ν. 4472/2017 εγκρίθηκε το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα Δημοσιονομικής Στρατηγικής (Μ.Π.Δ.Σ.) για την τριετία 2018-2021, στο οποίο περιλαμβάνονται οι ετήσιοι στόχοι για τη Γενική Κυβέρνηση, με πρωτογενές δημοσιοοικονομικό αποτέλεσμα 3,5% του ΑΕΠ για την περίοδο 2018-2021, με βάση τη μεθοδολογία της Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης.
Με το ν. 4472/2017 ο νομοθέτης επεδίωξε στο πλαίσιο των δημοσιονομικών δυνατοτήτων της χώρας, ενόψει, άλλωστε, και της σχετικής υποχρέωσης που είχε αναλάβει η Ελληνική Κυβέρνηση με το ν. 4336/2015 (Α' 94) για τον εκσυγχρονισμό και την ενίσχυση της Δημόσιας Διοίκησης, να αναμορφώσει τα ειδικά μισθολόγια, αφενός μεν περιορίζοντάς τα σε αριθμό (από 20 σε 7), αφετέρου δε εξορθολογώντας τις αποδοχές που χορηγούνται με αυτά, με κυριότερο εργαλείο την συγχώνευση ή κατάργηση επιδομάτων και την δημιουργία μισθολογικών κλιμακίων.
Έτσι, συγκεκριμένα, ως προς το ειδικό μισθολόγιο των ιατρών του Ε.Σ.Υ., περιέλαβε σε αυτό και τους ιατρούς και οδοντιάτρους Δημόσιας Υγείας Ε.Σ.Υ., τους έμμισθους ειδικευόμενους ιατρούς, τους επικουρικούς ιατρούς, τους μόνιμους αγροτικούς ιατρούς και ιατρούς υπηρεσίας υπαίθρου, τους ιατρούς γενικής ιατρικής και βιοπαθολογίας που υπηρετούν στη Διεύθυνση Κ.Ε.Δ.Υ.
του Υπουργείου Υγείας ή στις Διευθύνσεις Υγείας των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων και Περιφερειών καθώς και τους ιατροδικαστές του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Προκειμένου δε να επιτύχει τον εξορθολογισμό των αποδοχών, που χορηγούνται με τα ειδικά αυτά μισθολόγια, ο νομοθέτης χρησιμοποίησε (όπως ρητά αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του νόμου) αρχές και κανόνες, όχι προσιδιάζοντες ειδικά στις ιδιαιτερότητες κάθε μισθολογίου αλλά κοινούς για όλα τα ειδικά μισθολόγια, συνισταμένους κυρίως στην διατήρηση ενός τουλάχιστον επιδόματος, συνδεομένου με τα ειδικά καθήκοντα κάθε κατηγορίας και με την ενεργό άσκησή τους, καθώς και στην κατάργηση του χρονοεπιδόματος και στη δημιουργία μισθολογικής κλίμακας ανά βαθμίδα, με μισθολογικά κλιμάκια (Μ.Κ.).
Περαιτέρω, όπως ρητά αναφέρεται τόσο στην αιτιολογική έκθεση του νόμου όσο και στην κατ' άρθρο 75 παρ. 1 του Συντάγματος έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, ως βάση για τον επαναπροσδιορισμό των αποδοχών και του ως άνω ειδικού μισθολογίου, αλλά και ως μέτρο σύγκρισης προκειμένου να διαπιστωθεί αν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 155 του νόμου, περί προσωπικής διαφοράς, χρησιμοποιήθηκε το ύψος των αποδοχών που ελάμβαναν οι ιατροί του Ε.Σ.Υ., βάσει των σχετικών διατάξεων του ν. 4093/2012, κατά την 31.12.2016 και ότι κρίσιμο και βασικό στοιχείο για τον εξ υπαρχής προσδιορισμό των αποδοχών, μεταξύ άλλων, και των ιατρών του Ε.Σ.Υ., στο πλαίσιο ενός νέου μισθολογίου, αποτέλεσε για τον νομοθέτη, προεχόντως, η διατήρηση του μισθολογίου αυτού ως δημοσιονομικά ουδετέρου, εν όψει της ανάγκης να επιτευχθούν οι τεθέντες δημοσιονομικοί στόχοι για πρωτογενές πλεόνασμα ύψους πλέον του 3,5% του ΑΕΠ για καθένα από τα έτη 2018-2021.
Δηλαδή, αν και καθένα από τα "ειδικά μισθολόγια" αφορούσε σε διαφορετική κατηγορία λειτουργών ή υπαλλήλων, με απολύτως διακεκριμένα καθήκοντα και αποστολή καθώς και με διαφορετικά τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, ο νομοθέτης αφενός μεν τα ρύθμισε στηριζόμενος σε κοινές αρχές και κοινούς κανόνες, αφετέρου δε τα αντιμετώπισε συλλήβδην ως ένα ενιαίο οικονομικό μέγεθος, το οποίο έπρεπε, υπολογιζόμενο ως σύνολο, να παραμείνει δημοσιονομικά ουδέτερο, στο πλαίσιο της προαναφερθείσας ανάγκης για επίτευξη των τεθέντων δημοσιονομικών στόχων για πρωτογενές πλεόνασμα.
Όπως, όμως, προεκτέθηκε, ο νομοθέτης έχει μεν διακριτική ευχέρεια για την εισαγωγή νέων ρυθμίσεων και ευρύ περιθώριο εκτίμησης για τη διαμόρφωση των αποδοχών των ιατρών του Ε.Σ.Υ., πλην τα δικαστήρια δύνανται και οφείλουν, χωρίς να υπεισέλθουν στην έρευνα της σκοπιμότητας των επιλογών του, να ερευνήσουν το αμιγώς νομικό ζήτημα, αν ελήφθη υπόψιν η υποχρέωση για ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείριση των ιατρών αυτών, η οποία απορρέει εμμέσως από το άρθρο 21 παρ. 3 του Συντάγματος, καθώς και η συνταγματική αρχή της ισότητας υπό την δεύτερη όψη της, δηλαδή της υποχρέωσης του νομοθέτη να μεταχειρίζεται κατά διαφορετικό τρόπο τις καταστάσεις που δεν είναι όμοιες μεταξύ τους (ΟλΑΠ 4/2024, ΟλΣτΕ 1408/2022).
Η τεκμηρίωση αυτή θα έπρεπε να αναφέρεται στην εξέλιξη των οικονομικών εν γένει συνθηκών και του γενικού κόστους διαβίωσης, στην ανάγκη διαφύλαξης του κύρους του δημοσίου λειτουργήματος των ιατρών του Ε.Σ.Υ. λόγω της φύσης των καθηκόντων τους και της σημασίας της αποστολής τους, λαμβάνοντας υπόψιν τις ειδικές συνθήκες άσκησης του εν λόγω λειτουργήματος, τις ιδιαίτερες απαιτήσεις του ιατρικού επαγγέλματος όσον αφορά τον χρόνο απασχόλησης, την ένταση και την ποιότητα της εργασίας, τις ιδιαίτερες ευθύνες που απορρέουν από την άσκησή του, το καθεστώς πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης υπό το οποίο παρέχουν τις υπηρεσίες τους, τον μεγαλύτερο χρόνο γενικής εκπαίδευσης των ιατρών σε σχέση προς άλλους επιστήμονες, την πολυετή μεταπανεπιστημιακή μετεκπαίδευσή τους για ειδίκευση αλλά και την ανάγκη για διαρκή εκπαίδευση στην επιστήμη τους, καθώς και το γεγονός ότι, εν όψει των ανωτέρω, αυτοί εισέρχονται στη δημόσια υπηρεσία σε μεγαλύτερη ηλικία σε σχέση με τους λοιπούς υπαλλήλους και λειτουργούς.
Επιπλέον, έπρεπε να ληφθούν υπόψη και οι δυσμενείς επιπτώσεις επί της λειτουργίας του Ε.Σ.Υ., της ποιότητας των παρεχόμενων από το Κράτος υπηρεσιών υγείας και του επιπέδου της ιατρικής στη χώρα, η, λόγω της αδυναμίας εξασφάλισης ικανοποιητικών αποδοχών, συνεχιζόμενη διαρροή έμπειρων επιστημόνων στο εξωτερικό, για την εκπαίδευση των οποίων διατέθηκαν σημαντικοί πόροι τόσο εξ ιδίων όσο και από το Κράτος (πανεπιστημιακές και νοσοκομειακές υποδομές, συγγράμματα, εκπαιδευτικό προσωπικό υψηλού επιπέδου κλπ), η οποία (διαρροή), εξάλλου, σε συνδυασμό με τον θεσπισθέντα ήδη από το έτος 2010 περιορισμό προσλήψεων και διορισμών στο δημόσιο τομέα [άρθρο 11 παρ. 1 του προαναφερθέντος ν. 3833/2010), συνέτεινε στην υποστελέχωση των νοσοκομείων (ΟλΑΠ 4/2024, ΟλΣτΕ 1408/2022).
Όμως, ούτε από τις προπαρασκευαστικές εργασίες του ν. 4472/2017, ούτε από το κείμενο του εγκριθέντος με τον νόμο αυτό Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2018-2021 προκύπτει ότι κατά τον επαναπροσδιορισμό των αποδοχών του μισθολογίου των ιατρών του Ε.Σ.Υ. με τις κρίσιμες διατάξεις, ελήφθησαν υπόψιν, πέραν του ανωτέρω καθαρώς αριθμητικού και, ως εκ τούτου, προδήλως απρόσφορου κριτηρίου, της δημιουργίας δηλαδή ενός δημοσιονομικά ουδετέρου μισθολογίου, τα παρατεθέντα ανωτέρω στοιχεία, εν όψει των οποίων θεσπίσθηκε ιδιαίτερο μισθολόγιο για την εν λόγω κατηγορία δημοσίων λειτουργών.
Ειδικότερα, δεν προκύπτει ότι εκτιμήθηκαν ειδικώς οι επιπτώσεις από τον, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, επαναπροσδιορισμό των αποδοχών των ιατρών στη λειτουργία του Ε.Σ.Υ., ούτε αν οι εκ του, κατά τα ως άνω, επαναπροσδιορισμού του μισθολογίου επιπτώσεις στη λειτουργία του Ε.Σ.Υ. είναι μικρότερες ή μεγαλύτερες από το επιδιωκόμενο όφελος, ήτοι την διατήρηση του μισθολογίου ως δημοσιονομικά ουδετέρου, ούτε αν θα μπορούσαν να αναζητηθούν άλλα μέτρα, πέραν της δημιουργίας ενός δημοσιονομικά ουδετέρου ειδικού μισθολογίου, έχοντα ως στόχο την επίτευξη του επιδιωκομένου πρωτογενούς πλεονάσματος, με μικρότερη επιβάρυνση για το ιατρικό προσωπικό του Ε.Σ.Υ.
Επίσης δεν εξετάσθηκε αν οι αποδοχές των ιατρών του Ε.Σ.Υ. παραμένουν, και μετά τον ως άνω επαναπροσδιορισμό τους, επαρκείς για την αντιμετώπιση του κόστους αξιοπρεπούς διαβίωσής τους και ανάλογες της αποστολής τους (ΟλΑΠ 4/2024, ΟλΣτΕ 1408/2022). Περαιτέρω, όπως προεκτέθηκε, ως βάση για τον επαναπροσδιορισμό των αποδοχών και του ως άνω ειδικού μισθολογίου, χρησιμοποιήθηκε το ύψος των αποδοχών που ελάμβαναν οι ιατροί του Ε.Σ.Υ., βάσει των σχετικών διατάξεων του ν. 4093/2012, που έχουν κριθεί αντισυνταγματικές με τις προαναφερθείσες αποφάσεις των Ολομελειών των Ανωτάτων Δικαστηρίων (ΟλΑΠ 3-4/2022, ΟλΣτΕ, 431/2018, ΟλΕλΣυν 7412/2015).
Κατόπιν των ανωτέρω, με τα δεδομένα που ίσχυαν κατά το χρόνο δημοσίευσης του ν. 4472/2017, ο δι' αυτού επαναπροσδιορισμός των αποδοχών των ιατρών του Ε.Σ.Υ., λαμβανόμενος αθροιστικά, μετά τις προηγηθείσες, ως ήδη εκτέθηκε, μειώσεις του εισοδήματος τους με παράπλευρα νομοθετήματα της προηγηθείσας περιόδου της οικονομικής κρίσης, έχει ως αποτέλεσμα, λόγω του σωρευτικού τους αποτελέσματος και της έκτασής τους, την υπέρβαση του ορίου που θέτουν οι συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη (ΟλΑΠ 4/2024, ΟλΣτΕ 1408/2022).
Συνακόλουθα, οι κρίσιμες διατάξεις των άρθρων 138-140 του ν. 4472/2017, με τις οποίες καθορίστηκε αναδρομικά από 1.1.2017 (άρθρο 162) ο βασικός μισθός, τα επιδόματα και τα ωρομίσθια εφημεριών των ιατρών του Ε.Σ.Υ., στο πλαίσιο θεσμοθέτησης εξ υπαρχής νέου ειδικού μισθολογίου για τους ανωτέρω, και των οποίων (διατάξεων) η εφαρμογή εξειδικεύεται στα άρθρα 154 και 155 του ως άνω νόμου, σε συνδυασμό με τα άρθρα 136 και 137 αυτού, αντίκεινται στο άρθρο 21 παρ. 3 του Συντάγματος και την απορρέουσα από αυτό αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης των ιατρών του Ε.Σ.Υ., καθώς και προς τις συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη (ΟλΑΠ 4/2024, 2/2024, 1408/2022, πρβλ.
ΟλΣτΕ 431/2018).
Περαιτέρω, με το άρθρο 21 παρ. 1 και 2 του ν. 4238/2014 "Πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας (Π.Ε.Δ.Υ.) αλλαγή σκοπού Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και άλλες διατάξεις" (Α 38), ορίστηκε ότι το πάσης φύσεως ιατρικό/οδοντιατρικό, νοσηλευτικό και λοιπό προσωπικό που μετατάσσεται ή μεταφέρεται, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 17 του παρόντος νόμου, σε θέσεις που συστήνονται για το σκοπό αυτόν, σε κάθε Διοικητική Υγειονομική Περιφέρεια (Δ.Υ.Πε.) σε εφαρμογή της παρ. 4 του άρθρου 17 του ν. 4224/2013 (Α 288), μετά την έκδοση της αναφερόμενης κοινής υπουργικής απόφασης, ως ορίζεται στη διάταξη, μισθοδοτείται από τους Φορείς αυτούς και οι σχετικές πιστώσεις εγγράφονται στους οικείους Κ.Α.Ε.
του ειδικού φορέα 210 του προϋπολογισμού του Υπουργείου Υγείας. Για τη μισθοδοσία του προσωπικού αυτού έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 16 του ν. 2592/1998 (Α 57) και του π.δ. 412/1998 (Α 288), όπως ισχύουν. Η εκκαθάριση των τακτικών αποδοχών του ανωτέρω προσωπικού διενεργείται από τις αρμόδιες υπηρεσίες της οικείας Δ.Υ.Πε.
Για τις πρόσθετες αμοιβές, εφημερίες, νυχτερινά και εξαιρέσιμα, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 45 του ν. 4071/2012 (Α 85) (παρ.1). Το ιατρικό/οδοντιατρικό προσωπικό της ανωτέρω παραγράφου 1, μόνιμοι και Ι.Δ.Α.Χ. διατηρεί το σύνολο των τακτικών αποδοχών που λαμβάνουν κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 17 του ν. 4224/2013 (Α 288) και μέχρι την ολοκλήρωση των διαδικασιών αξιολόγησης και κατάταξης αυτού, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 19 του παρόντος.
Μετά την ένταξή τους σε θέσεις κλάδου ιατρών/οδοντιάτρων Ε.Σ.Υ. λαμβάνουν τις αποδοχές που προβλέπονται από τις οικείες μισθολογικές διατάξεις (παρ. 2). Κατά συνέπεια, μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας ένταξης σε θέσεις κλάδου ιατρών/οδοντιάτρων του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.), των απασχολουμένων με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που είχαν ήδη μεταταχθεί/μεταφερθεί σε οργανικές θέσεις των Διοικήσεων Υγειονομικών Περιφερειών, οι αποδοχές αυτών καθορίζονται από το ειδικό μισθολόγιο των ιατρών του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.) που προβλέπει η ισχύουσα εκάστοτε νομοθεσία (ΟλΑΠ 4/2024, 3-4/2022).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2024, 5/2023, 3-4/2022).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" ( ΟλΑΠ 2/2022, 2/2019, 9/2016, 1/1999). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες ( ΑΠ 499/2023, ΑΠ 53/2022, ΑΠ 269/2020, ΑΠ 109/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση οι δέκα οκτώ(18) από τους αρχικά είκοσι επτά (27) ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες - αναιρεσίβλητοι, με την από 27.7.2018 αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ισχυρίσθηκαν, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, ότι εντάχθηκαν στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον - αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ.
με την επωνυμία "2η Υγειονομική Περιφέρεια Πειραιώς και Αιγαίου" και ήδη, μετά την τροποποίηση με το άρθρο 27 του ν. 4771/2021"Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου" (Δ.Υ.Πε. Πειραιώς και Αιγαίου), με βάση τις διατάξεις του άρθρου 17 του ν. 4238/2014, ως ιατροί, ότι απασχολούνται σε αυτό με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, και ότι αμείβονται με τις μισθολογικές διατάξεις, που διέπουν τις αποδοχές των ιατρών του Ε.Σ.Υ.
Ότι καθένας από αυτούς παρείχε τις υπηρεσίες του στο εναγόμενο, με την ειδικότητα, το βαθμό και έχοντας τη συνολική προϋπηρεσία, που αναφέρονται στους ενσωματωμένους σε αυτή πίνακες. Ότι, ως προς τις αποδοχές τους, εφαρμοστέες τυγχάνουν οι διατάξεις του ν. 3205/2003, όπως ίσχυαν πριν από τις κριθείσες ως αντισυνταγματικές περικοπές των αποδοχών τους με τις διατάξεις του ν. 4093/2012 και οι οποίες (αποδοχές) ανέρχονταν στις 31.12.2016 στο αναγραφόμενο για κάθε ενάγοντα ποσό.
Ότι με τις διατάξεις των άρθρων 136-140 του ν. 4472/2017, που δημοσιεύθηκε στις 19.5.2017 και με το άρθρο 162 αυτού ορίσθηκε ότι η ισχύς των μισθολογικών του διατάξεων αρχίζει από 1.1.2017, ψηφίσθηκε νέο ειδικό μισθολόγιο για τους ιατρούς του Ε.Σ.Υ., στο οποίο ενσωματώνονται οι κριθείσες ως αντισυνταγματικές περικοπές του ν. 4093/2012 και οι διατάξεις του οποίου είναι επίσης αντισυνταγματικές, για τους σε αυτή εκτιθέμενους λόγους.
Με βάση αυτό το ιστορικό ισχυρίσθηκαν, ότι το εναγόμενο ΝΠΔΔ οφείλει στον καθένα από αυτούς για τα χρονικά διαστήματα από 1.1.2016 έως 18.5.2017 και από 19.5.2017 έως 19.12.2018 τα αναγραφόμενα ποσά, ως διαφορές αποδοχών, μεταξύ αυτών που έλαβε τα ως άνω διαστήματα και των αποδοχών που το εναγόμενο υποχρεούτο να του καταβάλει, χωρίς τις περικοπές των διατάξεων των νόμων 4093/2012 και 4472/2017 και, περαιτέρω ζήτησαν να αναγνωριστεί, ότι το επίδομα προϋπηρεσίας τους πρέπει να υπολογιστεί επί του ποσού των 2.067 ευρώ, που αποτελεί το βασικό μισθό του Πρωτοδίκη, ενώ επικουρικά, σε περίπτωση που κριθεί ότι οι διατάξεις του νέου μισθολογίου του ν. 4472/2017 είναι συνταγματικές, να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο οφείλει να καταβάλει, ως μηνιαία προσωπική διαφορά, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 155 του ανωτέρω νόμου, το αιτούμενο από τον καθένα ποσό για το χρονικό διάστημα από 1.1.2017 έως 19.12.2018.
Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών, η υπ' αριθμ. 2762/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία απέρριψε την αγωγή ως παθητικά ανομιμοποίητη για τους 1η, 5ο, 6ο, 9ο, 10η, 11ο, 14η, 16ο και 21ο ενάγοντες απέρριψε τις αξιώσεις των λοιπών εναγόντων για το διάστημα από 1.1.2016 έως 30-6-2016 κρίνοντας ότι έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή του ν.4270/2014, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, κατά την κύρια βάση της, ως προς τους λοιπούς ενάγοντες, αναγνώρισε ότι το επίδομα χρόνου προϋπηρεσίας των ως άνω εναγόντων, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, έπρεπε να υπολογίζεται επί του βασικού μισθού του Πρωτοδίκη και αναγνώρισε, επιπλέον, ότι το εναγόμενο οφείλει να καταβάλει σε καθέναν από αυτούς, ως μισθολογικές διαφορές για το χρονικό διάστημα από 1-7-2016 έως 19-12-2018, τα αναφερόμενα σε αυτήν χρηματικά ποσά.
Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης ασκήθηκε εκ μέρους του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος - αναιρεσίβλητου η από 24.10.2019 με αριθμό κατάθεσης 9635/741/2019 έφεση και οι από 30.11.2020 με αριθμό κατάθεσης 1045/261/2020 πρόσθετοι λόγοι έφεσης, επί των οποίων εκδόθηκε, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών, η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 300/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Με την τελευταία, αφού θεωρήθηκε ως μη ασκηθείσα η έφεση κατά των 1ης, 5ου, 6ου, 9ου, 10ης, 11ου, 14ης, 16ου και 21ου των εφεσίβλητων - εναγόντων μη διαδίκων στην παρούσα αναιρετική δίκη έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η έφεση καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, ως προς τους λοιπούς εφεσίβλητους - ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες - αναιρεσίβλητους,, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση, αναγνωρίστηκε ότι το επίδομα χρόνου προϋπηρεσίας των ανωτέρω εναγόντων, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, έπρεπε να υπολογίζεται επί του βασικού μισθού του Πρωτοδίκη, καθώς, επίσης, αναγνωρίστηκε ότι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον - αναιρεσίβλητο οφείλει σε καθέναν από τους εν λόγω ενάγοντες, ως μισθολογικές διαφορές για το χρονικό διάστημα από 1.8.2016(ορθά από 1.7.2016) μέχρι 4.12.2018 τα αναφερόμενα σε αυτήν χρηματικά ποσά.
Α. Επί της από 16.9.2022 με αριθ. κατάθ. 876/72/19.9.2022 αίτησης αναίρεσης και επί των από 26.1.2023 δι' ίδιου δικογράφου ασκηθέντων με αριθμ. κατάθ. 24/26.1.2023 πρόσθετων λόγων του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου" (Δ.Υ.Πε. Πειραιώς και Αιγαίου).
Το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς, αφού διέλαβε στη μείζονα πρόταση της προσβαλλόμενης απόφασής του(2η σελίδα του 15ου φύλλου και 1η σελίδα του 16ου φύλλου αυτής) τη νομική παραδοχή, ότι οι ρυθμίσεις του ν. 4472/2017, κατά το μέρος που με αυτές θεσπίζεται το νέο μισθολόγιο των ιατρών, οδοντιάτρων κλπ του Ε.Σ.Υ., αντίκεινται στην αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισής τους καθώς επίσης και στην αρχή της αναλογικότητας(άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος), στη συνέχεια έκρινε, ότι τα αυτά δεχόμενο και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ορθά τον πιο πάνω νόμο εφάρμοσε (και επιδίκασε στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες - αναιρεσίβλητους τις αιτούμενες διαφορές αποδοχών, λόγω αντισυνταγματικότητας των διατάξεων του πιο πάνω νόμου), απέρριψε δε ως αβάσιμο τον περί του αντιθέτου δεύτερο, κατά το οικείο σκέλος του, λόγο της έφεσης του εκκαλούντος-εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος-αναιρεσίβλητου Ν.Π.Δ.Δ.
Το τελευταίο με τους δεύτερο, κατά το οικείο σκέλος του έβδομο και όγδοο κατά το οικείο σκέλος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου την πλημμέλεια, ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 138 επ.
του ν. 4472/2017, κρίνοντας ότι αυτές είναι αντίθετες με τις διατάξεις των άρθρων 45, 23 παρ.2, 25 παρ.1 και 29 του Συντάγματος, ενώ όφειλε να κρίνει, ότι οι διατάξεις αυτές δεν αντίκεινται στις προρρηθείσες συνταγματικές διατάξεις. Όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε, με την υπ' αριθμ.1625/2023 παραπεμπτική απόφαση του Αρείου Πάγου, όσον αφορά τους πιο πάνω λόγους αναίρεσης που αφορούσαν το νομικό ζήτημα της συνταγματικότητας (ή μη) των ανωτέρω διατάξεων του ν. 4472/2017, αναβλήθηκε η συζήτηση μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης από την Πλήρη Ολομέλεια του παρόντος Δικαστηρίου, στην οποία είχε παραπεμφθεί προς επίλυση με την υπ' αριθμ. 393/2023 απόφαση του Β1 Τμήματος του Αρείου Πάγου το ως άνω ζήτημα.
Ήδη, με την υπ' αριθμ. 2/2024 απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του παρόντος Δικαστηρίου κρίθηκε ότι, με τα δεδομένα που ίσχυαν κατά το χρόνο δημοσίευσης του ν. 4472/2017, ο δι' αυτού επαναπροσδιορισμός των αποδοχών των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων - αναιρεσίβλητων ιατρών, λαμβανόμενος αθροιστικά και μετά τις προηγηθείσες μειώσεις του εισοδήματος αυτών με παράπλευρα νομοθετήματα της προηγηθείσας περιόδου της οικονομικής κρίσης (επιβολή ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης με το άρθρο 29 του ν. 3986/2011, επιβολή ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης για την καταπολέμηση της ανεργίας με το άρθρο 38 παρ. 2 περ.
α' του ν. 3986/2011, επιβολή ειδικής εισφοράς υπέρ του Τ.Π.Δ.Υ. με το άρθρο 38 παρ. 2 περ. β' του ν. 3986/2011, αλλεπάλληλες φορολογικές επιβαρύνσεις), έχει ως αποτέλεσμα, την υπέρβαση του ορίου που θέτει η συνταγματική αρχή της αναλογικότητας. Κατόπιν τούτων, οι κρίσιμες διατάξεις των άρθρων 138-140 του ν. 4472/2017, με τις οποίες καθορίστηκε ο βασικός μισθός, τα επιδόματα και τα ωρομίσθια εφημεριών των ιατρών του Ε.Σ.Υ., στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες-αναιρεσίβλητοι, στο πλαίσιο θεσμοθέτησης εξ υπαρχής νέου ειδικού μισθολογίου για τους ανωτέρω, και των οποίων (διατάξεων) η εφαρμογή εξειδικεύεται στα άρθρα 154 και 155 του ως άνω νόμου, σε συνδυασμό με τα άρθρα 136 και 137 αυτού, αντίκεινται στις αρχές της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης των ιατρών του Ε.Σ.Υ., που απορρέει από το άρθρο 21 παρ. 3 του Συντάγματος, της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος) και ως εκ τούτου είναι ανίσχυρες καθ' ο μέρος επαναπροσδιορίζουν, κατά τα ανωτέρω, τον βασικό μισθό, τα επιδόματα και τα ωρομίσθια εφημεριών των ιατρών του Ε.Σ.Υ.
Περαιτέρω, εφόσον οι ως άνω επίδικες διατάξεις του ν. 4472/2017, που δημοσιεύθηκε στις 19.5.2017, αντίκεινται στην αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης των ιατρών του Ε.Σ.Υ. και στη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας , οι διατάξεις αυτές αντίκειται στις ως άνω αρχές και κατά το μέρος που ίσχυσαν αναδρομικά, κατ' άρθρο 162 του ν. 4472/2017, από 1.1.2017.
Επομένως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ορθά με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι οι επίδικες διατάξεις, με τις οποίες θεσπίζεται το νέο μισθολόγιο των ιατρών του Ε.Σ.Υ. αντίκεινται στην αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης των ιατρών του Ε.Σ.Υ. και στην αρχή της αναλογικότητας και συνακόλουθα, οι δεύτερος, κατά το οικείο σκέλος του, έβδομος και όγδοος κατά το πρώτο σκέλος του λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι.
Τα άρθρα 43 και 44 του ν. 3205/2003, είναι ενταγμένα στο κεφάλαιο Γ' του ως άνω νόμου, που φέρει τον τίτλο "Ιατροί Εθνικού Συστήματος Υγείας" (ΦΕΚ Α 74). Στο άρθρο 43 του άνω νόμου, που φέρει τον τίτλο "Βασικός Μισθός", όπως αυτό τροποποιήθηκε αρχικά με το άρθρο 2 του ν. 3336/2005 (ΦΕΚ Α 96), στη συνέχεια και διαδοχικά με το άρθρο 11 του ν. 3453/2006 (ΦΕΚ Α 74), με το άρθρο 1 παρ. 1 περ. ιδ του ν. 3554/2007 (ΦΕΚ Α 80) και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 του ν. 3754/2009 (ΦΕΚ Α 43) και τελικά με το άρθρο 55 παρ. 2 του ν. 3918/2011 (ΦΕΚ Α 31/2.3.2011) και πριν από την αντικατάσταση της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού με την ανίσχυρη λόγω αντισυνταγματικότητας περίπτωση 27α της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (ΦΕΚ Α 222) και την κατάργησή του επίσης με τις προαναφερόμενες ανίσχυρες λόγω αντισυνταγματικότητας διατάξεις του ν.4472/2017, ορίζονται τα εξής: "1. Οι μηνιαίοι βασικοί μισθοί όλων των βαθμών της ιεραρχίας του κλάδου των ιατρών του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.) ορίζονται από 1ης Ιανουαρίου 2011 στα παρακάτω ποσά: α. Συντονιστής Διευθυντής: 2.055 ευρώ, β. Διευθυντής : 2.054 ευρώ, γ. Επιμελητής Α. 1.759 ευρώ. δ. Επιμελητής Β : 1.468 ευρώ, ε. Ειδικευόμενος: 1.027 ευρώ. [...].
Περαιτέρω, στη παράγραφο Α. 1 του άρθρου 44 του ίδιου νόμου (δηλαδή του ν. 3205/2003), που φέρει τον τίτλο "Επιδόματα, παροχές και αποζημιώσεις" ορίζονται τα εξής: " Α. Πέρα από το βασικό μισθό του προηγούμενου άρθρου παρέχονται και τα εξής επιδόματα, παροχές και αποζημιώσεις κατά μήνα: 1. Χρόνου υπηρεσίας, με ανάλογη εφαρμογή της παραγράφου Α.1 του άρθρου 30 του νόμου αυτού.
Ως υπηρεσία για τη χορήγηση του επιδόματος αυτού λαμβάνεται υπόψη εκείνη που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 15 του παρόντος νόμου, υπολογιζόμενου και του χρόνου απόκτησης ειδικότητας". Εξάλλου, στην παράγραφο Α. 1 του, (ενταγμένου στο κεφάλαιο Α "Ειδικό Μισθολόγιο Δικαστικών Λειτουργών"), άρθρου 30 του ν. 3205/2003, που, επίσης, φέρει τον τίτλο "επιδόματα, παροχές, αποζημιώσεις" ορίζονται τα ακόλουθα: "Α.
Πέρα από το βασικό μισθό του προηγούμενου άρθρου παρέχονται και τα εξής επιδόματα, παροχές και αποζημιώσεις κατά μήνα: 1. Χρόνου υπηρεσίας, οριζόμενο σε ποσοστό τέσσερα τοις εκατό (4%) με τη συμπλήρωση ενός (1) έτους υπηρεσίας, προσαυξανόμενο στη συνέχεια ανά διετία από τη χορήγηση του ποσοστού αυτού και μέχρι δεκατέσσερις (14) διετίες κατά τέσσερις (4) ποσοστιαίες μονάδες και μέχρι συνολικού ποσοστού εξήντα τοις εκατό (60%).
Το επίδομα αυτό υπολογίζεται στο βασικό μισθό που δικαιούται κάθε φορά ο δικαστικός λειτουργός". Τέλος, στην παρ. 1 του άρθρου 29 του ν. 3205/2003 καθορίζονται ανά βαθμό οι βασικοί μισθοί όλων των δικαστικών λειτουργών με βάση τους εκεί αναγραφόμενους συντελεστές, οι οποίοι πολλαπλασιάζονται με το βασικό μισθό του Πρωτοδίκη, ο οποίος έχει διαμορφωθεί στο ποσό των 2.067 ευρώ μηνιαίως σύμφωνα με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου 29, όπως η παρ. 2 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 86 παρ. 6 του ν. 4307/2014 (ΦΕΚ Α 246).
Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων των άρθρων 43 και 44 παρ. Α περ. 1, 29 παρ. 2 και 30 παρ. Α περ.1 του ν. 3205/2003, όπως ίσχυαν μέχρι τις 30.12.2016, συνάγεται εναργώς ότι: Το άρθρο 43 παρ. 1 του ν. 3205/2003, (όπως ίσχυε, μετά την αντικατάστασή του με την παρ. 2 του άρθρου 55 του ν. 3918/2011) ορίζει τους από 1.1.2011 καταβαλλόμενους μηνιαίους βασικούς μισθούς όλων των βαθμών της ιεραρχίας του κλάδου των ιατρών του Ε.Σ.Υ, μεταξύ των οποίων του Διευθυντή και του Επιμελητή Α', και το άρθρο 44 παράγραφος Α.1 του ίδιου νόμου ορίζει ότι, επιπλέον του ως άνω βασικού μισθού των ιατρών, παρέχεται και επίδομα χρόνου υπηρεσίας, για τον καθορισμό του οποίου παραπέμπει σε ανάλογη εφαρμογή της παραγράφου Α. 1 του άρθρου 30 του νόμου αυτού.
Η κατά τα άνω ανάλογη εφαρμογή αναφέρεται στο επί μέρους και στο συνολικό ποσοστό (4% και 60%) του χρονοεπιδόματος, καθώς και στον απαιτούμενο χρόνο που πρέπει να συμπληρωθεί για τη χορήγηση του χρονοεπιδόματος και όχι, προφανώς, στη βάση υπολογισμού του, ήτοι στο ποσό επί του οποίου εκάστοτε υπολογίζεται.
Επομένως, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις, α) το επίδομα χρόνου υπηρεσίας των ιατρών του Ε.Σ.Υ. ορίζεται σε ποσοστό τέσσερα τοις εκατό (4%) με τη συμπλήρωση ενός (1) έτους υπηρεσίας (της υπηρεσίας καθοριζόμενης σύμφωνα με το εδάφιο β' της παρ. 1 του άρθρου 44), προσαυξανόμενο στη συνέχεια ανά διετία από τη χορήγηση του ποσοστού αυτού και μέχρι δεκατέσσερις (14) διετίες κατά τέσσερις (4) ποσοστιαίες μονάδες και μέχρι συνολικού ποσοστού εξήντα τοις εκατό (60%) και β) το επίδομα αυτό υπολογίζεται στο βασικό μισθό που δικαιούται κάθε φορά ο ιατρός, αναλόγως, δηλαδή, του βαθμού του.
Αντιθέτως, από τις ως άνω διατάξεις δεν προκύπτει ότι το επίδομα χρόνου υπηρεσίας των ιατρών υπολογίζεται στο βασικό μισθό που δικαιούται κάθε φορά ο δικαστικός λειτουργός και μάλιστα στο βασικό μισθό του Πρωτοδίκη, καθόσον, εάν οριζόταν το τελευταίο, στην παράγραφο Α.1 του άρθρου 44 του ν. 3205/2003, (που, όπως ήδη αναφέρθηκε είναι ενταγμένο στο Κεφάλαιο Γ' του νόμου αυτού που φέρει τον τίτλο "Ιατροί Εθνικού Συστήματος Υγείας"), δεν θα αναγραφόταν η φράση "με ανάλογη εφαρμογή της παραγράφου Α.1 του άρθρου 30 του νόμου αυτού", αλλά ρητώς και ευθέως θα οριζόταν "κατ' εφαρμογή της παραγράφου Α.1.
του άρθρου 30 του ν. 3205/2003". Η ως άνω ερμηνευτική εκδοχή ενισχύεται και από το ότι στο άρθρο 43 του ν. 3205/2003, υπό την αρχική του διατύπωση, καθορίζονταν ανά βαθμό οι βασικοί μισθοί των ιατρών με βάση τους εκεί αναγραφόμενους συντελεστές, οι οποίοι πολλαπλασιάζονταν με τον μηνιαίο βασικό μισθό του Επιμελητή Β, που οριζόταν σε συγκεκριμένο ύψος (1.042 ευρώ) και συνεπώς ο αρχικός νομοθέτης είχε ρυθμίσει με αντίστοιχο τρόπο τους βασικούς μισθούς των ιατρών με εκείνο των δικαστικών λειτουργών (ΑΠ 662/2024, 1626/2023, 904/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης( 1η και 2η σελίδα του 18ου φύλλου αυτής), κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, κατά το ενδιαφέρον τον προκείμενο αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς, δέχθηκε ότι το επίδομα χρόνου υπηρεσίας των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων ιατρών, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα θα έπρεπε να υπολογίζεται στο βασικό μισθό του Πρωτοδίκη, ύψους σε 2.067 ευρώ, και ότι εσφαλμένα το εναγόμενο το υπολόγιζε με το βασικό μισθό του επιμελητή Α (1.513 ευρώ).
Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, απέρριψε τον τρίτο λόγο της έφεσης του εναγόμενου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ και επικύρωσε την πρωτόδικη υπ'αριθμ. 2762/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που είχε αποφανθεί ομοίως. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 43, 44 παρ.
Α.1, 29 παρ. 1 και 2 και 30 παρ. Α.1 του νόμου 3205/2005, όπως είχαν αντικατασταθεί με τις διατάξεις που αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη και ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με την ανίσχυρη λόγω αντισυνταγματικότητας διάταξη του άρθρου πρώτου της παραγράφου Γ' της υποπαραγράφου Γ1 περίπτωση 27 εδαφ.
α, β, γ του ν. 4093/2012 και πριν την κατάργηση των άρθρων 43 και 44 του ως άνω νόμου (δηλ. του ν. 3205/2003) με τις επίσης ανίσχυρες, λόγω αντισυνταγματικότητας διατάξεις του ν. 4472/2017, κατά τα προαναφερόμενα. Και τούτο διότι, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, δέχθηκε ότι το επίδομα χρόνου υπηρεσίας των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων-αναιρεσιβλήτων επικουρικών ιατρών, έπρεπε να υπολογίζεται στο βασικό μισθό του Πρωτοδίκη και όχι στον αντίστοιχο με το βαθμό τους βασικό μισθό του Διευθυντή, που δικαιούνταν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα όλοι οι αναιρεσίβλητοι πλήν της 19ης ενάγουσας και ήδη 11ης αναιρεσίβλητης (Ι.
Π.), που δικαιούταν το βασικό μισθό του Επιμελητή Β'. Επομένως, οι τέταρτος λόγος αναίρεσης του κυρίως δικογράφου και ο συναφής με αυτόν δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τους οποίους το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, με επίκληση της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 43, 44 παρ.Α1, 29 παρ.1 και 2 και 30 παρ.Α1 του ν.3205/2003, είναι βάσιμοι.
Με το άρθρο 25 του ν. 4238/2014 "Πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας (Π.Ε.Δ.Υ.), αλλαγή σκοπού ΕΟΠΥΥ και λοιπές διατάξεις" (ΦΕΚ Α 38/17.2.2014), το οποίο (άρθρο) φέρει τον τίτλο "Αξιολόγηση και κατάταξη στον κλάδο ιατρών Ε.Σ.Υ.), και του οποίου ισχύς άρχισε από τη δημοσίευση του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (άρθρο 56), ορίζονται τα εξής: "1.
Η αίτηση των ιατρών που έχουν μεταταχθεί με την ανωτέρω διαδικασία [εννοείται με τη διαδικασία που ορίζεται στα άρθρα 17 και 18 του ίδιου νόμου], για ένταξή τους στον κλάδο ειδικευμένων ιατρών Ε.Σ.Υ. και κατάταξή τους στους βαθμούς Διευθυντή, Επιμελητή Α' ή Επιμελητή Β' πρέπει να γίνει εντός ενός (1) μηνός από την ανάληψη των καθηκόντων τους.
Όσοι δεν επιθυμούν να υποβάλουν αίτηση ή δεν αξιολογηθούν θετικά για ένταξη στον κλάδο ειδικευμένων ιατρών Ε.Σ.Υ., παραμένουν υπηρετούντες στον κλάδο ΠΕ ιατρών - οδοντιάτρων. 2. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας, μετά από εισήγηση του ΚΕ.Σ.Υ., συστήνεται και συγκροτείται σε κάθε Δ.Υ.Πε. πενταμελές Συμβούλιο Αξιολόγησης Ιατρών, το οποίο αποτελείται από τον Διοικητή της Υ.Πε., ως Πρόεδρο με αναπληρωτή τον αρμόδιο Αναπληρωτή Διοικητή της Υ.Πε.
και τέσσερα (4) Μέλη, Διευθυντές ή Επιμελητές Α', έναν από κάθε τομέα ιατρικής υπηρεσίας. Το Συμβούλιο είναι αρμόδιο για τον έλεγχο των ουσιαστικών προσόντων των αιτούντων προς ένταξη στον κλάδο ειδικευμένων ιατρών Ε.Σ.Υ.. Για την ένταξή τους στον κλάδο, τα προσόντα κάθε υποψηφίου αξιολογούνται με βάση τα τρία πρώτα κριτήρια αξιολόγησης που προβλέπονται στο Κεφάλαιο Β' της ΔΥ13α/οικ. 39832/1997 (Β' 1088) υπουργικής απόφασης και το τέταρτο κριτήριο, όπως ορίζεται στο Κεφάλαιο Α' της ίδιας υπουργικής απόφασης.
Η κατάταξη των υποψηφίων σε βαθμό γίνεται σύμφωνα με τα χρόνια προϋπηρεσίας τους. Με συνολική υπηρεσία μέχρι 10 έτη στον εισαγωγικό βαθμό του Επιμελητή Β'. Με συνολική υπηρεσία άνω των 10 ετών και μέχρι τα 25 στο βαθμό του Επιμελητή Α'. Με συνολική υπηρεσία άνω των 25 ετών στο βαθμό του Διευθυντή. Ως υπηρεσία νοείται η υπηρεσία σε Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης από τους οποίους προέρχεται.
Κατά την πρώτη εφαρμογή της παρούσας διαδικασίας, τα όρια ηλικίας που τίθενται για τους ειδικευμένους ιατρούς Ε.Σ.Υ. δεν ισχύουν, υπό την προϋπόθεση οι υποψήφιοι να μην έχουν υπερβεί το 67ο έτος της ηλικίας τους".
Περαιτέρω, με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 38, το οποίο φέρει τον τίτλο "Κατάταξη και μισθολογική αποκατάσταση ιατρών που μεταφέρθηκαν/μετατάχθηκαν από τον ΕΟΠΥΥ και το ΙΚΑ στον κλάδο ιατρών Ε.Σ.Υ" του νόμου 4368/2016 με τίτλο "Μέτρα επιτάχυνσης του κυβερνητικού έργου και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 21/21.2.2016), η ισχύς του οποίου (άρθρου) άρχισε από τη δημοσίευση του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως σύμφωνα με το άρθρο 101 του ίδιου νόμου και διατηρήθηκε με το άρθρο 159 του ν. 4472/2017 (ΦΕΚ Α 74/19.5.2017) ορίζονται τα ακόλουθα: "1.
α) Οι ιατροί και οδοντίατροι των πρώην νοσοκομείων του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, που μεταφέρθηκαν/μετατάχθηκαν, με οποιοδήποτε νόμο, από τις πρώην Υπηρεσίες Νοσοκομειακής Υποστήριξης του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ σε νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ. και εντάχθηκαν ή εντάσσονται στον κλάδο ειδικευμένων ιατρών Ε.Σ.Υ., καθώς και β) οι ιατροί και οδοντίατροι, κλάδου ΠΕ ιατρών - οδοντιάτρων, που μεταφέρθηκαν/ μετατάχθηκαν από τον ΕΟΠΥΥ στις Δ.Υ.Πε.
και εντάχθηκαν ή εντάσσονται στον κλάδο ειδικευμένων ιατρών Ε.Σ.Υ. του Π.Ε.Δ.Υ. κατατάσσονται σε βαθμό σύμφωνα με τα χρόνια προϋπηρεσίας τους ως εξής: αα) με συνολική υπηρεσία έως επτά (7) έτη από την ημερομηνία λήψης της ειδικότητας στον εισαγωγικό βαθμό του Επιμελητή Β`, ββ) με συνολική υπηρεσία άνω των επτά (7) ετών και μέχρι τα δεκαπέντε (15) έτη στο βαθμό του Επιμελητή Α` και γγ) με συνολική υπηρεσία άνω των δεκαπέντε (15) ετών στο βαθμό του Διευθυντή.
Μετά την ένταξή τους σε θέσεις κλάδου ιατρών/οδοντιάτρων Ε.Σ.Υ., όλοι οι παραπάνω λαμβάνουν τις αποδοχές που προβλέπονται από τις οικείες μισθολογικές διατάξεις, της προϋπηρεσίας τους σε οποιοδήποτε φορέα κοινωνικής ασφάλισης αναγνωριζόμενης και υπολογιζόμενης, για τη βαθμολογική και μισθολογική τους εξέλιξη (χορήγηση επιδόματος χρόνου υπηρεσίας), ως προϋπηρεσίας στο Ε.Σ.Υ.. 2.
Τα πέμπτο, έκτο, έβδομο και όγδοο εδάφια της παρ. 2 του άρθρου 25 του ν. 4238/2014 (Α`38), όπως ισχύει, καθώς και τα τελευταία πέντε εδάφια της παραγράφου 2 της περίπτωσης Δ` της υποπαραγράφου ΙΖ.1 της παραγράφου ΙΖ του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014 (Α`85) καταργούνται". Από τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 25 του ν. 4238/2014 και 38 παρ. 1 και 2 του ν. 4368/2016 συνάγονται τα εξής:
Κατά τη χρονική περίοδο ισχύος του ν. 4238/2014 (δηλαδή από 17.2.2014 μέχρι 20.2.2016) ο τρόπος κατάταξης των ιατρών- οδοντιάτρων των Μονάδων Υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. που μετατάχθηκαν ή μεταφέρθηκαν με βάση τις διατάξεις των άρθρων 17 και 18 του ίδιου νόμου, ορίζονταν από το άρθρο αυτό. Μετά την έναρξη ισχύος του άρθρου 38 παρ. 1 και 2 του ν. 4368/2016, δηλαδή από τις 21.2.2016 και εφεξής ο τρόπος κατάταξης των ιατρών-οδοντιάτρων του Ε.Σ.Υ., σύμφωνα με τα χρόνια προϋπηρεσίας τους γίνεται κατά τους ορισμούς του τελευταίου άρθρου, το οποίο, όμως, δεν έχει ρύθμιση περί αναδρομικής του ισχύος(ΑΠ 662/2024,1626/2023).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον ένατο, κατά τα στοιχεία αυτού α',β'και γ' λόγο αναίρεσης του κυρίως δικογράφου και τον συναφή τέταρτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλειες αναφορικά με τον χρόνο, από τον οποίο έπρεπε οι ενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες- αναιρεσίβλητοι να καταταχθούν στο βαθμό του Διευθυντή, επικαλούμενο ότι αυτή παραβίασε το άρθρο 25 του ν. 4238/2014 και το άρθρο 38 του ν. 4368/2016.
Από την κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς, δέχθηκε αναφορικά με τον χρόνο από τον οποίο οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες- αναιρεσίβλητοι ιατροί έπρεπε να καταταχθούν στο βαθμό του Διευθυντή, τα εξής: "[ ...] οι 2ος και 27ος των εναγόντων είναι ιατροί ορθοπεδικοί, οι 3ος, 4η, 25η και 26η κυτταρολόγοι, ο 7ος παθολόγος, η 8η, ο 20ος και ο 23ος οδοντίατροι, ο 12ος βιοπαθολόγος, ο 13ος γενικός χειρούργος, ο 15ος νευρολόγος,, ο 17ος γυναικολόγος, ο 18ος ωτορινολαρυγγολόγος, η 22η παιδίατρος και ο 24ος καρδιολόγος, οι οποίοι απασχολούνταν στο ΙΚΑ και έπειτα στον ΕΟΠΥΥ, με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.
Μετά τη θέσπιση του ν.4238/2014 τέθηκαν αυτοδικαίως σε καθεστώς διαθεσιμότητας για ένα μήνα, σύμφωνα με τις διατάξεις του συγκεκριμένου νόμου. Στη συνέχεια, κατόπιν αιτήσεώς τους, μετατάχθηκαν από τις 20-3-2014 στην εναγομένη, (ήδη αναιρεσείον ν.π.δ.δ.) σε κενές οργανικές θέσεις κλάδου ΓΙΕ ιατρών πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, αντίστοιχες της ειδικότητάς τους, που συστήθηκαν για τον σκοπό αυτό, επανακατατάχθηκαν δε σε θέσεις ιατρού Ε.Σ.Υ με την υπ' αριθμ.
ΔΑΑΔ38976/8-9-2016 απόφαση του Διοικητή της εναγομένης, σύμφωνα με το άρθρο 38 του ν. 4368/2016[...].
Επίσης, αποδείχθηκε ότι οι άνω ενάγοντες από τη μετάταξή τους αμείβονταν με τον μισθό του Επιμελητή Α' και όχι του Διευθυντή, με βάση τη συνολική προϋπηρεσία τους άνω των 15 ετών, κατ' άρθρο 38 του ν. 4368/21-2-2016, η οποία είχε συμπληρωθεί κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ήτοι από την 1-7-2016 και εντεύθεν, ενώ και το χρονοεπίδομα που τους καταβαλλόταν, υπολογιζόταν όχι με βάση τον μισθό του Πρωτόδικη (2.067 ευρώ), αλλά του βασικού μισθού του Επιμελητή Α' (1.513 ευρώ). Ως εκ τούτου, ορθώς κρίθηκε ότι για την επίδικη χρονική περίοδο, που έπεται της δημοσίευσης του άνω νόμου (21.2.2016) οι εφεσίβλητοι έπρεπε να καταταγούν στο βαθμό του διευθυντή και να λαμβάνουν τις προβλεπόμενες για αυτόν αποδοχές, ανεξαρτήτως του ότι η επανακατάταξή τους έλαβε χώρα στις 8.9.2016.
Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα διατείνεται ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη δέχθηκε ότι οι εφεσίβλητοι ιατροί κατατάχθηκαν από την ένταξή τους, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του ν.4238/2014 στον βαθμό του διευθυντή, παραβιάζοντας έτσι τη διάταξη του άρθρου 25 του συγκεκριμένου νόμου αλλά και του άρθρου 38 του ν.4368/2016, ως προς μεν το πρώτο σκέλος του αλυσιτελώς προτείνεται, ενώ ως προς το δεύτερο σκέλος του τυγχάνει αβάσιμος.
Από τις ως άνω αναιρετικά ανέλεγκτες (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) παραδοχές του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου σαφώς συνάγεται ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι καθένας από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες - αναιρεσίβλητους, πλήν της 19ης ενάγουσας και ήδη 11ης αναιρεσίβλητης Ι. Π., κατά το χρόνο επανακατάταξής του στο αναιρεσείον, δηλαδή στις 8.9.2016, οπότε ίσχυε ο ν. 4368/2016, είχε συνολική προϋπηρεσία, που υπερβαίνει τα 15 έτη, την οποία είχε συμπληρώσει την 1.7.2016, και ότι ως εκ τούτου έπρεπε να επανακαταταχθεί στον εισαγωγικό βαθμό του Διευθυντή, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 38 παρ. 1 περ.
α' του ν. 4368/2016, που ήδη εκτέθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, οι ως άνω λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Μετά ταύτα, κατά παραδοχή του τέταρτου λόγου αναίρεσης του κυρίως δικογράφου και του συναφούς δεύτερου πρόσθετου λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση.
Ειδικότερα η υπ' αριθμ. 300/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς πρέπει να αναιρεθεί ως προς το κεφάλαιό της, με το οποίο έκρινε ότι το χρονοεπίδομα που επιδικάσθηκε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα στους ενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες-αναιρεσίβλητους έπρεπε να υπολογίζεται με βάση το μισθό του Πρωτοδίκη, ύψους 2.067 ευρώ.
Κατόπιν αυτού, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση μόνο ως προς το ως άνω αναιρεθέν κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης, προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ίδιου δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, συγκροτούμενου από άλλο Δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 εδαφ. β' του ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων, διότι η ερμηνεία των κανόνων που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 του ΚΠολΔ), γεγονός που μαρτυρεί η ενασχόληση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου με την ερμηνεία των ανωτέρω διατάξεων, μετά από σχετική παραπομπή του προαναφερθέντος Τμήματός του σε αυτή.
Β. Επί της από 29.6.2022 με αριθ. κατάθ. 639/52/29.6.2022 αίτησης αναίρεσης των δέκα οκτώ(18) εκ των αρχικά είκοσι επτά(27) εναγόντων.
Σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ.1 του ν. 4575/2018 (Α 192), όπως η παρ.1 συμπληρώθηκε με το άρθρο 82 παρ.1 του ν. 4589/2019 (Α 13) ορίσθηκε ότι "Στους Ιατρούς του Ε.Σ.Υ., Ιατρούς Δημόσιας Υγείας Ε.Σ.Υ., Επικουρικούς Ιατρούς και Ειδικευόμενους Ιατρούς και στο σύνολο των Ιατρών του Γενικού Νοσοκομείου Παπαγεωργίου και για όσο χρόνο αυτοί ήταν εν ενεργεία κατά το χρονικό διάστημα από 13.11.2014 έως και 31.12.2016 καταβάλλεται, πλην της αποζημίωσης εφημεριών, εφάπαξ χρηματικό ποσό, που αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ των μηνιαίων αποδοχών που θα δικαιούνταν να λάβουν με βάση τις ισχύουσες κατά την 31.07.2012 μισθολογικές διατάξεις και των μηνιαίων αποδοχών που πράγματι τους κατεβλήθησαν με βάση τις διατάξεις του ν. 4093/2012 (Α 222).
Το χρηματικό ποσό του προηγούμενου εδαφίου υπολογίζεται με αναφορά στο χρονικό διάστημα από 13.11.2014 έως και 31.12.2016", ενώ με την εκδοθείσα κατ' εξουσιοδότηση της εν λόγω διάταξης οικ.2/88420/ΔΕΠ (Β` 5435) υπουργική απόφαση ορίστηκε ότι το εφάπαξ αυτό χρηματικό ποσό θα καταβληθεί έως 27.1.2019 με ξεχωριστή μισθοδοτική κατάσταση.
Με το παραπάνω άρθρο 11 του ν. 4575/2018, δηλαδή, οι μηνιαίες αποδοχές των ιατρών του Ε.Σ.Υ. αποκαταστάθηκαν, για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα στα επίπεδα που καταβάλλονταν πριν τις μειώσεις που επήλθαν με το ν. 4093/2012. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 440 ΑΚ ορίζεται ότι ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες.
Με τον ως άνω συμψηφισμό όμως δεν πρέπει να συγχέεται ο καταλογισμός ενός ποσού στο μισθό. Ειδικότερα, ως καταλογισμός νοείται η αφαίρεση (έκπτωση) από τον οφειλόμενο μισθό ορισμένου μέρους του ή και ολόκληρου του ποσού του, κατά το μέτρο που το ποσό αυτό έχει καταβληθεί ήδη στον εργαζόμενο είτε ως προκαταβολή των αποδοχών του είτε χωρίς νόμιμη αιτία (π.χ.
από παραδρομή). Ο καταλογισμός λειτουργεί ως μηχανισμός αποτροπής της διπλής πληρωμής των ίδιων μισθολογικών παροχών και επιτρέπεται πάντοτε για λόγους ουσιαστικής δικαιοσύνης, χωρίς να προσκρούει στην απαγόρευση της ΑΚ 664 (ΑΠ 358/2020, ΑΠ 1067/2017, ΑΠ 764/2010).
Εξάλλου, προϋπόθεση συμψηφισμού(ορθότερα καταλογισμού) του κατά τα άνω ληφθέντος ποσού, κατ' εφαρμογή της προαναφερθείσας ΚΥΑ, στις επιδικασθείσες διαφορές αποδοχών αποτελεί το ποσό αυτό να αναφέρεται στο ίδιο χρονικό διάστημα που αφορούν και οι κατά τα άνω επιδικασθείσες διαφορές αποδοχών(ΑΠ 535/2020). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 2/2024, 5/2023, 3-4/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένα καταλόγισε τα καταβληθέντα σε αυτούς ποσά, σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. οικ/2/88420/ΔΕΠ/4.12.2018 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Οικονομικών και Υγείας(ΦΕΚ Β 5435), που εκδόθηκε κατ'εξουσιοδότηση του άρθρου 11 παρ. 2 του ν. 4575/2018(ΦΕΚ Α 192/14.11.2018), τα οποία αφορούν το χρονικό διάστημα από 1.1.2015 μέχρι 31.12.2016, καθόσον για το χρονικό αυτό διάστημα ουδένα ποσό επιδικάσθηκε σε αυτούς και επομένως τα ληφθέντα μέσω της άνω ΚΥΑ χρηματικά ποσά δεν αφορούν το ίδιο χρονικό διάστημα, περί του οποίου, άλλωστε προνοεί η διάταξη του άρθρου 3 της εν λόγω ΚΥΑ.
Από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, προσδιόρισε τα χρηματικά ποσά, που οι ενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες δικαιούνταν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1.7.2016 μέχρι 4.12.2018 ως διαφορές αποδοχών δηλαδή χωρίς τις περικοπές που τους επιβλήθηκαν με τους αντισυνταγματικούς νόμους 4093/2012 και 4472/2017, στη συνέχεια αφαίρεσε από τα πιο πάνω χρηματικά ποσά εκείνα που τους καταβλήθηκαν δυνάμει της προαναφερθείσας ΚΥΑ και αφορούσαν το χρονικό διάστημα από 1.1.2015 μέχρι 31.12.2016.
Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της υπ'αριθμ. οικ/2/88420/ΔΕΠ/4.12.2018 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Οικονομικών και Υγείας(ΦΕΚ Β 5435), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 11 παρ. 2 του ν. 4575/2018(ΦΕΚ Α 192/14.11.2018).
Ειδικότερα, ενώ προσδιόρισε τα χρηματικά ποσά (διαφορές αποδοχών) που δικαιούνταν οι ενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες, τα οποία αφορούσαν το χρονικό διάστημα από 1.7.2016 μέχρι 4.12.2018, ακολούθως αφαίρεσε από αυτά το σύνολο του ποσού που τους καταβλήθηκε με την προαναφερθείσα ΚΥΑ, το οποίο αφορούσε το χρονικό διάστημα από 1.1.2015 μέχρι 31.12.2016 και ταυτιζόταν μόνο εν μέρει με το πιο πάνω χρονικό διάστημα για το οποίο κρίθηκε ότι δικαιούνταν διαφορές αποδοχών και συγκεκριμένα με το χρονικό διάστημα από 1.7.2016 μέχρι 31.12.2016 και επομένως μόνο το ποσό που αντιστοιχούσε στο τελευταίο αυτό χρονικό διάστημα έπρεπε να αφαιρεθεί, όπως άλλωστε προνοεί η διάταξη του άρθρου 3 της ανωτέρω ΚΥΑ(ΑΠ 535/2020).
Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ'ουσίαν ο ως άνω δεύτερος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου οδηγεί στην παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και καθιστά πλέον αλυσιτελή την εξέταση των πρώτου, τρίτου και τέταρτου λόγων της ίδιας αίτησης αναίρεσης, από τους αριθμούς 19 (πρώτος), 20 (τρίτος) και 8,9,13,17,19 (τέταρτος) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σημειουμένου ότι ο πέμπτος λόγος της ίδιας αίτησης αναίρεσης, έχει ήδη απορριφθεί με την υπ'αριθμ. 1625/2023 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου.
Κατά παραδοχή λοιπόν του δεύτερου λόγου της ένδικης αίτησης αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα η υπ' αριθμ. 300/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς πρέπει να αναιρεθεί ως προς το κεφάλαιό της, με το οποίο έκρινε ότι από τα ποσά που δικαιούνται οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες για το χρονικό διάστημα από 1.7.2016 μέχρι 4.12.2018.
πρέπει να αφαιρεθεί το σύνολο του χρηματικού ποσού , που καταβλήθηκε σε αυτούς δυνάμει της πιο πάνω αναφερόμενης ΚΥΑ. Κατόπιν αυτού, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση μόνο ως προς το ως άνω αναιρεθέν κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης, προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ίδιου δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, συγκροτούμενου από άλλο Δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 εδαφ.
β' του ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της παρούσας αναιρετικής δίκης πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων, διότι η ερμηνεία των κανόνων που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 του ΚΠολΔ), γεγονός που μαρτυρεί η ενασχόληση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου με την ερμηνεία των ανωτέρω διατάξεων, μετά από σχετική παραπομπή του προαναφερθέντος Τμήματός του σε αυτή.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις α) από 29.6.2022 και με αριθ. κατάθ. 639/52/29.6.2022 αίτηση αναιρεσειόντων, β) από 16.9.2022 και με αριθ. κατάθ. 876/72/19.9.2022 αίτηση του αναιρεσείοντος Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου" (Δ.Υ.Πε. Πειραιώς και Αιγαίου) και γ) τους από 26.1.2023 και με αριθ. κατάθ. 24/26.1.2023 πρόσθετους λόγους του ίδιου εναγόμενου - αναιρεσείοντος, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 300/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 300/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς ως προς τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαια και συγκεκριμένα: 1) Όσον αφορά την από 16.9.2022 και με αριθ. κατάθ. 876/72/19.9.2022 αίτηση του αναιρεσείοντος και τους από 26.1.2023 και με αριθ. κατάθ. 24/26.1.2023 πρόσθετους λόγους του ίδιου αναιρεσείοντος ως προς το κεφάλαιό της, με το οποίο έκρινε ότι το χρονοεπίδομα που κατά το επίδικο χρονικό διάστημα επιδίκασε στους ενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες-αναιρεσίβλητους έπρεπε να υπολογίζεται με βάση το μισθό του Πρωτοδίκη, ύψους 2.067 ευρώ. 2) Όσον αφορά την από 29.6.2022 και με αριθ. κατάθ. 639/52/29.6.2022 αίτηση των αναιρεσειόντων ως προς το κεφάλαιό της με το οποίο έκρινε, ότι από τα ποσά που δικαιούνται οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες για το χρονικό διάστημα από 1.7.2016 μέχρι 4.12.2018 πρέπει να αφαιρεθεί το σύνολο των χρηματικών ποσών, που καταβλήθηκε σε αυτούς δυνάμει της υπ' αριθ.οικ/2/88420/ΔΕΠ/4-12-2018 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β' 5435/4.12.2018).
Παραπέμπει την υπόθεση ως προς τα ως άνω αναιρεθέντα κεφάλαια για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή.
Συμψηφίζει στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα της παρούσας αναιρετικής δίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2025.
Ο ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ