Legislator Case Law & Legislation
1557/2024 AI generated

Supreme Court partially allowed appeal against public health authority regarding interest rate calculation period and applicable law.

Case Number 1557/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal for three absent defendants but partially allowed it for the public health authority and present heirs. The court found the lower court incorrectly applied the old interest rate law for the period after May 1, 2019, instead of the newer specific provision. Consequently, the decision was reversed to apply the correct interest rate and costs were allocated based on the favorable interpretation of the law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must examine ex officio the participation of absent parties and correct lower court errors in applying specific interest rate laws when the general code is inapplicable to the relevant time period.

Keywords

AI generated
interest rate calculation public health authority appeal against judgment absent defendants favorable interpretation statutory provisions costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure
Article 179 of the Code of Civil Procedure
Article 45 of Law 4607/2019
Article 21 of the Code of Laws on the Rights of the State
Article 19 of Law 1846/1951
Article 21 of Law 1902/1990

Cited Case Law

AI generated
Case 624/2022
Case 272/2023
Case 647/2022
Case 384/2022
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1557 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1557/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Μαριάνθης Παγουτέλη), Ελένη Χροναίου, Μαλαματένια Κουράκου Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 4 Απριλίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΙΟΙΚΗΣΗ 2ης ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ (Δ.Υ.Π.Ε.) ΠΕΙΡΑΙΩΣ & ΑΙΓΑΙΟΥ" και ήδη "Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου" (Δ.Υ.ΠΕ Πειραιώς και Αιγαίου), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον Πειραιά και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Σταυρούλας Αλικάκου, που ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή της και δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ηλία Πολλάλη, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Α. Π. του Ν., 2. Β. Μ. του Γ., 3. Μ. Π. του Κ., 4. Δ. Σ. του Π., 5. Σ. Γ., 6. Μ. Κ. του Γ., 7. Μ. Ε. του Γ., 8.Γ. Χ. του Γ., ως μοναδικού εξ αδιαθέτου κληρονόμου, του αποβιώσαντος Χ. Γ. του Γ., 9. Χ. Κ. του Σ., 10. Κ. Μ. του Γ., 11. Μ. Χ. του Κ., 12. Π. Π. του Γ., 13. Σ. Σ. του Β., 14. Κ. Γ. του Ν. 15. Β. Α. του Π., 16. Π. Ε. του Γ., 17. Κ. Π. του Μ.,18. Μ.-Ρ. Μ. του Π., 19. Π. Α. του Ν., 20. Δ. Π. του Σ., 21. Κ. Π. του Δ., 22. Κ. Β. του Β., 23. Ψ. Α. του Ι., 24. Κ. Π. του Κ., 25. Χ. Π. του Ν. και 26. Β. Ι. του Π., κατοίκων ..., εκ των οποίων οι με α/α 2η, 3ος,26ος δεν παραστάθηκαν. 'Ολοι οι λοιποί παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Αλεξάνδρας Κωστούλα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-12-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2068/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεων, η 2695/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 19-4-2022 αίτησή του και τους από 2-3-2023 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία-Μάριον Δερεχάνη. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος διάδικος, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολιπόμενος διάδικος ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησης, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη (ΑΠ 318/2022, 1269/2017).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν την υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ιδίου κώδικα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση και ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή, επίσης κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως την συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο ελέγχει, αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη της πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της (ΑΠ 152/2023, 318/2022, 220/2021).

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων και εκείνης του άρθρου 576 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση απουσιάζει ο ίδιος ή παρίσταται, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού, με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 9/2003).

Στην περίπτωση αυτή, αν δεν προκύπτει κλήτευση του απολιπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου διαδίκου, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (ΑΠ 318/2022, 1374/2017).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 εδ. β' ΚΠολΔ, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 318/2022, ΑΠ 1711/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, η συζήτηση της, από 19.04.2022 και με αριθμό κατάθεσης 3266/336/20.04.2022, ένδικης αίτησης για αναίρεση της 2695/01.06.2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που άσκησε το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Διοίκηση 2ης Υγειονομικής Περιφέρειας (Δ.Υ.Πε). Πειραιώς και Αιγαίου", η οποία στρέφεται κατά είκοσι έξι (26) συνολικά αναιρεσιβλήτων (επί συνόλω 80 αρχικώς εναγόντων), έλαβε χώρα με επίσπευση των ανωτέρω είκοσι έξι (26) αναιρεσιβλήτων, κατόπιν επίδοσης της αίτησης αναίρεσης με την πράξη ορισμού δικασίμου προς το αναιρεσείον και με πρόσκληση αυτού για να παρασταθεί στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμόν ....2022 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στην Περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Γ.

Π. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά την ανωτέρω δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νομίμως από τη σειρά της στο οικείο πινάκιο, οι 2η, 3ος και 26ος των αναιρεσιβλήτων, δηλαδή οι Β. Μ., Μ. Π. και Β. Ι., δεν εμφανίσθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε υποβλήθηκε γι' αυτούς η από το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ σχετική δήλωση, ενώ παρέστησαν οι λοιποί αναιρεσίβλητοι (και ο κληρονόμος του 8ου θανόντος αναιρεσιβλήτου κατά τα κατωτέρω αναφερόμενα), οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν νομίμως, δια δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

από την πληρεξουσία δικηγόρο τους Αλεξάνδρα Κωστούλα. Όσον αφορά τους παραπάνω απολιπόμενους αναιρεσιβλήτους, από τα στοιχεία της δικογραφίας, δεν αποδεικνύεται ότι, η δικηγόρος Αθηνών Αλεξάνδρα Κωστούλα, που, φερόμενη ότι εκπροσωπεί όλους του αναιρεσιβλήτους, έδωσε την έγγραφη παραγγελία στον ανωτέρω δικαστικό επιμελητή προς επίδοση της αίτησης αναίρεσης μετά της πράξεως ορισμού δικασίμου και της κλήσεως για συζήτηση στο αναιρεσείον, είχε πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και από τους παραπάνω απολιπόμενους (2η, 3ο και 26ο) αναιρεσιβλήτους, αφού δεν γίνεται επίκληση, ούτε αποδεικνύεται η από αυτούς παροχή σχετικής πληρεξουσιότητας προς την εν λόγω δικηγόρο, με την προσκόμιση συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου ή εγγράφων εξουσιοδοτήσεων των εν λόγω διαδίκων προς αυτήν, με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των εντολέων από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών, ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή και, επομένως, ακύρως αυτοί επέσπευσαν τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.

Ούτε επίσης προκύπτει η εκ μέρους του αναιρεσείοντος (ή έστω των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων) κλήτευση των παραπάνω αναιρεσιβλήτων, προκειμένου αυτοί να παραστούν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά την ορισθείσα δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Επομένως, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν και δεδομένου ότι, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, που επισκοπούνται παραδεκτά από το παρόν δικαστήριο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), οι αναιρεσίβλητοι (ενάγοντες) συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας [καθώς πρόκειται επί αγωγής περισσοτέρων εργαζομένων προς επιδίκαση υπέρ εκάστου μισθολογικών αξιώσεων (ΑΠ 1298/2022, 542/2020)], πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση και ως προς μεν τους παραπάνω μη εγκύρως επισπεύδοντες τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης απολιπόμενους αναιρεσιβλήτους (2η, 3ο και 26ο) να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση αυτής, ενώ ως προς τους προσηκόντως παρισταμένους λοιπούς αναιρεσιβλήτους να προχωρήσει νομίμως η συζήτησή της.

Επίσης, εφόσον η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύχθηκε απαράδεκτη ως προς τους ανωτέρω απολιπόμενους αναιρεσιβλήτους (2η, 3ο και 26ο), πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη και η συζήτηση των, από 02.03.2023 και με αριθμό κατάθεσης 54/2023, προσθέτων λόγων αυτής ως προς τους παραπάνω αναιρεσίβλητους (2η, 3ο και 26ο καθ' ων οι πρόσθετοι λόγοι αντιστοίχως), ενόψει του ότι αυτοί (πρόσθετοι λόγοι), ως μη έχοντες αυτοτέλεια, συζητούνται υποχρεωτικά μαζί με την αναίρεση (ΑΠ 450/2017).

Κατά το άρθρο 62 εδ. α του ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, που ως διαδικαστική προϋπόθεση εξετάζεται κατά το άρθρο 73 του ΚΠολΔ και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, παύει να υπάρχει για το φυσικό πρόσωπο με το θάνατό του (άρθρο 35 ΑΚ).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 313 παρ. 1 εδ. δ του ΚΠολΔ, η απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη, η οποία διεξήχθη στο όνομα ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και αυτό που αποβίωσε, δεν έχει υπόσταση και ρητά χαρακτηρίζεται και αυτή ως ανύπαρκτη (ΟλΑΠ 27/1987). Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι διαδικαστική πράξη, που ασκήθηκε στο όνομα προαποβιώσαντος προσώπου, όπως είναι η άσκηση αγωγής ή ενδίκου μέσου, είναι απαράδεκτη και πρέπει αυτή να είχε ασκηθεί από τους κληρονόμους του.

Επομένως, η αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε στο όνομα διαδίκου ήδη αποβιώσαντος κατά την άσκησή της, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη για έλλειψη αναγκαίας διαδικαστικής προϋπόθεσης, δηλαδή του ίδιου του υποκειμένου της διαδικαστικής πράξης (ΑΠ 1138/2021, 729/2019, 533/2018, 1611/2011, 448/2011). Όμως, η αίτηση αναίρεσης που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει το θάνατό του ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή αυτοβούλως εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή, κατ' εφαρμογή των άρθρων 291 και 290 του ΚΠολΔ, και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 27/1987, ΑΠ 533/2018, 433/2017, 86/2016).

Περαιτέρω, ο θάνατος του διαδίκου, που επιφέρει τη βιαία διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση (ή κατά τους αναφερόμενους στο άρθρο 287 παρ. 1 ΚΠολΔ τρόπους) και, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, δεν απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση περί της επανάληψης και η δίκη συνεχίζεται κανονικά (ΑΠ 906/2020, 335/2018, 21/2017, 807/2017). Αν αντίθετα ο αντίδικος προβάλλει αντιρρήσεις, η κληρονομική ιδιότητα εξετάζεται από το Δικαστήριο παρεμπιπτόντως, με ελεύθερη απόδειξη (ΑΠ 2014/2009, 1550/2008). Σε περίπτωση δε απλής ομοδικίας, ο θάνατος του απλού ομοδίκου, επιφέρει βιαία διακοπή της δίκης μόνον ως προς τον θανόντα διάδικο, ενώ ως προς τους λοιπούς απλούς ομοδίκους η δίκη συνεχίζεται κανονικά (ΑΠ 193/2018, 382/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, η πληρεξουσία δικηγόρος των αναιρεσίβλητων, με τις προτάσεις της, γνωστοποίησε ότι ο 8ος αναιρεσίβλητος Γ. Χ. απεβίωσε στις ... και ότι επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη από τον υιό του Γ. Χ., ως μοναδικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο του, προσκομίζοντας, μεταξύ των άλλων, α) την .../2021 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου ..., β) το υπ' αριθμ. πρωτ. ....2022 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του δήμου ..., εκ του οποίου προκύπτει ότι ο ανωτέρω κατέλειπε, κατά το θάνατό του, εγγύτερους συγγενείς τη σύζυγό του Ε. Β. και τον άνω υιό του Γ. Χ., γ) τη, με αριθμό 302/10.02.2022 του Ειρηνοδικείου Πειραιώς, έκθεση δήλωσης αποποίησης της κληρονομίας του άνω αποβιώσαντος από τη σύζυγό του Ε. Β. και δ) τα πιστοποιητικά 12020/13.12.2022 του Ειρηνοδικείου Πειραιώς και 3961/17.02.2023 του Πρωτοδικείου Αθηνών περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης του ανωτέρω αποβιώσαντος.

Περαιτέρω, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει ότι ο θάνατος του ανωτέρω 8ου αναιρεσιβλήτου έλαβε χώρα πριν από την άσκηση της ένδικης, από 19.04.2022 με αριθμό κατάθεσης 3266/336/20.04.2022, αίτησης αναίρεσης. Από κανένα, όμως, αποδεικτικό μέσο δεν προκύπτει ότι το αναιρεσείον ν.π.δ.δ., κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, γνώριζε τον θάνατο αυτού.

Επομένως και σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι έγκυρη και κατά το μέρος της που στρέφεται κατά του ως άνω αναιρεσιβλήτου που είχε αποβιώσει πριν την άσκησή της. Δεδομένου δε ότι το παριστάμενο αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ. δεν αμφισβητεί την κληρονομική ιδιότητα του κληρονόμου του ως άνω αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου, η διακοπείσα δίκη νομίμως συνεχίζεται από τον προαναφερόμενο κληρονόμο αυτού.

Κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη από, 19.04.2022 με αριθμό κατάθεσης 3266/336/20.04.2022, αίτηση αναίρεσης (αναφορικά με τους παρισταμένους αναιρεσιβλήτους και τον κληρονόμο του 8ου εξ αυτών, που ενδιαφέρουν εν προκειμένω) κατά, της εκδοθείσας, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, 2695/01.06.2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσίαν κατά το μέρος που αφορούσε την έναρξη της τοκοδοσίας του επιδίκου νοσοκομειακού επιδόματος και το ποσοστό αυτής την, από 28.06.2019 και με αριθμό κατάθεσης 64421/4955/2019, έφεση του ήδη αναιρεσείοντος ν.π.δ.δ.

με την επωνυμία 2η Δ.Υ.Πε Πειραιώς και Αιγαίου κατά της 2068/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κάνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη την, από 31.12.2007 και με αριθμό κατάθεσης 279967/6636/2007, αγωγή (μεταξύ των άλλων) των ήδη αναιρεσιβλήτων ιατρών κατά του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΙΚΑ" περί επιδίκασης νοσοκομειακού επιδόματος, εξαφάνισε την άνω εκκαλούμενη απόφαση ως προς τα αντίστοιχα κεφάλαια και ακολούθως, αφού κράτησε και δίκασε την ουσία της υπόθεσης ως προς αυτά, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, και υποχρέωσε το ήδη αναιρεσείον να καταβάλει σε κάθε ένα των, ήδη προσηκόντως παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, εναγόντων το επιδικασθέν πρωτοδίκως ποσό των 15.620,70 ευρώ με επιτόκιο 6% από την επομένη ημέρα της επιδόσεως της αγωγής, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επίσης οι, από 02.03.2023, πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκήθηκαν παραδεκτά με κατάθεση του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 03.03.2023 (λαμβάνοντας αριθμό 54/2023) και επίδοση αυτού αυθημερόν στην πληρεξουσία δικηγόρο και αντίκλητο των αναιρεσιβλήτων καθ' ων οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης Αλεξάνδρα Κωστούλα (άρθρο 143 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ), όπως προκύπτει από την με αριθμό ....2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή, του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Δ.

Γ., ήτοι περισσότερες από τριάντα ημέρες πριν την, κατ' άρθρο 281 ΚΠολΔ, συζήτηση της αναίρεσης κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 04.04.2023 (άρθρο 569 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ως ισχύει μετά την τροποποίηση του από το άρθρο 37 του ν. 4842/2021). Είναι συνεπώς παραδεκτοί (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, οι διαλαμβανόμενοι σε αμφότερα τα δικόγραφα λόγοι αναίρεσης να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμό τους (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ) αναφορικά με τους παρισταμένους αναιρεσιβλήτους [1η, 4ο, 5ο, 6ο, 7η, 8ο (κληρονόμο του), 9ο, 10η, 11ο, 12η, 13ο, 14η, 15ο, 16ο, 17η, 18η, 19η, 20ο, 21ο, 22η, 23η, 24η και 25ο].

Η παραγραφή των κατά του ΙΚΑ απαιτήσεων ρυθμίζεται από την ειδική διάταξη της παραγράφου 6 του άρθρου 40 του α.ν. 1846/1951 "Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων" (ΦΕΚ Α 179), όπως η παράγραφος 6 αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 15 του ν. 4476/1965 και στη συνέχεια με το άρθρο 7 του ν. 825/1978, η οποία στο τελευταίο εδάφιό της ορίζει ότι "πάσα άλλη (εκτός ορισμένων απαιτήσεων περί των οποίων δεν πρόκειται ενταύθα) οιαδήποτε κατά του ΙΚΑ απαίτησις παραγράφεται μετά πενταετίαν".

Στις εν λόγω απαιτήσεις περιλαμβάνονται και οι απαιτήσεις εκ καθυστερουμένων αποδοχών των υπαλλήλων του ΙΚΑ κατ' αυτού. Η πενταετία αυτή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, κατά τον κανόνα του άρθρου 251 ΑΚ. Η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 "Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 247) που προβλέπει διετή παραγραφή των μισθολογικών αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου από τη γέννησή τους (ανεξαρτήτως της αιτίας γέννησης αυτών) δεν τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής, διότι με αυτή ρυθμίζεται η παραγραφή των πιο πάνω αξιώσεων κατά του Ελληνικού Δημοσίου μόνον και δεν αφορά την παραγραφή των αξιώσεων κατά του ΙΚΑ, καθότι όπου ο νομοθέτης θέλησε να εξομοιώσει το ΙΚΑ με το Δημόσιο το έπραξε με ρητές διατάξεις.

Τα ανωτέρω δεν διαφοροποιούνται από τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 του α.ν. 1846/1951 με την οποία προβλέπεται ότι το ΙΚΑ απολαμβάνει όλων των ατελειών και προνομίων, δικαστικών, διοικητικών και οικονομικών, σαν να είναι το ίδιο το Δημόσιο, αφού έναντι αυτής υπερισχύει η ειδική ρύθμιση του άρθρου 40 παρ. 6 του ιδίου νόμου (α.ν. 1846/1951) που ρυθμίζει ειδικά τα της παραγραφής αξιώσεων κατά του ΙΚΑ ή από τη διάταξη του άρθρου 5 του ν. 3210/1955, με την οποία προβλέπεται ότι το ΙΚΑ απολαύει όλων των διαδικαστικών προνομίων του Δημοσίου και επ' αυτού ως ενάγοντος ή εναγομένου εφαρμόζονται όλες οι εκάστοτε ισχύουσες για το Δημόσιο διαδικαστικές διατάξεις του Κώδικα περί δικών του Δημοσίου και της πολιτικής δικονομίας, η οποία ως εκ του περιεχομένου της δεν αφορά ουσιαστικά προνόμια, όπως η συντομότερη παραγραφή.

Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ότι με το άρθρο μόνο του π.δ/τος 437/1977 (ΦΕΚ Α 134), εξαιρέθηκαν από την εφαρμογή του ν.δ/τος 496/1974 "περί λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" (ΦΕΚ Α 204), οι υπαγόμενοι στην εποπτεία του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών ασφαλιστικοί οργανισμοί, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το ΙΚΑ (άρθρο 11 του α.ν. 1846/1951) και, επομένως, δεν έχουν εφαρμογή επί των κατά του ΙΚΑ απαιτήσεων οι περί παραγραφής διατάξεις του ως άνω ν.δ/τος 496/1974 και ειδικότερα η διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 αυτού, που προβλέπει διετή παραγραφή των μισθολογικών αξιώσεων κατά νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΑΠ 654/2023, 1317/2021 1018/2020, 1389/2019, 25/2018, 121/2016).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 1/2016). Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 517/2021, 556/2020, 869/2018, 130/2016, 1420/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, κατ' εκτίμηση αυτού, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά τον νόμο δέχθηκε ότι οι ένδικες αξιώσεις των εκ των εναγόντων ήδη παρισταμένων αναιρεσιβλήτων υπόκεινται σε πενταετή και όχι σε διετή παραγραφή, απορρίπτοντας την προταθείσα από αυτό σχετική περί διετούς παραγραφής ένσταση, όσον αφορά τις αξιώσεις των ετών 2002, 2003, 2004 και 2005 δεδομένου ότι η ένδικη αγωγή ασκήθηκε στις 31.12.2007, άλλως έπρεπε τούτο να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως, και τούτο διότι, εφόσον το ΙΚΑ εξομοιώνεται με το Δημόσιο ως προς τα οικονομικά και δικονομικά του προνόμια, απολαμβάνει και του προνομίου της διετούς παραγραφής των κατά του Δημοσίου εξ αποδοχών αξιώσεων των υπαλλήλων του, που καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995.

Σύμφωνα, με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε με την ίδια ως άνω αιτιολογία ότι οι επίδικες μισθολογικές αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή κατά τη διάταξη του άρθρου 40 παρ. 6 εδ. τελ. του α.ν. 1846/1951 και όχι σε διετή παραγραφή και συνακόλουθα απέρριψε ως μη νόμιμη την προταθείσα ένσταση του εναγομένου περί διετούς παραγραφής των άνω αγωγικών αξιώσεων κατά το άρθρο 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, ορθώς ερμήνευσε και προσηκόντως εφάρμοσε τις, ως άνω, ουσιαστικές διατάξεις (του άρθρου 40 του α.ν. 1846/1951 που ήταν εφαρμοστέα, και δεν εφήρμοσε τη μη, εν προκειμένω, εφαρμοστέα διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995).

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης είχε προταθεί και, μάλιστα, παραδεκτά και νόμιμα από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 396/2022, 217/2022, 978/2020, 492/2020). Ειδικότερα, αν προσβάλλεται απόφαση δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που στηρίζει τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή, ανάλογα, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στον δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις παραπάνω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό, που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που, επίσης, πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 396/2022, 217/2022, 492/2020).

Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν τον νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΟλΑΠ 15/2000).

Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΑΠ 217/2022, 978/2020, 492/2020, 96/2020).

Το απαράδεκτο αυτό αφορά όλους τους αναιρετικούς λόγους (ΑΠ 396/2022, 217/2022, 492/2020, 96/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση το αναιρεσείον με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ με την αιτίαση κυρίως μεν ότι το Εφετείο εσφαλμένως ερμήνευσε και εφήρμοσε τις περί παραγραφής διατάξεις του ν.δ/τος 496/1974 και ειδικότερα τη διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 αυτού, που προβλέπει διετή παραγραφή των μισθολογικών αξιώσεων κατά νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, όπως το αρχικώς εναγόμενο Ι.Κ.Α., αφού δεν την έλαβε υπόψη αυτεπαγγέλτως, καθώς απολαύει των προνομίων του Ελληνικού Δημοσίου, ως προς τις αξιώσεις των ετών 2002, 2003, 2004 και 2005, που έχουν υποπέσει στη διετή αυτή παραγραφή, και επικουρικώς διότι εσφαλμένως ερμήνευσε και εφήρμοσε τις, περί της ειδικής πενταετούς παραγραφής των αξιώσεων κατά του Ι.Κ.Α., διατάξεις του άρθρου 40 παρ. 6 του α.ν. 1846/1951 ως προς τις αξιώσεις του χρονικού διαστήματος από 01.01.2002 έως 31.03.2002 που έχουν υποπέσει στη πενταετή αυτή παραγραφή, δεδομένου ότι η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στο αρχικώς ενάγον Ι.Κ.Α στις 31.03.2008 και παρά ταύτα τις επιδίκασε.

Ο πρόσθετος λόγος αυτός αναίρεσης (τόσο ως προς το κύριο όσο και ως προς το άνω επικουρικό του μέρος) είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενόψει του ότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο αν οι εν λόγω ισχυρισμοί, αναφορικά με την επικαλούμενη παραγραφή των ανωτέρω επιδίκων αξιώσεων, επί των οποίων στηρίζεται αυτός, προβλήθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή στο δικαστήριο που δίκασε κατ' έφεση και τούτο ασχέτως αν κατά τα αναφερόμενα στον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, λαμβάνονται υπόψη και αυτεπαγγέλτως [το οποίο, σε κάθε περίπτωση, δεν συμβαίνει (ΑΠ 1116/2022, 25/2018)], καθόσον αυτοί δεν αφορούν στη δημόσια τάξη, αλλά (αφορούν) στις (ιδιωτικού δικαίου) σχέσεις μεταξύ των διαδίκων (εναγομένου ν.π.δ.δ.

και των μισθωτών αυτού) (ΑΠ 1900/2017, 1321/2015, 183/2014). Εξάλλου, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης, που είχε ασκήσει το αναιρεσείον κατά της πρωτόδικης απόφασης, τέτοιοι ισχυρισμοί ουδόλως είχαν προβληθεί.

Ο προβαλλόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός. 8β ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης περί μη λήψης υπόψη "πραγμάτων" προταθέντων, προϋποθέτει τη μη λήψη υπόψη πραγμάτων, που έχουν προταθεί από εκείνον ο οποίος ζητεί την αναίρεση της απόφασης και όχι από τον αντίδικό του, διότι στη τελευταία περίπτωση λείπει από τον αναιρεσείοντα το απαιτούμενο για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, έννομο συμφέρον. (ΑΠ 79/2023, 917/2020, 1349/2018, 97/2018, 1353/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το όλως επικουρικό μέρος (δεύτερο επικουρικό) του τρίτου πρόσθετου λόγου αναίρεσης προσάπτεται από το αναιρεσείον στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των αντιδίκων του - αναιρεσίβλητων ότι ως προς τις επίδικες αξιώσεις κατά του αρχικώς εναγομένου Ι.Κ.Α.

τυγχάνουν εφαρμογής οι περί της ειδικής πενταετούς παραγραφής διατάξεις του άρθρου 40 παρ. 6 του α.ν. 1846/1951 και εντεύθεν επιδίκασε αξιώσεις του χρονικού διαστήματος από 01.01.2002 έως 31.12.2002. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, είναι προεχόντως απαράδεκτος, ελλείψει εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος, ενόψει του ότι, κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτόν, επρόκειτο περί ισχυρισμού που είχε προταθεί όχι από τον ίδιο τον αναιρεσείοντα, αλλά από τους αντιδίκους του.

Με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 του ν. 3918/2011 (ΦΕΚ Α' 31/02.03.2011), συνεστήθη νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου υπό την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)", με έναρξη του χρόνου λειτουργίας του έξι μήνες μετά τη δημοσίευση του νόμου (02.03.2011), στον οποίο κατά την παρ. 2 του άρθρου αυτού μεταφέρθηκαν και εντάχθηκαν ως υπηρεσίες, αρμοδιότητες και προσωπικό και μόνον ως προς τις παροχές υπηρεσιών υγείας σε είδος (και όχι σε χρήμα), μεταξύ άλλων, και ο κλάδος υγείας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίου Ταμείου Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.) με τις μονάδες υγείας του κ.λπ.

Σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 1Β α' και β' του ως άνω νόμου τις Περιφερειακές Υπηρεσίες του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., αποτελούν οι υφιστάμενες μονάδες των περιφερειακών υπηρεσιών υγείας του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., οι υγειονομικές υπηρεσίες αυτού, που δεν αποτελούν οργανικές μονάδες και λειτουργούν μέχρι την εφαρμογή του νόμου αυτού ενταγμένες στις υπηρεσίες ασφάλισης, οι υπηρεσίες Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ,.

που ασκούν αρμοδιότητες σχετικές με παροχές ασθένειας σε είδος και λειτουργούν σε υπηρεσίες ασφάλισης, κ.λπ., η ένταξη δε των περιφερειακών υπηρεσιών των μεταφερόμενων φορέων στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο του ως άνω νόμου, δύναται να είναι σταδιακή και πραγματοποιείται με την έκδοση κοινής απόφασης των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, ενώ με το άρθρο 26 παρ. 1 και 9 του ίδιου νόμου, όπως η παράγραφος 9 προστέθηκε με το άρθρο 72 παρ. 21 του ν. 3984/2011 (ΦΕΚ Α' 150/27.06.2011), ορίστηκε ότι το ιατρικό (...) και λοιπό προσωπικό που υπηρετεί στις περιφερειακές υπηρεσίες, που εντάσσεται στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., μεταφέρεται στον Οργανισμό από την ημερομηνία ένταξής τους σ' αυτόν, βάσει της αναφερόμενης στο άρθρο 23 κοινής Υπουργικής Απόφασης.

Οι ιατροί, οδοντίατροι, φαρμακοποιοί και το υγειονομικό προσωπικό που υπηρετεί στο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., κ.λπ., μεταφέρονται αυτοδικαίως, κατά την ημερομηνία ένταξης των κλάδων υγείας αυτών, στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., με τους όρους του παρόντος άρθρου. Σε εκτέλεση και κατ' εφαρμογήν της ως άνω εξουσιοδοτικής διάταξης, με την Υ.Α. .../2009 (ΦΕΚ ...-2011) από 01.01.2012 μεταφέρθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

από το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. οι Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας, οι Τοπικές Μονάδες Υγείας, τα Τοπικά Ιατρεία, τα Διαγνωστικά Κέντρα, οι Υγειονομικές Υπηρεσίες, που δεν αποτελούν οργανικές μονάδες και λειτουργούν μέχρι τότε ενταγμένες στις υπηρεσίες ασφάλισης του Ιδρύματος, οι Σταθμοί Άμεσης Βοήθειας (Σ.Α.Β.), κ.λπ., που αποτελούσαν, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 3 του π.δ/τος 266/1989 (όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του π.δ/τος 363/1992) μαζί με τις λοιπές αναφερόμενες εκεί υπηρεσίες, τις Υπηρεσίες Υγείας του Ι.Κ.Α.

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 29 παρ. 1 και 33 παρ. 9 του ως άνω ν. 3918/2011 (όπως αντικαταστάθηκαν και συμπληρώθηκαν αντιστοίχως με το άρθρο 53 παρ. 2 στοιχ. α' και γ' του ν. 4368/2016). ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αποτελεί καθολικό διάδοχο των φορέων που εντάσσονται σε αυτόν ως προς τις υπηρεσίες και αρμοδιότητες που αφορούν αποκλειστικά παροχή υγείας σε είδος.

Η καθολική διαδοχή του προηγούμενου εδαφίου καταλαμβάνει και το πάσης φύσεως προσωπικό (...) εφόσον μεταφέρονται στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και ο τελευταίος συνεχίζει τις εκκρεμείς δίκες που αφορούν μόνο το προσωπικό που μεταφέρθηκε σε αυτόν. Περαιτέρω, με το ν. 4238/2014 "Πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας (Π.Ε.Δ.Υ.) αλλαγή σκοπού Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

και λοιπές διατάξεις", που δημοσιεύθηκε στις 17 Φεβρουαρίου 2014 (ΦΕΚ Α' 38), ορίσθηκαν στο άρθρο 2 αυτού οι δημόσιες δομές παροχής υπηρεσιών πρωτοβάθμιας υγείας του Π.Ε.Δ.Υ., οι οποίες εντάχθηκαν στην οργανωτική δομή των κατά τόπους Διοικήσεων Υγειονομικών Υπηρεσιών (Δ.Υ.Πε), ως αποκεντρωμένες οργανικές μονάδες αυτών.

Με τις διατάξεις των άρθρων 16 παρ. 1 και 17 παρ. 1 του νόμου αυτού (όπως τα δύο πρώτα εδάφια του άρθρου 17 παρ. 1 αντικαταστάθηκαν με το άρθρο πρώτο υποπαρ. Ι. 5 του ν. 4254/2014 - ΦΕΚ Α 85 ως προς το χρόνο έναρξης της ισχύος τους από 4 Μαρτίου 2014) προβλέφθηκε διαδικασία μετάταξης/μεταφοράς του τεθέντος (μεταξύ άλλων) από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού σε κατάσταση διαθεσιμότητας χρονικής διάρκειας ενός μηνός μόνιμου και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ιατρικού και οδοντιατρικού προσωπικού του Ε.Ο.Π.Υ.Υ, σε οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης με την ίδια εργασιακή σχέση που συνιστώνται για τον σκοπό αυτό στις αντίστοιχες χωροταξικά Διοικήσεις Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε.) και κατόπιν αίτησης αυτών, υποβαλλομένης εντός της εκεί προβλεπομένης προθεσμίας από την ημερομηνία έκδοσης της διαπιστωτικής πράξης για τη θέση αυτών υπό καθεστώς διαθεσιμότητας.

Σύμφωνα δε με τα οριζόμενα στις παρ. 2, 3 και 4 του άρθρου 17 του ανωτέρω ν. 4238/2014, σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης υποβολής της σχετικής αίτησης αποδοχής της αντίστοιχης θέσης, ο υπάλληλος που έχει τεθεί σε καθεστώς διαθεσιμότητας απολύεται αυτοδικαίως, μετά την πάροδο του καθοριζόμενου χρόνου των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 16 του νόμου αυτού, καθώς και στην περίπτωση που ο μετατασσόμενος υπάλληλος δεν παρουσιαστεί στην αρμόδια υπηρεσία του φορέα υποδοχής, προκειμένου να αναλάβει υπηρεσία.

Με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 9 εδ. α, β και γ του νόμου αυτού (4238/2014) ορίσθηκε ότι η νόμιμη εκπροσώπηση των μονάδων που μεταφέρονται ανήκει στους διοικητές των οικείων Υγειονομικών Περιφερειών, ότι εκκρεμείς δίκες, που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσομένων μονάδων, του ιατρικού, νοσηλευτικού και λοιπού προσωπικού που μετατάσσεται ή μεταφέρεται συνεχίζονται από τις Διοικήσεις των Υγειονομικών Υπηρεσιών (Δ.Υ.Πε), χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης, ότι δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι των Δ.Υ.Πε.

και ότι εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις του πάσης φύσεως προσωπικού των ανωτέρω μονάδων που δεν μεταφέρεται ή μετατάσσεται στις Δ.Υ.Πε. συνεχίζονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. χωρίς να επέρχεται διακοπή και οι δικαστικές αποφάσεις ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. Επομένως αναφορικά με το με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ιατρικό προσωπικό, που, μετά την αυτοδίκαιη ένταξή του στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

από το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., όπου απασχολείτο προηγουμένως κατ' εφαρμογή του ν. 3918/2011, μεταφέρθηκε/μετατάχθηκε στη συνέχεια στις κατά τόπους Δ.Υ.Πε. κατ' εφαρμογή των ρυθμίσεων του ν. 4238/2014, νομιμοποιείται ενεργητικά προς άσκηση ενδίκων μέσων (έφεσης ή αναίρεσης) και παθητικά επί άσκησης τοιούτων, κατ' απόφασης εκδοθείσας με διάδικο το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ ή τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

η, έχουσα νομική προσωπικότητα (άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 3329/2005), κατά τόπο Δ.Υ.Πε., σε οργανική μονάδα της οποίας έχει ενταχθεί με την προβλεπόμενη στον νόμο διαδικασία το ως άνω ιατρικό προσωπικό (ΑΠ 885/2023, 794/2022, 1072/2020, 306/2020).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 68 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι η ένδικη προστασία παρέχεται υπέρ ή κατά εκείνων μόνο των προσώπων, τα οποία αποτελούν τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης ή μετέχουν, κατά το ουσιαστικό δίκαιο στη διαχείριση αυτής της σχέσης. Ειδικότερα, η νομιμοποίηση των διαδίκων, δηλαδή η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για συγκεκριμένο δικαίωμα ή έννομη σχέση, απορρέει, κατά κανόνα, αμέσως από τον νόμο και κυρίως από διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 73 ΚΠολΔ) και αποτελεί, όπως και το έννομο συμφέρον, ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή δικαστικής προστασίας. Εκείνος που εμφανίζεται, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, δικαιούχος ή υπόχρεος νομιμοποιείται, κατ' αρχήν, ως ενάγων ή εναγόμενος, αντίστοιχα. Κατά συνέπεια, η από το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένη κρίση ότι ο ενάγων νομιμοποιείται ενεργητικά και ο εναγόμενος νομιμοποιείται παθητικά στην άσκηση της αγωγής, ελέγχεται από τον, με αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, διότι προϋποθέτει παραβίαση από το ίδιο δικαστήριο κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 18/2005, ΑΠ 885/2023, 1072/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο [εν σχέσει με την παθητική νομιμοποίηση του ήδη αναιρεσείοντος ν.π.δ.δ. (2η Δ.Υ.Πε. Πειραιώς και Αιγαίου)], δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Οι κάτωθι αναφερομένοι ενάγοντες της ενδίκου αγωγής είχον προσληφθεί, ως ιατροί, υπό του αρχικώς εναγομένου Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Π.Δ.) υπό την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ -Ι.Κ.Α.)", δυνάμει ατομικών συμβάσεων εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και προσέφερον τας υπηρεσίας των, έχοντας πλήρη απασχόληση, στας τοπικάς Μονάδας Υγείας του Ι.Κ.Α., αι οποίαι δια του άρθρου 2 του Ν. 3225/2004 μετωνομάσθησαν εις Κέντρα Υγείας του Ι.Κ.Α. ...

παρέσχον τας υπηρεσίας των κατά το επίδικο χρονικό διάστημα: ο 1ος έως και η 35η εξ αυτών και ο 79ος και 80ος εξ αυτών (δηλαδή, μεταξύ αυτών και οι 2η, 8ος, 9ος, 10ος, 11η, 12ος, 16ος, 17η, 18ος, 19η, 20ος, 21η, 22ος, 24ος, 25η, 26η, 28η, 29ος, 30ος, 32η, 35η, 56η και ο 79ος ενάγοντες, ήδη αντίστοιχοι παριστάμενοι αναιρεσίβλητοι) στο Υποκατάστημα Ι.Κ.Α.

Πειραιώς ... εκ του ... ...-2016 εγγράφου της Δ/νσεως Διοικητικής Υποστηρίξεως του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. μετά του επισυναπτομένου εις αυτό πίνακος υπηρεσιακής καταστάσεως των εναγόντων, μη αμφισβητουμένου παρ' ουδενός διαδίκου μέρους, προκύπτει ότι: .... Β). Η 2α (Π. Α.), ο 8ος (Σ. Δ.), ο 9ος (Γ. Σ.), ο 10ος (Κ. Μ.), η 11η (Ε. Μ.), ο 12ος (Γ. Χ.), ο 16ος (Κ.

Χ.), η 17η (Μ. Κ.), ο 18ος (Χ. Μ.), η 19η (Π. Π.), ο 20ος (Σ. Σ.), η 21η (Γ. Κ.), ο 22ος (Α. Β.), ο 24ος (Ε. Π.), η 25η (Π. Κ.), η 26η (Μ. Μ.-Ρ.), η 28η (Α. Π.), ο 29ος (Π. Δ.), ο 30ος (Π. Κ.), η 32η (Β. Κ.), η 35η (Α. Ψ.), η 56η (Π. Κ.) και ο 79ος (Π. Χ.) εκ των εναγόντων [δηλαδή οι ήδη παριστάμενοι αναιρεσίβλητοι (ως προς τους οποίους νομίμως προχωρά η συζήτησή της υπόθεσης)], μετεφέρθησαν (μετετάχθησαν) στο εκκαλούν Ν.Π.Δ.Δ. 2α Δ.Υ.ΠΕ. (δηλαδή ήδη αναιρεσείον), επομένως η δίκη ως προς αυτούς νομίμως συνεχίζεται υπό του εμφανισθέντος Ν.Π.Δ.Δ. 2α Δ.Υ.ΠΕ., στο οποίο οι ενάγοντες αυτοί μετεφέρθησαν (μετετάχθησαν) συμφώνως προς τους ορισμούς της § 9 του άρθρου 21 Ν. 4238/2014 και του άρθρου 53 § 2 στοιχ.

γ' Ν. 4368/2016. ...

Περαιτέρω, ως προς το δια σχέσεως εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ιατρικό προσωπικό, το οποίο - μετά την αυτοδίκαιη ένταξή του στο Ν.Π.Δ.Δ. Ε.Ο.Π.Π.Υ. από το Ι.Κ.Α., όπου ειργάζετο προηγουμένως κατ' εφαρμογή του Ν. 3918/2011 - μετεφέρθη (μετετάχθη) εν συνεχεία στας κατά τόπους Δ.Υ.ΠΕ. κατ' εφαρμογή των ρυθμίσεων του Ν. 4238/2014, νομιμοποιείται προς άσκηση ενδίκων μέσων, κατ' αποφάσεως εκδοθείσης με διάδικο το Ν.Π.Δ.Δ.

Ε.Ο.Π.Π.Υ., η έχουσα νομική προσωπικότητα (άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 3329/2005) κατά τόπο Δ.Υ.ΠΕ., εις οργανική μονάδα της οποίας ενετάχθη δια της προβλεπομένης στον νόμο διαδικασίας το ως άνω ιατρικό προσωπικό.". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επικύρωσε την ομοίως αποφανθείσα ως προς τούτο απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που δέχτηκε κατ' ουσίαν την αγωγή ως προς τους ανωτέρω ενάγοντες - 1η και 4ο έως 25ο αντιστοίχως ανιαρεσιβλήτους κατά του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος ν.π.δ.δ. "2η Δ.Υ.Πε.

Πειραιώς και Αιγαίου" και απέρριψε, ως κατ' ουσίαν αβάσιμο τον σχετικό λόγο της έφεσης αυτού (ανεξαρτήτως του ότι εν τέλει, βάσει άλλου λόγου εφέσεως, εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη μόνον ως προς την έναρξη της τοκοδοσίας και το ποσοστό αυτής, κατά τα κατωτέρω αναφερόμενα). Με το πρώτο και τρίτο μέρος του πρώτου πρόσθετου λόγου αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 1 εδαφ.

α' του ΚΠολΔ και συγκεκριμένα υποστηρίζει ότι εσφαλμένα το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έκρινε περί της συνδρομής παθητικής νομιμοποίησής του, ως προς τους ήδη ανωτέρω αναιρεσίβλητους - ανωτέρω ενάγοντες, παραβιάζοντας ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 68 του ΚΠολΔ, 21 παρ. 9 του ν. 4328/2014 και τα άρθρα 20 παρ. 1 και 28 παρ. 1 του Συντάγματος και το άρθρο 6 παρ. 1α της ΕΣΔΑ, για τον λόγο ότι, όπως διατείνεται, καμία διάταξη νόμου δεν ορίζει ότι οι Δ.Υ.Πε.

αποτελούν καθολικό διάδοχο του Ι.Κ.Α. ή του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., αλλά στο άρθρο 21 παρ. 9 του ν. 4238/2014 ορίζεται, μεν, ότι οι Δ.Υ.Πε. της χώρας νομιμοποιούνται να συνεχίζουν τις εκκρεμείς δίκες, πλην, όμως δεν είναι υπόχρεες και για την καταβολή των τυχόν οφειλών των ως άνω νομικών προσώπων. Με τις ανωτέρω παραδοχές, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεχόμενο ότι υφίσταται παθητική νομιμοποίηση του ήδη αναιρεσείοντος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "2η Δ.Υ.Πε.

Πειραιώς και Αιγαίου", ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις διατάξεις του ν. 4238/2014, σε συνδυασμό με εκείνες του ν. 3918/2011 ως και τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ, καθόσον, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, για διαφορές, όπως οι επίδικες, που αφορούν αξιώσεις ιατρικού προσωπικού, που προσλήφθηκε και απασχολήθηκε στο αρχικώς εναγόμενο ν.π.δ.δ.

με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.)", καθολικός διάδοχος του οποίου υπήρξε το ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" ("Ε.Ο.Π.Υ.Υ.") και, στη συνέχεια, μετατάχθηκε/μεταφέρθηκε σε Δ.Υ.Πε., νομιμοποιούμενη παθητικά είναι η τελευταία και εν προκειμένω το εν λόγω (εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον) νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου "2η Δ.Υ.Πε.

Πειραιώς και Αιγαίου" (ήδη "Δ.Υ.Πε. Πειραιώς και Αιγαίου), το οποίο υπεισήλθε στη θέση του "Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", ως οιονεί καθολικός διάδοχος αυτού (ως προς τις διαφορές ή υποθέσεις των εντασσομένων μονάδων, του ιατρικού, νοσηλευτικού και λοιπού προσωπικού που μετατάσσεται ή μεταφέρεται σ' αυτή), κατά το άρθρο 21 παρ. 9 του 4238/2014 και είναι υπόχρεο για τις επίδικες αξιώσεις (ΑΠ 885/2023, 1072/2020).

Επομένως, ο ανωτέρω πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, ως προς το πρώτο και τρίτο μέρος του είναι αβάσιμος. Επίσης αβάσιμος είναι και ο ανωτέρω πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του με το οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, ότι δηλαδή δεν έχει νομική βάση, καθώς αναφορικά με την παθητική νομιμοποίηση αυτού δεν περιέχει καθόλου αιτιολογίες, άλλως περιέχει ανεπαρκείς, άλλως αντιφατικές αιτιολογίες, ενόψει του ότι το Εφετείο διέλαβε, ως προς το ζήτημα της παθητικής νομιμοποίηση του ήδη αναιρεσείοντος πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή εφαρμογή των περί παθητικής νομιμοποιήσεως του ήδη αναιρεσείοντος ν.π.δ.δ. "2η Δ.Υ.Πε.

Πειραιώς και Αιγαίου" ανωτέρω διατάξεων και την πληρότητα του αποδεικτικού του πορίσματος και δεν στέρησε, κατά τούτο, την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού δέχτηκε ότι οι ήδη αναιρεσίβλητοι ιατροί του αρχικώς εναγομένου ν.π.δ.δ. "Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.)", συνδεόμενοι με αυτό με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που υπηρετούσαν στις αναφερόμενες Τοπικές Μονάδες Υγείας (ήδη Κέντρο Υγείας) αυτού, μεταφέρθηκαν στο ήδη αναιρεσείον ν.π.δ.δ. "2η Δ.Υ.Πε Πειραιώς και Αιγαίου", σύμφωνα με τις προπαρατιθέμενες διατάξεις και επομένως η δίκη ως προς αυτούς νομίμως συνεχίζεται από το τελευταίο ν.π.δ.δ "2η Δ.Υ.Πε Πειραιώς και Αιγαίου".

Με τον ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση Μισθολογίου Προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης κ.λπ." ρυθμίσθηκαν τα ζητήματα των νομίμων αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ). Το μισθολόγιο αυτό, μέχρι την από 01.01.2004 κατάργησή του με το άρθρο 28 του ν. 3205/2003, είχε εφαρμογή και στους μη ανήκοντες στο ΕΣΥ (άρθρο 1 παρ. 2 περ.

δ' του ν. 2470/1997) ιατρούς, οι οποίοι προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στο Δημόσιο ή σε ΝΠΔΔ. Σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 7 του ν. 2470/1997, πέρα από τον βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, χορηγήθηκε μηνιαίο επίδομα, που χαρακτηρίσθηκε ως "νοσοκομειακό", στο προσωπικό των νοσοκομείων και θεραπευτηρίων της χώρας, καθώς και του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (ΕΚΑΒ).

Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 2716/1999, η χορήγηση του νοσοκομειακού επιδόματος επεκτάθηκε και στο προσωπικό των κέντρων υγείας και των κέντρων ψυχικής υγείας. Η καταβολή του επιδόματος διατηρήθηκε και μετά τη δημοσίευση του ν. 3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ κ.λπ." (που, όπως αναφέρθηκε, κατάργησε τον ν. 2470/1997), σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 5 του οποίου χορηγήθηκε επίδομα, που χαρακτηρίσθηκε ως "νοσοκομειακό και τροφής", στο προσωπικό των νοσοκομείων, των μονάδων κοινωνικής φροντίδας της χώρας, του ΕΚΑΒ, των κέντρων υγείας, των ΝΠΔΔ του Τομέα Πρόνοιας και των κέντρων ψυχικής υγείας.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η χορήγηση του νοσοκομειακού επιδόματος προβλέφθηκε όχι μόνο για το νοσηλευτικό ή το πάσης φύσεως βοηθητικό προσωπικό, αλλά και για το ιατρικό προσωπικό των ως άνω μονάδων υγείας, ως προς το οποίο δεν διατυπώθηκε εξαίρεση. Και, ακόμη, συνάγεται ότι, αν και, αρχικά, το νοσοκομειακό επίδομα προβλέφθηκε μόνο για το προσωπικό των μονάδων υγείας στις οποίες παρέχεται δευτεροβάθμια, ήτοι κλειστή (με δυνατότητα εισαγωγής και νοσηλείας) περίθαλψη, σύντομα η χορήγησή του επεκτάθηκε και στους εργαζόμενους σε μονάδες πρωτοβάθμιας, ήτοι ανοικτής (χωρίς την ως άνω δυνατότητα) περίθαλψης ή εν γένει φροντίδας των πασχόντων πολιτών.

Σε κάθε περίπτωση, με την παρ. Β-1 του ίδιου άρθρου 8 ορίστηκε περαιτέρω ότι για την καταβολή του επιδόματος έπρεπε να επισυνάπτεται στις μισθοδοτικές καταστάσεις βεβαίωση του προϊσταμένου του υπαλλήλου, σύμφωνα με την οποία αυτός, κατά το χρονικό διάστημα στο οποίο αναφέρεται η μισθοδοσία, παρέσχε τις υπηρεσίες του με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 18 παρ. 1 εδ. α' του ν. 2150/1993 "Εθνικό Ινστιτούτο Εργασίας και άλλες διατάξεις (ΦΕΚ Α' 98) ορίστηκε ότι "οι υπηρετούντες στο ΙΚΑ ιατροί με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή με ειδική σύμβαση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, εξομοιώνονται μισθολογικά με τους μόνιμους θεραπευτές ιατρούς του Ιδρύματος".

Με την 2043269/ 6792/0022 από 1/15-7-1997 κοινή υπουργική απόφαση (ΚΥΑ) των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β' 587), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 24 του ν. 2470/1997 και του ν. 119/1975 και αντικαταστάθηκε με την 2052675/5630/0022 από 10-8/2-9-1998 ΚΥΑ των ιδίων Υπουργών (ΦΕΚ Β' 944), επεκτάθηκαν από 01.01.1997, στο σύνολό τους, οι διατάξεις του ν. 2470/1997 αφενός στους μόνιμους ιατρούς του ΙΚΑ, των οποίων οι αποδοχές καθορίζονταν από τους ν. 1505/1984 και ν. 1810/1988 και αφετέρου στους με σύμβαση ιατρούς του Ιδρύματος, οι οποίοι είχαν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μόνιμους ιατρούς με το ν. 2150/1993.

Ακολούθως, με το άρθρο 13 παρ. 3 του ν. 2703/1999 ορίσθηκε ότι στους ιατρούς των νοσοκομείων του ΙΚΑ, που μισθοδοτούνται με τις διατάξεις του ν. 2470/1997, καταβάλλεται το νοσοκομειακό επίδομα της περίπτωσης α' της παρ. 7 του άρθρου 8 του ν. 2470/1997. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι από την καταβολή του νοσοκομειακού επιδόματος εξαιρέθηκαν οι ιατροί του ΙΚΑ, οι οποίοι απασχολούνταν σε νομαρχιακές ή τοπικές μονάδες υγείας του Ιδρύματος (άρθρο 3 παρ. 1 του π.δ/τος 266/1989 "Οργανισμός του ΙΚΑ") σε συνδυασμό με το άρθρο 5 παρ. 10 αυτού, που παρέχουν πρωτοβάθμια περίθαλψη (δηλαδή, όχι σε νοσοκομεία του IKA) (ΑΠ 1072/2020, 1389/2019, 382/2018).

Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών. Ως εκ τούτου, δεσμεύει και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις ή κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, εν όψει της, κατά το άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος, εξουσίας των δικαστηρίων να μην εφαρμόζουν νόμο, του οποίου το περιεχόμενο είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα.

Συνεπώς, αν γίνει από τον νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη, δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος, που επέβαλε την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή μεταχείριση πρέπει να παραμείνει ανεφάρμοστη, ως αντισυνταγματική.

Στην περίπτωση αυτή, ως μόνος τρόπος αποκατάστασης της συνταγματικής αρχής της ισότητας απομένει το να επεκταθεί υπέρ εκείνων, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση, ακόμη και αν αυτή αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι με την επέκταση αυτή παραβιάζεται από τη δικαστική εξουσία η αρχή της διάκρισης των λειτουργιών (άρθρα 1, 26, 73 επ.

και 87 επ. του Συντάγματος, ΟλΑΠ 16/2015, ΟλΑΠ 28/1992). Σύμφωνα με τα ανωτέρω, η διάταξη του άρθρου 13 παρ. 3 του ν. 2703/1999, κατά το μέρος αυτής με το οποίο, σιωπηρώς, εξαιρούνται από την καταβολή του νοσοκομειακού επιδόματος οι ιατροί, οι οποίοι εργάζονται σε νομαρχιακές ή τοπικές μονάδες υγείας του Ι.Κ.Α, που παρέχουν πρωτοβάθμια περίθαλψη, παραβιάζει τη συνταγματική αρχή της ισότητας, διότι το επίδομα αυτό, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2470/1997, όπως συμπληρώθηκαν, καταβάλλεται όχι μόνο σε ιατρούς που προσφέρουν υπηρεσίες σε μονάδες δευτεροβάθμιας περίθαλψης, όπως τα νοσοκομεία, αλλά και σε μονάδες πρωτοβάθμιας περίθαλψης, όπως τα κέντρα υγείας, με μοναδική προϋπόθεση την προσφορά της υπηρεσίας αυτής με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση.

Εξ αυτού έπεται ότι, για την αποκατάσταση της ισότητας μεταξύ αφενός των ιατρών των κέντρων υγείας του λοιπού δημόσιου τομέα, που λαμβάνουν το νοσοκομειακό επίδομα αν και δεν απασχολούνται σε νοσοκομεία και αφετέρου των ιατρών των τοπικών μονάδων υγείας του ΙΚΑ, που δεν το λαμβάνουν, αν και, ως εκ του σκοπού και των συνθηκών λειτουργίας των μονάδων αυτών συνάγεται, εργάζονται κάτω από ουσιωδώς όμοιες συνθήκες, πρέπει η διάταξη του άρθρου 13 παρ. 3 του ν. 2703/1999, που επεξέτεινε τη χορήγηση του επιδόματος μόνο στους ιατρούς των νοσοκομείων του ΙΚΑ, να έχει εφαρμογή και για τους ιατρούς των τοπικών μονάδων υγείας του Ιδρύματος (ΑΠ 1072/2020, 382/2018, 1467/2014).

Τέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 εδ. β', σε συνδυασμό με το άρθρο 16 του ν. 3235/2004 "Πρωτοβάθμιο Φροντίδα Υγείας" (ΦΕΚ Α' 53) από την 18η.02.2004, κατά την οποία άρχισε η ισχύς του, η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας παρέχεται και από τις μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης (ΟΚΑ), που μετονομάζονται σε Κέντρα Υγείας του οικείου ΟΚΑ.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι οι νομαρχιακές ή τοπικές μονάδες υγείας του ΙΚΑ, μετά την 18η.02.2004 εξομοιώνονται με τα κέντρα υγείας. Κατά συνέπεια, τα ισχύοντα ως προς τη μισθολογική μεταχείριση των εργαζομένων στα κέντρα υγείας του λοιπού δημόσιου τομέα, σύμφωνα με τους νόμους 2740/1997 και 3205/2003, έχουν, πλέον, ευθεία εφαρμογή και στους εργαζόμενους των κέντρων υγείας του ΙΚΑ (ΑΠ 1072/2020, 1389/2019, 832/2015, 1467/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ανωτέρω ενάγοντες (22 εκ των αρχικώς 80) και ήδη παριστάμενοι αναιρεσίβλητοι με την, από 31.12.2007 (με αριθμό κατάθεσης 279967/6636/2007) αγωγή τους προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, επικαλούμενοι ότι συνδέονται με το αρχικώς εναγόμενο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία 'Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων" (ΙΚΑ), στη θέση του οποίου (ως προς το ανωτέρω αναιρεσίβλητους) υπεισήλθε το ήδη αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την ήδη επωνυμία "Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου" (Δ.Υ.Πε.

Πειραιώς και Αιγαίου), με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ότι απασχολούνται σε τοπικές μονάδες υγείας του τελευταίου, ως ιατροί, ασκούντες τα συναρτώμενα με τον κλάδο και την ειδικότητα του καθενός καθήκοντα και, τέλος, ότι συνεπεία της ως άνω εργασίας των δικαιούνται το προβλεπόμενο από το άρθρο 8 παρ. 7 περ.

α' του ν. 2470/1997 και του άρθρου 8 παρ. 5 περ. α' του ν. 3205/2003 νοσοκομειακό επίδομα, το οποίο, παρά ταύτα, αρνείται να τους καταβάλει το εναγόμενο, ζήτησαν, με βάση την αρχή της ισότητας που καθιερώνει το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος και τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 7 του ν. 2470/1997 και 8 παρ. 5 περ. α του ν.3205/2003, α) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στον καθένα το ποσό των 15.620,70 ευρώ, ως νοσοκομειακό επίδομα, για το χρονικό διάστημα από 01.01.2002 μέχρι 31.12.2007, με τον νόμιμο τόκο από τότε που κάθε αναφερόμενο ποσό κατέστη απαιτητό και β) να αναγνωρισθεί ότι είναι δικαιούχοι του επιδίκου νοσοκομειακού επιδόματος και ότι το εναγόμενο οφείλει να το εντάξει από 01.01.2008 και επέκεινα στις τακτικές μηνιαίες αποδοχές εκάστου.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την 2068/2017 οριστική του απόφαση δέχτηκε ως νόμιμη και κατ' ουσία βάσιμη την αγωγή ως προς τους ανωτέρω ενάγοντες και το ήδη αναιρεσείον (που υπεισήλθε στη θέση του εναγομένου ως προς του ανωτέρω ενάγοντες και που μας αφορά εν προκειμένω). Κατά της αποφάσεως αυτής, το ήδη αναιρεσείον άσκησε την από 28.06.2019 (και με αριθμό κατάθεσης 64421/4955/2019) έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη (2695/2021) απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση (ως προς τους εν προκειμένω διαδίκους), κατά τα κεφάλαια της εκκαλούμενης, πρωτόδικης, απόφασης περί της ενάρξεως τοκοδοσίας του ενδίκου επιδόματος και του ποσοστού αυτής εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη ως προς τα κεφάλαια αυτά και αφού, κρατήθηκε και δικάστηκε η αγωγή ως προς το σχετικό μέρος, υποχρεώθηκε το ήδη αναιρεσείον ν.π.δ.δ. "2η Δ.Υ.Πε.

Πειραιώς και Αιγαίου" να καταβάλλει στους εκ των εναγόντων ήδη παριστάμενους αναιρεσίβλητους το, επιδικασθέν πρωτοδίκως, ποσό των 15.620,70 ευρώ, με επιτόκιο έξι τοις εκατό (6%) από της επόμενης ημέρας της επιδόσεως της αγωγής μέχρι εξοφλήσεως. Ειδικότερα το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα ουσιώδη:

Οι ανωτέρω ενάγοντες (ήδη παριστάμενοι αναιρεσίβλητοι) είχαν προσληφθεί, ως ιατροί, από το αρχικώς ν.π.δ.δ με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ-Ι.Κ.Α.", δυνάμει ατομικών συμβάσεων εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και προσέφεραν τις υπηρεσίες τους, με τις αντιστοίχως αναφερόμενες ειδικότητες, με πλήρη απασχόληση, στις τοπικές Μονάδες Υγείας αυτού, οι οποίες με το άρθρο 2 του ν. 3225/2004 μετονομάσθηκαν σε Κέντρα Υγείας του Ι.Κ.Α.

Κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ήτοι από 01.01.2002 έως και 31.12.2007, οι ανωτέρω ενάγοντες παρείχαν τις υπηρεσίες τους στο Υποκατάστημα Ι.Κ.Α. Πειραιώς και ότι, κατά το επίδικο αυτό χρονικό διάστημα, το εναγόμενο δεν τους κατέβαλε το επίδικο νοσοκομειακό επίδομα. Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους στις τοπικές μονάδες υγείας του Ι.Κ.Α. (Υποκαταστήματα), που μετονομάστηκαν ύστερον σε Κέντρα Υγείας, οι ως άνω ενάγοντες συγχρωτίζονταν καθημερινώς με ασθενείς, ενώ και η εκτέλεση των ιατρικών πράξεων στους ανωτέρω χώρους ενείχε επικινδυνότητα και ανθυγιεινότητα γι' αυτούς, καθώς αποτελούν χώρους συγκέντρωσης ασθενών.

Κατά την παροχή δε της εργασίας τους, άσκησαν καθήκοντα όμοια προς εκείνα των συναδέλφων τους ιατρών, οι οποίοι παρέχουν την εργασία τους σε άλλες μονάδες πρωτοβάθμιας περίθαλψης, όπως το Ε.Κ.Α.Β., τα Κέντρα Ψυχικής Υγείας των περιφερειακών και αγροτικών ιατρείων του Ε.Σ.Υ., τα Ν.Π.Δ.Δ. του Τομέως Προνοίας, ενώ οι συνθήκες, στις οποίες εργάζονται από απόψεως ανθυγιεινής εργασίας και επικινδυνότητας, είναι απολύτως όμοιες προς τις συνθήκες εργασίας των ιατρών, στους οποίους χορηγείται το συγκεκριμένο επίδομα, ως εκ του είδους των παρεχόμενων υπηρεσιών αυτών.

Ως εκ τούτου, οι συνθήκες εργασίας των ανωτέρω εναγόντων ιατρών είναι το αυτό δυσμενείς προς τις συνθήκες εργασίας του προσωπικού των νοσοκομείων, των Μονάδων Κοινωνικής Φροντίδας, του Εθνικού Κέντρου Αμέσου Βοήθειας (Ε.Κ.Α.Β.), των Κέντρων Υγείας, των Κέντρων Ψυχικής Υγείας, των Ν.Π.Δ.Δ. του Τομέως Προνοίας και των αγροτικών ιατρείων, το οποίο αμείβεται με το αυτό μισθολόγιο των ανωτέρω εναγόντων και τότε εφεσιβλήτων ιατρών και στο οποίο [προσωπικό] χορηγήθηκε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα το νοσοκομειακό επίδομα.

Ότι οι ανωτέρω εναγόντες υπηρετούσαν με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους, οπού δικαιολογείται η καταβολή του επιδόματος, δεδομένου ότι οι τοπικές μονάδες υγείας του Ι.Κ.Α., όπου εργάζονταν, παρέχουν υπηρεσίες πρωτοβαθμίου φροντίδας υγείας, όπως συμβαίνει και στα Κέντρα Υγείας, και ότι η απασχόλησή τους στους ανωτέρω χώρους είναι αποκλειστική και πλήρης κατά το συμβατικό τους ωράριο, χωρίς να επηρεάζει το γεγονός ότι μέχρι τις 31.03.2014 οι άνω ενάγοντες ιατροί δικαιούνταν κατά νόμο να λειτουργούν εκτός του ωραρίου τους και ιδιωτικό ιατρείο.

Ότι, περαιτέρω, η μη χορήγηση του νοσοκομειακού επιδόματος στους ενάγοντες ιατρούς συνιστά δυσμενή σε βάρος τους διάκριση, μη δικαιολογούμενη εκ λόγων γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος και ως εκ τούτου, τυγχάνει αντίθετη προς τη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της ισότητας. Με βάση τις παραδοχές αυτές, κατέληξε, το Εφετείο, ότι το νοσοκομειακό επίδομα, που δεν καταβάλλονταν στους άνω ενάγοντες κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, το δικαιούνται και αυτοί αφενός μέχρι τις 17.02.2004 με βάση τη συνταγματική αρχή της ισότητας και αφετέρου μεταγενεστέρως, ήτοι από τις 18.02.2004 και εφεξής, ευθέως, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 εδ.

β' του ν. 3235/2004 και 8 παρ. 5 του ν. 3205/2003. Στη συνέχεια, έκρινε ως αβάσιμους τους λόγους έφεσης που συνδέονται με τις προαναφερθείσες νομικές και ουσιαστικές παραδοχές και, κατ' αποτέλεσμα, επικύρωσε την τότε εκκαλούμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, που είχε κρίνει ομοίως [την εξαφάνισε μόνο ως προς την τοκοφορία (έναρξη και ποσοστό αυτής) του επιδικασθέντος πρωτοδίκως ποσού των 15.620,70 ευρώ].

Με την κρίση αυτή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς τις προδιαληφθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αφού αυτές, κατά τα αναφερόμενα στις νομικές σκέψεις της παρούσας, εφαρμόζονται και ισχύουν και επί των αναιρεσιβλήτων ιατρών, που υπηρετούσαν, με τις αντιστοίχως αναφερόμενες ειδικότητες, με πλήρη απασχόληση στις μονάδες πρωτοβάθμιας περίθαλψης του αναιρεσείοντος.

Εξ άλλου, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το είδος των παρεχομένων, εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων, υπηρεσιών και ως προς τις συνθήκες, υπό τις οποίες προσέφεραν τις υπηρεσίες τους, στις κατά τόπους οργανωμένες μονάδες περίθαλψης του αναιρεσείοντος, όμοιες με εκείνες των λοιπών ιατρών που απασχολούνται στις μονάδες πρωτοβάθμιας περίθαλψης του δημόσιου τομέα.

Τα περιστατικά αυτά, που δέχτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, καλύπτουν όλα τα στοιχεία του πραγματικού των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκαν και δικαιολογούν, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη παραδοχή, την εφαρμογή αυτών. Επομένως, οι, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αυτής συμπληρωματικός των ανωτέρω λόγων, με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο και αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμό 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

Οι δε λοιπές αιτιάσεις που αναφέρονται στους λόγους αυτούς, που αφορά τα ίδια πιο πάνω αναφερόμενα κρίσιμα ζητήματα και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά το αναιρεσείον σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς, που προέβαλε στο δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού, κατά τα πιο πάνω αναφερόμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τον ίδιο δε λόγο, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Με το άρθρο 21 του κ.δ/τος της 26-6/10-7-1944 περί κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 109 του ΕισΝΑΚ, ορίζεται ότι: "Ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής ορίζεται εις 6% ετησίως, πλην αν άλλως ορίσθη δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου. Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής".

Ομοίως στο άρθρο 7 παρ. 2 του ν.δ/τος 496/1974 περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου ορίζεται ότι "Ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Νομικού Προσώπου οφειλής ορίζεται εις 6% ετησίως, πλην αν άλλως ορίζεται δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου, άρχεται δε από της επιδόσεως της αγωγής". Ωστόσο, με το άρθρο 45 του ν. 4607/24.4.2019 (ΦΕΚ Α 65) ορίζεται ότι: "1.

Το ύψος του νόμιμου επιτοκίου και του επιτοκίου υπερημερίας κάθε οφειλής του Δημοσίου ισούται προς το επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), που ισχύει κατά την ημερομηνία άσκησης του ένδικου βοηθήματος, πλέον τριών (3,00) εκατοστιαίων μονάδων ετησίως. Το επιτόκιο του προηγούμενου εδαφίου δεν μεταβάλλεται, κατά το μέρος που αφορά το επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), πριν από την εκάστοτε σωρευτική μεταβολή αυτού κατά μία (1,00) εκατοστιαία μονάδα, με σχετική βάση υπολογισμού του το επιτόκιο που ισχύει κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος.

Τα ανωτέρω δεν ισχύουν για: α) τις απαιτήσεις των φορολογουμένων της παρ. 2 του άρθρου 53 του ν. 4174/2013 (Α' 170), β) τις περιπτώσεις όπου σε σύμβαση, στην οποία συμβάλλεται νόμιμα το Δημόσιο, έχει περιληφθεί ειδική πρόβλεψη σχετικά με το εφαρμοζόμενο επιτόκιο, γ) τις αξιώσεις ιδιωτών που στηρίζονται σε ειδικές και ευθέως εφαρμοζόμενες διατάξεις του ενωσιακού δικαίου, με τις οποίες έχει καθοριστεί, ρητά και ειδικά, ύψος επιτοκίου.

Με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων αυτών, όπου στην κείμενη νομοθεσία γίνεται αναφορά ή παραπομπή στο ύψος του οφειλόμενου από το Δημόσιο νόμιμου επιτοκίου ή και του επιτοκίου υπερημερίας, νοείται το επιτόκιο του παρόντος. 2. Στην περίπτωση των ένδικων βοηθημάτων κατά του Δημοσίου, τόκος οφείλεται, σε κάθε περίπτωση, μόνο από την επίδοση των σχετικών δικογράφων από τον διάδικο στον Υπουργό Οικονομικών ή στο αρμόδιο όργανο του Δημοσίου ή της Αρχής που προβλέπεται από τον νόμο σε ειδικές κατηγορίες υποθέσεων.

Ειδικές διατάξεις νόμου, οι οποίες προβλέπουν ρητά διαφορετικό χρόνο έναρξης της τοκοφορίας, εξακολουθούν να ισχύουν. 3. Οι παράγραφοι 1 και 2 εφαρμόζονται και σε όλες τις εκκρεμείς υποθέσεις, σε οποιοδήποτε βαθμό και στάδιο, για το μέρος κατά το οποίο οι αξιώσεις για τόκο ανάγονται και υπολογίζονται σε χρόνο μετά την πρώτη του επόμενου μήνα από την έναρξη ισχύος του παρόντος".

Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι το ετήσιο επιτόκιο υπερημερίας των οφειλών του Δημοσίου, διαμορφώνεται, κατά τα άρθρα 7 παρ. 2 του ν.δ/τος 496/1974 και 21 του κ.δ/τος της 26-6/10-7-1944 "περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", μέχρι 30.04.2019, σε ποσοστό 6%, ενώ από 01.05.2019 και εφεξής, κατ' άρθρο 45 του ν. 4607/2019, ισούται προς το επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), που ισχύει κατά την ημερομηνία άσκησης του ένδικου βοηθήματος, πλέον τριών (3,00) εκατοστιαίων μονάδων ετησίως (ΑΠ 1045/2023, 643/2023, 272/2023, 647/2022, 384/2022).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 533 παρ. 2 και 535 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, σε περίπτωση νομοθετικής μεταβολής, το Εφετείο, κατά το πρώτο στάδιο της δίκης της έφεσης κατά απόφασης που έχει προσβληθεί με έφεση, εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης, με μόνες εξαιρέσεις τις περιπτώσεις που ο νέος νόμος με ρητή διάταξη καταλαμβάνει και τις σχέσεις που έχουν οριστικά κριθεί ή είναι πραγματικά ερμηνευτικός, οπότε θεωρείται σύγχρονος του ερμηνευόμενου, ενώ στην περίπτωση κατά την οποία, συνεπεία παραδοχής κάποιου λόγου έφεσης, ως ουσιαστικά βάσιμου, εξαφανίσει την εκκληθείσα απόφαση και ακολουθήσει νέο στάδιο, κατά το οποίο κρατώντας το ίδιο την υπόθεση, δικάζει αυτή στην ουσία, υποκαθιστάμενο στη θέση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οφείλει, συμμορφούμενο προς τη γενική διάταξη του άρθρου 2 του ΑΚ, να εφαρμόσει τον νέο νόμο, αφού αυτός ισχύει κατά τον χρόνο δημοσίευσης της δικής του απόφασης, που κρίνει την ουσία της υπόθεσης, ασχέτως αν αυτός έχει ή όχι αναδρομική δύναμη και η εφαρμογή του οδηγεί σε κρίση διαφορετική από εκείνη του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (ΑΠ 272/2023, 647/2022, 384/2022).

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε με τη μη εφαρμογή της την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 45 παρ. 1 του ν 4607/2019 και έτσι το υποχρέωσε να καταβάλει στους αναιρεσίβλητους το ποσό της οφειλής με τόκο για το μετά την 01.05.2019 χρονικό διάστημα, με επιτόκιο 6% ετησίως από την επίδοση της αγωγής και όχι με το μειωμένο επιτόκιο του άρθρου 45 του ν. 4607/2019, που εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς δίκες.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά τα κεφάλαιά της περί της ενάρξεως της τοκοδοσίας του επιδικασθέντος επιδίκου επιδόματος και του ποσοστού αυτής (η οποία είχε υποχρεώσει το αναιρεσείον να καταβάλει στους αναιρεσείοντες το επιδικαθέν ποσό "με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη της τελευταίας ημέρας εκάστου μηνός, εντός του οποίου κάθε μηνιαία επιδοματική παροχή κατέστη ληξιπρόθεσμος και απαιτητή") και κράτησε την υπόθεση προς κατ' ουσίαν έρευνα της ενδίκου αγωγής ως προς το αντίστοιχο μέρος των εν λόγω κεφαλαίων της εξαφανισθείσας τότε εκκαλούμενης απόφασης, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή των εκ των εναγόντων ήδη παρισταμένων αναιρεσιβλήτων κατά τούτο και ως κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε το ήδη αναιρεσείον ν.π.δ.δ.

Δ.Υ.Πε Πειραιώς και Αιγαίου, που συνεχίζει την δίκη του αρχικώς εναγομένου Ι.Κ.Α,. να καταβάλει σε έκαστο εξ αυτών το επιδικασθέν πρωτοδίκως ποσό των 15.620,70 ευρώ, με επιτόκιο 6% από της επομένης ημέρας της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Όμως η νέα ως άνω ρύθμιση του άρθρου 45 του ν. 4607/2019, έχοντας ημερομηνία έναρξης ισχύος στις 24.04.2019, ίσχυε τόσο κατά τον χρόνο συζήτησης της έφεσης του αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου (12.01.2021), όσο και κατά τον χρόνο δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (01.06.2021) και καταλάμβανε και την εκκρεμή, κατά το χρόνο που άρχισε να ισχύει, ήτοι στις 24.04.2019 ένδικη αξίωση των εν προκειμένω παρισταμένων αναιρεσιβλήτων (εναγόντων - εφεσιβλήτων), για επιδίκαση τόκου, κατά το μέρος που η αξίωση αυτή ανάγεται και υπολογίζεται σε χρόνο μετά την πρώτη του επόμενου μήνα από την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου, ήτοι από 01.05.2019 και, συνεπώς, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, αφού εξαφάνισε ως προ το επιτόκιο την πρωτόδικη απόφαση, υποχρέωσε το ήδη αναιρεσείον να καταβάλει στους εκ των εναγόντων παρισταμένους αναιρεσιβλήτους το πρωτοδίκως επιδικασθέν ποσό με επιτόκιο έξι τοις εκατό (6%), παρέλειψε να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 45 παρ. 1 του ν. 4607/2019, που ήταν εφαρμοστέα στην προκείμενη περίπτωση, για το μετά την 01.05.2019 χρονικό διάστημα, αν και ήταν υποχρεωμένο να το πράξει, συμμορφούμενο προς τη γενική αρχή του άρθρου 2 του ΑΚ, και έτσι παραβίασε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη με τη μη εφαρμογή της, η οποία ήταν εφαρμοστέα στην προκείμενη περίπτωση, κατά το μέρος που αφορά (ως προς την τοκοδοσία) στο χρονικό διάστημα μετά την 01.05.2019, αφού από τότε και μεταγενέστερα, ο οφειλόμενος από το Δημόσιο και συνεπώς και από το ήδη αναιρεσείον ν.π.δ.δ. "Δ.Υ.Πε.

Πειραιώς και Αιγαίου", που συνεχίζει τη δίκη του αρχικώς εναγομένου Ι.Κ.Α, ως προς το οποίο εφαρμόζονται οι ανωτέρω διατάξεις (άρθρα 19 παρ. 1 του α.ν. 1846/1951 και 21 παρ. 9 του ν. 1902/1990, ΑΠ 624/2022), τόκος υπολογίζεται με βάση τη νεότερη και ειδική ρύθμιση του άρθρου 45 παρ. 1 του ν. 4607/2019 και όχι κατά το άρθρο 21 του "Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", το οποίο δεν είναι εφαρμοστέο για το χρονικό αυτό διάστημα.

Επομένως, ο ως άνω τέταρτος αναιρετικός λόγος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και κατά παραδοχή του ως άνω τέταρτου λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το ως άνω μέρος της (ήτοι μόνο ως προς το κεφάλαιο της επιδικάσεως από 01.05.2019 και μετά τόκων 6% ετησίως) και αναφορικά με το ήδη αναιρεσείον (Δ.Υ.Πε Πειραιώς και Αιγαίου) και τους παριστάμενους αναιρεσιβλήτους [1η, 4ο, 5ο, 6ο, 7η, 8ο (ήδη κληρονόμο του), 9ο, 10η, 11ο, 12η, 13ο, 14η, 15ο, 16ο, 17η, 18η, 19η, 20ο, 21ο, 22η, 23η, 24η και 25ο], ως και κατά το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων ως προς αυτούς. Αφού δε η υπόθεση δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, πρέπει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α του ΚΠολΔ, να κρατηθεί και να εκδικασθεί από το αναιρετικό τμήμα τούτο και να οριστεί το επιτόκιο των επιδικασθέντων ως οφειλόμενων ποσών σε ποσοστό 6% από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι της 30ης Απριλίου 2019 και κατά το άρθρο 45 παρ. 1 του ν. 4607/2019 οριζόμενο επιτόκιο από της 1ης Μαΐου 2019 μέχρι εξοφλήσεως (ΑΠ 272/2023, 647/2022, 384/2022) και να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα του πρώτου και του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας και της προκείμενης αναιρετικής δίκης, λόγω της ιδιαιτέρως δυσχερούς ερμηνείας των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν (άρθρο 179 παρ. 1 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη τη συζήτηση της από 19.04.2022 και με αριθμό κατάθεσης 3266/336/2022 αίτησης αναίρεσης και των από 02.03.2023 και με αριθμό κατάθεσης 54/2023 πρόσθετων λόγων αυτής, ως προς τους 2η, 3ο και 26ο των αναιρεσιβλήτων, ήτοι τους Μ. Β., Π. Μ. και Ι. Β. αντιστοίχως.

ΑΝΑΙΡΕΙ την 2695/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος αναφορικά με το ήδη αναιρεσείον και τους προσηκόντως παριστάμενους αναιρεσίβλητους [1η, 4ο, 5ο, 6ο, 7η, 8ο (ήδη κληρονόμο του), 9ο, 10η, 11ο, 12η, 13ο, 14η, 15ο, 16ο, 17η, 18η, 19η, 20ο, 21ο, 22η, 23η, 24η και 25ο].

ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ την υπόθεση κατά τούτο.

ΟΡΙΖΕΙ το επιτόκιο των επιδικασθέντων ως οφειλόμενων ποσών για καθένα των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων σε ποσοστό 6% από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι της 30ης Απριλίου 2019 και κατά το άρθρο 45 παρ. 1 του ν. 4607/2019 οριζόμενο επιτόκιο από της 1ης Μαΐου 2019 μέχρι εξοφλήσεως.

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ εν όλω τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων του πρώτου και του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας και της προκείμενης αναιρετικής δίκης.

ΚΡΙΘΗΚΕ αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Οκτωβρίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ