Legislator Case Law & Legislation
1558/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against second defendant but allows appeal against first defendant regarding bank notes claim.

Case Number 1558/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court declared the appeal inadmissible against the second defendant but allowed it against the first defendant concerning a specific claim. The appellants argued the lower court erred in dismissing their request for compensation for bank notes worth 600,000 euros, which the appellate court had not examined. The court found the appeal admissible only for this specific portion because the appellate court had explicitly rejected the claim without proper grounds, necessitating remittal for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 576, 580, 495 of the Code of Civil Procedure; The appeal is admissible only for specific claims where the appellate court failed to examine them properly, requiring remittal to the same court with different judges.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal admissibility partial remittal bank notes claim deemed established fact judicial costs allocation different judges panel

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraphs 1-3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraphs 16 and 9 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraphs 19 and 9 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 62 of Law 4139/2013
Article 98 of Law 4139/2013

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 528/2009
Supreme Court Case 920/2009
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1558 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1558/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Γεώργιο Αποστολάκη και Αναστασία Περιστεράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Απριλίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Η. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 2) Α. Γ., συζύγου Η. Μ., κατοίκου ..., 3) Β. Μ. Η., κατοίκου ... και 4) Δ. Μ. Η., κατοίκου Αθηνών, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Μίκο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Συνεταιρισμού Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "...", που εδρεύει ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάμπρο Κιτσαρά, που ανακάλεσε την από 2-4-2018 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο και 2) ..., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 10-4-2006 και 6-9-2006 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων και του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 162/2014 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-6-2016 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του πρώτου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ` αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και αν μεν την συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζητήσεώς της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση, εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε κατά το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, που προσέθεσε δεύτερο εδάφιο στην παρ. 3 του άρθρου 576 ΚΠολΔ και εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 98 του ίδιου νόμου και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον βέβαια αυτές δεν είχαν ήδη συζητηθεί κατά την έναρξη ισχύος του νέου νόμου (20-3-2013), η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως χωρεί παραδεκτά, ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νόμιμα κλητευθεί, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς(ΟΛΑΠ8/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικέιο πινάκιο κατά την μετ'αναβολή δικάσιμο της 23-4-2018 από την αρχική της 25-9-2017της ένδικης αναίρεσης κατά της 162/2014 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο από τον έλεγχο του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει, ούτε οι αναιρεσείοντες επικαλούνται επίδοση της ένδικης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση για την αρχική δικάσιμο σ'αυτόν. Επομένως, αφού δεν προκύπτει νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση αυτού θα πρέπει σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, καθόσον πρόκειται για απλή ομοδικία, να χωριστεί η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη που εκπροσωπείται και παρίσταται νόμιμα κατά την παρούσα δικάσιμο, και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο.

Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ ΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στην θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).

Δηλαδή αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και, επομένως, αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1269/2017, ΑΠ 711/2011, ΑΠ 526/2006).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει, ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ιδίου Κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση είναι 1. Ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη παράλειψη), 2.

Παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3. Υπαιτιότητα και 4. Πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νομίμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας). Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά(ΑΠ298/2018) Με τους δύο πρώτους λόγους της ένδικης αναίρεσης , οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας α) ως προς την ζημιογόνο συμπεριφορά και τον παράνομο χαρακτήρα αυτής εκ μέρους του ...

και ειδικότερα με ποιο τρόπο ο ανωτέρω υπεξαίρεσε από λογαριασμούς τρίτων τα ποσά των 272252,07 και93236,95 ευρώ που βρίσκονταν κατατιθεμένα στην πρώτη αναιρεσίβλητη ,από ποιους λογαριασμούς αφαιρέθηκαν τα ποσά αυτά και τι ποσό αφαιρέθηκε από κάθε λογαριασμό και σε ποιους λογαριασμούς των αναιρεσειόντων κατατέθηκαν , γιατί υπεξαίρεσε ο ανωτέρω και από τους δικούς τους λογαριασμούς 48000 ευρώ, μολονότι αυτή (προσβαλλομένη απόφαση) δέχεται ότι με την υπόδειξη, μεθόδευση και συνεργασία τους έγινε η υπεξαίρεση των άνω ποσών που βρίσκονταν σε λογαριασμούς τρίτων , προκειμένου να μεταφερθούν στους λογαριασμούς τους και β)τι απέγινε το ποσό των 270000 ευρώ και των ομολόγων 600000 ευρώ που φέρονταν κατατιθεμένα στους λογαριασμούς τους .

Στην ένδικη υπόθεση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παραδεκτώς, επισκοπούμενη κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ,συνεκδίκασε αντίθετες εφέσεις και δέχτηκε κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος τα ακόλουθα: "Ο ... προσελήφθη στις 21-10-2002 από την Συνεταιριστική Τράπεζα Δωδεκανήσου(και ήδη αναιρεσίβλητη ) με ατομική σύμβαση μερικής απασχόλησης ως υπάλληλος της στο Κ/Σ (κινητό Συνεργείο) Κάσου.

Στις 20-4-2006 με καταγγελία της εργασιακής του σύμβασης από την Διοίκηση της ανωτέρω τράπεζας ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ρόδου, η οποία κοινοποιήθηκε στον ΟΑΕΔ, ο προαναφερόμενος υπάλληλος απολύθηκε από την τράπεζα στις 28-4-2006, αφού εκμεταλλευόμενος την υπηρεσιακή του θέση, υπεξαίρεσε χρήματα και η πράξη του αυτή έγινε αντιληπτή από την Τράπεζα στις 14-3-2006, όταν με αφορμή το γεγονός ότι παρουσιάστηκε έλλειμμα ύψους 65.000 ευρώ διενεργήθηκε έλεγχος.

Ειδικότερα από τον έλεγχο που διενήργησε η Τράπεζα της Ελλάδος στην ελεγχόμενη Τράπεζα Συνεταιριστική Δωδεκανήσου ΣΥΝΠΕ, διαπιστώθηκε ότι η υπεξαίρεση του ... ανερχόταν συνολικά, στο ποσό των 595 595,89 ευρώ, και αυτή έγινε με συνεργασία και έπειτα από συνεννόηση με τους ενάγοντες της από 10-4-2006 αγωγής. Αυτό προκύπτει και από το γεγονός ότι από το παραπάνω ποσό διοχετεύθηκε από τον ...

στους λογαριασμούς της οικογένειας ... το ποσό των 317.489,02 ευρώ. Ειδικότερα οι παραπάνω ενάγοντες τηρούσαν τους ακόλουθους λογαριασμούς ταμιευτηρίου στην εναγόμενη τράπεζα με το αναφερόμενο κατωτέρω αρχικό ύψος καταθέσεων: 1) αριθμ. λογ…..5 με αρχική κατάθεση 1650 ευρώ, 2) αριθμ. λογ. ….5 με αρχική κατάθεση 44.970 ευρώ, 3) αριθμ.

λογ. 1…4 με αρχική κατάθεση, 30 ευρώ, 4) αριθμ. λογ. …1 με αρχική κατάθεση 30 ευρώ, 5) αριθμ. λογ. …4 με αρχική κατάθεση 29.730 ευρώ, 6) αριθμ. λογ. …9 με αρχική κατάθεση 5.200 ευρώ, 7) αριθμ. λογ. ….8 με αρχική κατάθεση 10.000 ευρώ, 8) αριθμ. λογ. …9 με αρχική κατάθεση 2700 ευρώ. Στη συνέχεια και όπως αναγράφεται στον πίνακα της ανωτέρω πραγματογνωμοσύνης με τίτλο:

καταθέσεις: Προέλευση χρημάτων Αντιστοίχηση με απαίτηση Τράπεζας (317.489,02) ό ... απέδωσε στην οικογένεια ... το ποσό των 272.252,07 ευρώ καθώς και το ποσό των 93.236,95 ευρώ από υπεξαιρεθέντα χρήματα και με άλλους τρόπους που περιγράφονται αναλυτικά στην ανωτέρω πραγματογνωμοσύνη, ενώ ο ίδιος υπεξαίρεσε από τους λογαριασμούς της οικογένειας ...

το ποσό των 48.000 ευρώ με συνέπεια να προκύπτει η απαίτηση της εναγόμενης τράπεζας ύψους 317.489,02 ευρώ, (272.252,07 + 93.236,95-48.000 ευρώ), η οποία αποτελεί κατάθεση υπεξαιρέσεως χρημάτων από τον ... στον ανωτέρω λογαριασμό της οικογένειας ... με γνώση αυτής και με συνεννόηση μεταξύ του Λ. και αυτής της οικογένειας. Έτσι , αποδεικνύεται από όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα ότι όχι μόνο δεν υπεξαιρέθηκε από τον ...

το ποσό των 270.000 ευρώ από τους λογαριασμούς που τηρούνται οι ενάγοντες της από 10-4- 2006 αγωγής, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται αυτοί, αλλ' αντιθέτως κατατέθηκε παράνομα το ποσό των 317.489,02 ευρώ στους λογαριασμούς τους το οποίο με πρόθεση αυτοί ιδιοποιήθηκαν, γνωρίζοντας ότι η κατάθεση του ποσού από τον ... δεν ανταποκρινόταν σε νόμιμη αιτία και συνεπώς το ποσό αυτό αποτελεί αποδεδειγμένα θετική ζημία της ενάγουσας Συνεταιριστικής Τράπεζας Δωδεκανήσου.

Περαιτέρω, όσον αφορά τις αναφερόμενες στην από 10-4-2006 αγωγή επιταγές και πιο συγκεκριμένα οι 14 επιταγές που αναφέρονται στην από 30-6-2006 έκθεση ελέγχου του κινητού συνεργείου Κάσου από τα αρμόδια όργανα της ΣΥΝΠΕ, οι οποίες ανευρέθηκαν στο χρηματοκιβώτιο, από τις οποίες 12 είναι σε διαταγή Η. ... και 2 σε διαταγή Β.

Μ. από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι είχαν παραδοθεί προς φύλαξη από την οικογένεια ... στην εναγόμενη ΣΥΝΠΕ, αφού δεν υπάρχει έγγραφη .σύμβαση για την φύλαξη τους, ώστε η τράπεζα να υποχρεούται στην απόδοση τους, πολύ δε περισσότερο αφού για τις επιταγές αυτές θα έπρεπε να υπάρχουν στα χέρια της οικογένειας ...

εναγόντων της από 10-4-2006 αγωγής αντίστοιχα παραστατικά για την παράδοση τους προς την ΣΥΝΠΕ, πλην όμως αυτοί δεν προσεκόμισαν κανένα σχετικό παραστατικό. Ενόψει λοιπόν όλων των ανωτέρω η από 10-4-2006 αγωγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες σχετικά με την αδικοπρακτική συμπεριφορά των αναιρεσειόντων αναφορικά με το ποσόν που φέρεται ότι υπεξαίρεσαν σε συνεργασία με τον υπάλληλο της αναιρεσίβλητης ... , οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικού δικίαου διατάξεων τωνάρθρων 914,297,932ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε και το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης .Ειδικότερα, δεν αιτιολογείται επαρκώς και με σαφήνεια:

α) ο τρόπος τέλεσης της παράνομης πράξης της υπεξαίρεσης των 272.252,07 και 93.236,95 ευρώ από λογαριασμούς τρίτων, που βρίσκονταν στην αναιρεσίβλητη τράπεζα εκ μέρους του εναγομένου ..., και συγκεκριμένα από ποιούς λογαριασμούς, με ποιο τρόπο, ποιά ποσά και σε ποιο κάθε φορά λογαριασμό των αναιρεσειόντων διοχετεύθηκαν τα ποσά των 272.252,07 και 93.236,95 ευρώ από αυτόν, καθώς και η αφαίρεση του ποσού των 48.000 ευρώ από τους λογαριασμούς των αναιρεσειόντων, και ειδικότερα το ύψος του ποσού που αφαιρέθηκε από κάθε λογαριασμό αυτών και ο τρόπος.

Επίσης, υφίσταται εν μέρει αντίφαση, πώς ενώ γίνεται δεκτό ότι η υπεξαίρεση των άνω ποσών και η διοχέτευσή τους από τον ... έγινε εν γνώσει των αναιρεσειόντων και με συνεννόηση με τον τελευταίο σε λογαριασμούς τους, ταυτόχρονα υπάρχει παραδοχή ότι αυτός υπεξαίρεσε από τους λογαριασμούς τους το ποσό των 48.000 ευρώ , δεν αιτιολογείται δε επαρκώς τι απέγινε το ποσό των 270.000 ευρώ που οι αναιρεσείοντες φέρονται ότι είχαν καταθέσει σε λογαριασμούς της πρώτης αναιρεσίβλητης τράπεζας.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, πλην άλλων, και στην περίπτωση που το δικαστήριο άφησε αδίκαστη αυτοτελή, περί παροχής έννομης προστασίας, αίτηση, η οποία αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενο από την παραπάνω διάταξη αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο παράλειψε να ασχοληθεί καθοιονδήποτε τρόπο με την ενώπιόν του κατατεθείσα προς κρίση αίτηση παροχής έννομης προστασίας (Ολ. ΑΠ 25/2003, ΑΠ606/2015)). Για τη θεμελίωση του λόγου αυτού απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων να υφίσταται όχι μόνο στο αιτιολογικό αλλά και στο διατακτικό.

Συνεπώς, αν από το διατακτικό προκύπτει ότι η αίτηση δικαστικής προστασίας απορρίφθηκε στο σύνολό της, μολονότι δεν υπάρχει ειδική αιτιολογία ως προς όλα τα αιτήματα (σιωπηρή απόρριψη) δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος (ΑΠ 528/09) πολύ δε περισσότερο δεν ιδρύεται αυτός αν από την επισκόπηση της απόφασης (αρ. 561 § 2 Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι το δικαστήριο προέβη σε εξέταση και ακολούθως απέρριψε την υποβληθείσα αίτηση δικαστικής προστασίας (ΑΠ 920/2009).

Με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλονται από τους αναιρεσείοντες οι από το άρθρο 559αρ 16 και 9ΚΠολΔ αιτιάσεις, με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεχθείσα εσφαλμένα την ύπαρξη δεδικασμένου άφησε αδίκαστη αίτηση παροχής έννομης προστασίας, και ειδικότερα το απ' αυτούς αίτημα επιδίκασης αποζημιώσεως που αφορά το κεφάλαιο των ομολόγων αξίας 600.000 ευρώ, για τα οποία η αναιρεσίβλητη δεν τους κατέβαλε το οικείο τίμημα.

Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι όσον αφορά το άνω κεφάλαιο το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν μεταβιβάστηκε με ειδικό λόγο έφεσης ενώπιον του, η αξίωση συνολικού ποσού 600.000 ευρώ από ομόλογα που διατηρούσαν οι αναιρεσείοντες στην αναιρεσίβλητη τράπεζα, η οποία είχε απορριφθεί από την απόφαση του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως απαράδεκτη εξαιτίας του αναφερομένου σ' αυτή δεδικασμένου.

Όμως από το δικόγραφο της έφεσης των αναιρεσειόντων προκύπτει ότι αυτοί προσέβαλλαν την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και ως προς το κεφάλαιο αυτό και επομένως το εφετείο που έκρινε ότι δεν μεταβιβάστηκε το κεφάλαιο αυτό προς εκδίκαση ενώπιον του και δεν αποφάνθηκε γι' αυτό έσφαλε και πρέπει ως προς το κεφάλαιο αυτό να αναιρεθεί ομοίως η προσβαλλομένη απόφαση. Κατόπιν τούτων , είναι βάσιμοι των εκ του άρθρου 559αρ 19 και 9 ΚΠοΛΔ πρώτος, δεύτερος και πέμπτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, ενώ λόγω της αναιρετικής εμβέλειας αυτών, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων που πλήττουν την προσβαλλομένη απόφαση. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί προς εκδίκαση η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων θα επιβληθούν σε βάρος της πρώτης αναιρεσίβλητης ,λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη τη συζήτηση της από27-6-2016 αίτησης αναίρεσης των Η. ..., Α. Γ., Β. Μ. και Δ. Μ. ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο Ν. Λ.. ΑΝΑΙΡΕΙ την 162/2014 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου ,κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος . ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το μέρος αυτό στο Εφετείο Δωδεκανήσου, συγκροτούμενο από διαφορετικούς από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση δικαστές ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της πρώτης αναιρεσίβλητης τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Νοεμβρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ