Legislator Case Law & Legislation
1558/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal where arbitration clause is overridden by public tender regulation. Dismissed. Arbitration clause overridden by public tender regulation. Court rejects appeal based on superior public tender regulation. Dismissed appeal due to superior public tender regulation. Dismissed appeal; arbitration clause overridden by public tender regulation.

Case Number 1558/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by architectural firms against a lower court decision regarding a public tender dispute. The firms argued that a contractual arbitration clause should govern their dispute, but the court found that the tender regulation explicitly required arbitration under the Technical Chamber of Greece's rules. Consequently, the court ruled that the specific public tender regulation overrides the general contractual arbitration agreement.

Legislator headnote

AI generated

Articles 867, 868, 869, 895, 896, 897, 898 of the Code of Civil Procedure; Article 361 of the Civil Code: When a specific public tender regulation mandates arbitration, it overrides a general contractual arbitration clause, rendering the latter inapplicable to the dispute.

Keywords

AI generated
arbitration clause override public tender regulation technical chamber arbitration contractual arbitration supreme court appeal dispute resolution regulatory supremacy

Cited Legislation

AI generated
Articles 867, 868, 869, 895, 896, 897, 898 of the Code of Civil Procedure
Article 361 of the Civil Code
Article 20 of the Regulation for the establishment of the register of contractors
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
Article 495 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1558 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1558/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: των Συνεργαζόμενων Μελετητών και Γραφείων Μελετών:1.Ομόρρυθμης Μελετητικής Εταιρίας με την επωνυμία "Α66 ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗΣ A. & ΣΙΑ Ο.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2.Σ. Τ. - Κ. του Γ., κατοίκου ..., 3.Σ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 4.Α. Α. του Ν., κατοίκου ... και 5.Ετερόρρυθμης Μελετητικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΟΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ Ε.Ε. Ι. Κ. & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ" και ήδη μετονομασθείσα σε "ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΟΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ Ε.Ε Γ. Κ. & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Χασάπη.

Του αναιρεσιβλήτου: του Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Aθήνα ως καθολικού διαδόχου του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗΣ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ - ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1997 Α.Ε" δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 46 εδ. β'γ' και περ. ν. 4049/2012, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Περικλή Αγγέλου, Πάρεδρο του Νομικού συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-8-2010 αγωγή της ενάγουσας υπό εκκαθάριση ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗΣ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1997 Α.Ε", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η απόφαση 6220/2011 του ιδίου δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5 Δεκεμβρίου 2012 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 11 Οκτωβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 867, 868, 869 και 895, 896, 897, 898 ΚΠολΔ και 361 ΑΚ προκύπτει ότι στη διαιτησία μπορούν να υπαχθούν διαφορές ιδιωτικού δικαίου, με συμφωνία, αν εκείνοι που τη συνομολογούν έχουν την εξουσία να διαθέσουν ελεύθερα το αντικείμενο της διαφοράς. Καθοριστικό στοιχείο της συμφωνίας περί διαιτησίας είναι η δεσμευτικότητα της απόφασης που θα εκδοθεί από τους διαιτητές, με την έννοια ότι κατά τη θέληση των συμβαλλομένων η απόφαση που θα εκδοθεί από τους διαιτητές είναι υποχρεωτική, δηλαδή αποκτά ισχύ υποχρεωτικής δικαστικής απόφασης, η οποία δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα (άρθρο 895 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, αν στην ίδια συμφωνία δεν προβλέπεται άσκηση προσφυγής ενώπιον άλλων διαιτητών, αποτελεί και δεδικασμένο κατά τα άρθρα 322, 324 έως 330 και 332 έως 334 ΚΠολΔ.

Αντίθετα, αν οι συμβαλλόμενοι όρισαν ότι η απόφαση που θα εκδοθεί από τους διαιτητές δεν έχει υποχρεωτική ισχύ γι αυτούς αλλά αποτελεί βάση επανεξέτασης της διαφοράς για εξώδικη επίλυσή της και ότι, αν αυτή (εξώδικη λύση) δεν επιτευχθεί, κάθε διάδικος μπορεί να ζητήσει την επίλυσή της από τα αρμόδια δικαστήρια, δεν πρόκειται για υποχρεωτική διαιτητική ρήτρα και συνεπώς η απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου δεν είναι υποχρεωτική για τους συμβαλλόμενους, ούτε παράγει δεδικασμένο και δεν μπορεί να εκτελεστεί ακόμη και αν περιέχει καταψηφιστικές διατάξεις, ενόψει του ότι ο όρος των συμβαλλομένων για επίλυση της διαφοράς από τα πολιτικά δικαστήρια, αν δεν επιτευχθεί εξώδικος συμβιβασμός βάσει της διαιτητικής αποφάσεως, δεν έχει τεθεί προς καταστρατήγηση των διατάξεων περί διαιτησίας και είναι έγκυρος (ΑΠ 32/2009, Α.Π.620/1971).

Περαιτέρω κατά το άρθρο 281 Α.Κ., η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε, ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (Ολ.

Α.Π. 17/95, Ολ. Α.Π. 62/90). Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου (Ολ.

Α.Π. 62/90), το ζήτημα δε αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματός του (Α.Π.321/2002). Εξετέρου κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε τα εξής : " Με την από 16-2-1996 σύμβαση μίσθωσης έργου η ενάγουσα ανέθεσε στους εναγόμενους από τους οποίους η πρώτη και η πέμπτη είναι εταιρείες τεχνικών μελετών αρχιτεκτονικών η πρώτη και ηλεκτρομηχανολογικών η πέμπτη η δεύτερη αρχιτέκτονας - μηχανικός και οι τρίτος και τέταρτος πολιτικοί μηχανικοί, να εκπονήσουν εν συμπράξει τη μελέτη του έργου με τίτλο "210 Θέατρο Δάσους -Εκσυγχρονισμός χώρων" για την αξιοποίηση και τον εκσυγχρονισμό του θεάτρου δάσους της Θεσσαλονίκης αντί τελικής αμοιβής η οποία θα προσδιοριζόταν σύμφωνα με τις διατάξεις πδ 696/74 με βάση τους τελικούς προϋπολογισμούς του έργου όπως η ενάγουσα θα τους ενέκρινε.

Με το αρθ. 3 της σύμβασης ορίστηκε: 3.1 Η εκτέλεση του αντικειμένου στο οποίο αναφέρεται η παρούσα διέπεται από τις εξής γενικές διατάξεις; α) από τον κανονισμό της Α.Ε. "Οργανισμός πολιτιστικής πρωτεύουσας της Ευρώπης, Θεσσαλονίκης 1997" για τη διαδικασία συγκρότησης Μητρώου αναδόχων Υπηρεσιών και ανάθεσης των υπηρεσιών αυτών καθώς και συγγραφή Υποχρεώσεων των σχετικών συμβάσεων, όπως εγκρίθηκε με την απόφαση αρθρ. 5 της 50ης /15-1 1-94 συνεδρίασης του Δ.Σ.

της. Ο κανονισμός αυτός θα αναφέρεται εφεξής ως "κανονισμός" β) από το π.δ. 696/74 όπως τροποποιήθηκε με το π.δ. 515/89 γ) από τις διατάξεις του ΑΚ δ) από τις προδιαγραφές του ΥΠΕΧΩΔΕ για τα άτομα με ειδικές ανάγκες. 3.2 Όπου υπάρχει αντίφαση ή ασυμφωνία μεταξύ σύμβασης και των παραπάνω διατάξεων υπερισχύουν οι προαναφερθείσες διατάξεις.

Περαιτέρω, στο άρθρο 20 του πιο πάνω Κανονισμού υπό τον τίτλο "Επίλυση διαφορών" ορίζονται τα ακόλουθα: "Σε κάθε πράξη του κυρίου του έργου η οποία θα θεωρηθεί από τον ανάδοχο παροχής υπηρεσιών ότι προσβάλλει τα νόμιμα συμφέροντά του δύναται αυτός να ασκήσει ένσταση. Η ένσταση ασκείται μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία πέντε (5) ημερών από την ημερομηνία της πράξης και απευθύνεται προς τον κύριο του έργου Α.Ε."ΟΠΠΕ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1997".

Η ένσταση εκδικάζεται από το Δ.Σ. του ΟΠΠΕ με εισήγηση του Διευθύνοντος Συμβούλου μετά από γνωμοδότηση της Επιτροπής Έργων. Αν η ένσταση απορριφθεί από τον κύριο του έργου, ο ανάδοχος παροχής υπηρεσιών προσφεύγει στη διαδικασία της διαιτησίας του TEE, κατά την οποίαν ο επιδιαιτητής ορίζεται από τον Πρόεδρο του TEE.

Στην ίδια διαδικασία δικαιούται να προσφεύγει και ο κύριος του έργου για κάθε πράξη του αναδόχου παροχής υπηρεσιών η οποία κρίνεται από τον κύριο του έργου ότι είναι αντισυμβατική και θίγει να νόμιμα συμφέροντά του. Η απόφαση της διαιτησίας του TEE υποχρεώνει αμφότερα τα μέρη σε επανεξέταση της διαφωνίας και, αν δεν συμφωνήσουν, αρμόδια είναι τα δικαστήρια της Θεσσαλονίκης".

Από τον συνδυασμό του όρου 3 της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως μισθώσεως έργου και των διατάξεων του άρθρου 20 του Κανονισμού "για τη διαδικασία συγκρότησης μητρώου αναδόχων υπηρεσιών κ.λ.π.", το οποίο, κατά τον όρο 3.2 της συμβάσεως, υπερισχύει κάθε άλλου όρου αυτής που αντιφάσκει προς το περιεχόμενό του, σαφώς προκύπτει ότι οι διάδικοι δεν συνομολόγησαν ρήτρα διαιτησίας, αφού ρητώς συμφώνησαν ότι η απόφαση της διαιτησίας του TEE, στην οποία καθένας τους είχε δικαίωμα να προσφύγει για πράξεις του άλλου που θεωρούσε ότι τον έθιγαν παράνομα, δεν θα είχε υποχρεωτική ισχύ γι1 αυτούς, όπως θα έπρεπε, σύμφωνα και με την προηγούμενη σκέψη, για να υπάρχει συνομολόγηση ρήτρας διαιτησίας, αλλά θα αποτελούσε βάση επανεξέτασης της διαφοράς για εξώδικη επίλυσή της και ότι, αν αυτή τελικώς δεν επιτυγχανόταν, καθένας τους θα είχε το δικαίωμα να προσφύγει στο αρμόδιο πολιτικό δικαστήριο, και η συμφωνία τους αυτή για επίλυση της διαφοράς τους από τα πολιτικά δικαστήρια, αν δεν επιτευχθεί εξώδικος συμβιβασμός βάσει της διαιτητικής αποφάσεως, δεν ενέχει, σύμφωνα και με την προηγούμενη σκέψη, καταστρατήγηση των διατάξεων για τη διαιτησία και άρα είναι έγκυρη.

Περαιτέρω οι εναγόμενοι διαφωνήσαντες με την ενάγουσα ως προς το ύψος της αμοιβής που όφειλε να τους καταβάλει για την εκ μέρους των εκτέλεση του συμφωνημένου έργου και αφού η προηγηθείσα σχετική περί αυτής ένστασή τους ενώπιον του διοικητικού συμβουλίου της ενάγουσας απερρίφθη, προσέφυγαν, σύμφωνα με την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 20 του Κανονισμού "για τη διαδικασία συγκρότησης μητρώου αναδόχων υπηρεσιών κ.λ.π." στη διαιτησία του TEE, ασκώντας κατά της ενάγουσας την από 4-8-1998 προσφυγή - αγωγή τους ζητώντας με αυτή να καθοριστεί η συνολική αμοιβή τους σε 142.624.862 δραχμές (=418.561,60 ευρώ) και να υποχρεωθεί η ενάγουσα να τους καταβάλει ως υπόλοιπο οφειλόμενης αμοιβής το ποσό των 118.368.582 δραχμών (= 347.376,61 ευρώ).

Επί της προσφυγής - αγωγής αυτής εξεδόθη η 17/2002 απόφαση διαιτησίας του TEE, η οποία την έκανε εν μέρει δεκτή, αναγνώρισε ως συνολική οφειλόμενη από τη σύμβαση στους εναγόμενους αμοιβή το ποσό των 116.792.776 δραχμών ( = 342.752,09 ευρώ) και υποχρέωσε την ενάγουσα να τους καταβάλει, ως υπόλοιπο αυτής, το ποσό των 95.878.098 δραχμών (=281.373,72 ευρώ) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της προσφυγής - αγωγής.

Η παραπάνω απόφαση κατατέθηκε στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ακολούθως δε οι εναγόμενοι έλαβαν πρώτο απόγραφο εκτελεστό αυτής και επέσπευσαν αναγκαστική εκτέλεση κατά της ενάγουσας, επιδίδοντας της την 21-4-2003 την από 18-3-2003 επιταγή προς εκούσια συμμόρφωση γραμμένη κάτω από επικυρωμένο αντίγραφο του πιο πάνω απογράφου της, με την οποίαν την επέταξαν να τους καταβάλει το συνολικό ποσό των 493.358,86 (βλ.

την υπ' αριθμ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Χ. Γ. ). Κατά της πιο πάνω επιταγής η ενάγουσα άσκησε την από 22-4-2003 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου

Θεσσαλονίκης

ανακοπή

της, με την οποίαν ζήτησε να ακυρωθεί η αναγκαστική εκτέλεση που οι εναγόμενοι επέσπευδαν εναντίον της με βάση την πιο πάνω απόφαση διαιτησίας, επικαλούμενη, μεταξύ άλλων λόγων, και την από τη μη συνομολόγηση ρήτρας διαιτησίας ανυπαρξία της. Επί της ανακοπής εκείνης εξεδόθη η υπ' αριθμόν 3898/2004 οριστική και ήδη τελεσίδικη (αφού έφεση κατ' αυτής δεν ασκήθηκε) απόφαση του πιο πάνω Δικαστηρίου, που την απέρριψε ως μη νόμιμη, με την αιτιολογία, όσον αφορά τον πιο πάνω λόγω ανυπαρξίας της διαιτητικής απόφασης ότι με το άρθρο 20 του κανονισμού "για την διαδικασία συγκρότησης μητρώου αναδόχων υπηρεσιών κλπ" οι διάδικοι είχαν συνομολογήσει ρήτρα διαιτησίας η δε εν συνεχεία, μετά την έκδοση της διαιτητικής απόφασης παροχή σε αυτούς με το ίδιο άρθρο της δυνατότητας να προσφύγουν στα αρμόδια πολιτικά δικαστήρια συνιστά απαγορευμένη κατά το αρθ. 895 § 1 Κ.Πολ.Δ και επομένως άκυρη συμφωνία περί του προσβλητού αυτής με ένδικα μέσα.

Η παραπάνω με αριθμό 3898/2004 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (κατ' αυτής δεν ασκήθηκε έφεση) η οποία στο πλαίσιο της δίκης για ακύρωση της αναγκαστικής εκτέλεσης της με αριθ.17/2002 απόφασης διαιτησίας του Τ.Ε.Ε. εξέτασε παρεμπιπτόντως ως λόγο ανακοπής την ανυπαρξία της διαιτητικής απόφασης, επειδή οι διάδικοι δεν είχαν συνομολογήσει ρήτρα διαιτησίας και έκρινε αντίθετα από την παρούσα, ότι τέτοια ρήτρα είχε συνομολογηθεί και ακολούθως απέρριψε τον σχετικό λόγο ανακοπής, δεν παράγει δεδικασμένο σε σχέση με την κρινόμενη αγωγή διότι παραδεκτώς μεν το δικαστήριο εκείνο προχώρησε στην παρεμπίπτουσα έρευνα του ζητήματος της ανυπαρξίας της διαιτητικής απόφασης, πλην όμως δεν ήταν καθ' ύλη αρμόδιο να αποφασίσει γι' αυτό αφού η υλική αρμοδιότητα ανήκε και εξακολουθεί να ανήκει με βάση την διάταξη του άρθρου 900 § 1 έως 2 ΚΠολΔ στο Δικαστήριο αυτό και συνεπώς η σχετική, αντίθετη προς την παρούσα αλλά και προς το περιεχόμενο της κρινόμενης τακτικής αγωγής, παρεμπίπτουσα διάγνωση του δεν αποτελεί σύμφωνα με την διάταξη του αρθ. 331 ΚΠολΔ δεδικασμένο που να καθιστά την αγωγή απαράδεκτη, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι (ΑΠ 1843/2007) Προσφάτως οι εναγόμενοι επέσπευσαν εκ νέου αναγκαστική εκτέλεση της πιο πάνω διαιτητικής απόφασης επιδίδοντας στην ενάγουσα την 21-5-2010 την από 22-4-2010 επιταγή προς εκούσια συμμόρφωση γραμμένη κάτω από επικυρωμένο αντίγραφο του πρώτου απογράφου εκτελεστού αυτής με την οποία την επέταξαν να τους καταβάλει συνολικά για κεφάλαιο, τόκους και έξοδα το ποσό των 708.978,14 ευρώ.

Κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης που οι εναγόμενοι επισπεύδουν με την παραπάνω επιταγή η ενάγουσα έχει ασκήσει την από 31-5-2010 ανακοπή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης η οποία εκκρεμεί με αίτημα την ακύρωση της, επικαλούμενη μεταξύ άλλων λόγων και την από τη μη συνομολόγηση ρήτρας διαιτησίας ανυπαρξία της απόφασης αυτής.

Περαιτέρω οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η προσφυγή τους ενώπιον τον TEE επί της οποίας εκδόθηκε η ένδικη διαιτητική απόφαση εδράζεται αυτοτελώς και εν όψει του ότι είναι μέλη του TEE στην παράγραφο 2 αρθ. 3 π.δ. 723/79 σύμφωνα με την οποία "ως τοιαύτη περί υπαγωγής στη διαιτησία του TEE συμφωνία νοείται και η κατά τις διατάξεις της παρ.3 αρθ. 7 του παρόντος κοινή των ενδιαφερομένων μερών προς το TEE δήλωση περί διαιτητικής επίλυσης της διαφοράς ως και στην παρ.3 αρθ. 3 π.δ. 723/79 σύμφωνα με την οποία εάν το έτερο μέρος των ενδιαφερομένων μερών είναι μέλος του TEE αρκεί για την υπαγωγή της διαφοράς στην κατά τις διατάξεις του παρόντος π.δ.

διαιτησία αίτηση του επισπεύδοντος την τοιαύτη επίλυση της διαφοράς προς το TEE. Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί διότι η προσφυγή στην προκειμένη περίπτωση στην διαιτησία του TEE έγινε με βάση το αρθ. 20 κανονισμού της ενάγουσας κατά την συμφωνία των μερών από δε την παράγραφο 3 του παραπάνω άρθρου δεν συνάγεται ότι για την υπαγωγή της διαφοράς στην διαιτησία αρκεί αίτηση του μέλους του TEE αλλά αίτηση του επισπεύδοντος την επίλυση εάν το άλλο μέρος είναι μέλος του TEE.

Τέλος οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι το ασκούμενο με την αγωγή δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά διότι η ενάγουσα δεν εναντιώθηκε αντίθετα συνέπραξε και έπραξε ότι απαιτείτο για την συγκρότηση της διαιτησίας, συμμετείχε στην διαδικασία, δεν αμφισβήτησε την ορθότητα της υπ' αρθ.3898/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης δεν τους κάλεσε προς διαπραγμάτευση με βάση την διαιτητική απόφαση και επέδειξε αδράνεια που επέφερε αποδυνάμωση τυχόν δικαιώματος της.

Προτείνουν δε την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του ασκουμένου με την αγωγή δικαιώματος της ενάγουσας για τους παραπάνω λόγους. Η ένσταση αυτή που είναι νόμιμη πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη δεδομένου ότι η ενάγουσα συμμετείχε στην διαδικασία της διαιτησίας σύμφωνα με την συμβατική πρόβλεψη των διαδίκων κατά το άρθρο 20 του κανονισμού της το περιεχόμενο του οποίου ήδη προαναφέρθηκε άλλωστε δεν επέδειξε αδράνεια αφού σε κάθε επιχειρηθείσα από τους εναγόμενους εκτέλεση της διαιτητικής αυτής απόφασης άσκησε ανακοπή όπως παραπάνω εκτίθεται.

Από κανένα στοιχείο, ούτε από την μη άσκηση ένδικων μέσων από την ενάγουσα κατά της υπ' αρθ. 3898/04 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης προκύπτει ότι αυτή δεν αμφισβήτησε την ορθότητα της, δεδομένου μάλιστα ότι η απόφαση αυτή όπως προαναφέρθηκε δεν παράγει δεδικασμένο στην κρινόμενη αγωγή την οποία η ενάγουσα είχε την δυνατότητα να ασκήσει και την οποία άσκησε.

Η μη έγερση της αγωγής αυτής σε προγενέστερο χρονικό διάστημα οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι η ενάγουσα τελεί υπό εκκαθάριση από 1-1-98 (ν. 2557/97) μη διαθέτουσα σταθερή διοίκηση με συνέχεια στην εποπτεία των πραγμάτων (βλ. ν. 3316/05 σε συνδ. με τις διατάξεις των ΚΥΑ/ΥΠΠΟ/ΔΙΟΙΚ/ΤΑ ΠΕΦ/13973/1200/24-2-2005 για ορισμό (νέων) μελών του πενταμελούς συμβουλίου εκκαθάρισης ΟΠΠΕΘ 1997 σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι από την πλευρά των εναγομένων πέραν των παραπάνω ενεργειών και της από 19-11-2003 αίτησης αυτών κατά της ενάγουσας που ήγειραν ενώπιον τον Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης περί δόσης βεβαιωτικού όρκου δεν αποδεικνύεται περαιτέρω σχετική όχληση της ενάγουσας.

Έτσι η όλη συμπεριφορά της ενάγουσας δεν μπορεί να δημιουργήσει στους εναγόμενους την εύλογη πεποίθηση ότι αυτή δεν θα ασκήσει το ασκούμενο με την αγωγή δικαίωμα της το οποίο δεν ασκεί καταχρηστικά.

Συνεπώς η σχετική ένσταση αυτή πρέπει να απορριφθεί όπως ήδη αναφέρθηκε. Μετά απ' αυτά πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή να αναγνωριστεί ότι η παραπάνω απόφαση του TEE είναι ανύπαρκτη και να επιβληθεί σε βάρος των εναγομένων η δικαστική δαπάνη της ενάγουσας (αρθ. 176 ΚΠολΔ)".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή της ενάγουσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Οργανισμός Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης - Θεσσαλονίκη 1997 Α.Ε" στη θέση της οποίας υπεισήλθε το ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο το οποίο και συνεχίζει τη δίκη σύμφωνα με το άρθρο 46 του Ν.4049/2012 και αναγνώρισε ότι η υπ. αριθ. 17/2002 διαιτητική απόφαση του Τεχνικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος είναι ανύπαρκτη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο: Α) Κατά το μέρος που έκρινε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο που πηγάζει από την υπ. αριθ. 3898/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης δεν υπέπεσε στη πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 16 του Κ.Πολ.Δ. καθόσον το ζήτημα της ανυπαρξίας της διαιτητικής απόφασης κρίθηκε ως παρεμπίπτον ζήτημα από το εν λόγω Δικαστήριο και τούτο δεν ήταν καθ' ύλην αρμόδιο για το παρεμπίπτον τούτο ζήτημα (άρθρο 331 Κ.Πολ.Δ.) για το οποίο καθ'ύλην αρμόδιο είναι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 901 Κ.Πολ.Δ. το Εφετείο.

Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα'αντίθετα είναι αβάσιμος. Β) Κατά το μέρος που απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την ένσταση των εναγομένων για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ δια της μη εφαρμογής της ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης καθόσον διέλαβε σ'αυτή σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου χωρίς ν'απαιτούνται προς τούτο και άλλες. Ειδικότερα με βάση τα δεκτά γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν καθίσταται καταχρηστική κατά την έννοια του νόμου (άρθρο 281 Α.Κ.) η άσκηση του δικαιώματος της ενάγουσας για την αναγνώριση της ανυπαρξίας της ως άνω διαιτητικής απόφασης και συνακόλουθα δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως.

Συνεπώς ο έκτος λόγος της αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά τα λοιπά είναι απαράδεκτος διότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις αφορούν πραγματικά περιστατικά που δεν αποτελούν παραδοχές της απόφασης.

Οι λόγοι της αναίρεσης τρίτος και τέταρτος κατά το μέρος που προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ είναι απαράδεκτος ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως στηριζόμενος καθόσον όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης το Εφετείο έκρινε ότι ο σχετικός όρος της σύμβασης ήταν σαφής και δεν προσέφυγε σε ερμηνεία της σύμβασης.

Περαιτέρω οι λόγοι της αναίρεσης δεύτερος και τρίτος κατά το μέρος τους από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμοι καθόσον οι φερόμενοι ως μη ληφθέντες υπόψη ισχυρισμοί οτι:1) η έλλειψη έγγραφης συμφωνίας καλύπτεται στη προκειμένη περίπτωση από την ανεπιφύλακτη συμμετοχή της ενάγουσας σε όλη τη διαδικασία αλλά και τη σύμπραξή της στη συγκρότηση του διαιτητικού Δικαστηρίου με τον εκ μέρους της διορισμό ως διαιτητή του πολιτικού μηχανικού Θ.

Α. και 2) υπήρχε στη σύμβαση και η παράλληλη διαιτητική ρήτρα του άρθρου 21.1 υπό τον τίτλο "ΔΙΑΦΩΝΙΕΣ" που ορίζει ""21.1 Η επίλυση διαφορών, η ερμηνεία των όρων της Σύμβασης και οποιαδήποτε αμφισβήτηση προκύψει από αυτήν επιλύεται με διαιτησία. Διαιτητές ορίζονται δύο, ένας ανά συμβαλλόμενο, με αποφάσεις των αντίστοιχων οργάνων τους.

Επιδιαιτητό όργανο αποτελείται από τους δύο διαιτητές και τον Πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης και αποφασίζει κατά πλειοψηφία. Προσφυγή στον Επιδιαιτητή θα γίνεται σε περίπτωση διαφωνίας των Διαιτητών. Η ομόφωνη απόφαση των Διαιτητών ή, σε περίπτωση προσφυγής, του Επιδιαιτητή είναι αμετάκλητη." από τη οποία προκύπτει η ρητή βούληση των συμβαλλομένων μερών να αφαιρέσουν την επίλυση των εις αυτή διαφορών από την διαδικασία των πολιτικών δικαστηρίων και να την αναθέσουν σε διαιτησία της οποίας η απόφαση θα είναι αμετάκλητη, λήφθηκαν υπόψη και απορρίφθηκαν εκ του πράγματος αφού δέχθηκε το Εφετείο ότι η προσφυγή στη προκειμένη περίπτωση στη διαιτησία του TEE έγινε με βάση το άρθρο 20 του κανονισμού της ενάγουσας το οποίο και υπερισχύει κατά τη συμφωνία των μερών κάθε άλλης με αντίθετο περιεχόμενο συμβατικής ρυθμίσεως.

Ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης κατά το μέρος του από τον αριθ. 19 είναι απαράδεκτος διότι η οι σχετικές αιτιάσεις ανάγονται σε πραγματικά περιστατικά που δεν αποτελούν παραδοχές της απόφασης.

Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και έγινε δεκτό και από την προσβαλλόμενη απόφαση στη προκειμένη περίπτωση η προσφυγή στη διαιτησία του Τ.Ε.Ε έγινε όπως τούτο ρητά αναφέρεται και στην διαιτητική απόφαση με βάση τη διάταξη του άρθρου 20 του κανονισμού "για τη διαδικασία συγκρότησης μητρώου αναδόχων υπηρεσιών κ.λ.π." η οποία κατά τον όρο 3.2 της σύμβασης υπερισχύει κάθε άλλης με αντίθετο περιεχόμενο συμβατικής ρυθμίσεως. Κατ'ακολουθίαν ο πέμπτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο αποδίδονται στη προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ως εκ του ότι σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 723/1979 η ιδιότητα των προσφευγόντων ως μελών του Τ.Ε.Ε τους παρείχε το δικαίωμα να προσφύγουν στη Μόνιμη Διαιτησία του Τ.Ε.Ε είναι προεχόντως απαράδεκτος ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως στηριζόμενος αφού όπως προεκτέθηκε η προσφυγή στη διαιτησία του Τ.Ε.Ε. στη προκειμένη περίπτωση έγινε με βάση τον όρο 20 του κανονισμού κατά τα μεταξύ των διαδίκων συμφωνηθέντα.

Κατ' ακολουθίαν πρέπει ν' απορριφθεί η αναίρεση, να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου μειωμένα κατά το άρθρο 22 ν.3693/1957 και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 5 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-12-2012 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "Α66 Εργαστήριο Αρχιτεκτονικής Α. και Σια Ο.Ε" κ.λ.π. για αναίρεση της υπ. αριθ. 6220/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιουλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ