Appeal dismissed for vague grounds; court found appellate court considered all evidence including foreign documents.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by four individuals against a lower court ruling regarding a business transfer dispute. The appellants argued the appellate court ignored specific foreign documents and witness testimonies, but the court found the appeal's legal grounds were vague and failed to specify the exact legal error. The court determined that the lower court had explicitly acknowledged considering all submitted evidence, including the contested foreign documents, thereby rendering the appeal inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 118(4), 119, 566(1), 577(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal must cite specific legal errors to be admissible, and if the lower court explicitly states it considered all evidence, the appeal fails unless the record creates doubt about that assessment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1557 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1557/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 16 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1) Ε. Γ. του Σ., κατοίκου Καλλιθέας Αττικής, 2) Π. Σ. του Χ., 3) Δ. Μ. του Σ., κατοίκου Νέας Σμύρνης Αττικής και 4) Σ. Ψ. του Ι., κατοίκου Πειραιά, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου Πίτσου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων:1)ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία Ανώνυμος Εμπορική Εταιρεία ... με το δ.τ. ... όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον Πειραιά και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Άγγελου Κορομπέλη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και 2) εταιρίας με την επωνυμία ... όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που ήδρευε στον Πειραιά και λύθηκε δια πτωχεύσεως και μη, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Επαμεινώνδα Ρέκκα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-12-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν η 922/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 265/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-7-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δουρουκλάκης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσείοντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στο έγγραφο [δικόγραφο] της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο ορισμένο, σαφή και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρα 118 παρ.4, 119, 566 παρ.1, 577 παρ.3 ΚΠολΔ) ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος και να διαπιστωθεί, αν και ποιό λόγο, από όσους αναφέρονται, περιοριστικώς, στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η αιτίαση, που προβάλλεται.
Διαφορετικά, ο λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και απορρίπτεται, ως απαράδεκτος, ενώ, η αοριστία του δεν δύναται να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ.ΑΠ 27/1998, ΑΠ 1185/2010, 804/2005). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.
ΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 971/2019, 130/2016, 1420/2013).
Για το ορισμένο του ανωτέρω λόγου απαιτείται να αναφέρεται η διάταξη του νόμου, που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, σε τι συνίσταται η παραβίαση της και ποια η έννομη συνέπεια, η οποία καταγνώσθηκε με βάση την τυχόν παραβίαση. (ΑΠ 1662/2009, 778/2009). Στην περίπτωση της κατ` ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 20/2005).
Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλομένη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (Ολ ΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017, 901/2010, 2173/2007).
Συνακόλουθα, η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 παρ. 1 του KΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ` ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.
Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (Ολ ΑΠ 27/1998, ΑΠ 259/2019, 319/2017), ούτε και με τις κατατεθείσες πριν τη συζήτηση προτάσεις του αναιρεσείοντος. (ΑΠ 1170/2021, 99/2020, 22/2020). Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή καλύπτονται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βούλησης των μερών.
Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στην σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης. Μέσα από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων (ΑΠ 1324/2018).
Οι ανωτέρω διατάξεις αποσκοπούν στην ερμηνεία της δήλωσης βούλησης και κάθε μια από αυτές συμπληρώνει την άλλη. Η πρώτη εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση του δηλούντος, η δε δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνο θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη.
Καλή πίστη είναι η συμπεριφορά που επιβάλλεται στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου και νοείται αντικειμενικά, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένες στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας. Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης, το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη και σταθμίζει, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, πλην άλλων, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος (ΑΠ 737/2000, 337/2000), το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνήθειες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων, τη φύση της σύμβασης, τις διαπραγματεύσεις που είχαν προηγηθεί, καθώς και την προηγούμενη συμπεριφορά των μερών (ΑΠ 1360/2017, 220/2016, 934/2014).
Έτσι, κάθε δήλωση βούλησης θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί στη συγκεκριμένη περίπτωση η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή και να εκληφθεί η δήλωση βούλησης και από τον τρίτο (ΑΠ 766/2019, 543/2017, 374/2013). Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στη δήλωση βούλησης, μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητά, είτε να προκύπτει από αυτήν έμμεσα, όταν, παρά τη μη ρητή αναφορά της, ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει, ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης, η οποία (ερμηνεία) αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 1531/2017, 25/2016, 441/2015).
Έμμεση διαπίστωση υπάρχει και όταν το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης, στο συσχετισμό των όρων της, καταφεύγοντας για το σχηματισμό της κρίσης του για τη μορφή και το περιεχόμενό της, σε έγγραφα και λοιπά στοιχεία εκτός αυτής ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 252/2016, 44172015). Το δικαστήριο, όταν ερμηνεύει, κατά τα άνω, την δήλωση βούλησης, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και να εξειδικεύσει τις αρχές αυτές, δεν δεσμεύεται από τους ισχυρισμούς των διαδίκων (ΑΠ 934/2014, 211/2011) και δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεστεί μόνο στο περιεχόμενο της σύμβασης, αλλά μπορεί να αρυσθεί και στοιχεία εκτός της σύμβασης που θα προταθούν από τους διαδίκους (ΑΠ 315/2016, 934/2014, 737/2001).
Η κρίση του δικαστηρίου για την ύπαρξη ή μη κενού ή αμφιβολίας στη δήλωση βούλησης ή ασάφειας στη διατύπωσή της, έστω και έμμεσα εκφερόμενη, ανάγεται στην ουσία και δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 738/2018, 1597/2017), εκτός αν, από όσα το δικαστήριο της ουσίας δέχεται, δεν διευκρινίζεται η θέση του στο ζήτημα, αν υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια στη δήλωση βούλησης, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό, εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι παραπάνω ερμηνευτικές διατάξεις.
Οι ανωτέρω ερμηνευτικοί κανόνες, παραβιάζονται, και ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο, παρά την διαπίστωση και την παραδοχή, έστω και έμμεσα, της ύπαρξης κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βούλησης, παραλείπει να προσφύγει σ` αυτούς για την συμπλήρωση ή ερμηνεία της δήλωσης βούλησης των συμβαλλομένων, ώστε να αναζητήσει την αληθινή βούληση αυτών (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 315/2016, 934/2014, 604/2011), είτε όταν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και την ερμηνεία ή την συμπλήρωση της σύμβασης, καίτοι δέχεται, επίσης ανέλεγκτα, ότι η σύμβαση είναι πλήρης ή σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 1000/2017), είτε όταν παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή τους ή όταν προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών του διαπιστώσεων στους εν λόγω κανόνες και ιδίως στα αξιολογικά κριτήρια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, με την έννοια ότι το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με τα κριτήρια αυτά (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 1003/2019, 1324/2018, 1000/2017), ως κριτήρια συμπεριφοράς που επιβάλλεται κατά τις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου (ΑΠ 1360/2017, 495/2013).
Όταν όμως η ελεγχόμενη δήλωση βούλησης είναι πλήρης και σαφής και δεν καταλείπει αμφιβολία για το περιεχόμενο της, τότε δεν υφίσταται περίπτωση προσφυγής στους προαναφερόμενους κανόνες (ΑΠ 45/2019, 366/2018, 1420/2013). Μόνη η παράλειψη της μνείας των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ δεν συνιστά παραβίαση τους, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη κατά την ερμηνεία της σύμβασης τα ερμηνευτικά κριτήρια που προβλέπονται με αυτή (ΑΠ 1531/2017, 205/2015, 349/2014).
Πρέπει δε, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, να επικαλείται ο αναιρεσείων ότι το δικαστήριο διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στη δικαιοπρακτική δήλωση των συμβαλλομένων (ΑΠ 45/2019), να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δήλωσης που δεν ερμηνεύθηκε ή εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ` αυτή με σωστή ερμηνεία η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων (ΑΠ 396/2018, 738/2018, 939/2015), ώστε να διακριβώνεται σε ποιας μορφής παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1193/2018).
Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας, εσφαλμένως, τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρα 561 παρ.2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπ` όψη του πράγματα, τα οποία δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης είτε δεν έλαβε υπ` όψη του πράγματα, τα οποία προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης Νοούνται δε, ως `πράγματα`, οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, εάν τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση ήτοι, οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που συγκροτούν την ιστορική βάση και θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και, κατά νόμο, διαμόρφωσαν ή, ανάλογα, ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Αποτελούν `πράγματα` και η άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών και οι λόγοι εφέσεως, οι οποίοι αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και διατυπώνουν παράπονο κατά της κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας. Δεν αποτελούν `πράγματα` η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, της ανταγωγής ή της ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται, ως λόγοι εφέσεως, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, περιστατικά επουσιώδη, που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά, που προκύπτουν από τις αποδείξεις, τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενό τους και τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 517/2019, 1557/2018, 1003/2017, 261/2016, 359/2015, 87/2013, 1795/2008, 1573/2006).
Για το ορισμένο [παραδεκτό] του λόγου από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ πρέπει να γίνεται προσδιορισμός των `πραγμάτων` και, εάν η αιτίαση αφορά τη μη λήψη υπ` όψη `πραγμάτων`, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, πρέπει, εκτός από τον προσδιορισμό των πραγμάτων, που δεν λήφθηκαν υπ` όψη, να γίνεται επίκληση ότι τα πράγματα αυτά προτάθηκαν νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 959/2022).
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού, πρέπει το μέσο αυτό να είναι χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση (δια τεκμηρίων) απόδειξη γεγονότων που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή (που επιδρά στο διατακτικό), παραδεκτό και νόμω βάσιμο ή ισχυρισμό περί αρχής εγγράφου αποδείξεως.
Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο αντιστοίχως για την κάθε περίπτωση, 1) άρθρο 559 αρ. 11 περ. α` ΚΠολΔ, α) ποιά είναι τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, τα οποία ο νόμος δεν επιτρέπει, β) ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έχει ληφθεί υπόψη το αποδεικτικό μέσο, που δεν το επιτρέπει ο νόμος και γ) ο λόγος για τον οποίο ήταν ανεπίτρεπτα από το νόμο τα αποδεικτικά μέσα.(ΑΠ 720/2019, 809/2017, 702/2008), 2) άρθρο 559 αρ 11 β ΚΠολΔ, το αποδεικτικό μέσο που λήφθηκε υπόψη και ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί, αλλά και να εκτίθεται ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας από τον αναιρεσείοντα ή να αναφέρεται ο λόγος για τον οποίο ενδεχομένως δεν μπορούσε να προταθεί (ΑΠ 34/2021, 1279/2019, 165/2016, 967/2012, 1058/2011, 839/2010), 3) άρθρο 559 αρ. 11 γ ΚΠολΔ, τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα που ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και να προσδιορίζεται το αποδεικτικό περιεχόμενο καθενός από αυτά, ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έγινε η επίκληση και η προσκομιδή των αποδεικτικών μέσων και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβασή της δίκης (Ολ.
ΑΠ 2/2008, 8/2016, ΑΠ 1322/2020, 92/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1α, 8 και 11 του άρθρου 559 KΠολΔ, οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο ότι με βάση τις παραδοχές της η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση θα έπρεπε να είχε καταλήξει στο δικανικό πόρισμα ότι πληρούνται οι ελάχιστες προυποθέσεις εφαρμογής των άρθρων 2, 3, 4 και 5 του Π.Δ 178/2002 για να θεμελιωθεί η έννοια της μεταβίβασης της επιχείρησης της δεύτερης αναιρεσίβλητης προς την πρώτη αναιρεσίβλητη και να ισχύουν οι προστατευτικές του διατάξεις για τους αναιρεσείοντες και όχι να κρίνει, εσφαλμένα, ότι δεν έλαβε χώρα μεταβίβαση της επιχείρησης από τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων στην πρώτη, παραλείποντας, επί πλέον, να προσφύγει στις διατάξεις των άρθρων 173, 200 ΑΚ, προκειμένου να αναζητήσει ορθώς την αληθή βούληση των συμβληθέντων, παραβιάζοντας ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τους προαναφερθέντες ουσιαστικού δικαίου κανόνες, με αποτέλεσμα να απορρίψει την αγωγή τους ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη.
Προς θεμελίωση δε του υπόψη λόγου, οι αναιρεσείοντες, αφού ισχυρίζονται, στο αναιρετήριο, ότι, παρόλο που με την αγωγή τους και στην κατ' έφεση δίκη με τις προτάσεις τους, ανέδειξαν την αληθή έννοια των ως άνω διατάξεων και το Εφετείο αγνόησε και παραποίησε απολύτως το αληθές νόημα και την πραγματική λειτουργία αυτών, παραθέτουν, από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως, αποσπασματικά και επιλεκτικά τις αναφερόμενες στο 18ο φύλλο αυτής παραδοχές: " Άλλωστε, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη στην παράγραφο V της παρούσας, σύμφωνα με την εθνική και κοινοτική νομολογία, για να θεωρηθεί ότι υπάρχει "μεταβίβαση επιχείρησης" κατά την έννοια της Οδηγίας 98/50 (που κωδικοποιήθηκε με την Οδηγία 2001/23) και του Π.Δ. 178/2002, θα πρέπει να γίνει από ένα φορέα μεταβίβαση οικονομικών παραγόντων οργανωμένων από τον φορέα τους σε ενότητα για την επιδίωξη, κατά τρόπο διαρκή και σταθερό, συγκεκριμένου οικονομικού σκοπού από το νέο φορέα τους (κάτι που δεν αποδείχθηκε ότι έγινε στην κρινόμενη περίπτωση), δηλαδή θα πρέπει να γίνει μεταβίβαση ενός οργανισμού που "επιζεί" της αλλαγής του φορέα του, και όχι απλώς να γίνει μεταβίβαση ενός αθροίσματος ή μεμονωμένων οικονομικών αγαθών, χωρίς τον μεταξύ τους αναγκαίο για την επίτευξη συγκεκριμένου σκοπού λειτουργικό σύνδεσμο και οργάνωση (σημειωτέον ότι, στην προκειμένη περίπτωση, δεν αποδείχθηκε καν ότι έγινε ακόμη και απλή μεταβίβαση μεμονωμένων οικονομικών αγαθών στην πρώτη εναγομένη).
Σε αντίθετη δε κρίση δεν μπορεί να οδηγηθεί το παρόν Δικαστήριο α) από το από 16.7.2010 πρακτικό γενικής συνέλευσης της πρώτης εναγόμενης εταιρίας, όπου, μεταξύ των διαχειριστών και εταίρων αυτής, έγινε συζήτηση για το ζήτημα της προσωρινής παραχώρησης του πελατολογίου της στην πρώτη εναγόμενη εταιρία ...
στον τομέα των τροφοεφοδίων, αντί προμήθειας που θα της καταβάλλεται, με έκδοση σχετικού τιμολογίου, μετά την εξόφληση από κάθε πελάτη των εφοδίων που θα παραδίδονται από την .... και β) από τα προσκομιζόμενα (στην αγγλική γλώσσα) ηλεκτρονικά έγγραφα (e-mail) του διαχειριστή της δεύτερης εναγομένης, Ν. Κ., προς διάφορους πελάτες, με τις οποίες ζητούσε απ' αυτούς την πληρωμή των παραγγελθέντων τροφοεφοδίων στην εταιρία .... (πρώτη εναγομένη) και την πληρωμή των λοιπών εφοδίων (για κατάστρωμα, μηχανή και καμπίνα) στην εταιρία ... (μη διάδικο).
Και τούτο, γιατί, όπως προαναφέρθηκε, για να υπάρχει "μεταβίβαση επιχείρησης" κατά την έννοια του Π.Δ. 178/2002, δεν αρκούν οι προθέσεις, επιθυμίες ή δηλώσεις του ενός εκ των δύο φορέων, αλλά απαιτείται να λάβει χώρα το πραγματικό περιστατικό της μεταβίβασης από τον ένα φορέα οικονομικών παραγόντων οργανωμένων απ' αυτόν σε ενότητα για την επιδίωξη, κατά τρόπο διαρκή και σταθερό, συγκεκριμένου οικονομικού σκοπού από το νέο φορέα τους, πλην όμως, στην προκειμένη περίπτωση, δεν αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα τέτοια μεταβίβαση επιχείρησης, υπό την προεκτεθείσα έννοια, από την δεύτερη των εναγομένων στην πρώτη αυτών.
Συνακόλουθα, από όλα τα προαναφερθέντα αποδείχθηκε ότι εργοδότρια των εναγόντων και μετά τον Οκτώβριο του έτους 2011 ήταν η δεύτερη εναγόμενη εταιρία ... και όχι η πρώτη εναγόμενη εταιρία ... η οποία, όπως προαναφέρθηκε, ουδέποτε κατέστη καθολική διάδοχος της δεύτερης εναγόμενης εταιρίας δια απορροφήσεως, ούτε, συνακόλουθα, υπεισήλθε εκ του λόγου αυτού, ήτοι ως καθολική διάδοχος της δεύτερης εναγόμενης εταιρίας στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της εταιρίας αυτής έναντι της εναγόντων, οι δε περί του αντιθέτου ισχυρισμοί των τελευταίων, που περιέχονται στο δικόγραφο της αγωγής τους, είναι ουσιαστικά αβάσιμοι, κατά τα προαναφερθέντα.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, κατέληξε στο αντίθετο συμπέρασμα και, αφού έκρινε ότι έγινε μεταβίβαση της επιχείρησης της δεύτερης των εναγομένων στην πρώτη αυτών, δέχθηκε, ως ουσιαστικά βάσιμη, την ως άνω αγωγή και ως προς την πρώτη εναγόμενη εταιρία, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, γενομένων δεκτών ως ουσιαστικά βάσιμων των λόγων έφεσης (που στην πραγματικότητα αποτελούν ένα ενιαίο λόγο έφεσης περί του ότι δεν έγινε μεταβίβαση σ' αυτήν της επιχείρησης της δεύτερης εναγομένης) της πρώτης εναγομένης εταιρείας ...
και στη συνέχεια την αναφερόμενη στη δεύτερη σελίδα του 10ου φύλλου της προσβαλλομένης περικοπή: ".......Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά το έτος 2010, όταν η δεύτερη εναγόμενη εταιρία περιήλθε σε κατάσταση δυσκολίας αποπληρωμής των οικονομικών υποχρεώσεών της, κατάρτισε, με σκοπό την διατήρηση του πελατολογίου της και την εξυπηρέτηση των πελατών της, δύο συμβάσεις έργου παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών με δύο άλλες εταιρίες, που δραστηριοποιούνταν και αυτές στον χώρο της τροφοδοσίας πλοίων, ήτοι τις εταιρίες ...
και "... ΕΠΕ". Συγκεκριμένα με την πρώτη αυτών συνήψε το από 1.7.2010 "ιδιωτικό συμφωνητικό σύμβασης έργου παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών" με διάρκεια ισχύος για πέντε έτη (ήτοι μέχρι 30.6.2015), με το οποίο συμφωνήθηκε μεταξύ τους ότι αυτή (δεύτερη εναγομένη) αναλαμβάνει να "κλείνει" συμφωνίες για τον εφοδιασμό των πλοίων με τρόφιμα με διάφορες ναυτιλιακές εταιρίες για λογαριασμό της εταιρίας ...
και ότι η τελευταία θα της καταβάλει, ως αμοιβή υπηρεσιών (προμήθεια), ποσοστό που θα κυμαίνεται από 5-15% επί του ποσού των τιμολογίων,......". Ο λόγος, όμως, αυτός, υπό το εκτεθέν περιεχόμενο, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος. Τούτο δε διότι, α) όσον αφορά την προβαλλόμενη από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, πλην των παραπάνω επικλεκτικώς αναφερομένων αποσπασμάτων της αναιρεσιβαλλομένης, που δεν είναι άλλο παρά το αποδεικτικό πόρισμα αυτής και τα επιχειρήματα που άντλησε το Εφετείο από τις αποδείξεις για τη θεμελίωση της σαφούς και αιτιολογημένης κρίσης του, ότι δεν έγινε μεταβίβαση της επιχειρήσεως από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη στην πρώτη αναιρεσίβλητη αλλά ούτε καν απλή μεταβίβαση μεμονωμένων οικονομικών αγαθών στην πρώτη, δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο, με πληρότητα και σαφήνεια και τα λοιπά πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία το Εφετείο οδηγήθηκε σ` αυτό το πόρισμα, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της βασιμότητας αυτού του λόγου και, συγκεκριμένα, να μπορεί να ελεγχθεί αν τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το Εφετείο ότι αποδείχθηκαν, ορθώς ή εσφαλμένα υπήχθησαν, από αυτό (Εφετείο), στις προαναφερθείσες διατάξεις του Π.Δ 178/2002 τις οποίες εφάρμοσε στην προκειμένη περίπτωση.
Παρεκτός του ότι, με τα όσα, κατά τα λοιπά, αναφέρονται, στο αναιρετήριο, για τη θεμελίωση του υπόψη αναιρετικού λόγου, πλήττεται, ανεπίτρεπτα, η ουσιαστική κρίση του Εφετείου, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, β) όσον αφορά την από τον αριθμό 1 α του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ως προς την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 173, 200 ΑΚ, δεν επικαλούνται, ως όφειλαν, οι αναιρεσείοντες ότι το δικαστήριο διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στη δικαιοπρακτική δήλωση των συμβαλλομένων, κατά την κατάρτιση του από 1-7-2010 ιδιωτικού συμφωνητικού, δεν αναφέρεται επίσης στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δήλωσης, που δεν ερμηνεύθηκε ή εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ` αυτή με σωστή ερμηνεία η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων, ώστε να διακριβώνεται σε ποιας μορφής παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας, γ) όσον αφορά τις εκ τους αριθμούς 8 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβαλλόμενες πλημμέλειες, 1) για μεν την πρώτη, για την πληρότητά του δεν γίνεται προσδιορισμός των `πραγμάτων`, που δεν προτάθηκαν και, εάν η αιτίαση αφορά τη μη λήψη υπ` όψη `πραγμάτων`, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, εκτός από την έλλειψη προσδιορισμού των πραγμάτων, που δεν λήφθηκαν υπ` όψη, δεν γίνεται επίκληση ότι τα πράγματα αυτά προτάθηκαν νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, 2) για δε τη δεύτερη, για την πληρότητά του δεν αναφέρονται αντιστοίχως 2α) , α) ποιά είναι τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, τα οποία ο νόμος δεν επιτρέπει, β) ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έχει ληφθεί υπόψη το αποδεικτικό μέσο, που δεν το επιτρέπει ο νόμος και γ) ο λόγος για τον οποίο ήταν ανεπίτρεπτα από το νόμο τα αποδεικτικά μέσα, 2β) τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη και ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθούν, ούτε εκτίθεται ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας από τους αναιρεσείοντες, ούτε αναφέρεται ο λόγος για τον οποίο ενδεχομένως δεν μπορούσε να προταθεί, 2γ) τα αποδεικτικά μέσα που οι αναιρεσείοντες επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν στο δικαστήριο της ουσίας κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε προσδιορίζεται το αποδεικτικό περιεχόμενο καθενός από αυτά, ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έγινε η επίκληση και η προσκομιδή των αποδεικτικών μέσων και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ` KΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 KΠολΔ (Ολ.
ΑΠ 2/2008). Πρέπει, όμως, για την ίδρυση του προκειμένου λόγου, το αποδεικτικό μέσο να ήταν χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση δια τεκμηρίων απόδειξη (ΑΠ 1134/1993) γεγονότων που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή που επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 173/15). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ` ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφαση του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός εάν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 1349/2017, 1204/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 γ` Κ.Πολ.Δ. αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, παρά τη γενική αναφορά στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα, δεν προκύπτει αδιστάκτως ότι έλαβε υπόψη α) την επιστολή (μήνυμα) στην αγγλική γλώσσα του διαχειριστή εταίρου της ...
κ. Ν. Κ. προς πελάτη της εταιρείας ... β) το από 16-7-2010 Πρακτικό Γενικής Συνελεύσεως της δεύτερης αναιρεσίβλητης εταιρείας, τα οποία οι αναιρεσείοντες προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν προς απόδειξη του αγωγικού τους ισχυρισμού ότι επήλθε μεταβίβαση της επιχείρησης από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη προς την πρώτη και γ) την ένορκη κατάθεση στην πρωτόδικη δίκη του μάρτυρα της δεύτερης αναιρεσίβλητης-εναγομένης Μ.
Μ., με την οποία κλονίζεται ο θεμελιώδης ισχυρισμός των αναιρεσβλήτων ότι δεν επήλθε μεταβίβαση μεταξύ των δύο εταιρειών. Ωστόσο, από τη βεβαίωση του Δικαστηρίου στην προσβαλλομένη απόφασή του ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων και την χωρίς όρκο εξέταση της δεύτερης ενάγουσας, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με ονομαστική μάλιστα αναφορά των στοιχείων του ως άνω μάρτυρος, καθώς και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν, μεταξύ των οποίων και τα ξενόγλωσσα έγγραφα και ιδιαίτερα από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, στη δεύτερη σελίδα του 7ου φύλλου και την πρώτη σελίδα του 18ου φύλλου, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δικαστήριο της ουσίας κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα ως άνω έγγραφα και ένορκη κατάθεση.
Κατόπιν αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αναίρεση στο σύνολό της. Τέλος πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 180 παρ. 1 και 183 του KΠολΔ), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-7-2017 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθμό. 265/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες να πληρώσουν στις αναιρεσιβλήτους για τα δικαστικά τους έξοδα το ποσό των χιλίων οκτακόσιων (1.800,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και τούτου αποχωρήσαντος από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος Δήμητρα Ζώη
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 23 Οκτωβρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ