1558/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/11/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 119/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 619/2007 του Εφετείου Πατρών.
Legislator headnote
AI generated1558/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, το Εφετείο, που απέρριψε το σχετικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, δεν παρεβίασε τις διατάξεις των άρθρων 956 § 1 ΚΠολΔ και 300 ΑΚ. Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η από 12-5-2008 αίτηση αναίρεσης και οι από 27-10-2014 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης κατά της υπ’ αριθμ. 619/2007 απόφασης του Εφετείου Πατρών να απορριφθούν στο σύνολό τους. Έξοδα δεν επιδικάζονται λόγω μη υποβολής σχετικού αιτήματος (ΚΠολΔ 191 § 2).
Full text
Απόφαση 1558 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1558/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Μάρκου που δήλωσε την αλλαγή επωνυμίας της αναιρεσείουσας Εταιρείας σε "... Ε.Π.Ε." ("...") και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Χ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Λαγουδάκη και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/11/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αγρινίου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 119/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 619/2007 του Εφετείου Πατρών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12/5/2008 αίτησή της και τους από 27/10/2014 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 20/11/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής και ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρονται προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, η από 12-5-2008 αίτηση αναίρεσης, καθώς και οι από 27-10-2014 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης κατά της υπ’ αριθμ. 619/2007 απόφασης του Εφετείου Πατρών, που πρέπει να συνεκδικαστούν, αφού, με τον τρόπο, αυτό διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης (ΚΠολΔ 246 και 573 § 1). Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η ανωτέρω απόφαση, η οποία εκδόθηκε επί της από 11-1-2006 έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της υπ’ αριθμ. 119/2005 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 17-11-2003 αγωγή του αναιρεσίβλητου.
Από τα άρθρα 298, 340, 341 και 343 Α.Κ., συνάγεται ότι, αν ο πωλητής βρίσκεται σε υπερημερία, ως προς την εκπλήρωση των συμβατικών του υποχρεώσεων, της μεταβίβασης δηλαδή κατά κυριότητα και παράδοσης του πωληθέντος πράγματος στον αγοραστή, με την παρέλευση της σχετικής δήλης ημέρας, ή μετά προηγηθείσα όχληση, ο τελευταίος έχει κατ’ επιλογή, πέραν του δικαιώματος υπαναχώρησης από τη σύμβαση, με τις προϋποθέσεις των άρθρων 383 και 385 ΑΚ, να εμμείνει σ’ αυτήν και να ζητήσει αποζημίωση για τις θετικές και τις αποθετικές ζημίες (διαφυγόντα κέρδη), που κατ’ αιτιώδη συνάφεια προκλήθηκαν σ’ αυτόν, από τη μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων του πωλητή και ειδικότερα, από την καθυστέρηση εκπλήρωσης της παροχής του (ΑΠ 653/2008).
Περαιτέρω, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών, που εκτίθενται στην αγωγή, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του επίδικου δικαιώματος. Επομένως, νομική είναι η αοριστία, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών, που θεμελιώνουν κατ’ αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών, χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 470/2013).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής (ΚΠολΔ 561 § 2), προκύπτει ότι σ’ αυτή, μεταξύ άλλων, εκτίθεται ότι ο αναιρεσίβλητος, αυτοκινητιστής, ιδιοκτήτης λεωφορείου, εντεταγμένου στη δύναμη των λεωφορείων του ΚΤΕΛ, το καλοκαίρι του έτους 2002, συνήψε με την ... Τράπεζα δανειακή σύμβαση, με την οποία εγκρίθηκε στο όνομά του, πίστωση ύψους 120.000 ευρώ, προκειμένου να αντικαταστήσει το παλαιό λεωφορείο του με άλλο νεώτερης τεχνολογίας, ότι απευθύνθηκε σε έμπορο στην Αθήνα, ο οποίος παρήγγειλε για λογαριασμό του από την αναιρεσείουσα εταιρεία, η οποία εδρεύει στην Αυστρία, ένα λεωφορείο εργοστασίου κατασκευής Mercedes, τύπου 303, μοντέλο 1992 και πλήρως εξοπλισμένο, γερμανικής κατασκευής, ότι στις 8-8-2002 ο δεύτερος των εναγομένων, που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, διαβίβασε με FAX στο υποκατάστημα του Αγρινίου της ...
Τράπεζας προτιμολόγιο-προσφορά στη γερμανική γλώσσα, για ένα λεωφορείο μεταχειρισμένο, αξίας 108.000 ευρώ, τύπου ... και στη συνέχεια, μέσω της ανωτέρω Τράπεζας, πιστώθηκε το ως άνω ποσό στο λογαριασμό της αναιρεσείουσας σε αυστριακή τράπεζα, ότι, όταν ο αναιρεσίβλητος ενημερώθηκε ότι το λεωφορείο, που είχε παραγγείλει και το οποίο είχε ήδη εκτελωνιστεί, ήταν εν μέρει ισπανικής κατασκευής, αρνήθηκε να το παραλάβει και ζήτησε να του αποστείλουν άλλο αυτοκίνητο με τις συμφωνημένες ιδιότητες, δηλαδή, εξ ολοκλήρου γερμανικής κατασκευής, ότι περαιτέρω δεν παρέλαβε εγκαίρως το ως άνω όχημα, που είχε παραγγείλει και το οποίο θα ανταποκρίνονταν στους όρους της συμφωνίας, παρά τις συνεχείς οχλήσεις του προς τον εκπρόσωπο της πωλήτριας και έτσι δεν προσκόμισε στη δανείστρια τράπεζα το τιμολόγιο αγοράς του οχήματος, με αποτέλεσμα η τελευταία να επιτύχει την σε βάρος του έκδοση διαταγής πληρωμής και να προβεί σε αναγκαστική κατάσχεση του παλαιού λεωφορείου του μαζί με την άδεια κυκλοφορίας του και να το αφαιρέσει από την κατοχή του, ορίζοντας μεσεγγυούχο τρίτο πρόσωπο και ότι τελικά παρέλαβε στο Αγρίνιο το λεωφορείο με τα χαρακτηριστικά που είχε εξ αρχής παραγγείλει, στις 7-6-2003, η διαδικασία δε ένταξής του στη δύναμη των λεωφορείων του ...
ολοκληρώθηκε στις 14-8-2003. Με την επίκληση των περιστατικών αυτών, ζήτησε τα αναφερόμενα στο δικόγραφο της αγωγής χρηματικά ποσά ως αποζημίωση για την αποκατάσταση των θετικών και αποθετικών του ζημιών. Με το περιεχόμενο αυτό η ένδικη αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, καθόσον στο δικόγραφο αυτής εκτίθενται με πληρότητα τα θεμελιωτικά και εξειδικεύοντα την απαίτηση του αναιρεσιβλήτου πραγματικά περιστατικά.
Δεν ήταν δε αναγκαίο για το ορισμένο αυτής, να αναφέρονται α) τα έσοδα, τα έξοδα του ... κατά την επίδικη χρονική περίοδο, καθώς και το καθαρό διανεμητέο, μεταξύ όλων των μετόχων του ΚΤΕΛ, μέρισμα και ο αριθμός των δικαιούχων αυτοκινητιστών, β) με βάση ποιές αποφάσεις του ΚΤΕΛ, το παλαιό λεωφορείο του αναιρεσιβλήτου συμμετείχε στη διανομή του μερίσματος με συντελεστή 1,05, ενώ το νέο λεωφορείο θα συμμετείχε με συντελεστή 1,20, γ) πόσα δρομολόγια θα πραγματοποιούσε, έστω και κατά μέσο όρο, με το όχημα του κατά μήνα και προς ποιες κατευθύνσεις, πόσες ημέρες θα διανυκτέρευε και που, πόσες ημέρες θα εργάζονταν νυχτερινά και ποια δρομολόγια θα πραγματοποιούσε, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, με το σχετικό αναιρετικό λόγο, αφού τα στοιχεία αυτά θα προέκυπταν από τις αποδείξεις.
Έτσι, το Εφετείο που έκρινε ορισμένη την αγωγή με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να απορρίψει ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή λόγω αοριστίας, απαιτώντας για το ορισμένο αυτής στοιχεία λιγότερα από όσα απαιτεί ο νόμος. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, απορριπτέος κρίνεται ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, εν όψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 368/2016, ΑΠ 560/2013).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος, για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως, αιτιολογία της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά, με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 253/2013).
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων: "Στις 4-10-2001 η ... Τράπεζα της Ελλάδας χορήγησε στον ενάγοντα πίστωση με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό, ποσού 14.673,51 ευρώ. Στις 24-5-2002 το ποσό της πίστωσης αυξήθηκε σε 120.000 ευρώ, από την οποία στις 9-8-2002 η ...
Τράπεζα χορήγησε στον ενάγοντα ως δάνειο 108.000 ευρώ, προκειμένου να προβεί στην αγορά μεταχειρισμένου λεωφορείου. Ο ενάγων ανέλαβε την υποχρέωση, μεταξύ των άλλων, εντός μηνός από την εκταμίευση του δανείου να προσκομίσει στην Τράπεζα το τιμολόγιο αγοράς του αυτοκινήτου και την άδεια κυκλοφορίας του.
Στη συνέχεια ο ενάγων παρήγγειλε μέσω του εμπόρου Αθηνών Χ. Α., στην πρώτη εναγομένη, που εδρεύει στην Αυστρία ένα λεωφορείο αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής MERCEDES, τύπου 404, κατασκευής 1992 στη Γερμανία, με τον εξοπλισμό του. Η τελευταία διαβίβασε με FAX στο υποκατάστημα Αγρινίου της ... Τράπεζας το ... προτιμολόγιο - προσφορά για ένα λεωφορείο μεταχειρισμένο, αξίας 108.000 ευρώ, τύπου MERCEDES ...
και αμέσως μετά, στις 9-8-2002 , μέσω της ίδιας τράπεζας για λογαριασμό του ενάγοντος, κατατέθηκε το ποσό του τιμήματος, στο ... λογαριασμό της πρώτης εναγομένης σε τράπεζα της Αυστρίας. Το πιο πάνω προτιμολόγιο ήταν γραμμένο στη γερμανική γλώσσα και από τα στοιχεία που ανέγραφε ο ενάγων δεν ήταν δυνατόν να διαπιστώσει εάν επρόκειτο περί λεωφορείου κατασκευασμένου στη Γερμανία ή στην Ισπανία.
Μετά την καταβολή του τιμήματος ο ενάγων ενημερώθηκε από το συνεργάτη του Χ. Α. Α. Α. ότι υπάρχει στη διάθεσή του ένα λεωφορείο MERCEDES 404, κατασκευής Ισπανίας. Ο ενάγων απάντησε ότι παρήγγειλε αυτοκίνητο κατασκευής Γερμανίας και επικοινώνησε τηλεφωνικά με το δεύτερο εναγόμενο, νόμιμο εκπρόσωπο της πρώτης, ο οποίος του υποσχέθηκε ότι θα του παραδοθεί σύντομα το αυτοκίνητο γερμανικής κατασκευής.
Η παράδοση όμως του αγορασθέντος λεωφορείου καθυστερούσε, με συνέπεια ο ενάγων να μην μπορέσει να προσκομίσει στην ... Τράπεζα, όπως είχε δεσμευτεί συμβατικά, εντός μηνός από την εκταμίευση του δανείου, τιμολόγιο αγοράς και άδεια κυκλοφορίας του αυτοκινήτου. Έτσι, σύμφωνα με σχετικό όρο της παραπάνω σύμβασης δανείου, το ποσό του δανείου κατέστη ολόκληρο απαιτητό, ο σχετικός λογαριασμός έκλεισε και εκδόθηκε εις βάρος του ενάγοντος η ….2002 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου για το ποσό των 116.627,69 ευρώ.
Στη συνέχεια η ... Τράπεζα, με εκτελεστό τίτλο την προαναφερόμενη διαταγή πληρωμής προέβη σε αναγκαστική κατάσχεσή του με αριθμό κυκλοφορίας ... Δ.Χ. υπεραστικού λεωφορείου του ενάγοντος (ενταγμένου στο ...) δυνάμει της ...-1-2003 έκθεσης αναγκαστικής κατασχέσεως του δικαστικού επιμελητή Αγρινίου Α. Κ. και ορίστηκε ημέρα πλειστηριασμού η 12-2-2003.
Το κατασχεθέν λεωφορείο παραδόθηκε προς φύλαξη στο μεσεγγυούχο Β. Κ., ιδιοκτήτη σταθμού αυτοκινήτων στο Αγρίνιο. Ο ενάγων υπέβαλε αίτηση διόρθωσης της κατασχετήριας έκθεσης ως προς την αξία του κατασχεθέντος λεωφορείου, η οποία έγινε δεκτή με την 171/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου και έτσι ορίστηκε νέα ημέρα πλειστηριασμού η 2-4-2003 και λόγω μη εμφάνισης πλειοδοτών η 7-5-2003.
Ο ενάγων, προκειμένου να αποφύγει τον πλειστηριασμό του ήδη κατασχεθέντος παλιού λεωφορείου του, οχλούσε συνεχώς το δεύτερο εναγόμενο, νόμιμο εκπρόσωπο της πρώτης, να του παραδοθεί το αυτοκίνητο που αγόρασε, ώστε να ρυθμίσει την οφειλή του προς την ... Τράπεζα. Στις 7-5-2003 και μετά από φορτικές πιέσεις του ενάγοντος, η πρώτη εναγομένη απέστειλε στον ενάγοντα με FAX το υπ’ αριθμ. ...6-5-2003 τιμολόγιο πώλησης, στο οποίο αναγραφόταν ότι αυτή μεταβιβάζει κατά κυριότητα στον ενάγοντα ένα λεωφορείο MERCEDES ..., με αριθμό κινητήρα ....
Ο ενάγων προσκόμισε το τιμολόγιο αυτό στην ... Τράπεζα και έτσι ματαιώθηκε ο πλειστηριασμός της 7-5-2003 και ορίστηκε νέα ημέρα πλειστηριασμού η 28-5-2003, ώστε να παραληφθεί το λεωφορείο από τον ενάγοντα. Για την παράδοση του λεωφορείου η πρώτη εναγομένη ζήτησε από τον ενάγοντα να δηλώσει εγγράφως ότι δεν διατηρεί κάποια απαίτηση εις βάρος της σχετικά με το ύψος του καταβληθέντος τιμήματος, την οποία και πράγματι απέστειλε με FAX ο ενάγων στις 27-5-2003.
Στις 28- 5-2003 η πρώτη εναγομένη παρέδωσε στον ενάγοντα στο Αγρίνιο το νέο λεωφορείο που είχε αγοράσει και στις 7-6-2003 του παρέδωσε και τα έγγραφα που το συνόδευαν. Στο μεταξύ ο πλειστηριασμός της 28-5-2003 ματαιώθηκε λόγω έλλειψης πλειοδοτών, ενώ η ... Τράπεζα, μετά την παραλαβή του νέου λεωφορείου, το οποίο τελικά εντάχθηκε στο ...
στις 14-8-2003, δέχθηκε τη ρύθμιση της οφειλής του ενάγοντος, η κυκλοφορία όμως του παλιού αυτοκινήτου του ενάγοντος είχε ήδη διακοπεί από το ..., λόγω της αναγκαστικής του κατάσχεσης και της απουσίας του επί μεγάλο χρονικό από την κυκλοφορία. Με βάση τα παραπάνω, η εναγομένη, η οποία καθυστέρησε από δική της υπαιτιότητα να παραδώσει έγκαιρα στον ενάγοντα το λεωφορείο που πώλησε, παρότι είχε προεισπράξει το τίμημα, υποχρεούται παράλληλα προς την παράδοση του λεωφορείου, η οποία έχει γίνει, σε αποζημίωση για κάθε ζημία, θετική και αποθετική, που αυτός υπέστη από την καθυστέρηση (άρθρο 343 του ΑΚ).
Από την καθυστέρηση παράδοσης του παραπάνω λεωφορείου στον ενάγοντα, η οποία είχε ως συνέπεια να καταστεί απαιτητό το δάνειο που είχε συνάψει ο τελευταίος με την ... Τράπεζα και η τελευταία να στραφεί με αναγκαστική εκτέλεση εις βάρος του και να ακινητοποιηθεί το ... λεωφορείο λόγω αναγκαστικής κατάσχεσης, ο ενάγων ζημιώθηκε τα εξής ποσά 1) 4.785,27 ευρώ που χρεώθηκε η μερίδα του στο ...
λόγω ακινησίας του ... λεωφορείου του, 2) 24.681,42 ευρώ που θα αποκόμιζε, με πιθανότητα και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, ως μέρισμα από την κυκλοφορία του ... λεωφορείου κατά το χρονικό διάστημα από την ακινητοποίησή του έως την ένταξη του νέου λεωφορείου του στο ΚΤΕΛ Ν. Αιτωλοακαρνανίας στις 15-8-2003 (7.950,42 ευρώ το πρώτο τρίμηνο του έτους 2003, 10.631 ευρώ το δεύτερο τρίμηνο 2003 και 6.100 ευρώ από 1 Ιουλίου έως 15 Αυγούστου 2003) και 3) 7.231 ευρώ, που θα ελάμβανε ως οδηγός του παλιού λεωφορείου του, από την ακινητοποίησή του έως 20-7-2003 που ζητεί, πραγματοποιώντας στο διάστημα αυτό, με πιθανότητα και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, 50 ώρες υπερωρίας, 30 ώρες νυχτερινής εργασίας και 10 διανυκτερεύσεις (4.464 ευρώ για υπερωρίες, 279 ευρώ για νυχτερινή εργασία και 2.488 ευρώ για διανυκτερεύσεις).
Από τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται δεν αποδεικνύεται ότι ο ενάγων συντέλεσε και ο ίδιος στην παραπάνω ζημία του, γιατί έδωσε ασαφή παραγγελία ως προς τη χώρα κατασκευής του αυτοκινήτου που επιθυμούσε να αγοράσει, ούτε ότι αυτός κατά την αποστολή του προτιμολογίου αγοράς του λεωφορείου στην ... Τράπεζα έλαβε γνώση ότι το αυτοκίνητο ήταν ισπανικής κατασκευής και το ενέκρινε, αφού, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν αποδεικνύεται ότι στο προτιμολόγιο αναγραφόταν η χώρα κατασκευής του λεωφορείου, το προτιμολόγιο ήταν γραμμένο στη γερμανική γλώσσα και ο ενάγων από τις ενδείξεις και μόνον δεν μπορούσε να κατανοήσει όσα αναγράφοντο σ’ αυτό.
Άλλωστε, εάν ο ενάγων είχε παραγγείλει αυτοκίνητο ισπανικής κατασκευής και όχι γερμανικής, τότε είναι βέβαιο ότι η πρώτη εναγομένη δεν θα δεχόταν την αντικατάσταση του πρώτου αυτοκινήτου, με άλλο γερμανικής κατασκευής, ενώ ο ενάγων που επειγόταν να λάβει άμεσα το τιμολόγιο αγοράς και την άδεια κυκλοφορίας του νέου αυτοκινήτου για τη ρύθμιση του δανείου του με την ...
Τράπεζα και τη ματαίωση του πλειστηριασμού του παλιού λεωφορείου του, δεν θα ενεργούσε προς βλάβη των οικονομικών συμφερόντων του, εάν πράγματι η πρώτη εναγομένη του παρέδιδε το αυτοκίνητο που είχε παραγγείλει. Εξάλλου, το ... λεωφορείο του ενάγοντος, μετά την αναγκαστική του κατάσχεση και την παράδοσή του προς φύλαξη σε τρίτο ως μεσεγγυούχο, δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από τον ενάγοντα, σύμφωνα με το άρθρο 956 παρ. 4α του ΚΠολΔ, ακόμη και αν αυτός οριζόταν μεσεγγυούχος, ώστε να περιορίσει τη ζημία του πραγματοποιώντας δρομολόγια, ούτε αποδεικνύεται ότι ο ενάγων μπορούσε να εργαστεί ως οδηγός σε άλλο λεωφορείο ώστε να μη στερηθεί των εισοδημάτων ως οδηγός, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η πρώτη εναγομένη.
Για τα παραπάνω ο μάρτυρας του ενάγοντος Α. Γ., ιδιοκτήτης λεωφορείου ενταγμένου στο ..., καταθέτει με σαφήνεια και κατηγορηματικότητα ότι ο ενάγων παρήγγειλε αυτοκίνητο MERCEDES 404 γερμανικής κατασκευής, γιατί ο κινητήρας του τελευταίου είχε μεγαλύτερη ισχύ από του αντίστοιχου ισπανικής κατασκευής, ότι ο ενάγων δεν γνωρίζει ξένες γλώσσες και δεν μπορούσε να αντιληφθεί τι σήμαινε κάθε ένδειξη του προτιμολογίου, ότι οχλούσε διαρκώς τους εναγομένους για την παράδοση του λεωφορείου και ότι ο ιδιοκτήτης του λεωφορείου όταν εργάζεται ο ίδιος ως οδηγός λαμβάνει το μισθό του οδηγού, με όλες τις δευτερεύουσες αποδοχές.
Η κατάθεση του μάρτυρα αυτού δεν αναιρείται από την κατάθεση του μάρτυρα των εναγομένων Γ. Κ., έμπορου αυτοκινήτων, ο οποίος καταθέτει ότι, όπως του είπε ο ενάγων, δεν του έκανε το λεωφορείο που ήρθε, γιατί ήταν μικρότερου κυβισμού, ότι ο ενάγων έπρεπε και μπορούσε να ελέγξει το προτιμολόγιο, ότι τα αυτοκίνητα MERCEDES είναι το ίδιο αξιόπιστα όπου και αν κατασκευάζονται και ότι ο ενάγων έπαθε οικονομική ζημία".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η ένδικη αγωγή. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 340 και 343 ΑΚ, διαλαμβάνοντας τα περιστατικά που στοιχειοθετούν υπερημερία της πωλήτριας και την εκ της καθυστερήσεως ζημία του αναιρεσιβλήτου και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο πόρισμά του, αξιολογώντας το σύνολο των διαθέσιμων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει σ’ αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε.
Ειδικότερα, την κρίση αυτή του Εφετείου δικαιολογούσαν οι παραδοχές της πληττόμενης απόφασης ότι α) ο αναιρεσίβλητος παρήγγειλε μέσω του εμπόρου Αθηνών Χ. Α., στην αναιρεσείουσα, που εδρεύει στην … ένα λεωφορείο αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής MERCEDES, τύπου 404, κατασκευής 1992 στη Γερμανία, με τον εξοπλισμό του, β) μετά την καταβολή του τιμήματος ο αναιρεσίβλητος ενημερώθηκε από το συνεργάτη του προαναφερομένου ότι υπάρχει στη διάθεσή του ένα λεωφορείο MERCEDES 404, κατασκευής Ισπανίας, γ) ο νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσείουσας του υποσχέθηκε ότι θα του παραδοθεί σύντομα αυτοκίνητο γερμανικής κατασκευής, δ) η παράδοση όμως του αγορασθέντος λεωφορείου καθυστερούσε, παρά τις συνεχείς οχλήσεις του αναιρεσιβλήτου προς το νόμιμο εκπρόσωπο της αναιρεσείουσας, με συνέπεια εκείνος να μην μπορέσει να προσκομίσει στην ...
Τράπεζα, όπως είχε δεσμευτεί συμβατικά, εντός μηνός από την εκταμίευση του δανείου, το τιμολόγιο αγοράς και την άδεια κυκλοφορίας του και έτσι, σύμφωνα με σχετικό όρο της δανειακής σύμβασης, το ποσό του δανείου κατέστη ολόκληρο απαιτητό, ο σχετικό λογαριασμός έκλεισε και εκδόθηκε εις βάρος του η υπ’ αριθμ.
…2002 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου για το ποσό των 116.627,69 ευρώ και ε) από την καθυστέρηση παράδοσης του παραπάνω λεωφορείου στον αναιρεσείοντα, κατέστη απαιτητό το δάνειο που είχε συνάψει ο τελευταίος με την ... Τράπεζα και έτσι εκείνη στράφηκε εναντίον του, επισπεύδοντας αναγκαστική εκτέλεση, με συνέπεια να ακινητοποιηθεί το ...
λεωφορείο λόγω της επιβληθείσας αναγκαστικής κατάσχεσης και να ζημιωθεί με τα προαναφερθέντα χρηματικά ποσά. Κατόπιν τούτων, οι από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 956 παρ. 1 ΚΠολΔ, "ο δικαστικός επιμελητής παραδίδει τα πράγματα για φύλαξη σε μεσεγγυούχο. Μεσεγγυούχος μπορεί να οριστεί εκείνος υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση, αν συναινεί εκείνος κατά του οποίου στρέφεται ή και εκείνος κατά του οποίου στρέφεται, αν συναινεί εκείνος, υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση".
Περαιτέρω, κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου "ο μεσεγγυούχος φυλάει τα κατασχεμένα πράγματα και δεν έχει εξουσία να τα χρησιμοποιεί. Αν η φύση του κατασχεμένου το επιβάλλει, ο μεσεγγυούχος, μετά από άδεια του ειρηνοδικείου της περιφέρειας του τόπου όπου έγινε η κατάσχεση, το οποίο δικάζει κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., ενεργεί και διαχειριστικές πράξεις.
Ο μεσεγγυούχος έχει υποχρέωση να λογοδοτήσει και παραδίδει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού το προϊόν της διαχείρισης", ενώ κατά την παρ. 5 "κάθε αμφισβήτηση για τον ορισμό του μεσεγγυούχου ή για ό, τι αφορά τη μεσεγγύηση, καθώς και η αίτηση για την αντικατάστασή του, εισάγεται, κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., στο ειρηνοδικείο της περιφέρειας του τόπου της εκτέλεσης.
Το δικαστήριο μπορεί να ορίσει ως μεσεγγυούχο και εκείνον κατά του οποίου στρέφεται ή εκείνον υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση". Από τις διατάξεις αυτές, σαφώς συνάγεται, ότι η μεσεγγύηση αυτή εξυπηρετεί δημόσιο σκοπό και διέπεται από τις σχετικές διατάξεις του δικονομικού δικαίου, γι’ αυτό και διαφοροποιείται από τη δικαστική μεσεγγύηση του άρθρου 832 του Α.Κ., χωρίς ωστόσο να αποκλείεται η συμπληρωματική εφαρμογή της άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξης και κατ’ ακολουθία η παραπομπή στις διατάξεις για παρακαταθήκη των άρθρων 822 επ.
Α.Κ., εφόσον αυτές προσαρμόζονται προς τη φύση της προκειμένης μεσεγγύησης, ως σχέσης δημοσίου δικαίου, και συμπορεύονται προς το σκοπό της. Ειδικότερα, σκοπός της μεσεγγύησης είναι η αποφυγή της απόκρυψης των κατασχεθέντων και η διασφάλιση και διαφύλαξή τους, προς αποφυγή χειροτέρευσης ή καταστροφής αυτών και η αποτροπή της αντικατάστασής τους.
Η εξουσία, εξάλλου, του Ειρηνοδικείου συνίσταται στην παροχή αδείας στο μεσεγγυούχο για τη διαχείριση του κατασχεθέντος πράγματος, εφόσον βέβαια αυτή επιβάλλεται από τη φύση του και όχι για τη χρήση του ή την εκμετάλλευσή του, αφού κάτι τέτοιο θα είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση της αξίας του.(ΑΠ 932/2011). Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι ο αναιρεσίβλητος δεν ζήτησε να διοριστεί μεσεγγυούχος ούτε ζήτησε τη συναίνεση προς τούτο της ...
Τράπεζας, αλλά και δεν ζήτησε από το Ειρηνοδικείο Αγρινίου να διοριστεί μεσεγγυούχος και να του παρασχεθεί η άδεια διενέργειας διαχειριστικών πράξεων και έτσι η όποια ζημία του προήλθε από δικό του πταίσμα. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος, καθόσον, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, δεν ήταν δυνατόν να παρασχεθεί στον αναιρεσίβλητο και αν ακόμη ήθελε υποτεθεί ότι θα διοριζόταν ως μεσεγγυούχος, η άδεια για εκμετάλλευση του κατασχεθέντος λεωφορείου, αφού κάτι τέτοιο θα είχε ως συνέπεια να παραδοθεί προς πλειστηριασμό με μειωμένη την αξία του, πράγμα το οποίο έρχεται σε αντίθεση με το σκοπό της μεσεγγύησης.
Συνεπώς, το Εφετείο, που απέρριψε το σχετικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, δεν παρεβίασε τις διατάξεις των άρθρων 956 § 1 ΚΠολΔ και 300 ΑΚ. Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η από 12-5-2008 αίτηση αναίρεσης και οι από 27-10-2014 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης κατά της υπ’ αριθμ. 619/2007 απόφασης του Εφετείου Πατρών να απορριφθούν στο σύνολό τους. Έξοδα δεν επιδικάζονται λόγω μη υποβολής σχετικού αιτήματος (ΚΠολΔ 191 § 2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 12-5-2008 αίτηση αναίρεσης και τους από 27-10-2014 πρόσθετους λόγους αναίρεσης κατά της υπ’ αριθμ. 619/2007 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους λόγους αναίρεσης. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουλίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Σεπτεμβρίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου