Supreme Court dismisses appeal against bank's property ownership ruling due to procedural errors and inadmissible grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellants' request to overturn the Second Instance Court's decision regarding the bank's property ownership. The appellants argued that the lower court violated substantive law by failing to verify specific merger documents and failed to prove the identity of the seized property. The court ruled that these arguments were procedurally inadmissible or legally baseless, as the lower court's findings on ownership via special usufruct were sufficient and the appellants' claims were accessory to the main issue.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 559(19), 561(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that appeal grounds based on alleged violations of substantive law regarding property acquisition are inadmissible if they fail to meet the strict requirements for annulment or are legally baseless.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1558 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1558/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη
Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, κατοίκου ..., 2. Χ2, κατοίκου ... και 3. Χ3, κατοίκου ... . Η μεν πρώτη παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διονύσιο Μαρίνο, οι δε 2η και 3ος εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" και το διακριτικό τίτλο 'ALPHA BANK" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Καστάνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-2-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ζακύνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 50/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 407/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 31-5-2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 24-2-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (αρθρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ.), αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα εκείνων που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 914ΑΚ, που ορίζει, ότι "όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει", συνάγεται, ότι για να υπάρξει αδικοπραξία και, ως εκ τούτου, υποχρέωση προς αποζημίωση του παθόντος, με βάση αυτή τη διάταξη, πρέπει, εκτός άλλων, η ζημία να έχει προξενηθεί από το δράστη παράνομα και υπαίτια.
Παράνομη είναι, με βάση τη διάταξη αυτή, και η προσβολή του ενοχικού δικαιώματος, ως αυτοτελούς αγαθού, που γίνεται με την επέμβαση τρίτου, αμέτοχου του ενοχικού δεσμού, στο σύνδεσμο του δικαιώματος με το φορέα του και την παρεμπόδιση της εντάξεως του στην περιουσία του τελευταίου, όπως συμβαίνει στην περίπτωση κατά την οποία ο τρίτος εμφανίζεται (ενώ δεν είναι) δικαιούχος μιας απαιτήσεως και την εισπράττει από τον οφειλέτη, που βάσει διατάξεως νόμου, ως καλόπιστος, απαλλάσσεται, με αποτέλεσμα να χάσει την απαίτηση του ο πραγματικός δικαιούχος (Ολ.ΑΠ 119/1996).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη Τράπεζα εκθέτει ότι η δια συγχωνεύσεως απορροφηθείσα από την ίδια Ιονική και Λαϊκή Τράπεζα ήταν κυρία του αναφερόμενου στην αγωγή ακινήτου, το οποίο απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά με μείζονα έκταση για λόγους δημοσίας ωφέλειας και ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, εκμεταλλευόμενοι το γεγονός της συγκυριότητας τους επί όμορης, επίσης απαλλοτριωθείσας, ιδιοκτησίας τους, εμφανίσθηκαν ως συγκύριοι του απαλλοτριωθέντος ακινήτου της ενάγουσας Τράπεζας, αναγνωρίσθηκαν δικαιούχοι της ορισθείσης αποζημίωσης και έτσι εισέπραξαν παράνομα και υπαίτια από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων την αναλογούσα στο ακίνητο αυτό αποζημίωση ύψους 138.606,02 ευρώ.
Ζήτησε δε, με βάση τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, την καταψήφιση των αναιρεσειόντων και με προσωπική τους κράτηση λόγω της αδικοπραξίας στην καταβολή του ανωτέρω ποσού κατά το ποσοστό της συγκυριότητας εκάστου εξ αυτών. Επομένως το Εφετείο, που έκρινε ότι υπό το εκτεθέν περιεχόμενο η ένδικη αγωγή στηρίζεται στις περί αδικοπραξιών διατάξεις, χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή η διηγηματική αναφορά στην αγωγή ότι οι αναιρεσείοντες κατέστησαν αδικαιολογήτως πλουσιότεροι κατά το προαναφερθέν ποσό, δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή την εφαρμοστέα εν προκειμένω διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο, υπό την επίκληση πλημμέλειας από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Ως πράγματα, η παράνομη λήψη ή μη λήψη υπόψη των οποίων από το ουσιαστικό δικαστήριο ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, νοούνται οι παραδεκτοί και νόμιμοι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστανσης, όχι δε και οι μη νόμιμοι ή απαράδεκτοι ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ ΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης γεγονότων (Ολ ΑΠ 469/1984), αλλά ούτε και τα επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από τον νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων.
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν ο ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996). Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πέμπτο και έκτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίκληση του αριθμού 8 α και β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αποδίδονται στο Εφετείο οι αιτιάσεις, αφενός μεν ότι έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα και ειδικότερα α) ότι η ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης θεμελιώνεται στις διατάξεις περί αδικοπραξίας, ενώ, κατά τους αναιρεσείοντες, αυτή έρεισμα είχε, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ίδια, τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού και β) ότι η αναιρεσίβλητη κατέστη κυρία τον επιδίκου ακινήτου με τακτική άλλως έκτακτη χρησικτησία, δεχθέν πράξεις νομής διαφορετικές από εκείνες που αυτή επικαλέσθηκε, καθώς και ότι η αναγκαστική απαλλοτρίωση, δυνάμει της οποίας το απαλλοτριωθέν ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα του υπέρ ου η απαλλοτρίωση Ελληνικού Δημοσίου, συντελέσθηκε στο τέλος του έτους 2000, χωρίς την αναφορά του τρόπου συντελέσεώς της, αφ' ετέρου δε δεν έλαβε υπόψη την εκ μέρους των αναιρεσειόντων προβληθείσα πρωτοδίκως ένσταση ιδίας κυριότητας αυτών επί του επιδίκου ακινήτου.
Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι: Ο πέμπτος, διότι οι αποδιδόμενες αιτιάσεις δεν αναφέρονται σε πράγματα κατά την ανωτέρωεκτεθείσα έννοια, αλλά η μεν υπό στοιχείο α' αιτίαση στην εκτίμηση
των περιεχομένων στην αγωγή πραγματικών πραγματικών, η δε υπό στοιχείο β' στα συμπεράσματα του Εφετείου από την εκτίμηση των αποδείξεων. Ο έκτος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ως άνω ένσταση ιδίας κυριότητας που πρόβαλαν οι αναιρεσείοντες ως εναγόμενοι.
Για να δημιουργηθεί λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να άφησε αδίκαστη αίτηση του αναιρεσείοντος και όχι του αναιρεσιβλήτου, διότι αν άφησε αίτηση αδίκαστη του αναιρεσιβλήτου ο αναιρεσείων δεν έχει έννομο συμφέρον για την προσβολή της σχετικής αποφάσεως. Ως εκ τούτου, ο έβδομος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο καταλογίζεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι παρέλειψε να περιλάβει διάταξη στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης περί του αγωγικού αιτήματος αναγνωρίσεως της κυριότητας της αναιρεσίβλητης επί του επιδίκου ακινήτου, είναι απαράδεκτος.
Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ δημιουργείται αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσεως, αποδεικτικά μέσα που παραδεκτώς και νομίμως επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφαση του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός εάν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο ως άνω λόγος.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, για να σχηματίσει το άνω σαφές πόρισμα του, έλαβε υπόψη, όπως βεβαιώνει στην απόφαση, και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν. Από τη βεβαίωση αυτή αλλά και από το γεγονός ότι στο υπόλοιπο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο μπορεί να καταληφθεί αμφιβολία για το αν το εφετείο έλαβε υπόψη του και τα έγγραφα που αναφέρονται στο αναιρετήριο, δηλαδή την υπ' αριθμ. 7/1975 απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου Αεροπορικών Επιτάξεων και την υπ' αριθμ.
πρωτ. ... βεβαίωση του Δημάρχου ..., των οποίων μάλιστα κάνει ειδική μνεία στο αιτιολογικό της αποφάσεως, είναι απολύτως βέβαιο ότι το δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στην πιο πάνω κρίση του έλαβε υπόψη του και τα εν λόγω έγγραφα. Κατά συνεπεία, ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ όγδοος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει στην απόφαση του από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε τη σχετική αποδεικτική γνώση.
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον ένατο λόγο, επικαλούμενοι την ανωτέρω διάταξη μέμφονται το Εφετείο ότι κατέληξε στο αναφερόμενο πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με τη συντέλεση της απαλλοτριώσεως, την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου και την ταύτιση αυτού με το απαλλοτριωθέν ακίνητο, χωρίς να προκύπτουν τα περιστατικά αυτά από κάποιο αποδεικτικό μέσο.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, την κρίση του για τα ανωτέρω περιστατικά το Εφετείο διαμόρφωσε από τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται στην απόφαση (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και έγγραφα) και δεν τα δέχτηκε χωρίς απόδειξη.
Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δεν διέταξε πραγματογνωμοσύνη για τη διακρίβωση της ταυτότητας του απαλλοτριωθέντος με το αναφερόμενο στον τίτλο κυριότητας της αναιρεσίβλητης, είναι αβάσιμος, γιατί η διάταξη ή μη πραγματογνωμοσύνης ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του ουσιαστικού δικαστηρίου και άρα η ως άνω παράλειψη του Εφετείου δεν είναι δεκτική αναιρετικού ελέγχου, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ούτε προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση παραδοχή του Εφετείου περί υπάρξεως ζητήματος για την αντίληψη του οποίου να απαιτούνται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του -με σαφήνεια διατυπωμένου-αποδεικτικού πορίσματος, δεν καταφάσκουν την αναιρετική αυτή πλημμέλεια. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα, και ως εκ τούτου, μη αποτελούντα αιτιολογία, δεν μπορούν να ελεγχθούν μέσω του αναιρετικού αυτού λόγου.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Εφετείο δέχθηκε -μεταξύ άλλων- και τα εξής: "Στην απαλλοτριωθείσα έκταση περιλαμβάνεται, σύμφωνα με το σχετικό κτηματολογικό διάγραμμα και πίνακα και ιδιοκτησία που φέρει τον αριθμό ..., έκτασης 9.446 τμ, με φερόμενη ιδιοκτήτρια την πρώτη εναγομένη Χ1.
Συνορεύει δε η έκταση αυτή, κατά τον ίδιο πίνακα, με τις ιδιοκτησίες ... της πρώτης εναγομένης, ... του ..., ... του ... και ... του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία αποτελεί ανοικτή τάφρο. Η πιο πάνω όμως υπ' αριθμ. ... ιδιοκτησία του κτηματολογικού διαγράμματος και πίνακα της απαλλοτρίωσης ανήκε στην κυριότητα της ενάγουσας, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΙΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που συγχωνεύθηκε δι' απορροφήσεως με την πρώτη δυνάμει των από 11-4-2000 και 18-4-2000 αποφάσεων των Γενικών Συνελεύσεων των μετόχων τους, που εγκρίθηκε με την Κ2-5127/25-4-2000 απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης, καταχωρήθηκε στο Μητρώο ανωνύμων εταιρειών και δημοσιεύθηκε στο 2590/26-4-2000 φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως (τ.
ΑΕ και ΕΠΕ). Ειδικότερα η "ΙΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ" κατέστη κυρία του προαναφερόμενου ακινήτου από πλειστηριασμό εις βάρος της ανώνυμης εταιρείας "ΒΕΛΑ ΑΕ" δυνάμει της ... περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτων της συμβολαιογράφου Ζακύνθου Θάλειας-Άννας Καλαμβρέζου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα Βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο ...
και με αριθμό ... . Στην ανώνυμη εταιρεία "ΒΕΛΑ ΑΕ" περιήλθε με εισφορά από την εταιρεία περιορισμένης ευθύνης ".... ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΠΕ" δυνάμει του ... καταστατικού σύστασης εκ μετατροπής ανώνυμης εταιρείας της συμβολαιογράφου Ζακύνθου Ζωής Βισβάρδη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα Βιβλία Μεταγραφών που Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο ..., με αριθμ. ... .
Η παραπάνω εταιρεία περιορισμένης ευθύνης είχε αποκτήσει το ίδιο ακίνητο με αγορά δυνάμει του ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της ίδιας πιο πάνω συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα στα Βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο ... και με αριθμό ..., από τους ... και ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του ..., την κληρονομιά του οποίου οι προαναφερόμενοι αποδέχθηκαν με τη ...
πράξη αποδοχής της ίδιας συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα. Στο ... το ακίνητο αυτό περιήλθε με αγορά από τον αδελφό της πρώτης εναγομένης ... δυνάμει του ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ζακύνθου Σπυρίδωνος Τυρογαλά που μεταγράφηκε νόμιμα και στον τελευταίο με αγορά από το Σύνδεσμο Κοινοτήτων Γεωργοοικονομικής Περιοχής της Πεδιάδας ...
δυνάμει του ... πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ζακύνθου Χαραλάμπους Ζαμπάτη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα Βιβλία Μεταγραφών του τέως Δήμου ..., στον τόμο ... και με αριθμό ... . Στο Σύνδεσμο Κοινοτήτων Γεωργοοικονομικης Περιοχής της Πεδιάδας ... το παραπάνω ακίνητο περιήλθε, μαζί με άλλα ακίνητα, μετά από αναγκαστική απαλλοτρίωση που κηρύχθηκε δυνάμει της 37289/1948 ΥΑ και συντελέστηκε νόμιμα.
Στο από 19-10-1957 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου ..., το οποίο έχει προσαρτηθεί στο ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, το επίδικο αναφέρεται με αριθμό κληρομεριδίου ..., έκταση 10.000 τμ και όρια τα κληρομερίδια ..., ..., ..., ... και χάνδακα. Έτσι, η ενάγουσα κατέστη κυρία του επιδίκου με τον προαναφερόμενο παράγωγο τρόπο αλλά και με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, προσμετρώντας στο δικό της χρόνο νομής το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων της, καθόσον οι τελευταίοι καθάριζαν και επέβλεπαν με διάνοια κυρίου αυτό από το έτος 1952 μέχρι το τέλος του έτους 2000 που συντελέστηκε η απαλλοτρίωση.
Από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδεικνύεται ότι οι εναγόμενοι απέκτησαν την κυριότητα του ίδιου πιο πάνω ακινήτου εκ κληρονομιάς, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος το έτος 1964 συζύγου και πατέρα τους ΑΑ ή με έκτακτη χρησικτησία, ασκώντας επ' αυτού πράξεις νομής δε διάνοια κυρίου ο δικαιοπάροχος τους από το 1950 έως το θάνατο του και αυτοί από το θάνατο του έως την απαλλοτρίωση του, όπως οι ίδιοι αβάσιμα ισχυρίζονται.
Αντίθετα αποδεικνύεται ότι οι αυτοί ήταν συγκύριοι, κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου η πρώτη και 3/8 εξ αδιαιρέτου καθένας από τους υπόλοιπους αντίστοιχα, ενός ακινήτου στην ίδια πιο πάνω περιοχή, έκτασης 6.490 τμ, το οποίο απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά το έτος 1998 (όπως και το ακίνητο της ενάγουσας), το οποίο φέρει αριθμό ...
στο από Απριλίου 1997 κτηματολογικό διάγραμμα-πίνακα του τοπογράφου ... και αποτελούνταν από δύο συνεχόμενα τμήματα. Το υπ' αριθμ. ... ακίνητο περιήλθε στους εναγομένους εκ κληρονομιάς, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του συζύγου και πατέρα τους ΑΑ, δυνάμει της ... πράξης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Ζακύνθου Ανδριανής Κλάδη-Κοκκίνου, που μεταγράφηκε νόμιμα και στον ΑΑ εξ αγοράς από το Σύνδεσμο Κοινοτήτων Γεωργοοικονομικής Περιοχής της Πεδιάδας ...
δυνάμει του ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ζακύνθου Κωνσταντίνου Παπαδάτου που μεταγράφηκε νόμιμα. Στο παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα του ... το ακίνητο των εναγομένων έφερε αριθμό κληρομεριδίου ... και όρια τα κληρομερίδια ..., ... (ενάγουσας), ... και ... και κεντρικό χάνδακα. Οι εναγόμενοι, γνωρίζοντας ότι κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση το έτος 1997 μεγαλύτερης έκτασης 133.668 τμ στην περιοχή στην οποία βρισκόταν τόσο το δικό τους ακίνητο (αριθμ. ...
του κτηματολογικού διαγράμματος) όσο και το ακίνητο της ενάγουσας (αριθμ. ... του ίδιου διαγράμματος), προκειμένου να αποκτήσουν τίτλο ιδιοκτησίας και να εμφανιστούν οι ίδιοι ως συγκύριοι και του υπ' αριθμ. ... ακινήτου για την είσπραξη της σχετικής αποζημίωσης, προέβησαν στην ... συμπληρωματική πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Ζακύνθου Ανδριανής Κόκκινου, που μεταγράφηκε νόμιμα.
Με την τελευταία πράξη αποδέχθηκαν συμπληρωματικά την κληρονομιά, πέραν των ακινήτων που αναφέρονται στην ... πράξη και επί του παραπάνω ακινήτου της ενάγουσας (αριθμ. ... του κτηματολογικού διαγράμματος της απαλλοτρίωσης), αναφέροντας ότι ο κληρονομούμενος είχε αποκτήσει αυτό με έκτακτη χρησικτησία.
Εάν οδικαιοπάροχος των εναγομένων ήταν πράγματι κύριος και του ακινήτου με αριθμό ..., τότε ασφαλώς οι εναγόμενοι θα είχαν περιλάβει και αυτό στην πρώτη, ..., πράξη αποδοχής κληρονομιάς, όπως έπραξαν και με τα άλλα ακίνητα του. Εξάλλου, περί αυτού ο μάρτυρας των εναγομένων ... ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο οποίος είναι αδελφός της πρώτης εναγομένης και θείος των υπολοίπων, καταθέτει εντελώς αόριστα, αντιφατικά και μη πειστικά κατά την κρίση του Δικαστηρίου ότι το ακίνητο αυτό το καλλιεργούσε από το 1950 ο ΑΑ, ότι το είχε δώσει ο Σύνδεσμος χωρίς συμβόλαιο "από αυτούς που παρατήσανε τα κτήματα", ότι ο ΑΑ είχε αγοράσει δέκα στρέμματα αλλά είχε και άλλα "από καταπατημένα", τα οποία "είχαν παρατήσει άλλοι και τα πήραμε".
Δικαίωμα κυριότητας των εναγομένων επί του επιδίκου δεν μπορεί να συναχθεί ούτε από τη συνεκτίμηση της 7/1975 απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου Αεροπορικών Επιτάξεων, δυνάμει της οποίας το Ελληνικό Δημόσιο υποχρεώθηκε να καταβάλει στην πρώτη εναγομένη, ως ιδιοκτήτρια γηπέδου έκτασης 2.270 τμ, αγρού καλλιεργούμενου με σιτηρά, αποζημίωση 2.043 δραχμών για την καλλιεργητική περίοδο 1974-1975, ούτε της ...
βεβαίωσης του Δημάρχου ..., με την οποία βεβαιώνεται ότι η ΔΕΥΑ ... είχε μισθώσει άτυπα από την πρώτη εναγομένη ακίνητο 18 στρεμμάτων στην περιοχή "....." κατά τα έτη 1992-1995, με ετήσιο μίσθωμα 80.000 δραχμών, τις οποίες προσκομίζουν με επίκληση οι εκκαλούντες, καθόσον από το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποια συγκεκριμένα ακίνητα αφορούν, πολύ δε περισσότερο εάν αυτά αναφέρονται στο επίδικο.
Περαιτέρω, οι εναγόμενοι, με τίτλο τις ... και ... πράξεις αποδοχής της κληρονομιάς του ΑΑ, υπέβαλαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου την από 24-2-2000 αίτηση τους, με την οποία ζήτησαν να αναγνωριστούν δικαιούχοι της αποζημίωσης των ακινήτων με αριθμούς ... και ... του κτηματολογικού διαγράμματος της απαλλοτρίωσης, δηλαδή τόσον του ακινήτου 17, που πράγματι τους ανήκε κατά κυριότητα, όσον και του ακινήτου ..., που ανήκε στην κυριότητα της ενάγουσας.
Επί της αίτησης εκείνης εκδόθηκε η 41/2000 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία οι εναγόμενοι αναγνωρίστηκαν δικαιούχοι της αποζημίωσης και για το ακίνητο της ενάγουσας, ποσού 47.230.000 δραχμών ή 138.606,02 ευρώ. Έτσι, οι εναγόμενοι, αν και γνώριζαν ότι αυτοί ουδέποτε είχαν αποκτήσει την κυριότητα επί του επιδίκου, υπ' αριθμ. ...
ακινήτου του κτηματολογικού διαγράμματος της απαλλοτρίωσης, εμφανίστηκαν στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ως δικαιούχοι της αποζημίωσης και εισέπραξαν το ποσό των 34.651,50 ευρώ η πρώτη και των 51.977,26 ευρώ ο καθένας από τους υπόλοιπους, ζημιώνοντας κατά τα ίδια ποσά παράνομα και υπαίτια την ενάγουσα, αληθινή κυρία του ίδιου ακινήτου.
Το γεγονός ότι οι εναγόμενοι έχουν αναγνωριστεί δικαιούχοι της αποζημίωσης με τη 41/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου, η οποία δεν έχει προσβληθεί από την ενάγουσα, ουδεμία ασκεί επιρροή στην παρούσα δίκη, αφού η απόφαση περί αναγνώρισης δικαιούχου δεν αποτελεί δεδικασμένο για τον αληθινό κύριο, ο οποίος μπορεί να ζητήσει την αναγνώριση της κυριότητας του επί του απαλλοτριωθέντος ακινήτου και την καταβολή αποζημίωσης από μέρους του εισπράξαντος αυτή ως δικαιούχου και όσα αντίθετα υποστηρίζουν περί αυτού οι εκκαλούντες με το σχετικό λόγο της έφεσης τους είναι αβάσιμα και απορριπτέα".
Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της ομοίως κρίνασας πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία έγινε δεκτή η από 20-2-2003 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά των αναιρεσειόντων και επιδικάσθηκε στην πρώτη αποζημίωση συνολικού ποσού 138.606,02 ευρώ για τη ζημία που υπέστη εξαιτίας της αναφερόμενης σ' αυτή (απόφαση) αδικοπραξίας των αναιρεσειόντων.
Με την εκτεθείσα κρίση του, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 7§1, 8§§2 και 5, 9§3 του ν.δ. 797/1971 και 914 ΑΚ. Ειδικότερα, υπάρχουν τέτοιες αιτιολογίες αναφορικώς με την ταυτότητα του επίδικου ακινήτου, τον τρόπο και χρόνο περιελεύσεως της κυριότητάς του στην αναιρεσίβλητη και τον χρόνο συντελέσεως της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως αυτού.
Επίσης, σε σχέση με την εκ μέρους της αναιρεσίβλητης απόκτηση της κυριότητας στο επίδικο ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία, αρκεί η παραδοχή του Εφετείου ότι τις αναφερόμενες στην απόφασή του συγκεκριμένες (υλικές) πράξεις νομής ασκούσαν η αναιρεσίβλητη και οι κατονομαζόμενοι δικαιοπάροχοί της από το έτος 1952 έως το τέλος του έτους 2000, κατά το οποίο συντελέσθηκε η άνω αναγκαστική απαλλοτρίωση.
Εξάλλου, κατόπιν της παραδοχής του Εφετείου περί αποκτήσεως από την αναιρεσίβλητη της κυριότητας στο άνω ακίνητο και με έκτακτη χρησικτησία, δεν ήταν απαραίτητο κατά νόμο να αναφέρει στην απόφασή του το σχετικό με τη συγχώνευση των άνω Τραπεζών συμβολαιογραφικό έγγραφο και τη μεταγραφή αυτού. επομένως, οι περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., απορρέοντες, δέκατος και ενδέκατος λόγοι του αναιρετηρίου είναι αβάσιμοι.
Ως προς την αιτίαση, ότι η παραδοχή του Εφετείου περί της ταυτίσεως του απαλλοτριωθέντος με το αναφερόμενο στην άνω περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως ακίνητο εμπεριέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, αφού δεν αποδείχθηκε τέτοια ταύτιση, ο ενδέκατος λόγος είναι απαράδεκτος, διότι, υπό το πρόσχημα της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς του, πλήττει τη μη δεκτική αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο (άρθρο 561§1 Κ.Πολ.Δ.).
Επί επάλληλων αιτιολογιών (κύριων ή επικουρικών), κάθε μία από ης οποίες στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αν έστω και μία δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, οι λόγοι που πλήττουν τις υπόλοιπες είναι αλυσιτελείς. Στην προκειμένη περίπτωση, με τους τρεις πρώτους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες, με επίκληση της από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειας, προβάλλουν τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο παραβίασε Α)τη διάταξη του άρθρου 1033 ΑΚ με το να δεχθεί αφενός μεν κυριότητα της αναιρεσίβλητης Τράπεζας επί του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, καίτοι η τελευταία δεν επικαλέσθηκε ούτε προσκόμισε συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή αυτού που αφορά στη συγχώνευση της με την απορροφηθείσα Ιονική και Λαϊκή Τράπεζα, στην κυριότητα της οποίας είχε περιέλθει το απαλλοτριωθέν ακίνητο, αφετέρου δε κυριότητα αυτής (αναιρεσίβλητης) επί του απαλλοτριωθέντος κατά παράγωγο τρόπο αν και στην αγωγή της αναφέρονται εσφαλμένα τα στοιχεία μεταγραφής του τίτλου κυριότητας αυτού, δηλαδή της υπ' αριθμ. ...
περίληψης κατακυρωτικής εκθέσεως της Συμβολαιογράφου Ζακύνθου Θάλειας Καλαμβρέζου και Β)τη διάταξη του άρθρου 1056 ΑΚ, καθόσον δεν αναφέρονται στην αγωγή χρόνος και τρόπος συντελέσεως της απαλλοτριώσεως υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, ώστε να είναι δυνατή η διακρίβωση αν κατά το χρόνο συντελέσεως της απαλλοτριώσεως η δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης απορροφηθείσα τράπεζα είχε καταστεί κυρία αυτού.
Οι λόγοι αυτοί, αφορώντες στον παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου από την αναιρεσίβλητη, είναι αλυσιτελείς μετά την ανεπιτυχή προσβολή της εφετειακής αποφάσεως ως προς την, αυτοτελώς στηρίζουσα το διατακτικό της, αιτιολογία περί κτήσεως της ως άνω κυριότητας με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με έκτακτη χρησικτησία Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31 Μαΐου 2007 αίτηση των Χ1, Χ2 και Χ3 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 407/2007 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Και,
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ