Legislator Case Law & Legislation
1558/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal hearing for absent appellant but allows appeal against second defendant.

Case Number 1558/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court declared the hearing of the appellant's appeal inadmissible because the appellant failed to appear and was not legally summoned. While the appellant argued for the appeal's acceptance, the court found the procedural defect fatal regarding the first defendant. Consequently, the appeal was allowed only against the second defendant, who was properly represented, and the case was remitted for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576 paragraphs 1-3 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must verify legal summons when an appellant is absent; if not legally summoned, the hearing is inadmissible, but the appeal may still be allowed against properly represented co-defendants.

Keywords

AI generated
inadmissible hearing legal summons appeal remittal absence of party Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 576 paragraphs 1-3 of the Code of Civil Procedure
Article 681 D of the Code of Civil Procedure
Article 367 paragraph 1 of the Penal Code
Article 559 number 19 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 paragraph 1 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1558 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1558/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη και Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Μαΐου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος:

Δ. Τ. του Μ., κατοίκου Αθηνών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ασημακόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων:

1) Α. Β. του Ε., ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο,

2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «MARFIN INVESTMENT GROUP ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ», που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Δημητρακόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19.03.2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5407/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3928/2015 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2/11/2015 αίτησή του.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Κατσιάνης ανέγνωσε την από 24.01.2017 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Θωμά Γκατζογιάννη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί ο πρώτος και ο δωδέκατος λόγοι της αναίρεσης και να απορριφθούν οι λοιποί.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[I] Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση (ΑΠ 206/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 22.05.2019 κλήση του αναιρεσείοντος φέρεται για συζήτηση η από 02.11.2015 αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διατάξεων του τότε ισχύοντος άρθρου 681 Δ' ΚΠολΔ υπ’ αριθμ. 3928/2015 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, δικάζοντας επί των ασκηθεισών από αμφοτέρους τους διαδίκους αντιθέτων εφέσεων κατά της υπ’ αριθμ. 5407/2012 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δέχθηκε μεν τυπικά και απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση του εκκαλούντος - εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, ενώ δέχθηκε τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση των εκκαλούντων-εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, που είχε απορρίψει στο σύνολό της την αγωγή ως προς τη δεύτερη ενάγουσα και ήδη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων και είχε δεχθεί κατά ένα μέρος την αγωγή ως προς τον πρώτο ενάγοντα και ήδη πρώτο των αναιρεσιβλήτων, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας κατ' ουσίαν, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς αμφότερους τους ενάγοντες, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει σε καθένα εξ αυτών το ποσό των 12.000 ευρώ, νομιμότοκα, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, που τους προξένησε η αδικοπραξία που τέλεσε σε βάρος τους.

Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, κατά την αναφερομένη στην αρχή δικάσιμο (24.05.2021), ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων Α. Β. του Ε. δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, αλλ’ ούτε και κατατέθηκε, κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου του περί μη παραστάσεώς του κατά τη δικάσιμο αυτή.

Ακολούθως, πρέπει να ερευνηθεί, αν ο εν λόγω αναιρεσίβλητος κλήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα να παραστεί κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης. Από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας και δη τις κατατεθείσες προτάσεις του καλούντος - αναιρεσείοντος, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της ένδικης αίτησης, προκύπτει ότι αυτός, όπως συνομολογεί, δεν επέδωσε την κλήση και την αναίρεση προς τον ως άνω πρώτο αναιρεσίβλητο.

Επομένως, πρέπει, κατά την αυτεπάγγελτη περί τούτου έρευνα του παρόντος Δικαστηρίου, να κηρυχθεί, σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν στην αρχή της παρούσας, ως προς τον εν λόγω απόντα διάδικο, απαράδεκτη η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης. Η δε διαδικασία θα προχωρήσει μόνο ως προς τη νομίμως παρισταμένη δεύτερη αναιρεσίβλητη, ως προς την οποία, εφόσον η υπό κρίση αναίρεση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552,553,556,558,564 παρ.3 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ), και είναι παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ), πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

[II] Κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, ενώ κατά το άρθρο 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 920 ΑΚ, όποιος γνωρίζοντας ή υπαίτια αγνοώντας, υποστηρίζει ή διαδίδει αναληθείς ειδήσεις που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον άλλου, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της είναι:

(α) υποστήριξη ή διάδοση αναληθών ειδήσεων. Ως «υποστήριξη» νοείται ο ισχυρισμός των ειδήσεων ενώπιον τρίτων με επιχειρηματολογία υπέρ της αλήθειας τούτων, ενώ ως «διάδοση» νοείται η απλή ανακοίνωση των ισχυρισμών. Η υποστήριξη ή η διάδοση των ειδήσεων μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο και μέσο, δηλαδή γραπτώς ή προφορικώς, προς ένα ή περισσότερα πρόσωπα. Ως ειδήσεις νοούνται οι πληροφορίες που αναφέρονται σε οποιαδήποτε περιστατικά, σχέσεις ή καταστάσεις, οι οποίες, κατά το χρόνο της υποστήριξης ή διάδοσης, εκθέτουν σε κίνδυνο ένα από τα περιοριστικώς αναφερόμενα στη διάταξη αγαθά, δηλαδή την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον του θιγομένου. Οι υποστηριζόμενες ή διαδιδόμενες ειδήσεις πρέπει να είναι σαφείς και συγκεκριμένες και να αναφέρονται σε ορισμένα γεγονότα, επιπλέον δε να αποδεικνύονται και αναληθείς, με την έννοια να μην αληθεύει εξ ολοκλήρου το σχετικό γεγονός ή να παρουσιάζεται αυτό παραποιημένο. Αν το σχετικό γεγονός αληθεύει, δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της ως άνω διάταξης.

(β) Γνώση ή υπαίτια άγνοια της αναλήθειας. Δηλαδή, αυτός που υποστηρίζει ή διαδίδει τις αναληθείς ειδήσεις πρέπει να γνωρίζει ή υπαιτίως (από αμέλεια) να αγνοεί την αναλήθεια αυτών. Το στοιχείο αυτό ανταποκρίνεται στην έννοια του πταίσματος και με τις δύο γνωστές μορφές (330 ΑΚ), δηλαδή του δόλου (γνώση της αναλήθειας) και της αμέλειας (άγνοια της αναλήθειας, επειδή δεν καταβλήθηκε η απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια). Πρόθεση του διαδίδοντος να προξενήσει βλάβη στον θιγόμενο δεν απαιτείται. Η ζημία του βλαπτομένου πρέπει να προήλθε αιτιωδώς από τη διάδοση ή την υποστήριξη των αναληθών ειδήσεων,

(γ) Κίνδυνος για την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον του προσώπου. Οι διαδιδόμενες αναληθείς ειδήσεις πρέπει επιπλέον να εκθέτουν αιτιωδώς και πραγματικώς σε κίνδυνο ένα από τα περιοριστικώς διαλαμβανόμενα στο πιο πάνω άρθρο αγαθά του φυσικού ή νομικού προσώπου. Δεν αρκεί η διαπίστωση ότι αφηρημένως είναι ικανές να εκθέσουν σε κίνδυνο τα εν λόγω αγαθά. Ως πίστη του προσώπου νοείται η καλή γνώμη και υπόληψη την οποία έχουν τρίτοι σχετικά με την οικονομική και επαγγελματική κατάσταση του φυσικού ή νομικού προσώπου. Ως μέλλον αυτού νοείται η οικονομική και επαγγελματική βελτίωση. Η πίστη, το μέλλον ή το επάγγελμα ενός προσώπου θεωρείται ότι βρίσκονται σε κίνδυνο, όταν δημιουργούνται δυσμενείς παραστάσεις σε τρίτους και ειδικότερα σ' εκείνους με τους οποίους σχετίζεται κοινωνικά, οικονομικά ή επαγγελματικά και

(δ) Ζημία. Τελευταία, λοιπόν, προϋπόθεση για την ύπαρξη αξιώσεως από το άρθρο 920 ΑΚ, είναι η απόδειξη ζημίας, η οποία προκαλείται αιτιωδώς από την έκθεση σε κίνδυνο ενός από τα πιο πάνω αγαθά.

Με βάση το άρθρο 920 ΑΚ ο θιγόμενος (φυσικό ή νομικό πρόσωπο) μπορεί να ζητήσει χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την αδικοπραξία κατ’ άρθρο 932 ΑΚ. Ειδικότερα τα νομικά πρόσωπα μπορούν να ζητήσουν αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, αν με την εις βάρος τους αδικοπραξία προσβλήθηκε η εμπορική τους πίστη, η επαγγελματική τους υπόληψη και γενικά το εμπορικό τους μέλλον. Για να γεννηθεί η αξίωση από την προσβολή της προσωπικότητας κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 920 και 932 του ΑΚ, θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται, δηλαδή, σε διάταξη που απαγόρευε συγκεκριμένη έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο, σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή. Έτσι, η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως προβλεπόταν για την περίπτωση της δυσφήμησης ανώνυμης εταιρείας. Ειδικότερα, σύμφωνα με την προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 364 παρ. 1 και 3 ΠΚ (καταργηθείσα ήδη με το Ν. 4619/2019) θεσπιζόταν ως ιδιαίτερο έγκλημα η απλή ή συκοφαντική δυσφήμηση ανώνυμης εταιρείας που προστάτευε την οικονομική πίστη και εμπιστοσύνη της. Συγκεκριμένα, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362, 363 και 364 του ΠΚ, προέκυπτε ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης ανώνυμης εταιρείας απαιτούνταν:

(α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένης ανώνυμης εταιρείας,

(β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την εμπιστοσύνη του κοινού στην εταιρεία και στις επιχειρήσεις της και να αφορά είτε στις επιχειρήσεις ή στην οικονομική κατάσταση ή γενικά στις εργασίες της εταιρείας είτε στα πρόσωπα που την διοικούν ή την διευθύνουν, χωρίς να προσαπαιτείται και η επέλευση της βλάβης της (ΑΠ 1132/1997, ΑΠ 1074/1994, ΑΠ 311/1994) και

(γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές. Ως ισχυρισμός θεωρείτο η ανακοίνωση προερχομένη ή εξ ιδίας πεποιθήσεως ή γνώμης ή εκ μεταδόσεως από τρίτο πρόσωπο.

Επίσης, για την κατάφαση της αδικοπραξίας αυτής, δεν είναι, κατ’ ανάγκη, απαραίτητο, και η από ποινικής πλευράς πλήρης στοιχειοθέτηση και της νομοτυπικής μορφής του ως άνω εγκλήματος, δοθέντος ότι παράνομη, κατά το αστικό δίκαιο, είναι η συμπεριφορά που αντίκειται όχι μόνο σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, αλλά και στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης(ΑΠ 706/2020).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 367 παρ. 1 περ. α'-δ' ΠΚ, το άδικο των προβλεπομένων στα άρθρα 361 επ. του ιδίου Κώδικα πράξεων, στις οποίες περιλαμβανόταν και εκείνη του άρθρου 364 του ΠΚ, δηλαδή της απλής δυσφήμησης όχι όμως και της συκοφαντικής, ανώνυμης εταιρείας αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για την διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (ΑΠ 718/2017, 1027/2015, 1577/2013, 179/2011, 356/2010),αφού οι διατάξεις των άρθρων 361-367 ΠΚ εφαρμόζονται αναλογικά, για την ενότητα της έννομης τάξης, και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου (ΑΠ 179/2011, ΑΠ 333/2010, ΑΠ 1030/2009).

Σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 367 παρ.1 ΠΚ, ο άδικος χαρακτήρας των πράξεων και εκδηλώσεων, κατ' αρχήν, αίρεται και όταν αυτή γίνεται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις.

Υπό περιστάσεις δε, υπάρχει δικαιολογημένο ενδιαφέρον και σε σχέση με εκδηλώσεις, που τείνουν σε αποτροπή πιθανού κινδύνου για τη ζωή και την περιουσία ανθρώπων από πρόσωπο που έχει εξειδικευμένες γνώσεις επί του θέματος. Κατ’ εξαίρεση, όμως, το αποτέλεσμα αυτό δεν επέρχεται, σύμφωνα με την παρ. 2 εδ. β' του άρθρου 367, και παραμένει η ευθύνη, όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης, που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής άλλου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του και περιφρόνηση αυτού.

Ειδικός σκοπός εξύβρισης υπάρχει στον τρόπο εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν κατ` αντικειμενική κρίση αναγκαίος για την ακριβή και πρέπουσα απόδοση των στοχασμών του προσβολέα, ο οποίος μολονότι τελούσε σε επίγνωση τούτου, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλει την τιμή και την υπόληψη του άλλου.

Από τα ως άνω προκύπτει, ότι στο πλαίσιο εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 367 παρ. 1 και 2 ΠΚ η συνδρομή δικαιολογημένου ενδιαφέροντος (όπως η διαφύλαξη- προστασία δικαιώματος) στο πρόσωπο του δράστη, η οποία αποτελεί λόγο άρσης του αδίκου χαρακτήρα των πράξεων του, παρέχει βάση αυτοτελούς ισχυρισμού (ένστασης) αυτού, με την οποία αποκρούεται η αξίωση του παθόντος για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, συνεπεία προσβολής της τιμής και της υπόληψης του φυσικού προσώπου ή της εμπορικής πίστης, της επαγγελματικής υπόληψης και του εμπορικού μέλλοντος του νομικού προσώπου (ΑΠ 882/2013), ενώ η συνδρομή εκδηλώσεων και περιστάσεων από τη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 2 ΠΚ παρέχει βάση αντένστασης προβαλλόμενη από τον παθόντα κατά της παραπάνω ένστασης του δράστη (ΑΠ 632/2015, ΑΠ 2032/2014).

Η αντένσταση, όμως, αυτή στηριζόμενη στο εδάφιο β' της παρ.2 του ως άνω άρθρου, δεν μπορεί να προταθεί κατά του δράστη, όταν παθητικό υποκείμενο του υπό του άρθρου 362 ΠΚ εγκλήματος της δυσφήμησης είναι ανώνυμη εταιρεία, καθόσον ο Ποινικός Κώδικας με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 364 έκρινε άξιας προστασίας τις ανώνυμες εταιρείες μόνο για τα διαπραττόμενα σε βάρος τους αδικήματα της απλής ή συκοφαντικής δυσφήμησης, όχι όμως και της εξύβρισης, δοθέντος ότι με τη διάταξη του άρθρου 361 ΠΚ προστατεύονται μόνο τα φυσικά πρόσωπα, τα οποία είναι φορείς του εννόμου αγαθού της τιμής που θεμελιούται επί της ηθικής αξίας αυτού, καθώς και της υπολήψεως που θεμελιούται επί της κοινωνικής αξίας αυτού, σε αντίθεση με τα νομικά πρόσωπα που δεν είναι φορείς αυτών των εννόμων αγαθών και συνεπώς δεν μπορούν να προσβληθούν κατά την τιμή και την υπόληψή τους.

Επομένως, ειδικά, για τις ανώνυμες εταιρείες, η περίπτωση άρσεως του άδικου χαρακτήρα της πράξης του δράστη, λόγω συνδρομής δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, κατ' άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ, δεν εφαρμόζεται, μόνο όταν συντρέχει η περίπτωση του εδαφίου α' της παρ.2 του άρθρου 367 ΠΚ, δηλαδή μόνο όταν οι προβλεπόμενες στην παρ.1 του ίδιου άρθρου δυσμενείς κρίσεις, εκφράσεις ή εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363 ίδιου Κώδικα, δηλαδή εκείνα της συκοφαντικής δυσφήμησης.

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 περ.α' ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως νοούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ή άλλη αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων προς παροχή εννόμου προστασίας. Προς τους μη προταθέντες ισχυρισμούς εξομοιώνονται και εκείνοι που προτάθηκαν απαράδεκτα (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 2062/2007, ΑΠ 130/2004, ΑΠ 150/2003).

[III] Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ.8 περ. α' ΚΠολΔ πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη της και δέχθηκε κατ’ ουσίαν αντένσταση ότι αυτός με τις επίδικες φράσεις του «Όλα αυτά μεθοδεύτηκαν κάτω από παράνομες συνθήκες με Ιερές Μονές και παράνομες δανειοδοτήσεις», που στοιχειοθετούν κατά τις παραδοχές της τη δυσφήμηση και της δεύτερης αναιρεσίβλητης ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας από αυτόν, είχε σκοπό εξυβρίσεώς της και με την παραδοχή αυτή απέρριψε την ένσταση του ίδιου την οποία είχε προβάλλει κατά της αγωγής, ότι στις επίμαχες ως άνω αναφορές είχε προβεί λόγω του εκτιθέμενου δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του και δεν δέχθηκε άρση του άδικου χαρακτήρα της δυσφήμησης και ακολούθως ότι αυτός προσέβαλε την προσωπικότητα της ως άνω αναιρεσίβλητης, μολονότι η τελευταία δεν είχε προτείνει με σχετικό λόγο έφεσης την αντένσταση αυτή προς αντίκρουση της ως άνω ενστάσεώς του.

Από δε την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι με την πρωτόδικη 5407/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η ένδικη αγωγή και ως προς την τότε δεύτερη ενάγουσα και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη είχε απορριφθεί με επάλληλες αιτιολογίες ότι «η αναπαραγωγή του περιεχομένου των πορισμάτων με δημόσιες δηλώσεις δεν πληροί την αντικειμενική υπόσταση της συκοφαντικής ή απλής δυσφήμησης.

Για τον ίδιο λόγο δεν υφίσταται διάδοση αναληθών ειδήσεων που θέτουν σε κίνδυνο την φήμη της ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας, γιατί δεν μπορεί να αποδοθεί στον εναγόμενο οποιαδήποτε αμέλεια για την εξακρίβωση της αναληθείας του περιεχομένου των πορισμάτων. Σε κάθε περίπτωση οι αναφορές του εναγομένου έλαβαν χώρα στα πλαίσια δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του, ως μέλους του κοινοβουλίου, να ενημερώσει την κοινή γνώμη, τμήμα της οποίας θεσμικά εκπροσωπεί, για σοβαρότατα ζητήματα που περιήλθαν σε γνώση του και αφορούν στον κρίσιμο και μαστιζόμενο από την οικονομική κρίση χώρο της τραπεζικής και χρηματιστηριακής επιχειρηματικής δράσης, και ουδόλως υποκρύπτει σκοπό εξύβρισης του πρώτου ενάγοντος».

Το Εφετείο, ωστόσο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αν και η δεύτερη ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σκέψεις, δεν μπορούσε να προτείνει νόμιμα την αντένσταση ότι δεν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξης του εναγομένου ως προς αυτήν, ούσα νομικό πρόσωπο, επικαλούμενη εφαρμογή της παρ. 2 εδ.

β' του άρθρου 367 ΠΚ, επειδή προέκυπτε σκοπός εξύβρισής της από τον τελευταίο, αλλά σε κάθε περίπτωση και χωρίς να έχει περιλάβει στο δικόγραφο της από 6.3.2013 έφεσης αυτής ως λόγο έφεσης σχετικό παράπονό της για μη λήψη υπόψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο της υποβληθείσας, καθ’ υποφορά με την αγωγή της, αντένστασης ότι δεν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξης του εναγομένου καθόσον προκύπτει σκοπός εξύβρισής της, έλαβε υπόψη του την αντένσταση αυτή, αναφορικά με όσα ισχυρίστηκε ο εναγόμενος στην επίμαχη συνέντευξή του σχετικά με τις δανειοδοτήσεις της Μονής Βατοπεδίου από την τράπεζα Marfin Bank και την αγορά ποσοστού μετοχών του Ο.Τ.Ε.

και την έκανε δεκτή, καταλήγοντας στο αποδεικτικό πόρισμα ότι προκύπτει σκοπός του εναγομένου εξύβρισης και της δεύτερης ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας, με συνέπεια να μην αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της δυσφημήσεως αυτής και ακολούθως ότι προσέβαλε την προσωπικότητά της τελώντας σε βάρος της το αδίκημα της απλής δυσφήμησης.

Επομένως το Εφετείο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ούτε μπορούσαν να προταθούν νομίμως και που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού με την παραδοχή της παραπάνω αντένστασης οδηγήθηκε στην απόρριψη της ένστασης του εφεσίβλητου - εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος και στην παραδοχή του σχετικού κεφαλαίου της αγωγής της δεύτερης εκκαλούσας-ενάγουσας και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης και ο σχετικός από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ ως άνω πρώτος λόγος της αναίρεσης που αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια αυτή είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, ως προς την εν λόγω δεύτερη αναιρεσίβλητη, παρελκούσης ως προς αυτήν της έρευνας των δεύτερου αναιρετικού λόγου, για πλημμέλεια εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (για ευθεία παράβαση των ανωτέρω κανόνων ουσιαστικού δικαίου), καθώς και των τρίτου και τέταρτου αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 αρ.19 (ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες και παραβίαση εκ πλαγίου ουσιαστικών διατάξεων), ως αλυσιτελών, αφού, τυχόν, παραδοχή τους θα οδηγούσε στο ίδιο αποτέλεσμα, με τον προαναφερθέντα, που έγινε δεκτός και, έτσι, αυτοί καλύπτονται από την αναιρετική του εμβέλεια.

[IV] Η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του ενστάσεις ή αντενστάσεις των διαδίκων θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον ενδέκατο λόγο της αναίρεσης, ο αναιρεσείων πλήττει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση με την αιτίαση ότι δεν εξέτασε τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ένστασή του περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος της δεύτερης ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης.

Όπως, όμως, προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως το Εφετείο δέχθηκε ότι ο προβληθείς ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με τις από 08.03.2012 προτάσεις ισχυρισμός του εναγομένου περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος αμφοτέρων των εναγόντων, για το λόγο ότι η ένδικη αγωγή τους ασκήθηκε προκειμένου να τον «φιμώσουν» και να τον αποτρέψουν από την ενημέρωση των πολιτών για θέματα που τους αφορούσαν άμεσα όπως το σκάνδαλο της Μονής Βατοπεδίου, επιδιώκοντας ταυτόχρονα να τον εξοντώσουν οικονομικά, πολιτικά και ηθικά, και ο οποίος επαναφέρεται με λόγο της εφέσεώς του, πρέπει να απορριφθεί, διότι τα ως άνω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά για τη θεμελίωση της εν λόγω ενστάσεως εκ της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ και αληθή υποτιθέμενα δεν καθιστούν την άσκηση του δικαιώματος των εναγόντων καταχρηστική και δεν θεμελιώνουν τη σχετική ένσταση. Επομένως η αιτίαση αυτή προβαλλόμενη, κατ’ ορθήν εκτίμηση του Δικαστηρίου, από τη διάταξη του αριθμού 8, και όχι εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμη, αφού το Εφετείο έλαβε υπόψη του την εν λόγω ένσταση και αξιολογώντας τα αναφερόμενα προς θεμελίωσή της πραγματικά περιστατικά απέρριψε αυτήν ως μη νόμιμη.

[V] Κατά τον αριθμό 11 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Δεν χωρεί αναίρεση στην εν λόγω περίπτωση αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχτηκε κυρίως σε άλλα νόμιμα αποδεικτικά μέσα και μόνον επικουρικώς σε κάποιο αποδεικτικό μέσο που δεν είχε προσκομιστεί (ΑΠ 257/2008, ΑΠ 1595/ 2007, ΑΠ 968/2007, ΑΠ 853/2007, ΑΠ 158/2007, ΑΠ 1620/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δωδέκατο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του ότι η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της δεύτερης ενάγουσας ήταν πραγματική και όχι πλασματική, όπως είχε ισχυριστεί ο αναιρεσείων, δηλαδή για ζήτημα που αποτελεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, έλαβε υπόψη το υπ' αριθ. 396/9.11.2010 έγγραφο του Προέδρου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς προς τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, το οποίο όμως δεν είχε προσκομιστεί νόμιμα με επίκληση στο δικαστήριο. Από τις προτάσεις δε τόσο της αναιρεσίβλητης, όσο και του αναιρεσείοντος, που υπέβαλαν στο Εφετείο κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, τις οποίες ως διαδικαστικά έγγραφα παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), για να ελέγξει τη βασιμότητα του λόγου, πράγματι δεν έγινε επίκληση του ως άνω εγγράφου από κάποιον από τους διαδίκους.

Συνεπώς, το Εφετείο με το να λάβει υπόψη το ως άνω έγγραφο και να το συνεκτιμήσει με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα αποδεχόμενο την απόδειξη του ουσιώδους πραγματικού ισχυρισμού, που έχει επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη περί του ότι η αύξηση και κάλυψη του μετοχικού κεφαλαίου της δεύτερης ενάγουσας και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας υπήρξε πραγματικό γεγονός και δεν ήταν πλασματικές, καθόσον έγιναν με διαφανείς και νόμιμες διαδικασίες και ειδικότερα με την τήρηση του σχετικού νομοθετικού και κανονιστικού πλαισίου, αφού επρόκειτο για εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών εταιρεία και είχαν ληφθεί προηγουμένως οι απαραίτητες διοικητικές άδειες και εγκρίσεις και τηρηθεί οι απαιτούμενες διατυπώσεις δημοσιότητας, και ακολούθως να αχθεί στην κρίση του ότι η επίμαχη αναφορά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος σε πλασματική αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της άνω ενάγουσας και αναιρεσίβλητης δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα και ήταν ψευδής, αυτός δε τελούσε σε γνώσει της αναληθείας της και εξ αυτής της αναφοράς του ήταν δυνατόν να τρωθεί η εμπιστοσύνη του κοινού προς την θιγόμενη εταιρεία, και ειδικότερα ως προς τις επιχειρηματικές εργασίες της, αλλά και την αξιοπιστία της ίδιας και των προσώπων που τη διοικούν, διαπράττοντας σε βάρος της το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να εφαρμοσθεί στην προκειμένη περίπτωση η επικαλούμενη από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα διάταξη του άρθρου 367 παρ.1 ΠΚ, περί δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, λόγω συνδρομής της εξαιρέσεως της παρ.2 περ.

α' του ίδιου άρθρου, υπέπεσε στην ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια της παρά τον νόμο λήψη απόδειξης που δεν προσκομίστηκε νόμιμα. Επομένως, ο ως άνω δωδέκατος λόγος της αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, ως προς την ως άνω δεύτερη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, παρελκούσης της έρευνας των πέμπτου και έβδομου αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ (ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες), καθώς και του έκτου αναιρετικού λόγου εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση ευθέως κανόνων ουσιαστικού δικαίου και δη των άρθρων 57-59, 914, 920, 932 ΑΚ, 362, 364 και 367 παρ.1 ΠΚ), ως αλυσιτελών, αφού, τυχόν, παραδοχή τους θα οδηγούσε στο ίδιο αποτέλεσμα, με τον προαναφερθέντα, που έγινε δεκτός και, έτσι, αυτοί καλύπτονται από την αναιρετική του εμβέλεια.

[VI] Συνακόλουθα πρέπει, κατά παραδοχή των πρώτου και δωδέκατου λόγων της αίτησης αναιρέσεως, να γίνει δεκτή η αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3928/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, στο σύνολό της, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που την εξέδωσαν, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές, κατά την παράγραφο 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η εν λόγω δεύτερη αναιρεσίβλητη, ως ηττώμενη διάδικος, να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού(άρθρα 176,183,189 παρ.1 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα (άρθρ.495 παρ.3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη τη συζήτηση της από 02.11.2015 και με αριθμ. κατάθεσης 975/2015 αίτησης, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3928/2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο.

Αναιρεί την ως άνω 3928/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Καταδικάζει τη δεύτερη αναιρεσίβλητη να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία καθορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ.

Διατάζει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που έχει καταθέσει.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Σεπτεμβρίου 2021.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ήδη

Αντιπρόεδρος

του Αρείου Πάγου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ