Legislator Case Law & Legislation
1558/2011 AI generated

1558/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1558/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1558/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το παραπάνω δικαίωμα του εργοδότη δεν επιτρέπεται να ασκείται καταχρηστικά. Δεν είναι όμως καταχρηστική, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος του εργοδότη να τοποθετεί συγκεκριμένο εργαζόμενο ως προϊστάμενο ενός τμήματος της επιχειρήσεώς του κατά παράλειψη άλλου μισθωτού, ο οποίος υπερέχει, έστω και καταφανώς, σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι του τοποθετηθέντος.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1558 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1558/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ (ΔΕΗ) ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Κατσαούνη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Μ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Αρετή Βλαστού.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-6-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2370/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4063/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-9-2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λυκούδης διάβασε την από 9-9-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Ο εργοδότης, ασκώντας το διευθυντικό του δικαίωμα, έχει την εξουσία να προσδιορίσει το περιεχόμενο της υποχρεώσεως του μισθωτού για παροχή εργασίας καθορίζοντας τους όρους της παροχής της, εφόσον οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιοριστεί από κανόνες δικαίου ή την εργασιακή σύμβαση. Έχει, δηλαδή, ο εργοδότης ως διευθυντής της εκμετάλλευσης την εξουσία να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του με βάση τα θεωρούμενα από αυτόν ως πλέον αποτελεσματικά δι' αυτήν κριτήρια.

Το παραπάνω δικαίωμα του εργοδότη δεν επιτρέπεται να ασκείται καταχρηστικά. Δεν είναι όμως καταχρηστική, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος του εργοδότη να τοποθετεί συγκεκριμένο εργαζόμενο ως προϊστάμενο ενός τμήματος της επιχειρήσεώς του κατά παράλειψη άλλου μισθωτού, ο οποίος υπερέχει, έστω και καταφανώς, σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι του τοποθετηθέντος.

Και τούτο διότι δεν πρόκειται για απλή βαθμολογική ή μισθολογική προαγωγή, που εντάσσεται στα εκ της εργασίας δικαιώματα του μισθωτού, τα οποία ευλόγως συνδέονται με τις αντικειμενικώς εκτιμώμενες ικανότητες αυτού, αλλά για επιλογή του έχοντος την εκμετάλλευση εργοδότη που αφορά αποφασιστικώς την οργάνωση και διεύθυνση της επιχειρήσεως.

Για να είναι καταχρηστική στην περίπτωση αυτή η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη απαιτείται η συνδρομή και άλλων πραγματικών περιστατικών, όπως είναι η ειδική γνώση του αντικειμένου, η διοικητική ικανότητα, η εξαιρετική κρίση και αντίληψη, η ικανότητα αντιμετώπισης υπηρεσιακών προβλημάτων και η μεθοδικότητα επίλυσής τους, η μεγάλη εμπειρία και το συντονιστικό πνεύμα συνεργασίας και επικοινωνίας, τα οποία, σε συνδυασμό με την καταφανή υπεροχή του παραλειφθέντος, να θεμελιώνουν προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Εξάλλου κατά το άρθρο 40 παρ. 1 του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού της ΔΕΗ (ΚΚΠ - ΔΕΗ) που περιέχεται στην από 4.10.1973 ΕΣΣΕ, η οποία δημοσιεύτηκε στην Ετ.Κ με την 2842/442/1973 απόφαση του Υπουργού Απασχολήσεως (ΦΕΚ Β' 1274) και έχει ισχύ νόμου, διότι κυρώθηκε αναδρομικά με το άρθρο 2 του ΝΔ 210/1974, η ανάθεση καθηκόντων οιασδήποτε στάθμης Διοίκησης σε μισθωτούς της ΔΕΗ γίνεται με απόφαση του Γεν.

Διευθυντή ο οποίος είναι και αρμόδιος για την ανάκλησή της σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου. Στην παρ. 2 Α του Κεφαλαίου ΣΤ της ΕΣΣΕ 28.2.1990 ορίζεται ότι "η ανάθεση καθηκόντων στο προσωπικό για όλες τις στάθμες της ιεραρχίας γίνεται ύστερα από προκήρυξη και προδιαγραφή των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων κατά προκηρυσσόμενη θέση, με συμμετοχή εκπροσώπου της πλέον αντιπροσωπευτικής συνδικαλιστικής οργάνωσης προσωπικού της κατηγορίας του κρινόμενου μισθωτού, στα αρμόδια κατά περίπτωση όργανα επιλογής ή προεπιλογής των καταλληλοτέρων από τους υποψηφίους".

Σύμφωνα με το συνημμένο στην ΕΣΣΕ Πίνακα 1 Διαδικασίας ανάθεσης καθηκόντων για τη στάθμη του Δ/ντή ΒΟΚ (Βασικό Οργανικό Κλιμάκιο), όργανο κρίσης γνωμοδοτικού χαρακτήρα είναι η Επιτροπή Συμβουλίου Δ/νσης και όργανο ανάθεσης των καθηκόντων αυτών ο Γενικός Διευθυντής. Εξάλλου κατά την παρ. 19 της 54/1989 αποφάσεως του Γεν.

Δ/ντη σε περίπτωση ανάθεσης καθηκόντων "Επιτελικού Στελέχους" στάθμης βοηθού Δ/ντη ΒΟΚ δεν γίνεται προκήρυξη, αλλά οι αιτήσεις των ενδιαφερομένων εξετάζονται από άτυπο Συμβούλιο Δ/νσης και υποβάλλεται στo Γεν. Δ/ντη που εκδίδει την σχετική απόφαση ανάθεσης. Επίσης με το άρθρο 58 του Κανονισμού Διάρθρωσης Υπηρεσιών που εγκρίθηκε με τις υπ' αριθμ. 207/13-12-2000 και 66/13-3-2001 αποφάσεις του ΔΣ της ΔΕΗ, ορίζεται ότι: "1.

Η ανάθεση καθηκόντων προϊσταμένου, οποιασδήποτε στάθμης διοίκησης και η ανάκληση αυτών, ενεργείται με απόφαση του Διευθύνοντος Συμβούλου ή των εξουσιοδοτημένων απ' αυτόν οργάνων. 2. Με αποφάσεις του Διευθύνοντος Συμβούλου καθορίζονται, για κάθε θέση προϊσταμένου, οι κατηγορίες των μισθωτών από τις οποίες επιλέγονται οι προϊστάμενοι οποιασδήποτε στάθμης διοίκησης, τα βασικά τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, καθώς και τα, κατά περίπτωση, πρόσθετα προσόντα".

Με την παράγραφο δε 4 του άρθρου 27 του Κανονισμού Λειτουργίας της ΔΕΗ, ορίζεται ότι: " Οι Τομεάρχες και Υποτομεάρχες ΒΟΚ προέρχονται από το τακτικό προσωπικό της επιχείρησης. Καθήκοντα τους ανατίθενται, ύστερα από σχετική προκήρυξη, από τους Γενικούς Διευθυντές ή το Διευθύνοντα Σύμβουλο για τα υπ' αυτόν ΒΟΚ.

Τα βασικά τυπικά και ουσιαστικά προσόντα που πρέπει να πληρούν, η διαδικασία επιλογής τους, η θητεία τους και τα θέματα της υπηρεσιακής τους κατάστασης καθορίζονται με αποφάσεις του Διευθύνοντος Συμβούλου, με εισήγηση του Γ. Διευθυντή ΑΝΠΟ και γνώμη των λοιπών Γενικών Διευθυντών". Τέλος με την υπ' αριθμ. 72/2003 απόφαση του Διευθύνοντος Συμβούλου της ΔΕΗ καθορίστηκε η διαδικασία για την ανάθεση καθηκόντων Τομεαρχών ή Υποτομεαρχών ΒΟΚ, ορίστηκαν δε ειδικότερα, μεταξύ άλλων και τα εξής: "1.

Σε κάθε περίπτωση πλήρωσης θέσεων Τομεαρχών και Υποτομεαρχών γίνεται σχετική προκήρυξη ... 9. Οι επιτροπές υποβάλλουν μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες προκειμένου περί θέσεων Τομεαρχών από την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας υποβολής των υποψηφιοτήτων στον αντίστοιχο Γενικό Διευθυντή εισήγηση που περιλαμβάνει: 1. ... 2.

Την εισήγησή τους, στην οποία περιλαμβάνονται κατά αλφαβητική σειρά για τις θέσεις Τομεαρχών, μέχρι τρεις (3) υποψήφιοι. 10. Ο αντίστοιχος Γενικός Διευθυντής, αναθέτει καθήκοντα προϊσταμένου της θέσης που προκηρύχθηκε σε έναν από τους υποδειχθέντες μισθωτούς ή σε περίπτωση διαφωνίας του, κηρύσσει τη διαδικασία άγονη".

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι τόσο η προεπιλογή των υποψηφίων από την επιτροπή, όσο και η τελική επιλογή από το γενικό διευθυντή γίνεται κατά την ελεύθερη κρίση τους, η οποία όμως υπόκειται στον έλεγχο των πολιτικών δικαστηρίων υπό τους όρους του άρθρου 281 του Α.Κ., δηλαδή μόνο όταν κατά προφανή υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης δεν επιλέχθηκε και δεν τοποθετήθηκε υπάλληλος που υπερείχε καταφανώς ως προς τα απαιτούμενα γενικά τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, καθώς και τα ειδικά ή πρόσθετα, (πέραν των γενικών), τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, από άλλον ή άλλους επιλεγέντες και τοποθετηθέντες συναδέλφους του.

Περαιτέρω προκειμένου περί αγωγής με την οποία ζητείται η αναγνώριση της ακυρότητας ως καταχρηστικής της αποφάσεως του εργοδότου που κατ' ενάσκηση του διευθυντικού του δικαιώματος ανέθεσε υπεύθυνα καθήκοντα σε άλλον υπάλληλο της επιχειρήσεως, ενώ παραλείφθηκε ο ενάγων, για να είναι ορισμένη η αγωγή αυτή, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, να εκτίθενται σ' αυτήν τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του υπαλλήλου που παραλείφθηκε σε αντιπαραβολή με εκείνα του τοποθετηθέντος και επιπρόσθετα να εκτίθενται και άλλα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σε συνδυασμό με την καταφανή υπεροχή του παραλειφθέντος να θεμελιώνουν την καταχρηστικότητα της αποφάσεως του εργοδότη.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αγωγής, ο αναιρεσίβλητος για τη θεμελίωση της καταχρηστικής ασκήσεως του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσείουσας να τον τοποθέτηση σε μία από τις δύο προκηρυχθείσες θέσεις στάθμης και συγκεκριμένα: α) Τομεάρχη Περιφερειακού Τομέα Νοτίου Ελλάδας της Διεύθυνσης Συστήματος Μεταφοράς (ΔΣΜ) και β) Τομεάρχη Εργαστηρίων και Συνεργείων της Διεύθυνσης Συστήματος Μεταφοράς (ΔΣΜ), επικαλέστηκε όχι μόνο την καταφανή υπεροχή του που προέκυπτε από την αντιπαραβολή των εκτιθεμένων τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του ιδίου και των επιλεγέντων συναδέλφων του που αναφέρονται στην αγωγή, αλλά, επιπλέον και πρόσθετα ουσιαστικά προσόντα, που αυτός διέθετε, όπως ειδική μόρφωση, επαγγελματική εμπειρία, επαγγελματική δραστηριότητα εντός και εκτός ΔΕΗ, συναφή με το αντικείμενο των εργασιών του στην ΔΕΗ, εξαιτίας δε των ειδικών γνώσεών του και του ιδιαίτερου ζήλου που επέδειξε στα καθήκοντα του, του ανατέθηκαν καθήκοντα διοικητικής ευθύνης, και υπηρέτησε σε νευραλγικές και σημαντικές υπηρεσίες και του ανατέθηκαν καθήκοντα με ιδιαίτερο υψηλό δείκτη δυσκολίας και υπευθυνότητας, προσόντα τα οποία κανένας από τους επιλεγέντες και τοποθετηθέντες συναδέλφους του κατείχε.

Επομένως το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε ότι η αγωγή ήταν ορισμένη και απέρριψε ως αβάσιμη την προτεθείσα από την εφεσίβλητη - αναιρεσείουσα ένσταση αοριστίας της αγωγής, για το λόγο ότι δεν αναφέρετο σ' αυτήν ότι συνέτρεξαν και άλλα περιστατικά, τα οποία, συνδυαζόμενα και με την καταφανή υπεροχή του αναιρεσιβλήτου, θα μπορούσαν να θεμελιώσουν την επικαλούμενη καταχρηστικότητα, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και γι' αυτό ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΙΙ. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο, αφού παραθέτει λεπτομερώς τα ουσιαστικά και τυπικά προσόντα του αναιρεσιβλήτου και των υπαλλήλων στους οποίους η αναιρεσείουσα ανέθεσε τα πιο πάνω καθήκοντα, δέχεται ότι από τη σύγκριση των παραπάνω προσόντων προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος υπερτερεί καταφανώς ως προς την επιστημονική κατάρτιση, την υπηρεσιακή ποιότητα και απόδοση και την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων.

Ακολούθως το Εφετείο δέχεται ότι "Πέραν αυτών, ο ενάγων, όπως προαναφέρθηκε, άσκησε καθήκοντα αναπληρωτή Τομεάρχη του Περιφερειακού Τομέα Νότιας Ελλάδας, τα χρονικά διαστήματα από 22-5-2006 έως 31-12-2006 και από 16-2-2007 έως 10-5-2007, κατά τη διάρκεια των οποίων αναπλήρωσε τον Τομεάρχη σε όλες τις αρμοδιότητές του, συμπεριλαμβανομένων και των οικονομικών, με πλήρη επιτυχία.

Έτσι, ο ενάγων διέθετε εμπειρία και πλήρη γνώση του αντικειμένου εργασιών και ευθύνης της ανωτέρω θέσης του Τομεάρχη Περιφερειακού Τομέα Νότιας Ελλάδας της Διεύθυνσης Συστήματος Μεταφοράς, για την οποία είχε υποβάλει υποψηφιότητα, εμπειρία και γνώση την οποία δεν διέθεταν οι συνάδελφοί του, Γ. Λ. και Π.

Α.. Επομένως, από τη σύγκριση των παραπάνω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων των τοποθετηθέντων στις παραπάνω θέσεις Γ. Λ. και Π. Α. και του ενάγοντος, προκύπτει ότι η υπεροχή του τελευταίου (ενάγοντος) έναντι και των δύο συναδέλφων του, είναι καταφανής. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, δηλαδή η πολύχρονη εμπειρία του ενάγοντος σε θέση ευθύνης (Υποτομεάρχη) και η επιτυχής για αρκετό χρονικό διάστημα άσκηση από αυτόν των καθηκόντων του ως άνω προϊσταμένου (Τομεάρχη), σε συνδυασμό με την καταφανή υπεροχή του έναντι των παραπάνω τοποθετηθέντων συναδέλφων του, καθιστούν την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης εργοδότριας, καταχρηστική κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας έννοια.

Συνεπώς, η κατά την 10-5-2007 παράλειψη της επιλογής και τοποθέτησης του ενάγοντος σε μία από τις δύο ανωτέρω θέσεις στάθμης του Τομεάρχη Περιφερειακού Τομέα Νότιας Ελλάδας της Διεύθυνσης Συστήματος Μεταφοράς και του Τομεάρχη του Τομέα Εργαστηρίων και Συνεργείων της Διεύθυνσης Συστήματος Μεταφοράς, ενόψει της επιλογής και τοποθέτησης στις θέσεις αυτές των άνω δύο συναδέλφων του είναι κατάφωρα άδικη και αντίκειται στις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών ως και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος, η δε άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος εκ μέρους της εναγομένης υπερβαίνει τα αξιολογικά όρια που προσδιορίζονται από τις εν λόγω αρχές.

Επομένως, η κρίση του αρμοδίου οργάνου της εναγομένης ΔΕΗ, για επιλογή και τοποθέτηση των Γ. Λ. και Π. Α. στις θέσεις στάθμης του Τομεάρχη Περιφερειακού Τομέα Νότιας Ελλάδας της Διεύθυνσης Συστήματος Μεταφοράς και του Τομεάρχη του Τομέα Εργαστηρίων και Συνεργείων της Διεύθυνσης Συστήματος Μεταφοράς, αντίστοιχα, από 10-5-2007 και παράλειψης του ενάγοντος, για τους λόγους που εκτέθηκαν, είναι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ., καταχρηστική".

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή πλαγίως την διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 281 ΑΚ, καθώς και του ισχύοντος από 31-12-1973 και ισχύ νόμου έχοντος Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού της ΔΕΗ (ΚΚΠ/ΔΕΗ), κατά τις διατάξεις του άρθρου 40 παρ. 1, 3 αυτού, αφού δεχόμενο ότι πρόκειται περί αναθέσεως υπευθύνων καθηκόντων κατ' ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της εργοδότιδας αναιρεσείουσας, κρίθηκε ότι το δικαίωμα αυτό ασκήθηκε καταχρηστικά όχι με μόνη αιτιολογία την καταφανή υπεροχή του αναιρεσίβλητου έναντι των τοποθετηθέντων συναδέλφων του, αλλά δεχόμενο περαιτέρω ότι συνέτρεχαν και άλλες περιστάσεις, οι οποίες σε συνδυασμό με την καταφανή υπεροχή, θεμελίωναν την καταχρηστικότητα της αποφάσεως της εργοδότιδας.

Σημειώνεται ότι το Εφετείο με σαφήνεια προσδιόρισε τις πρόσθετες συνθήκες και περιστάσεις που είναι αναγκαίες για την κρίση περί συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων του άρ. 281 ΑΚ . Η "άσκηση καθηκόντων ευθύνης", ναι μεν δεν σημαίνει οπωσδήποτε προσόν που σε κάθε περίπτωση συμπεριλαμβάνεται στις απαιτούμενες κατά τα προαναφερθέντα, πρόσθετες συνθήκες και περιστάσεις, πλην όμως, στην προκειμένη περίπτωση, όπως σαφώς συνάγεται από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, η ανάθεση των συγκεκριμένων καθηκόντων ευθύνης (αναπληρωτή Τομεάρχη του Περιφερειακού Τομέα Νότιας Ελλάδας), αφορά ειδικά καθήκοντα αυξημένης ευθύνης και ήταν συνέπεια των ειδικών γνώσεων και του ζήλου του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου που επεδείκνυε κατά την επιτυχή ενάσκηση των καθηκόντων του, με αποτέλεσμα να αποκτήσει εμπειρία και την ειδική γνώση του αντικειμένου, που δεν είχαν οι πιο πάνω συνάδελφοί του, τα συγκεκριμένα δε αυτά αυξημένα καθήκοντα δεν συμπεριλαμβανόταν στα απαιτούμενα τυπικά προσόντα των υποψηφίων.

Κατά τις εμμέσως πλην σαφώς συναγόμενες παραδοχές της απόφασης, η ανάθεση στον ενάγοντα των αυξημένης σημασίας καθηκόντων ήταν συνέπεια άλλων προσόντων του (ιδιαίτερος ζήλος, ειδικές γνώσεις, επιτυχής εκτέλεση καθηκόντων), εξαιτίας δε της αναθέσεως αυτής αυτός απέκτησε εμπειρία και την ειδική γνώση του αντικειμένου που οι πιο πάνω συνάδελφοί του δεν είχαν.

Όλα δε αυτά συνιστούν τις απαιτούμενες, κατά τα προαναφερθέντα, πρόσθετες συνθήκες και περιστάσεις και είναι χωρίς σημασία το ότι το Εφετείο χρησιμοποίησε ως κριτήριο για να καταλήξει στην καταφανή υπεροχή του ενάγοντος μεταξύ των άλλων και την άσκηση καθηκόντων ευθύνης. Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο παραβίασε κανόνες του ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα τις διατάξεις του άρθρου 281 Α.Κ., καθώς και του ΓΚΠ/ΔΕΗ (άρ. 40 παρ. 1) και εσφαλμένα υπήγαγε τα αποδεδειγμένα πραγματικά περιστατικά στις διατάξεις αυτές, ταυτοχρόνως δε ότι η προσβαλλομένη απόφαση στερείται νομίμου βάσεως, διότι εμπεριέχει εσφαλμένες, αντιφατικές και ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα σχετικά με το αν τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα το Εφετείο, συνέτειναν στην κρίση ότι ήταν καταχρηστική η παράλειψη του αναιρεσιβλήτου από τις ένδικες θέσεις ευθύνης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία του.

ΙΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες της που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δε συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόστηκε. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου και δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη ή η ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στην σκέψη της απόφασης, με την οποία η αγωγή κρίθηκε ως μη νόμιμη. Επίσης για να ιδρυθεί, όμως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως εξαιτίας αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει αυτές να στηρίζουν την ίδια διάταξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως και όχι όταν κάθε αιτιολογία στηρίζει διαφορετική διάταξη.

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τρίτο από το άρθρο 559 άρ. 19 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ αναφέρει πως πρέπει να αναγνωρισθεί ότι η παράλειψη της αναιρεσείουσας να επιλέξει και να τοποθετήσει τον αντίδικό της σε μία από τις ένδικες θέσεις ευθύνης είναι άκυρη, ως καταχρηστική, στη συνέχεια εκθέτει ότι το αίτημα του αντιδίκου να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να τον απασχολεί πραγματικά σε μία από τις ανωτέρω θέσεις είναι απορριπτέο ως μη νόμιμο "ενόψει του ότι η τοποθέτηση του υπαλλήλου ως προϊσταμένου σε συγκεκριμένη θέση ευθύνης ανάγεται στο διευθυντικό δικαίωμα της εναγομένης και γίνεται όπως ορίζεται ειδικότερα στον ΚΚΠ/ΔΕΗ, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι η τοποθέτηση δεν θα συνιστά καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού της δικαιώματος".

Η αιτιολογία δε αυτή, κατά τις αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, είναι αντιφατική και στερεί την αναιρεσιβαλλόμενη νόμιμης βάσης, επί του ουσιώδους θέματος της συνδρομής ή μη καταχρηστικής ενάσκησης του διευθυντικού της δικαιώματος. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, διότι οι φερόμενες ως αντιφατικές αιτιολογίες, αναφέρονται σε διαφορετικά αγωγικά αιτήματα και στηρίζουν διαφορετικές διατάξεις της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ανεξαρτήτως του ότι ο λόγος αυτό δεν ιδρύεται στην προκειμένη περίπτωση, αφού το πιο πάνω αίτημα της επαναπροσλήψεως απορρίφθηκε ως μη νόμιμο.

Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-9-2009 αίτηση (αρ. καταθ. 965/29-9-2010) για αναίρεση της 4063/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Νοεμβρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ