Legislator Case Law & Legislation
1557/2025 AI generated

Supreme Court allows partial annulment of labor dispute judgment regarding unpaid severance pay and remands case.

Case Number 1557/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the annulment of the Second Instance Court's decision regarding unpaid severance pay but remanded the case for further trial. The appellant argued that the employer had already paid termination compensation and terminated the contract, while the employer claimed the dismissal was valid and the compensation claim was an independent request. The Court found the employer's admission of non-payment regarding the specific severance amount constituted a ground for annulment, necessitating a new examination of the facts.

Legislator headnote

AI generated

Articles 591(1) and 614(3) of the Code of Civil Procedure; The admission by a party of a fact favorable to the opponent, specifically regarding the non-payment of statutory severance, constitutes a ground for annulment under Article 559(8) of the Code of Civil Procedure.

Keywords

AI generated
Labor Dispute Severance Pay Annulment Grounds Admission of Fact Remand for Trial Employment Contract Termination Compensation

Cited Legislation

AI generated
Article 591(1) of the Code of Civil Procedure
Article 614(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 178(1) of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 564(1) of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553(1)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 556(1) of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 566(1) and (3) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1557 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1557/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη και Απόστολο Φωτόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Β. ΑΤΕ" που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Καρτσιούνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Λ. του Γ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μαυρουδη Μαύρο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-12-2020 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6588/2021 μη οριστική, 12778/2022 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1610/2023 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 29-11-2023 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την από 29-11-2023 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 3048-296/29-11-2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμό 1610/27-9-2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης - η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών (άρθρα 591 παράγραφος 1 και 614 αριθμός 3 του ΚΠολΔ) - επί της από 15-11-2022 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 23112-2225/15-11-2022 εφέσεως που είχε ασκήσει η αναιρεσίβλητη, ανώνυμη τεχνική εταιρεία με την επωνυμία "Β.

Ανώνυμη Τεχνική Εταιρία", το διακριτικό τίτλο "Β. Α.Τ.Ε." και έδρα τη Θεσσαλονίκη, κατά της υπ' αριθμό 12788/2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα - μέσα στην προθεσμία των τριάντα (30) ημερών από την επομένη της επίδοσης της αναιρεσιβαλλομένης, η οποία διενεργήθηκε έγκυρα στις 31-10-2023, όπως αυτό προκύπτει από την υπ' αριθμό ...-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Ε.

Ι. Δ. που προσκομίζεται νόμιμα με επίκληση (άρθρο 564 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ) - και γενικά παραδεκτά (άρθρα 552, 553 παράγραφος 1 β, 556 παράγραφος 1, 558, 566 παράγραφος 1 και 577 παράγραφος 1 και 3 ΚΠολΔ). Πρέπει επομένως να ερευνηθεί και περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 577 παράγραφος 3 ΚΠολΔ). 2.

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων που υπάρχουν στη δικογραφία (άρθρο 561 παράγραφος 2 του ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής που αφορούν στην παρούσα αναιρετική δίκη: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, Ι. Λ. του Γ., κάτοικος ..., στην από 7-12-2020 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...-2020 αγωγή - την οποία είχε απευθύνει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και είχε στρέψει κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "Β.

Ανώνυμη Τεχνική Εταιρία", το διακριτικό τίτλο "Β. Α.Τ.Ε." και έδρα τη Θεσσαλονίκη - εξέθεσε τα εξής : Ότι στις 31-3-2016 είχε καταρτίσει ως πολιτικός μηχανικός με την εναγομένη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι έκτοτε προσέφερε σε αυτή προσηκόντως τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος έναντι συγκεκριμένου μηνιαίου μισθού.

Ότι η εναγομένη στις 21-8-2020 κατήγγειλε ακύρως τη σύμβαση εργασίας του, διότι δεν κατέβαλε σε αυτόν αποζημίωση απόλυσης και ότι, τέλος, η εναγομένη αρνείται έκτοτε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, τις οποίες προσφέρει σε αυτή. Με το ιστορικό αυτό ζήτησε - μεταξύ άλλων - α) να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη-εργοδότρια κατήγγειλε άκυρα τη σύμβαση εργασίας του και, επιπλέον, να υποχρεωθεί να υποχρεωθεί η εναγομένη να απασχολεί πραγματικά τον ενάγοντα και να καταβάλει σε αυτόν νομιμότοκα μισθούς υπερημερίας ποσού 11.534,40 Ευρώ για το χρονικό διάστημα από 22-11-2020 έως και 4-6-2021, ποσό 12.065,20 Ευρώ ως αποδοχές και επίδομα άδειας των ετών 2016 έως και 2020, ποσό 7.467,20 Ευρώ ως επίδομα εορτών Χριστουγέννων ετών 2016 έως και 2020 και ποσό 3.646,80 Ευρώ ως επίδομα εορτών Πάσχα ετών 2016 έως και 2020 και, συνολικά (11.534,40 + 12.065,20 + 7.467,20 + 3.646,80=) 34.681,43 Ευρώ και, επικουρικά, β) σε περίπτωση που η απόλυσή του κρινόταν έγκυρη να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σε αυτόν νομιμότοκα ποσό 6.230 Ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης, ποσό 12.065,20 Ευρώ ως αποδοχές και επίδομα άδειας για τα έτη 2016 έως και 2020 και ποσό 3.646,80 Ευρώ ως επίδομα εορτών Πάσχα των ετών 2016 έως και 2020.

Η εναγομένη επικαλέσθηκε ότι είχε καταρτίσει με τον ενάγοντα σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών και όχι σύμβαση εργασίας με συνέπεια να μην ενέχεται έναντί του ως υπερήμερη εργοδότρια και, επικουρικά, ισχυρίσθηκε ότι σε περίπτωση που κρινόταν ότι είχε καταρτίσει με τον ενάγοντα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δεν είχε καταγγείλει ακύρως τη σύμβασή τους αυτή, επειδή είχε καταβάλει στον ενάγοντα την αποζημίωση απόλυσης με συνέπεια να μην ευθύνεται συμβατικά έναντί του, όπως ειδικότερα είχε επικαλεσθεί στις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης δίκασε την αγωγή αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών (άρθρα 591 παρ. 1, 614 αριθμός 3 α και 621 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και εξέδωσε αρχικά την υπ' αριθμό 6588/29-6-2021 μη οριστική απόφαση, με την οποία α) έκρινε την αγωγή παραδεκτή και νόμιμη ως προς τα αιτήματα που προαναφέρθηκαν, β) απέρριψε ως απαράδεκτο τον επικουρικό ισχυρισμό που είχε προβάλει η εναγομένη, επειδή δεν είχε προβληθεί και με προφορική δήλωση της εναγομένης στο ακροατήριο, αλλά μόνο με τις προτάσεις της στη δίκη και γ) στη συνέχεια διέταξε να επαναληφθεί η συζήτηση στο ακροατήριο (άρθρα 591 και 254 του ΚΠολΔ) για να προσκομίσει ο ενάγων με επιμέλειά του συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα με σκοπό να αποδειχθούν πραγματικοί ισχυρισμοί του που αμφισβητούντο.

Μετά από αυτό ο ενάγων με την από 13-7-2021 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης .../2021 κλήση του επέσπευσε νόμιμα νέα συζήτηση της αγωγής του. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δίκασε εκ νέου την υπόθεση αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία που προαναφέρθηκε και εξέδωσε την υπ' αριθμό 12778/13-10-2022 οριστική απόφαση, με την οποία α) απέρριψε ως μη νόμιμο τον κύριο ισχυρισμό, τον οποίο είχε προβάλει η εναγομένη ως απάντηση στην αγωγή με την αιτιολογία ότι δεν συνιστούσε ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, όπως είχε επικαλεσθεί η εναγομένη και β) δέχθηκε την αγωγή ως προς την κύρια βάση της ως ουσιαστικά βάσιμη και, ειδικότερα, αναγνώρισε ότι η από 21-9-2020 απόλυση του ενάγοντος έπασχε από ακυρότητα με την παραδοχή ότι η εναγομένη-εργοδότρια δεν είχε καταβάλει στον ενάγοντα-εργαζόμενο τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης και, επιπλέον, υποχρέωσε την εναγομένη ως υπερήμερη εργοδότρια να απασχολεί πραγματικά τον ενάγοντα και να καταβάλει σε αυτόν νομιμότοκα ποσό 11.534,40 Ευρώ ως μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 22-11-2020 έως και 4-6-2021, ποσό 12.065,20 Ευρώ ως αποδοχές και επίδομα άδειας για τα έτη 2016 έως και 2020, ποσό 7.467,20 Ευρώ ως επίδομα εορτών Χριστουγέννων για τα έτη 2016 έως και 2020 και ποσό 3.646,80 Ευρώ ως επίδομα εορτών Πάσχα για τα έτη 2016 έως και 2020 και, συνολικά (11.534,40 + 12.065,20 + 7.467,20 + 3.646,80=) 34.681,43 Ευρώ.

Η εναγομένη άσκησε κατά της απόφασης αυτής την από 15-11-2022 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 23112-2225/15-11-2022 έφεση για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζήτησε να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή που είχε ασκήσει ο εφεσίβλητος-ενάγων εναντίον της.

Το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δίκασε την υπόθεση αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία κατά την οποία είχε δικάσει και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθμό 1610/27-9-2023 τελεσίδικη απόφαση, με την οποία δέχθηκε την έφεση με την αιτιολογία ότι ο επικουρικός ισχυρισμός, τον οποίο είχε προβάλει η εκκαλούσα-εναγομένη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αποτελούσε ορισμένη και νόμιμη ένσταση από το άρθρο 281 του ΑΚ, εξαφάνισε για το λόγο αυτό την υπ' αριθμό 12778/13-10-2022 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και κράτησε και δίκασε την αγωγή στην ουσία, την οποία περαιτέρω δέχθηκε ως προς την κύρια βάση της ως ουσιαστικά βάσιμη και α) αναγνώρισε ότι η από 21-9-2020 απόλυση του εφεσιβλήτου-ενάγοντος έπασχε από ακυρότητα και, επιπλέον, β) αναγνώρισε την υποχρέωση της εκκαλούσας-εναγομένης να απασχολεί πραγματικά τον εφεσίβλητο-ενάγοντα και επιδίκασε σε αυτόν τα ποσά που είχε επιδικάσει και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Το Μονομελές Εφετείο δέχθηκε, ειδικότερα, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) τα εξής: " [...] αποδεικνύονται [...] τα ακόλουθα: Ο ενάγων είναι πολιτικός μηχανικός [...] κάτοχος νόμιμης άδειας ασκήσεως επαγγέλματος πολιτικού μηχανικού, από του έτους 2002, και εργοληπτικού πτυχίου [...].

Η εναγομένη είναι ανώνυμη τεχνική εταιρεία, η οποία έχει την έδρα της στην Θεσσαλονίκη [...] και δραστηριοποιείται στον τομέα ανάληψης δημόσιων έργων [...]. Στο πλαίσιο της εν λόγω δραστηριότητας της η εναγομένη προσέλαβε διά του νομίμου εκπροσώπου της, Γ. Β., τον ενάγοντα δυνάμει της από 31-3-2016 εγγράφου συμβάσεως, η οποία επιγραφόταν ως σύμβαση παροχής υπηρεσιών, προκειμένου να παρέχει σε αυτήν τις υπηρεσίες του για αόριστο χρόνο υπό την άνω ειδικότητα του πολιτικού μηχανικού, με καθήκοντα την επίβλεψη κατασκευής των έργων που αναλάμβανε και εκτελούσε η εναγόμενη.

Με την ανωτέρω σύμβαση συμφωνήθηκε ότι η αμοιβή του ενάγοντος θα ανέρχεται μηνιαίως στο ποσό των 1.850 ευρώ μικτά, επί του οποίου θα γίνεται παρακράτηση φόρου 20%, ποσού 370 ευρώ, της καθαρής μηνιαίας αμοιβής του ανερχομένης στο ποσό των 1.480 ευρώ, ότι θα υπολογίζεται σε ετήσια βάση 12 μηνών, ότι ο ΦΠΑ των τιμολογίων που θα εκδίδονται μέσα στην χρήση θα βαρύνουν την εναγόμενη και ότι το κόστος ασφάλισης του ενάγοντος θα βαρύνει τον ίδιο, έχοντας συνυπολογιστεί στη μηνιαία αμοιβή του.

Επίσης συμφωνήθηκε ότι ο ενάγων θα δύναται να παρέχει τις υπηρεσίες του και σε τρίτους, καθώς και ότι η σύμβαση θα λύεται χωρίς να οφείλεται καμίας μορφής αποζημίωση, εφόσον προηγηθεί έγγραφη προειδοποίηση του άλλου συμβαλλόμενου έναν μήνα πριν (όρος 4). Παρά τον χαρακτηρισμό της ως συμβάσεως παροχής υπηρεσιών ωστόσο, αποδεικνύεται ότι η επίδικη σύμβαση λειτούργησε καθ' όλο το διάστημα από της κατά τα άνω προσλήψεως του ενάγοντος έως την 21-9-2020, οπότε η εναγομένη προέβη σε καταγγελία της, κατά τα πιο κάτω αναφερόμενα, ως σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, πλήρους απασχόλησης.

Ειδικότερα, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων καθ' όλο το διάστημα απασχόλησής του από την εναγόμενη καθ' υπόδειξη του ανωτέρω νομίμου εκπροσώπου της παρείχε καθημερινώς την εργασία του στα γραφεία που αυτή διατηρεί στην ανωτέρω έδρα της και δη στον πρώτο όροφο της επί της οδού ... οικοδομής, όπου βρίσκονται τα γραφεία των υπαλλήλων της, ενώ στον δεύτερο όροφο της ιδίας οικοδομής βρίσκεται το γραφείο του άνω νομίμου εκπροσώπου της, διεκπεραιώνοντας τις εργασίες που ο τελευταίος του ανέθετε, στα πλαίσια της ειδικότητάς του, και αφορούσαν την εξέλιξη των έργων που αναλάμβανε η εναγόμενη και την παρακολούθηση των οποίων του ανέθετε ο άνω νόμιμος εκπρόσωπός της, κάνοντας χρήση εξοπλισμού που του είχε παραχωρήσει η εταιρία και δη ηλεκτρονικού υπολογιστή, γραμμής σταθερής τηλεφωνίας με εσωτερικό τριψήφιο αριθμό, συσκευής κινητού τηλεφώνου και αριθμού κινητής τηλεφωνίας, ενώ σπανιότερα και ιδίως, από τον μήνα Οκτώβριο του έτους 2018 και εντεύθεν και, πάντοτε, κατόπιν σχετικής εντολής του νομίμου εκπροσώπου της, μετέβαινε και στις περιοχές εκτέλεσης των έργων, κάνοντας χρήση Ι.Χ.Ε.

αυτοκινήτου που του παραχωρούσε για τον σκοπό αυτό η εταιρία, η οποία κάλυπτε και τα έξοδα μετακίνησης του. Υπό τις συνθήκες αυτές ο ενάγων απασχολούνταν επί πέντε ημέρες εβδομαδιαίως, από Δευτέρα έως και Παρασκευή, με ωράριο από 08:15 με 08:30 έως 18:15 με 18:30, το οποίο τηρούσε και τις λιγοστές φορές που, κατ' εντολή του νομίμου εκπροσώπου της εναγόμενης, μετέβαινε στα εργοτάξια αυτής, υποχρεούμενος πάντοτε να επιστρέφει και να συνεχίζει την εργασία του στα γραφεία της μέχρι το πέρας του ωραρίου του.

Η εκ μέρους του ενάγοντος τήρηση του ανωτέρω ωραρίου τελούσε υπό την αυστηρή εποπτεία του νομίμου εκπροσώπου της εναγόμενης, ο οποίος τον επέπληττε σε περίπτωση καθυστερημένης άφιξής του, οπότε και υποχρεούνταν να παραμένει στον τόπο εργασίας του για χρόνο ίσο με εκείνον της καθυστερημένης προσέλευσής του, ώστε να συμπληρώσει ωράριο 10 ωρών.

Εκτός του ανωτέρω πενθημέρου εξάλλου ο ενάγων απασχολούνταν στην εναγομένη και πολλά Σάββατα, από ώρα 09:00 έως ώρα 10:30 περίπου, από δε την 1-10-2016 έως και τον μήνα Φεβρουάριο έτους 2020 κάθε Σάββατο τις ίδιες ώρες, μεταβαίνοντας στα γραφεία της εναγόμενης, όπου, παρουσία του εκπροσώπου της Γ. Β. και των λοιπών απασχολουμένων μηχανικών, γινόταν ο απολογισμός των εργασιών της προηγούμενης εβδομάδας, ο προγραμματισμός των εργασιών της επομένης εβδομάδας και η κατανομή και ανάθεση των επί μέρους εργασιών σε έναν έκαστο εξ αυτών.

Τα καθήκοντα του ενάγοντος συνίσταντο ειδικότερα στον ηλεκτρονικό έλεγχο και έγκριση όλων των υλικών που παρήγγελλε η εναγόμενη και προορίζονταν για τα εργοτάξια αυτής, στην έγκριση των κυκλοφοριακών ρυθμίσεων για την εκτέλεση εργασιών σε τμήματα οδών, έγκριση στην οποία προέβαινε βάσει μελετών που συνέτασσε συγκοινωνιολόγος - εξωτερικός συνεργάτης της εναγόμενης, στη χρήση και συμπλήρωση αρχείου για τη μελέτη αποχετευτικών δικτύων υπό κενό, στην οικονομική διαχείριση των εκτελούμενων έργων (πιστοποιήσεις, έσοδα - έξοδα, κόστος όλων των εργασιών του έργου), στην καταγραφή της πορείας των έργων, στη σύνταξη των αναλυτικών επιμετρήσεων των έργων, των διαφόρων συνοδευτικών των λογαριασμών πρωτοκόλλων (στεγανότητας, παραλαβής φυσικού εδάφους, χαρακτηρισμού εκσκαφών κλπ.), στον έλεγχο των υπεργολάβων που εκτελούσαν τις διάφορες επιμέρους εργασίες και στην πιστοποίηση των εκτελούμενων από αυτούς εργασιών, στην παροχή υπηρεσιών ως μηχανικός ποιότητας δια της επίβλεψης όλων των εργαστηριακών ελέγχων για όλες τις εργασίες (έλεγχος χωματουργιών και σκυροδέτησης για εργασίες κατασκευής αντλιοστασίων, έλεγχος καταλληλότητας υλικών έδρασης αγωγών, επίχωσης σκαμμάτων και συμπύκνωσης των υλικών για εργασίες κατασκευής δικτύου αποχέτευσης, έλεγχοι καταλληλότητας και συμπύκνωσης υλικών για εργασίες οδοστρωσίας, έλεγχοι υλικού κατά τη διάστρωση και κατόπιν διάστρωσης δια της λήψης καρότων επί του διαστρωμένου και συμπυκνωμένου στρώματος για εργασίες ασφαλτόστρωσης).

Επιπρόσθετα, ο ενάγων ήταν υπεύθυνος για τη σύνταξη και ορθή συμπλήρωση του προγράμματος ποιότητας έκαστου έργου, το οπαίο υποβαλλόταν προς έγκριση στις αρμόδιες τεχνικές υπηρεσίες, εκπροσωπούσε την εναγόμενη, κατόπιν σχετικής ειδικής εντολής του νομίμου εκπροσώπου της, σε κάθε έλεγχο που πραγματοποιούσε ανεξάρτητος φορέας ελέγχου των δημόσιων έργων (Ε.Σ.Π.Ε.Λ.) στα έργα που ο ίδιος παρακολουθούσε, συνέτασσε τους λογαριασμούς πληρωμής της εναγόμενης για τα εκτελούμενα εκ μέρους της έργα και ήταν υπεύθυνος για την έγκρισή τους από τους εργοδότες της, προβαίνοντας σε σχετικές διορθώσεις και απομειώσεις εγγυήσεων, με φυσική παρουσία στις υπηρεσίες πληρωμών, συνέτασσε ανακεφαλαιωτικό πίνακα εργασιών, ήταν υπεύθυνος σύνταξης μητρώων έργων και σε ελάχιστες περιπτώσεις, όταν τούτο απαιτούνταν για την εξυπηρέτηση των λειτουργικών αναγκών της εναγόμενης εκτελούσε και καθήκοντα μηχανικού κατασκευής.

Κατά τη διάρκεια της εργασίας του στην εναγομένη ο ενάγων απασχολήθηκε στα έργα "αποχέτευση στην Τρίγλια Χαλκιδικής", "Εγκατάσταση Επεξεργασίας Λυμάτων Δήμου Ασκιού Νομού Κοζάνης και εξωτερικά δίκτυα οικισμών Γαλατινής, Εράτυρας και Καλονερίου", "Ανάπλαση της οδού ... στην Πτολεμαΐδα", την εκτέλεση των οποίων είχε αναλάβει η εναγόμενη και τα οποία περαιώθηκαν με οριστική παραλαβή, ενώ κατά τον χρόνο απομάκρυνσής του από την εναγομένη, παρακολουθούσε τα έργα αποχέτευση Χορτιάτη, Ολύνθου, Δρεπάνου και κατασκευή δικτύων αποχέτευσης υπό κενό στα Τρίκαλα.

Καθόσον αφορά τις αποδοχές του, τα ανωτέρω συμφωνηθέντα καθαρά, κατόπιν παρακράτησης από την εναγόμενη επί των μικτών αποδοχών του ποσοστού 20% ως φόρου, ποσά και δη ποσό 1.480 ευρώ από της προσλήψεώς του μέχρι την 31-12-2017 και ποσό 1.780 ευρώ από 1-1-2018 και εντεύθεν, καταβάλλονταν μηνιαίως σε τραπεζικό Λογαριασμό του, ο ίδιος δε, καθ' υπόδειξη της εναγομένης, στο τέλος εκάστου έτους εξέδιδε ένα συγκεντρωτικό τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, όπου αναγράφονταν οι εκ μέρους του παρεχόμενες υπηρεσίες, το εισπραχθέν ποσό, ο αναλογούν Φ.Π.Α.

και το ποσό του παρακρατηθέντος φόρου. Ειδικότερα, ο ενάγων εξέδωσε τα εξής τιμολόγια παροχής υπηρεσιών: α) το υπ' αριθμ. ...-2016 τιμολόγιο ποσού 18.352 ευρώ για τις αποδοχές που εισέπραξε κατά το έτος 2016, β) το υπ' αριθμ. ...-2017 τιμολόγιο ποσού 32.953 ευρώ, για τις αποδοχές που εισέπραξε κατά το έτος 2017, γ) το υπ' αριθμ. ...-2018 τιμολόγιο ποσού 30.318 ευρώ, για τις αποδοχές που εισέπραξε κατά το έτος 2018, δ) το υπ' αριθμ. ...-2019 τιμολόγιο ποσού 33.108 ευρώ, για τις αποδοχές που εισέπραξε κατά το έτος 2019, και ε) το υπ' αριθμ. ...-2020 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, ποσού 15.097 ευρώ, για τις αποδοχές του κατά το έτος 2020.

Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά εν σχέσει με τα καθήκοντα και τις συνθήκες εργασίας του ενάγοντος, δεν αρνήθηκε ειδικότερα και συνεπώς κρίνεται ότι συνομολόγησε η εναγομένη, πλήρως δε αυτά αποδεικνύονται και από το σύνολο των προσκομιζόμενων στοιχείων και ιδίως τις καταθέσεις των μαρτύρων του ενάγοντος που δεν ανακρούονται και δεν αναιρούνται από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, περιλαμβανομένων των καταθέσεων των ενόρκως βεβαιούντων - μαρτύρων της εφεσιβλήτου - εναγομένης [...] υπαλλήλου της, και [...] μηχανικού - συνεργάτη της, που περιέχονται στις άνω ένορκες βεβαιώσεις τους, οι οποίοι δεν καταθέτουν κάτι αντίθετο προς τα ανωτέρω, ο δεύτερος μάλιστα εξ αυτών ουδόλως αναφέρεται στους όρους και τις συνθήκες εργασίας του ενάγοντος, περιοριζόμενος στις δικές του αρμοδιότητες και υποχρεώσεις έναντι της εναγόμενης.

Εκ των ανωτέρω αποδεικνύεται ότι καθ' όλη τη διάρκεια της ενδίκου συμβάσεως μεταξύ των διαδίκων, ο ενάγων δεν επέλεγε ο ίδιος τους όρους της απασχόλησής του, αλλά, κατά την εκτέλεση των προαναφερόμενων καθηκόντων του τελούσε σε νομική και προσωπική εξάρτηση από την εναγομένη, υποκείμενος στο διευθυντικό της δικαίωμα και έχοντας υποχρέωση να ακολουθεί και να συμμορφώνεται προς τις δεσμευτικές εντολές και οδηγίες της ως προς τον τόπο, τον χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας του, ενώ η εναγόμενη ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία για τη διαπίστωση της συμμόρφωσής του προς αυτές μέσω του ανωτέρω νομίμου εκπροσώπου της, Γ.

Β. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα παραπάνω, ο ενάγων παρείχε την εργασία του προσερχόμενος καθημερινά, στον καθορισμένο από την εναγόμενη τόπο εργασίας του που ήταν, όπως προαναφέρθηκε, ανάλογα με τις ανάγκες της, κυρίως τα γραφεία αυτής στη Θεσσαλονίκη, και σπανιότερα, ο τόπος εκτέλεσης των έργων που είχε αναλάβει και τα εργοτάξια αυτών, τηρώντας το ανωτέρω καθορισμένο ωράριο εργασίας του, για την τήρηση του οποίου ελεγχόταν, όπως προεκτέθηκε, από τον άνω νόμιμο εκπρόσωπό της.

Επίσης, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του υποχρεούνταν σε καθημερινή ενημέρωση του εκπροσώπου της εναγόμενης και μάλιστα δύο φορές ημερησίως, μία κατά την έναρξη του ωραρίου εργασίας του, οπότε ελάμβανε εντολές και οδηγίες για τις επιμέρους εργασίες που έπρεπε να εκτελέσει κατά τη διάρκεια της ημέρας, και μία κατά τη λήξη του ωραρίου του, οπότε και ενημέρωνε για τα αποτελέσματα των εργασιών που είχε αναλάβει να διεκπεραιώσει εντός της ημέρας, υποκείμενος στον άμεσο έλεγχο αυτού (νομίμου εκπροσώπου) ως προς την καλή εκτέλεση των εν λόγω εργασιών.

Η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης και η εποπτεία και ο έλεγχος ως προς τη συμμόρφωση του ενάγοντος ήταν συνεχής, καθ' όλο το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, ενώ η εξάρτησή του ήταν κάπως χαλαρότερη μόνο ως προς τον τρόπο εκτέλεσης των καθηκόντων του, όπου μπορούσε λόγω της ιδιότητάς του ως πολιτικού μηχανικού και των σχετικών επιστημονικών του γνώσεων να αναπτύσσει πρωτοβουλίες στην εκτέλεση των εργασιών που του ανετίθεντο, έχοντας άλλωστε προσληφθεί προς το σκοπό αυτό, τελώντας ωστόσο πάντοτε υπό τις γενικότερες οδηγίες και εντολές του ανωτέρω εκπροσώπου της, ο οποίος, σημειωτέον, έφερε την ιδιότητα του τοπογράφου μηχανικού και ο οποίος αποφάσιζε για την κατανομή των εργασιών και έκανε, σύμφωνα με τα παραπάνω, αποτίμηση της καλής εκτέλεσης αυτών τόσο καθημερινά μετά την λήξη του ωραρίου εργασίας όσο και κατά τις συναντήσεις που ελάμβαναν χώρα το Σάββατο εκάστης εβδομάδας.

Μάλιστα, όπως η ανωτέρω μάρτυρας - υπάλληλος της εναγομένης [...] αναφέρει στην προσκομιζομένη ένορκη βεβαίωσή της, κατά το θέρος του έτους 2019 ο εκπρόσωπος της εναγόμενης Γ. Β., λόγω του ότι αναγκαζόταν να λείπει πολλές ημέρες από τα γραφεία της εταιρείας για επαγγελματικούς λόγους, ζήτησε από την ίδια να ετοιμάσει μια έντυπη φόρμα καταγραφής εξέλιξης των εργασιών, την οποία ο ενάγων και οι λοιποί μηχανικοί της εταιρίας υποχρεούνταν να συμπληρώνουν καθημερινά για διάστημα κάποιων μηνών που ο ανωτέρω νόμιμος εκπρόσωπος δεν μπορούσε να έχει φυσική παρουσία στα γραφεία της εταιρίας, προκειμένου να πληροφορείται την γενική πρόοδο των έργων και των καθηκόντων των μηχανικών, γεγονός επιβεβαιωτικό της ασκήσεως από μέρους της εναγομένης, διά του ανωτέρω εκπροσώπου της, διαρκούς εποπτείας στον τρόπο άσκησης των καθηκόντων του ενάγοντος και ελέγχου της αποτελεσματικότητας και αποδοτικότητάς του.

Επιπρόσθετα, αποδεικνύεται ότι η απασχόληση του ενάγοντος στην εναγόμενη, καθ' όλο το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, ήταν αποκλειστική, συνεχής και αδιάλειπτη, καθόσον δεν είχε προσληφθεί για την εκτέλεση ορισμένου ή ορισμένων έργων και υπηρεσιών, μετά την αποπεράτωση των οποίων σταματούσε την εργασία του, αλλά διατελούσε μόνιμος υπάλληλός της με την ανωτέρω ειδικότητα.

Επιπλέον, ο ενάγων δεν ελάμβανε καμία επιχειρηματική πρωτοβουλία, αλλά ούτε και έφερε οιονδήποτε επιχειρηματικό κίνδυνο, έχοντας ενταχθεί, λειτουργικά και οργανωτικά, στην εκμετάλλευση της εναγομένης και υπαγόμενος στην επιχείρηση αυτής και, ειδικότερα, στο μόνιμο επιστημονικό τεχνολογικό προσωπικό της για την κάλυψη των συναφών με την ειδικότητά του αναγκών της και την εξυπηρέτηση, προώθηση και επίτευξη του επιχειρηματικού της σκοπού.

Επίσης ο ενάγων καθ' όλο το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα απασχόλησής του στην εναγόμενη δεν ανέλαβε άλλη συναφή με το αντικείμενό του δραστηριότητα ακριβώς διότι παρείχε αποκλειστικά την εργασία του σε αυτή υπό τις, κατά τα άνω αναλυτικώς αναφερόμενα, δεσμευτικά καθοριζόμενες από τον ανωτέρω πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου της και νόμιμο εκπρόσωπό της συνθήκες.

Επιβεβαιωτικό στοιχείο της μόνιμης και αποκλειστικής εργασίας του ενάγοντος στην εναγόμενη κατά το άνω χρονικό διάστημα αποτελούν και τα ανωτέρω αναφερόμενα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, τα οποία φέρουν συνεχή αρίθμηση, έχοντας άπαντα εκδοθεί από τον ενάγοντα προς την εναγομένη.

Εξάλλου, ο ενάγων, καθ' όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα, δεν διατηρούσε δική του επαγγελματική εγκατάσταση, αλλά η αναγραφόμενη στα προαναφερόμενα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών διεύθυνση ήταν η διεύθυνση κατοικίας του, η οποία, εντελώς τυπικά αναφερόταν ως επαγγελματική του έδρα, χωρίς, ωστόσο, ο ενάγων να ασκεί πραγματική ατομική επαγγελματική δραστηριότητα στον χώρο αυτό.

Εκ πάντων τούτων πλήρως αποδεικνύεται ότι ο χαρακτηρισμός από τους διαδίκους της επιδίκου μεταξύ τους συμβάσεως ως ανεξαρτήτων υπηρεσιών έγινε κατ' επίφαση μόνον, προκειμένου να αποφύγουν, έκαστος προς το συμφέρον του, την εφαρμογή της ασφαλιστικής, φορολογικής και εργατικής νομοθεσίας, και δεν ανταποκρινόταν στην πραγματική φύση του μεταξύ τους συμβατικού δεσμού, που ήταν αυτή της συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, πλήρους απασχόλησης.

Η εναγόμενη ισχυρίστηκε ότι η επίδικη σύμβαση δεν θα μπορούσε να έχει τον χαρακτήρα της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας διότι ο ενάγων είναι κάτοχος εργοληπτικού πτυχίου το οποίο δεν κατέθεσε στην εταιρία αλλά διατήρησε για τον εαυτό του για να αναλαμβάνει ο ίδιος την εκτέλεση έργων, όντας παράλληλα εγγεγραμμένος στο Μητρώο Εργοληπτικών Επιχειρήσεων (ΜΕΕΠ), και ότι για την εγγραφή του στο εν λόγω Μητρώο είχε συμπληρώσει και υπογράψει υπεύθυνη δήλωση προς το Υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών ότι δεν είναι μισθωτός, δεν ανήκει στο δυναμικό καμίας άλλης επιχείρησης ως μισθωτός και θα δηλώσει άμεσα στο Υπουργείο κάθε αλλαγή που θα προκόψει σχετικά με αυτά τα στοιχεία.

Πάντα τούτα όμως, ανεξαρτήτως των όποιων κατά νόμο συνεπειών μπορεί να επιφέρουν σε βάρος του ενάγοντος, δεν ασκούν έννομη επιρροή στην επίδικη σχέση και δεν αποτελούν στοιχεία κρίσιμα για τον χαρακτηρισμό της ή μη ως συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, για την οποία αντιθέτως σημασία έχει κατά κύριο λόγο, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην μείζονα σκέψη της παρούσης, η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης του ενάγοντος από την εναγομένη κατά την παροχή των υπηρεσιών του σε αυτήν, εξάρτηση που αποδεικνύεται ότι συνέτρεχε εν προκειμένω, όπως αναλυτικώς πιο πάνω εκτέθηκε.

Τα ίδια ισχύουν και για τα εκδοθέντα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, τα οποία δικαιολογούνται από τον χαρακτηρισμό που τα μέρη είχαν δώσει στην επίδικη σύμβαση ως ανεξαρτήτων υπηρεσιών και τα οποία ο ενάγων υποχρεούνταν να εκδώσει, ακόμη και το τελευταίο αυτών μετά την άσκηση της ενδίκου αγωγής, για τη νόμιμη είσπραξη της αμοιβής του με βάση τον έως τότε φερόμενο ως άνω χαρακτήρα της ενδίκου συμβάσεως.

Ομοίως και η επιβάρυνση του ενάγοντος με τις ασφαλιστικές του εισφορές για την ασφάλισή του στον ΕΦΚΑ ως μη μισθωτού και η αποφορολόγηση και λήψη καθαρής της αμοιβής του δικαιολογούνται από τον ανωτέρω χαρακτηρισμό που έδωσαν στη σύμβαση τα μέρη και δεν αποτελούν κρίσιμα στοιχεία για την διάγνωση της ύπαρξης σχέσης εξαρτημένης εργασίας, ούτε επίσης ο όρος της συμβάσεως περί της δυνατότητας του ενάγοντος να παρέχει τις υπηρεσίες του και σε τρίτους, ο οποίος ουδόλως προέκυψε ότι περιλήφθηκε στη σύμβαση κατ' απαίτηση του ενάγοντος, ως αβασίμως ισχυρίζεται η εκκαλούσα, και κατ' ουσίαν ήταν άνευ αντικειμένου, αφού ο ενάγων παρέχοντας αποκλειστικά την εργασία του στην εναγομένη υπό τις προαναφερόμενες δεσμευτικές συνθήκες, ουδέποτε παρείχε τις υπηρεσίες του σε τρίτους, όπως πιο πάνω εκτέθηκε.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επομένως που με την εκκαλουμένη απόφαση και με τις ίδιες σκέψεις έκρινε ότι η επίδικη σύμβαση είχε τον χαρακτήρα της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και υποχρέωσε την εναγόμενη να αποδέχεται την εργασία του ενάγοντος, ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος ο συναφής πρώτος λόγος της ενδίκου εφέσεως με τον οποίο ο εκκαλών υποστηρίζει τα αντίθετα και δη ότι ενόψει των ανωτέρω όρων της συμβάσεως, των εκδοθέντων τιμολογίων παροχής υπηρεσιών και της διατήρησης από τον ενάγοντα της ιδιότητας του μελετητή και της εγγραφής του στο ΜΕΕΠ διά της συμπληρώσεως υπευθύνου δηλώσεως ότι δεν είναι μισθωτός σε κάποια εταιρία, αποκλείεται η ύπαρξη σχέσης εξαρτημένης εργασίας (...) πρόσθετη αποζημίωση, το αίτημα καταβολής της οποίας ήδη απερρίφθη [...].

Περαιτέρω [...] η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα, από της προσλήψεώς του, δώρα εορτών και αποδοχές και επίδομα αδείας για τα διάστημα απασχόλησής του, τα οποία ουδέποτε του κατέβαλε [...]. Στην παραδοχή της αγωγής η εκκαλουμένη απόφαση κατέληξε αφού απέρριψε ως αόριστη την ένσταση της εναγόμενης περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος για αναγνώριση της ενδίκου συμβάσεως ως εξαρτημένης εργασίας, με την οποία συνέχονται και άπαντα τα, λοιπά γενόμενα δεκτά, αιτήματα της αγωγής, ήτοι τόσο η αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας λόγω μη καταβολής της νομίμου αποζημιώσεως και η υποχρέωση της εναγόμενης να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος, όσο και η επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας, δώρων εορτών, αποδοχών και επιδόματος αδείας, αφού όλα προϋποθέτουν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Η ανωτέρω ένσταση ωστόσο [...] είναι ορισμένη και νόμιμη και πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη. Εφόσον όμως η εκκαλούσα - εναγομένη παραποιείται για την απόρριψή της ως αόριστης δεν μπορεί η κατ' ουσίαν απόρριψή της από το παρόν Δικαστήριο να γίνει με αντικατάσταση των αιτιολογιών της εκκαλουμένης [...].

Συνεπώς [...] πρέπει [...] να εξαφανισθεί [...] η εκκαλουμένη απόφαση και [...] να απορριφθεί η ανωτέρω ένσταση από ουσιαστική άποψη[...]. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει η υπό κρίση έφεση να γίνει δεκτή και κατ' ουσίαν [...], να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά το μέρος της με το οποίο δέχθηκε την αγωγή και [...] να γίνει εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν η αγωγή κατά το αντίστοιχο μέρος της, απορριπτομένης ως ουσία αβάσιμης της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος της εναγόμενης, και να αναγνωρισθεί ότι η σύμβαση που συνδέει τους διαδίκους έχει τον χαρακτήρα της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου πλήρους απασχόλησης και ότι η από 21-9-2020 καταγγελία της συμβάσεως αυτής από την εναγόμενη είναι άκυρη λόγω μη καταβολής της νομίμου αποζημιώσεως και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδέχεται την προσφερομένη εργασία του ενάγοντος, [...] και να υποχρεωθεί επίσης να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 34.681,43 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας, δώρα εορτών, αποδοχές και επίδομα αδείας [...] νομιμοτόκως [...].". 3.α.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδάφιο α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται (...) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (...). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται α) αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, β) αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές και γ) αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (...).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε στην ουσία την υπόθεση η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα γεγονότα, τα οποία το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανέλεγκτα ότι αποδείχθηκαν και από την υπαγωγή τους στο νόμο. Ο λόγος αναίρεσης που προαναφέρθηκε ιδρύεται, αν από τις πραγματικές παραδοχές της απόφασης η παράβαση καθίσταται εμφανής.

Αυτό συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι είχαν αποδειχθεί αρκούσαν για την εφαρμογή του. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης ιδρύεται και στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη νόμου (ΟλΑΠ 5/2023).Το άρθρο 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ ορίζει ότι: " Αναίρεση επιτρέπεται (...) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης".

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν από τις παραδοχές της, οι οποίες περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται με ανεπάρκεια ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 2/2022).

Ζητήματα, περαιτέρω, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης αποτελούν μόνον οι ισχυρισμοί, οι οποίοι - με την προϋπόθεση ότι προτάθηκαν παραδεκτά - θεμελιώνουν την ιστορική βάση και δικαιολογούν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή αποτελούν λόγο έφεσης. Αντίθετα δεν ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ακόμη και αιτιολογημένη (ΑΠ 708/2025, ΑΠ 85/2025, ΑΠ 94/2011).

Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 656, 669 παράγραφος 2 του ΑΚ, 1 του ν. 2112/1920, 1 και 5 του ν. 3198/1955 και 70 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι σε περίπτωση που ο ενάγων-εργαζόμενος θεωρήσει άκυρη την καταγγελία της σύμβασης εργασίας και εμμείνει στη σύμβαση, η αξίωσή του κατά του εναγομένου-εργοδότη, ο οποίος αρνείται να αποδεχθεί την εργασία του, για καταβολή μισθών υπερημερίας στηρίζεται στη σύμβαση εργασίας και όχι στην ακυρότητα της καταγγελίας.

Στην περίπτωση αυτή ο εναγόμενος-εργοδότης μπορεί να προβάλει την ένσταση ότι είχε καταγγείλει έγκυρα τη σύμβαση, ενώ ο ενάγων-εργαζόμενος την αντένσταση ότι η καταγγελία αυτή ήταν άκυρη. Ο εργαζόμενος όμως έχει τη δυνατότητα να επικαλεσθεί την ακυρότητα της καταγγελίας και τους λόγους που τη θεμελιώνουν ήδη με το δικόγραφο της αγωγής, δηλαδή να προβάλει εκ προοιμίου την αντένσταση αυτή κατά της ένστασης που θα προβάλει τυχόν ο εργοδότης ότι κατήγγειλε έγκυρα τη σύμβαση. Αν, ωστόσο, ο ενάγων-εργαζόμενος περιλάβει στην αγωγή του και αυτοτελές αίτημα - σύμφωνα με το άρθρο 70 του ΚΠολΔ - να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας, ο ισχυρισμός του εναγομένου-εργοδότη ότι η καταγγελία είναι έγκυρη αποτελεί άρνηση της αγωγής (ΑΠ 784/2023, ΑΠ 1676/2023, ΑΠ 216/2002). Η διάταξη περαιτέρω του άρθρου 281 του ΑΚ ορίζει ότι: "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι μόνον υπαρκτό δικαίωμα είναι δυνατό να ασκηθεί καταχρηστικά (ΟλΑΠ 17/1995). Όταν συνεπώς ο υπόχρεος αρνείται ότι ο δικαιούχος είναι φορέας του επιδίκου δικαιώματος, δεν είναι κατά το νόμο νοητή καταχρηστική άσκηση του ίδιου δικαιώματος (ΟλΑΠ 17/1995, ΑΠ 84/2025, ΑΠ 721/2022).

Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 5 παράγραφος 3 εδάφιο α' του ν. 3198/1955, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παράγραφος 4 του ν. 2556/1997 και ισχύει από 1-4-1998, 3 παράγραφος 1 του ν. 2112/1920 και 669 παράγραφος 2 εδάφιο α του ΑΚ η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου θεωρείται έγκυρη - μεταξύ άλλων - αν καταβληθεί (και) η οφειλόμενη αποζημίωση.

Η καταγγελία συνεπώς είναι άκυρη, όχι μόνον αν δεν καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση, αλλά και σε περίπτωση που καταβληθεί ελλιπής αποζημίωση (ΑΠ 1561/2023). Η ακυρότητα δε της καταγγελίας λόγω μη προσήκουσας καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης δεν .....από τη μεταγενέστερη καταβολή της (ΑΠ 703/2024, ΑΠ 2013/2022). Από το συνδυασμό εξάλλου των διατάξεων των άρθρων 5 παράγραφος 3 του ν. 3198/1955 και 288 του ΑΚ προκύπτει ότι η ελλιπής καταβολή αποζημίωσης απόλυσης δεν επιφέρει ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, όταν είναι δικαιολογημένη κατά την καλή πίστη, όπως, όταν οφείλεται σε εύλογη αμφιβολία ή σε συγγνωστή πλάνη ή σε παραδρομή ως προς το ακριβές ποσό της αποζημίωσης που οφείλεται και όχι σε κακοβουλία του εργοδότη.

Ο εργαζόμενος διατηρεί στην περίπτωση αυτή κατά του εργοδότη αξίωση για συμπλήρωση της αποζημίωσης. Ο ισχυρισμός που προαναφέρθηκε θεμελιώνει ένσταση του εργοδότη κατά της αγωγής, την οποία άσκησε ο εργαζόμενος εναντίον του με αίτημα να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας για το λόγο ότι η αποζημίωση που καταβλήθηκε ήταν ελλιπής.

Ο εργοδότης περαιτέρω τελεί σε συγγνωστή πλάνη ως προς το ποσό της αποζημίωσης, την οποία οφείλει να καταβάλει στον εργαζόμενο, όταν, μολονότι κατέβαλε την κατ' αντικειμενική κρίση επιμέλεια, την οποία κάθε συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος σύμφωνα με τις πνευματικές και επαγγελματικές του ικανότητες όφειλε να επιδείξει στις συναλλαγές του, δεν εκπλήρωσε τη νόμιμη αυτή υποχρέωσή του έναντι του εργαζομένου, επειδή πίστευε καλόπιστα είτε ότι δεν έχει τέτοια υποχρέωση, είτε ότι την εκπλήρωσε με την καταβολή στον εργαζόμενο συγκεκριμένου χρηματικού ποσού ως αποζημίωση απόλυσης (ΑΠ 1561/2023, ΑΠ 641/2021, ΑΠ 229/2021).

Το άρθρο, εξάλλου, 562 παράγραφος 2 του ΚΠολΔ ορίζει ότι: "Είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο τη ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη, ή το δεδικασμένο.".

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας σύμφωνα με την πραγματική και τη νομική κατάσταση, την όφειλε να λάβει υπόψη του ο δικαστής της ουσίας, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναίρεσης.

Η συνδρομή μάλιστα της προϋπόθεσης αυτής πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Ο αναιρεσείων, δηλαδή, πρέπει να αναφέρει στο δικόγραφο της αναίρεσης ότι είχε προτείνει παραδεκτά και νόμιμα τον ισχυρισμό, ο οποίος στηρίζει το λόγο αναίρεσης - αν βέβαια δεν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις που αναφέρονται στην ίδια διάταξη - ακόμη και αν ο ισχυρισμός αυτός έπρεπε να ληφθεί αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 15/2011, ΑΠ 1306/2024, ΑΠ 775/2023).

Στο πρώτο και στο τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, τα οποία είναι συναφή, η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη παραβίασε εκ πλαγίου με αντιφατική αιτιολογία τις διατάξεις του νόμου για την απόσβεση οφειλής με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ και να πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί.

Η αναιρεσείουσα επικαλείται, ειδικότερα, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε με αντιφατικές ουσιαστικές παραδοχές ότι δεν είχε καταβάλει στον αναιρεσίβλητο τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης και ότι επομένως τον είχε απολύσει ακύρως με συνέπεια να την υποχρεώσει για το λόγο αυτό να τον απασχολεί πραγματικά και να καταβάλει σε αυτόν μισθούς υπερημερίας, μολονότι η ίδια είχε εκπληρώσει τη νόμιμη αυτή υποχρέωσή της έναντί του.

Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται περαιτέρω ότι είχε προβάλει παραδεκτά ως εναγομένη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου την ένσταση που προαναφέρθηκε και ότι την είχε επαναφέρει επίσης παραδεκτά ως εκκαλούσα με την έφεσή της ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και ότι, τέλος, το ίδιο δικαστήριο με την αντιφατική αιτιολογία με την οποία απέρριψε τον ισχυρισμό της αυτό ως ουσιαστικά αβάσιμο κατέστησε ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων για την απόσβεση της οφειλής, όπως ειδικότερα αναφέρει στο αναιρετήριο.

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παράγραφος 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος-ενάγων με την αγωγή του κατά της αναιρεσείουσας-εναγομένης είχε αιτηθεί α) να αναγνωρισθεί ότι η αναιρεσείουσα είχε καταγγέλλει ακύρως τη σύμβαση εργασίας τους, διότι δεν είχε καταβάλει σε αυτόν την αποζημίωση απόλυσης και, περαιτέρω, β) να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να τον απασχολεί πραγματικά και να καταβάλει σε αυτόν συγκεκριμένα χρηματικά ποσά νομιμότοκα ως μισθούς υπερημερίας, επειδή είχε παύσει να αποδέχεται την εργασία του, την οποία ο ίδιος προσέφερε προσηκόντως σε αυτή.

Η αναιρεσείουσα ισχυρίσθηκε τόσο ως εναγομένη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όσο και ως εκκαλούσα ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι είχε καταβάλει την αποζημίωση απόλυσης στον αναιρεσίβλητο και ότι συνεπώς είχε καταγγείλει έγκυρα τη σύμβαση εργασία της με αυτόν. Ο αναιρεσίβλητος επομένως είχε περιλάβει στην αγωγή του κατά της αναιρεσείουσας αυτοτελές αίτημα να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της απόλυσής του με συνέπεια ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι η απόλυση του αναιρεσιβλήτου ήταν έγκυρη για το λόγο που προαναφέρθηκε να αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής του εναντίον της και όχι ένσταση σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη που προηγήθηκε.

Η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής όμως δεν αποτελεί ισχυρισμό, ο οποίος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και για το λόγο αυτό ο λόγος αναίρεσης που προαναφέρθηκε ως προς το πρώτο και το τρίτο σκέλος του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. 3.β. Στο τέταρτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, όπως εκτιμάται από το Δικαστήριο, η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 288 του ΑΚ και 5 παράγραφος 3 του ν. 3198/1955 με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ και να πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί, διότι περιέχει σε αυτή ανεπαρκείς αιτιολογίες για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Η αναιρεσείουσα επικαλείται ειδικότερα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και κατά το στάδιο έρευνας της αγωγής δέχθηκε ότι είχε καταγγείλει ακύρως τη σύμβαση εργασίας της με τον αναιρεσίβλητο, μολονότι η ίδια είχε καταβάλει σε αυτόν ελλιπή αποζημίωση απόλυσης από δικαιολογημένο ωστόσο κατά την καλή πίστη λόγο με συνέπεια να δεχθεί την αγωγή του αναιρεσιβλήτου εναντίον της ως ουσιαστικά βάσιμη και να την υποχρεώσει α) να τον απασχολεί πραγματικά στην επιχείρησή της και β) να καταβάλει σε αυτόν ως υπερήμερη εργοδότρια μισθούς υπερημερίας.

Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται στη συνέχεια ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα που προαναφέρθηκε και, συγκεκριμένα, αν το γεγονός ότι είχε καταβάλει στην αναιρεσίβλητο ελλιπή αποζημίωση απόλυσης οφειλόταν σε δικαιολογημένο κατά την καλή πίστη λόγο ή όχι με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων που προαναφέρθηκαν.

Η αναιρεσείουσα, ωστόσο, δεν επικαλείται στο αναιρετήριο ότι είχε προβάλει την ένσταση αυτή ως εναγομένη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και ότι την είχε επαναφέρει με λόγο έφεσης και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Ο λόγος αναίρεσης επομένως που προαναφέρθηκε ως προς το τέταρτο σκέλος του πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος (άρθρο 562 παράγραφος 2 του ΚΠολΔ). 3.γ.

Στο δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης και στο δεύτερο λόγο αναίρεσης, οι οποίοι είναι συναφείς, η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβίασε ευθέως - με εσφαλμένη εφαρμογή - και εκ πλαγίου - με αντιφατικές αιτιολογίες - τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ με συνέπεια να υποπέσει στις αναιρετικές πλημμέλειες που προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμοί 1 και 19 αντίστοιχα του ΚΠολΔ και να πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί.

Η αναιρεσείουσα επικαλείται ειδικότερα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και κατά το στάδιο έρευνας της αγωγής, μολονότι δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος : α) είχε καταρτίσει με αυτή σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, β) ότι υπαγόταν στο καθεστώς ασφάλισης των ελευθέρων επαγγελματιών-μη μισθωτών και ότι κατέβαλλε ο ίδιος στον οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης, στον οποίο ήταν ασφαλισμένος, ολόκληρο το ποσό της εισφοράς του και όχι μέρος της, όπως θα συνέβαινε, αν απασχολείτο ως μισθωτός σε αυτή, γ) με την ίδια σύμβαση είχε αναλάβει η ίδια την υποχρέωση να καταβάλλει στη φορολογική αρχή ολόκληρο το ποσό του φόρου εισοδήματος, το οποίο θα επιβαλλόταν σε βάρος του με τις ετήσιες διοικητικές πράξεις προσδιορισμού φόρου εισοδήματος της αρμόδιας διοικητικής αρχής, δ) δήλωνε προς τις δημόσιες αρχές ότι είναι ελεύθερος επαγγελματίας και ότι είχε εγγραφεί με τη συγκεκριμένη ιδιότητα στο Μ.Ε.ΕΠ.

και ε) εξέδιδε τιμολόγια παροχής υπηρεσιών για τα έργα που εκτελούσε, έκρινε στη συνέχεια - και μάλιστα με αντιφατικές αιτιολογίες - ότι ο αναιρεσίβλητος δεν είχε ασκήσει το δικαίωμά του εναντίον της κατά τρόπο που υπερέβαινε προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος και για το λόγο αυτό απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, την οποία είχε προβάλει ως εναγομένη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως απάντηση στην αγωγή του αναιρεσιβλήτου εναντίον της και είχε επαναφέρει ως εκκαλούσα με ειδικό λόγο έφεσης και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.

Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, τέλος, ότι σε περίπτωση που το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι τα γεγονότα, τα οποία δέχθηκε ότι είχαν αποδειχθεί, καθιστούσαν καταχρηστική την άσκηση του επιδίκου δικαιώματος θα απέρριπτε την ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου εναντίον της ως ουσιαστικά αβάσιμη. Από την επισκόπηση του περιεχομένου της αναιρεσιβαλλομένης (άρθρο 561 παράγραφος 2 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και κατά το στάδιο έρευνας της αγωγής δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος είχε καταρτίσει με την αναιρεσείουσα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και όχι σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών.

Τα λοιπά υπό στοιχεία "β" έως και "ε" περιστατικά, τα οποία είχε επικαλεσθεί η αναιρεσείουσα-εναγομένη ως απάντηση στην αγωγή του αναιρεσιβλήτου και τα οποία η προσβαλλομένη δέχθηκε ότι είχαν αποδειχθεί, αλλά δεν ήταν ικανά να οδηγήσουν στην απόρριψη της αγωγής του αναιρεσιβλήτου ως ουσιαστικά αβάσιμης, αποτελούσαν αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής και όχι ένσταση από τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ.

Με το δεδομένο περαιτέρω ότι η άρνηση της αγωγής (άρθρα 116, 236 και 261 του ΚΠολΔ) αποτελεί δικονομική ενέργεια δεν είναι νοητή καταχρηστική κατά το άρθρο 281 του ΑΚ άσκησή της (ΑΠ 1318/2007, ΑΠ 199/2006). Οι λόγοι αναίρεσης επομένως που προαναφέρθηκαν ως προς το πρώτο τους σκέλος πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, ενώ ως προς τα λοιπά ως αλυσιτελείς. 3.γ.

Το άρθρο 559 αριθμός 11 περίπτωση β του ΚΠολΔ ορίζει ότι: "Αναίρεση επιτρέπεται [...] αν το δικαστήριο [...] παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν [...]". Το άρθρο, περαιτέρω, 261 εδάφιο β του ΚΠολΔ ορίζει ότι: "Εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, απόκειται στο δικαστή να κρίνει σε συνδυασμό με την τυχόν γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση.".

Ο λόγος αναίρεσης που προαναφέρθηκε ιδρύεται και στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας θεώρησε ότι ο διάδικος ομολόγησε έμμεσα - κατά το άρθρο 261 του ΚΠολΔ - ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό του αντιδίκου του, μολονότι τον είχε ειδικά αμφισβητήσει. Η αμφισβήτηση των ισχυρισμών προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (ΑΠ 118/2025, ΑΠ 540/2024).

Στον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παρά το νόμο και, συγκεκριμένα, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 106, 261, 338 παράγραφος 1, 352 και 354 του ΚΠολΔ έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτωση β του ΚΠολΔ και να πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί.

Η αναιρεσείουσα επικαλείται ειδικότερα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλομένη μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και κατά το στάδιο έρευνας της αγωγής θεώρησε εσφαλμένα τη δήλωσή της ότι δεν είχε καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσής στον αναιρεσίβλητο-ενάγοντα ως ομολογία της ιστορικής βάσης της αγωγής του εναντίον της με συνέπεια να δεχθεί για το λόγο αυτό ότι είχε καταγγείλει ακύρως τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, την οποία είχε καταρτίσει με τον αναιρεσίβλητο, μολονότι η ίδια τόσο ως εναγομένη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όσο και ως εκκαλούσα ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου είχε επικαλεσθεί ρητά ότι δεν είχε συνάψει με τον αναιρεσίβλητο σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, με συνέπεια να μην ενέχεται σε καταβολή αποζημίωσης απόλυσης έναντί του, όπως εν πάση περιπτώσει είχε ρητά συμφωνήσει με αυτόν.

Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται επιπλέον ότι σε περίπτωση που το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν θεωρούσε ότι ο ισχυρισμός της που προαναφέρθηκε αποτελούσε έμμεση ομολογία της ιστορικής βάσης της αγωγής θα δεχόταν μετά τη διεξαγωγή αποδείξεων ότι η απόλυση του αναιρεσιβλήτου δεν ήταν άκυρη, όπως είχε επικαλεσθεί στην αγωγή του, αλλά έγκυρη με συνέπεια να απορρίψει την ένδικη αγωγή εναντίον της ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Από την επισκόπηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παράγραφος 2 του ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος στην αγωγή του κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εξέθεσε α) ότι στις 31-3-2016 είχε καταρτίσει ως πολιτικός μηχανικός με την εναγομένη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι έκτοτε προσέφερε σε αυτή προσηκόντως τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος της επιχείρησής της έναντι συγκεκριμένου μηνιαίου μισθού, β) ότι η εναγομένη στις 21-8-2020 κατήγγειλε ακύρως τη σύμβαση εργασίας τους, διότι δεν κατέβαλε σε αυτόν αποζημίωση απόλυσης και γ) ότι η εναγομένη αρνείται έκτοτε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, τις οποίες ο ίδιος προσφέρει προσηκόντως σε αυτή.

Με το ιστορικό αυτό αιτήθηκε α) να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη-εργοδότρια κατήγγειλε άκυρα τη σύμβαση εργασίας τους και, επιπλέον, να υποχρεωθεί να τον απασχολεί πραγματικά και να καταβάλει σε αυτόν νομιμότοκα μισθούς υπερημερίας ποσού 11.534,40 Ευρώ για το χρονικό διάστημα από 22-11-2020 έως και 4-6-2021, ποσό 12.065,20 Ευρώ ως αποδοχές και επίδομα άδειας των ετών 2016 έως και 2020, ποσό 7.467,20 Ευρώ ως επίδομα εορτών Χριστουγέννων ετών 2016 έως και 2020 και ποσό 3.646,80 Ευρώ ως επίδομα εορτών Πάσχα ετών 2016 έως και 2020 και, συνολικά (11.534,40 + 12.065,20 + 7.467,20 + 3.646,80=) 34.681,43 Ευρώ και, επικουρικά, β) σε περίπτωση που η απόλυσή του κρινόταν έγκυρη να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σε αυτόν νομιμότοκα ποσό 6.230 Ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης, ποσό 12.065,20 Ευρώ ως αποδοχές και επίδομα άδειας για τα έτη 2016 έως και 2020 και ποσό 3.646,80 Ευρώ ως επίδομα εορτών Πάσχα των ετών 2016 έως και 2020.

Η εναγομένη με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου είχε αρνηθεί αιτιολογημένα την ιστορική βάση της αγωγής που είχε ασκήσει ο αναιρεσίβλητος εναντίον της. Η αναιρεσείουσα, ειδικότερα, είχε επικαλεσθεί ότι δεν είχε καταρτίσει με τον αναιρεσίβλητο σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών.

Η αναιρεσείουσα μάλιστα δεν είχε περιορισθεί σε απλή αμφισβήτηση της αλήθειας των γεγονότων που συγκροτούσαν την ιστορική βάση της αγωγής, αλλά είχε προσθέσει και επιπλέον περιστατικά, τα οποία δικαιολογούσαν την άρνηση και, ενδεικτικά, ότι ο αναιρεσίβλητος α) είναι κάτοχος εργοληπτικού πτυχίου, το οποίο, ωστόσο, δεν είχε καταθέσει στην αναιρεσείουσα, για να μπορεί να αναλαμβάνει προσωπικά την εκτέλεση και άλλων έργων, β) ότι είχε εγγραφεί στο Μητρώο Εργοληπτικών Επιχειρήσεων (Μ.Ε.ΕΠ.) μετά από υπεύθυνη δήλωσή του προς την αρμόδια διοικητική αρχή και συγκεκριμένα στο Υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών ότι δεν παρέχει υπηρεσίες σε οποιοδήποτε εργοδότη σε εκτέλεση σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, γ) ότι υπαγόταν στο καθεστώς ασφάλισης των ελευθέρων επαγγελματιών-μη μισθωτών και κατέβαλλε ο ίδιος στον οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης, στον οποίο ήταν ασφαλισμένος, ολόκληρο το ποσό της εισφοράς του και όχι μέρος της, όπως θα συνέβαινε, αν απασχολείτο ως μισθωτός σε αυτή και δ) ότι εξέδιδε τιμολόγια παροχής υπηρεσιών για τα έργα που εκτελούσε.

Η αναιρεσείουσα περαιτέρω είχε επικαλεσθεί ότι, επειδή ακριβώς δεν είχε συνάψει με τον αναιρεσίβλητο σύμβαση εργασίας, δεν είχε νόμιμη υποχρέωση να καταβάλει σε αυτόν αποζημίωση απόλυσης. Η αναιρεσείουσα, επιπλέον, είχε ισχυρισθεί επικουρικά ότι σε περίπτωση που κρινόταν ότι είχε καταρτίσει με τον αναιρεσίβλητο σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δεν την είχε καταγγείλει ακύρως, επειδή είχε καταβάλει σε αυτόν την αποζημίωση απόλυσης και για το λόγο αυτό δεν ενεχόταν συμβατικά έναντί του ως υπερήμερη εργοδότρια.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ' αριθμό 12778/13-10-2022 οριστική απόφαση που εξέδωσε δέχθηκε την κύρια αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και, ειδικότερα, α) αναγνώρισε ότι η από 21-9-2020 απόλυση του ενάγοντος έπασχε από ακυρότητα και, επιπλέον, β) υποχρέωσε την εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος-εργαζομένου και να καταβάλει σε αυτόν νομιμότοκα ποσό 11.534,40 Ευρώ ως μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 22-11-2020 έως και 4-6-2021, ποσό 12.065,20 Ευρώ ως αποδοχές και επίδομα άδειας για τα έτη 2016 έως και 2020, ποσό 7.467,20 Ευρώ ως επίδομα εορτών Χριστουγέννων για τα έτη 2016 έως και 2020 και ποσό 3.646,80 Ευρώ ως επίδομα εορτών Πάσχα για τα έτη 2016 έως και 2020 και, συνολικά (11.534,40 + 12.065,20 + 7.467,20 + 3.646,80=) 34.681,43 Ευρώ.

Η αναιρεσείουσα άσκησε κατά της απόφασης αυτής την από 15-11-2022 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 23112-2225/15-11-2022 έφεση για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζήτησε να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή που είχε ασκήσει ο αναιρεσίβλητος εναντίον της.

Η αναιρεσείουσα μάλιστα με την έφεσή της είχε προσβάλει ειδικά την εκκαλουμένη ότι μετά από κακή εκτίμηση των αποδείξεων είχε δεχθεί ότι είχε καταρτίσει με τον αναιρεσίβλητο σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και όχι ανεξαρτήτων υπηρεσιών και ότι συνεπώς είχε υποχρέωση ως υπερήμερη εργοδότρια να τον απασχολεί πραγματικά και να καταβάλει σε αυτόν μισθούς υπερημερίας.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εκτίμησε εσφαλμένα ότι η δήλωση της αναιρεσείουσας ότι δεν είχε υποχρέωση να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο αποζημίωση απόλυσης, επειδή είχε συνάψει με αυτόν σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών και όχι σύμβαση εργασίας, αποτελούσε έμμεση ομολογία της ότι δεν είχε καταβάλει στον αναιρεσίβλητο τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, μολονότι συνδεόταν με αυτόν με σύμβαση εργασίας, με συνέπεια να δεχθεί για το λόγο αυτό ότι η απόλυση του αναιρεσιβλήτου έπασχε από ακυρότητα.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μάλιστα εσφαλμένως εκτίμησε τον ισχυρισμό, τον οποίο είχε προβάλει επικουρικά η αναιρεσείουσα - για την περίπτωση που γινόταν δεκτό ότι συνδεόταν με τον αναιρεσίβλητο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου - ότι η απόλυσή του δεν ήταν άκυρη, επειδή είχε καταβάλει σε αυτόν τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, ως ανάκληση της έμμεσης ομολογίας του γεγονότος που προαναφέρθηκε (άρθρα 591 και 354 του ΚΠολΔ).

Το δευτεροβάθμιο επομένως δικαστήριο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 106, 261, 338 παράγραφος 1, 352 και 354 του ΚΠολΔ, επειδή έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτωση β του ΚΠολΔ, όπως βάσιμα επικαλείται η αναιρεσείουσα με το λόγο αναίρεσης που προαναφέρθηκε, ο οποίος συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. 3.δ.

Το άρθρο 559 αριθμός 9 περίπτωση γ' του ΚΠολΔ ορίζει ότι: "Αναίρεση επιτρέπεται [...] αν το δικαστήριο [...] άφησε αίτηση αδίκαστη". Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων με την οποία ζητείται η παροχή δικαστικής προστασίας και η οποία δημιουργεί χωριστό αντικείμενο δίκης και εκκρεμοδικία (ΑΠ 1221/2024, ΑΠ 1068/2024).

Τέτοια "αίτηση" αποτελεί - μεταξύ άλλων - και η ένσταση συμψηφισμού, επειδή εισάγει στη δίκη αυτοτελές αντικείμενο και δημιουργεί εκκρεμοδικία (άρθρα 440 του ΑΚ, 106, 221 παράγραφος 2, 222 παράγραφος 2 και 322 του ΚΠολΔ, ΑΠ 816/2022, ΑΠ 1294/2018). Ο ως άνω λόγος δεν ιδρύεται αν το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τη σχετική αίτηση και την απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο .....ή ουσιαστικό (ΑΠ 357/2024, ΑΠ 353/2020), έστω και εσφαλμένα (πρβλ.

ΑΠ 305/2024, ΑΠ 954/2023). Στον τέταρτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση άφησε αίτηση αδίκαστη. Η αναιρεσείουσα εκθέτει ειδικότερα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος-ενάγων είχε αξίωση εναντίον της για καταβολή μισθών υπερημερίας και όχι αποζημίωσης απόλυσης με συνέπεια να απορρίψει ως αλυσιτελή την ένστασή της - την οποία είχε προβάλει ως εναγομένη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως απάντηση στην αγωγή και είχε επαναφέρει παραδεκτά με ειδικό λόγο έφεσης και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο - ότι είχε καταβάλει στον αναιρεσίβλητο συγκεκριμένο ποσό ως αποζημίωση απόλυσης, το οποίο πρότεινε σε συμψηφισμό με την ένδικη αξίωση του αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος εναντίον της.

Από την επισκόπηση του περιεχομένου της αναιρεσιβαλλομένης (άρθρο 561 παράγραφος 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μετά τη εξαφάνιση της εκκαλουμένης και κατά το στάδιο έρευνας της αγωγής δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος-ενάγων είχε αξίωση εναντίον της για καταβολή μισθών υπερημερίας και όχι αποζημίωσης απόλυσης με συνέπεια να απορρίψει ως αλυσιτελή την ένσταση - την οποία είχε προβάλει η αναιρεσείουσα ως εναγομένη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως απάντηση στην αγωγή και είχε επαναφέρει παραδεκτά με ειδικό λόγο έφεσης και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο - ότι είχε καταβάλει στον αναιρεσίβλητο συγκεκριμένο ποσό ως αποζημίωση, όπως επικαλείται, απόλυσης, το οποίο προτείνει σε συμψηφισμό με την ένδικη αξίωση του αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος εναντίον της.

Το δευτεροβάθμιο συνεπώς δικαστήριο δεν άφησε αίτηση αδίκαστη (έστω και αν αποφάνθηκε εσφαλμένα δεδομένου ότι κατ'άρθρο 5 παρ.3 του ν.3198/1955 αποζημίωση που έχει καταβληθεί συμψηφίζεται με τις οφειλόμενες λόγω ακύρωσης της καταγγελίας αποδοχές, υπερημερίας, βλ. ΑΠ 1780/2023), όπως επικαλείται η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, ο οποίος επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. 3.ε.

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ "Αναίρεση επιτρέπεται (...) αν το δικαστήριο παρά το νόμο (...) δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι προβάλλονται παραδεκτά και συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης αντένστασης ή αποτελούν λόγο έφεσης (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 20/2023). "Πράγματα", αντίθετα, κατά την έννοια της ίδιας διάταξης δεν θεωρούνται η αιτιολογημένη άρνηση των αυτοτελών πραγματικών ισχυρισμών που προαναφέρθηκαν, τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα των διαδίκων και του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά το νόμο ισχυρισμοί, επειδή δεν ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1142/2019).

Στον πέμπτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ και να πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί.

Η αναιρεσείουσα επικαλείται ειδικότερα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλομένη μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και κατά το στάδιο έρευνας της αγωγής δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της ότι είχε καταβάλει στον αναιρεσίβλητο την αποζημίωση απόλυσης με συνέπεια να δεχθεί ότι είχε καταγγείλει ακύρως τη σύμβαση εργασίας της με αυτόν.

Η αναιρεσείουσα επικαλείται επίσης ότι, αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, λάμβανε υπόψη την ένστασή της αυτή θα δεχόταν τον ισχυρισμό της αυτό ως βάσιμο και για το λόγο αυτό θα απέρριπτε την αγωγή που είχε ασκήσει ο αναιρεσίβλητος εναντίον της ως ουσιαστικά αβάσιμη. Από την επισκόπηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παράγραφος 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος-ενάγων με την αγωγή του κατά της αναιρεσείουσας-εναγομένης είχε αιτηθεί α) να αναγνωρισθεί ότι η αναιρεσείουσα είχε καταγγέλλει ακύρως τη σύμβαση εργασίας τους, διότι δεν είχε καταβάλει σε αυτόν αποζημίωση απόλυσης και, περαιτέρω, β) να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να τον απασχολεί πραγματικά και να καταβάλει σε αυτόν συγκεκριμένα χρηματικά ποσά νομιμότοκα ως μισθούς υπερημερίας, επειδή η αναιρεσείουσα είχε παύσει να αποδέχεται την εργασία του, την οποία ο ίδιος προσέφερε προσηκόντως σε αυτή.

Η αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε τόσο ως εναγομένη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όσο και ως εκκαλούσα ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι είχε καταβάλει την αποζημίωση απόλυσης στον αναιρεσίβλητο και συνεπώς είχε καταγγείλει έγκυρα τη σύμβαση εργασία της με αυτόν. Ο αναιρεσίβλητος επομένως είχε περιλάβει στην αγωγή του κατά της αναιρεσείουσας αυτοτελές αίτημα να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της απόλυσής του με συνέπεια ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι η απόλυση του ήταν έγκυρη για το λόγο που προαναφέρθηκε να αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής εναντίον της και όχι ένσταση, ώστε να συνιστά "πράγμα" κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ.

Το Μονομελές Εφετείο, επομένως, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 591, 106, 216 παράγραφος 1 α, 262 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ, 416, 417 παράγραφος 1 του ΑΚ και 1 παράγραφος 1 της Υ.Α. 26034/695 Φ.Ε.Κ. Β 2362/18-6-2019 με συνέπεια να μην υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ, όπως επικαλείται η αναιρεσείουσα με το λόγο αναίρεσης που προαναφέρθηκε, ο οποίος επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. 4.

Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν η αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος που δέχθηκε ότι υπήρχε ομολογία της αναιρεσείουσας περί μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης στον αναιρεσίβλητο, κατόπιν της εκ μέρους της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του. Μετά από αυτό παρέλκει να ερευνηθεί το δεύτερο σκέλος του δευτέρου από τον αριθμό 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, επειδή μετά την παραδοχή του τρίτου από αυτούς καταλαμβάνεται από την εμβέλεια της αναιρετικής απόφασης.

Η υπόθεση, τέλος, χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση και πρέπει συνεπώς να παραπεμφθεί για εκδίκαση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο μπορεί να συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε (άρθρο 580 παράγραφος 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που κατέθεσε προτάσεις - μετά από το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της - πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, θα επιβληθούν όμως μειωμένα, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων, σύμφωνα με τα άρθρα 106, 178 παρ.1, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1592/2022, ΑΠ 1167/2020), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος την υπ' αριθμό 1610/27-9-2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των χιλίων (1.000) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2025.

Ο ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου καθώς και των δύο αρχαιότερων Αρεοπαγιτών αποχωρησάντων, η αμέσως Αρχαιότερη Αρεοπαγίτης της σύνθεσης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Σεπτεμβρίου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ