Legislator Case Law & Legislation
1557/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against land expropriation compensation valuation as factually and legally unfounded.

Case Number 1557/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the Municipality of Ilia against the Third Instance Court's determination of land expropriation compensation. The municipality argued the valuation was arbitrary, but the court found the lower court correctly assessed the land's agricultural nature and lack of infrastructure. Consequently, the court rejected the appeal as inadmissible and unfounded, ordering the municipality to pay the appellant's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 13 para. 1 of Law 2882/2001; Art. 577 para. 1 and 3 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court must reject an appeal against a land expropriation compensation valuation if the lower court's assessment of the property's characteristics and market value is factually sound and legally justified, thereby upholding the finality of the judicial decision on the matter.

Keywords

AI generated
land expropriation compensation valuation of agricultural land appeal inadmissibility unfounded appeal legal costs award property valuation standards finality of judicial decisions

Cited Legislation

AI generated
Art. 13 para. 1 of Law 2882/2001
Art. 577 para. 1 and 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 13 para. 4 of Law 2882/2001
Art. 276 of Law 3463/2006
Art. 22 para. 1 and 3 of Law 3693/1957
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1557 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1557/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Απριλίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΗΛΙΔΑΣ", που εδρεύει στην Αμαλιάδα Ηλείας και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Πολύδωρο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Α. χας Σ. Ν., το γένος Γ. Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Γκινοσάτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-8-2015 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Τριμελές Εφετείο Πατρών.

Εκδόθηκε η 230/2018 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 8-5-2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Βάρκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την ένδικη από 8-5-2019 ( αρ. κατ. 18/10-5-2019) αίτηση αναιρέσεως ο αιτών προσβάλλει την υπ' αριθμό 230/2018 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ). Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως (εντός έτους από τη δημοσίευση (18-12-2018) της ως άνω, μη επιδοθείσης, εφετειακής αποφάσεως, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 εδ.

β'Ν.2882/2001) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚπολΔ). Κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του Ν 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), όπως αυτό προστέθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρ. 9 του Ν. 3193/2003,σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1,17 παρ.1 και 2 του ισχύοντος Συντάγματος , άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και άρθρο 16 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου της EE, για την προστασία της ιδιοκτησίας, σχετικά με τον καθορισμό της τιμής μονάδος απαλλοτριωθέντων ακινήτων, ορίζονται τα εξής: "1.

Η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης και να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά το χρόνο της συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ή, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό, κατά το χρόνο της συζήτησης για τον προσδιορισμό αυτόν....Ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και n πρόσοδος του απαλλοτριωμένου".

Περαιτέρω στο εδάφιο γ' της παραπάνω διάταξης παρατίθενται ενδεικτικά τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη για την εκτίμηση της αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων και άρα το Εφετείο μπορεί να λάβει υπόψη οποιοδήποτε άλλο κριτήριο, μεταξύ των οποίων και τις υπάρχουσες στον ανωτέρω χρόνο οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς να είναι υποχρεωμένο το Δικαστήριο να τις αναλύει διεξοδικά, όταν αυτές είναι πασίγνωστες και οι οποίες λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως χωρίς απόδειξη -άρθρο 336 παρ. 1 ΚΠολΔ- (ΑΠ 539/2015).

Ειδικότερα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το δικαστήριο για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριουμένου κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται η ανωτέρω ουσιαστική διάταξη νόμου, στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή θα λάβει υπόψη του άλλα τέτοια.

Το δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την κρίση του για την πραγματική αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου, ενόψει της χρησιμοποίησης στην ανωτέρω διάταξη της λέξης "ιδίως" σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει προσηκόντως (ΑΠ 872/2020). Η δε σχετική για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου κρίση του ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1016/2015, ΑΠ 558/2014, ΑΠ 2126/2014).

Περαιτέρω το άρθρο 13 του Ν 2882/2001 ορίζει στην παρ. 4, ότι σε περίπτωση απαλλοτρίωσης τμήματος ακινήτου, εξαιτίας της οποίας το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, με την ίδια απόφαση που καθορίζει την αποζημίωση προσδιορίζεται και παρέχεται για την υποτίμηση αυτή ιδιαίτερη αποζημίωση.

Το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της από 4-1-1950 Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ν.δ. 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος, έναντι των κοινών νόμων, ορίζει ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του και κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, παρά μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους όρους που προβλέπονται από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου.

Με τη διάταξη αυτή προστατεύονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα του προσώπου, όπως και το δικαίωμα αποζημιώσεως για την προσγενόμενη ζημία στην περιουσία του. Έλλειψη δε σεβασμού της περιουσίας στην περίπτωση αυτή υπάρχει, όταν η συνεπεία του λόγου της αποζημίωσης μείωση της περιουσιακής δυναμικότητας του προσώπου δεν αποκαθίσταται πλήρως.

Συνεπώς, στην περίπτωση που, λόγω απαλλοτριώσεως μέρους του ακινήτου, το απομένον τμήμα αυτού, που εξακολουθεί να αποτελεί στοιχείο της περιουσίας του ιδιοκτήτη, υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, το αναγνωριζόμενο από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν 2882/ 2001 δικαίωμα αποζημιώσεως ικανοποιείται πλήρως και εντεύθεν διασφαλίζεται ο σεβασμός της περιουσίας του ιδιοκτήτη, όταν η αποζημίωση καλύπτει όχι μόνο την εκ της απομειώσεως της εκτάσεως του όλου ακινήτου ζημία, αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου, για το οποίο κηρύχτηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου.

Διότι, άλλως, κατά την τελευταία αυτή ζημία το παραμένον στον ιδιοκτήτη μέρος του ακινήτου του και, επομένως, η περιουσία του, θα παρέμενε χωρίς αποκατάσταση (Ολ.ΑΠ 31/2005, ΑΠ 423/2016 , ΑΠ 274/2016). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Επίσης, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 301/2018, ΑΠ174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ845/2012).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήπεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΓ| 1134/2018, ΑΠ 53/2018).

Με τους δύο λόγους της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ για την εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικών κανόνων διατάξεων των άρθρων 13 παρ.1 και 4 του Ν.2882/2001 ,των άρθρων 4 παρ. 1, 17 παρ.1 του Συντάγματος και της Κοινοτικής Νομοθεσίας, δηλαδή του άρθρου 16 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του ανθρώπου της EE και του άρθρου Πρώτου του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ,(οι οποίοι ναι μεν αναφέρονται ρητά, προκύπτουν όμως από το περιεχόμενο της αιτήσεως αναιρέσεως), με την αιτίαση ότι το Εφετείο διέλαβε ελλιπή, άλλως ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία κατά τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης ανά τετραγωνικό μέτρο για το έδαφος και ιδιαίτερης αποζημίωσης του εναπομένοντος εκτός της απαλλοτρίωσης εδαφικού τμήματος, στερώντας την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Σημειωτέον ότι κατά το μέρος όμως που αποδίδεται η ως άνω πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚπολΔ, για παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 305 αριθμ. 5 και 340 παρ. 2ΚΠολΔ, ο λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι ανωτέρω διατάξεις είναι καθαρά δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 132/1988). Ειδικότερα, κατά τις επιμέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος η προσβαλλόμενη απόφαση, έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες :

α) διότι κατά τον προσδιορισμό της οριστικής τιμής μονάδος της απαλλοτριούμενης ιδιοκτησίας, στηρίχθηκε αφενός μόνο στη διαπίστωση ότι στην περιοχή όπου βρίσκεται το απαλλοτριούμενο, η τιμή ζώνης ανέρχεται στο ποσό των 127 ευρώ ανά τ.μ., ενώ η τιμή αυτή δεν αποτελεί την τιμή ζώνης κατά τον κρίσιμο χρόνο, αλλά την συνολική τιμή εκκίνησης οικοπέδου και αφετέρου δεν λαμβάνει υπόψη της κριτήρια που αξιώνει ο νόμος, ήτοι την αντικειμενική αξία παρακειμένων και ομοειδών ακινήτων, όπως αυτή προσδιορίζεται σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας αυτών, είτε την πρόσοδο του απαλλοτριωμένου ακινήτου, ενώ επίσης δεν λαμβάνει υπόψη της την έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής του άρθρου 15 ΚΑΑ για τον προσδιορισμό της οριστικής τιμής, ώστε να δικαιολογήσει την τυχόν απόκλισή της από αυτήν και β) διότι στον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για το εναπομένον εκτός απαλλοτρίωσης εδαφικό τμήμα των 1.587,87 τ.μ., το οποίο δέχεται ότι είναι κατάλληλο για την κύρια κατά προορισμό χρήση του, ήτοι αυτή της διενέργειας αγροτικών καλλιεργειών, προσδιορίζει την ιδιαίτερη αποζημίωση σε ποσοστό 80% για την απώλεια της δευτερεύουσας χρήσης του, ήτοι της απώλειας δυνατότητας για ανοικοδόμηση, πλην όμως, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, η ανοικοδόμηση λόγω της θέσης του (εκτός σχεδίου αγροτική περιοχή) είναι περιορισμένη για την εξυπηρέτηση κυρίως βοηθητικών χρήσεων, η αδυναμία εξυπηρέτησης των οποίων δεν επηρεάζει ουσιωδώς την εκμεταλλευσιμότητά του και συνακόλουθα την αγοραία αξία του.

Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την πληττόμενη 230/2018 απόφασή του, δικάζοντας επί της από 11-8-2015 αίτησης της ήδη αναιρεσίβλητης περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης και ιδιαίτερης αποζημίωσης για το εναπομείναν εκτός απαλλοτρίωσης εδαφικό τμήμα της ιδιοκτησίας της, δέχθηκε, ανέλεγκτα, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην παρούσα δίκη, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Δυνάμει της με αριθμό 1/1997 πράξης εφαρμογής επέκτασης του ρυμοτομικού σχεδίου επέκτασης της πόλης της Αμαλιάδας του Δήμου Ήλιδας Ν.

Ηλείας, που κυρώθηκε με τη υπ'αριθμ. .../9567/12-2-2014 απόφαση του Αντιπεριφερειάρχη Περιβάλλοντος και Υποδομών Δυτικής Ελλάδας, απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά λόγω ρυμοτομίας (εφαρμογή πολεοδομικού σχεδίου), εδαφική έκταση με τα επικείμενα της, όπως αποτυπώνεται στο από Αυγούστου 2013 κτηματολογικό διάγραμμα με τον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα και πίνακα επικειμένων, που έχουν συνταχθεί, ελεγχθεί και θεωρηθεί αρμοδίως, που μεταγράφηκε στο Υποθηκοφυλακείο Αμαλιάδας στο Τόμο ...

με α.α….. Εντός της απαλλοτριωθείσας αυτής εκτάσεως περιλαμβάνεται και η ιδιοκτησία με αριθμό κτηματογράφησης .... Η εν λόγω ιδιοκτησία αποτελεί τμήμα μείζονος ιδιοκτησίας, που ανήκει στην αιτούσα, δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου υπ' αρ. .../19.1.1968 προικοσυμβολαίου του συμβ/φου Αμαλιάδας Νικ. Χαλβατζιώτη, μετά την κατάργηση των διατάξεων περί προίκας (Ν. 1329/1983).

Πρόκειται για ένα ελαιοστάσιο εκτάσεως 10 περίπου στρεμμάτων, που βρίσκεται στο βορειοανατολικό άκρο της πόλης της … και περικλείεται ανατολικά από ελαιοστάσιο Β. Σ., δυτικά από δημοτική τάφρο και νότια από δρόμο. Εντασσόμενη στο σχέδιο πόλης ρυμοτομήθηκε κατά 8.935,10 τ.μ. για δημιουργία κοινόχρηστου και κοινωφελούς χώρου, ενώ το υπόλοιπο τμήμα εκτάσεως 1.587,87 τ.μ.

απέμεινε εκτός του πολεοδομικού σχεδίου και δεν απαλλοτριώθηκε. Από την ως άνω απαλλοτριωθείσα έκταση, η εισφορά γης που βαρύνει την ιδιοκτησία της αιτούσας ανέρχεται σε 3.822,50 τ.μ. και απομένει επιφάνεια 4.572,50 τ.μ. προς αποζημίωση. Σε μερική απόδοση της οφειλόμενης αποζημίωσης παραχωρήθηκε στην αιτούσα κατά ιδιοκτησία το υπ' αρ. ...

οικόπεδο του ..., εκτάσεως 458,10 τ.μ. και μετά ταύτα δικαιούται να αποζημιωθεί για εδαφική έκταση 2.928,30 τ.μ. που απαλλοτριώνεται για τη δημιουργία κοινόχρηστου χώρου - πάρκου και για εδαφική έκταση 1.186,10 τ.μ. λόγω προσκύρωσης στο χώρο του Αθλητικού Πολιτιστικού Κέντρου. Το εν λόγω ακίνητο είναι κυρίως αγροτικό ακίνητο και εντός αυτού βρίσκονται 68 μεγάλες ελιές, 2 μικρές ελιές, 3 μεγάλες δρύες και 5 μεγάλες αγραπιδιές.

Λόγω του ότι η επιφάνειά του ξεπερνούσε τα 4 στρέμματα και είχε πρόσοψη σε αγροτικό δρόμο μεγαλύτερη των 25 μέτρων, μπορούσε πριν την απαλλοτρίωση να οικοδομηθεί. Μετά την απαλλοτρίωση του ως άνω τμήματος του το εναπομείναν εδαφικό τμήμα δεν δύναται πλέον να οικοδομηθεί και μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνον για αγροτική εκμετάλλευση.

Η ευρύτερη περιοχή, όπου βρίσκεται το ακίνητο αποτελείται από εκτάσεις αγροτικές. Δεν έχει ασφαλτοστρωμένους δρόμους και δεν είναι συνδεδεμένη με τα δίκτυα κοινής ωφέλειας. Τα απαλλοτριωμένα τμήματα της ιδιοκτησίας της με την εφαρμογή του ρυμοτομικού σχεδίου και την ένταξή τους πλέον στο σχέδιο πόλης περικλείονται από τις ανώνυμες οδούς ...

και την οδό ... και βρίσκονται στην Ε' Ζώνη προσδιορισμού αντικειμενικών αξιών, η τιμή ζώνης των .οποίων κατά το χρόνο συζήτησης ανέρχεται σε 127 ευρώ/τ.μ. Το εν λόγω ακίνητο απέχει από το κέντρο της πόλης της … περίπου 700 μέτρα, είναι επίπεδο και λόγω, του ότι βρίσκεται στο βορειοανατολικό άκρο της πόλης σε υψηλότερη θέση από το επίπεδο της πόλης έχει πανοραμική θέα.

Η πρόσβαση προς αυτό γίνεται δια μέσου του δρόμου στον οποίο έχει πρόσοψη (περίπου 150 μ.). Πλησίον του βρίσκονται αγροτικές εκτάσεις και οι -εγκαταστάσεις του Αθλητικού Κέντρου της πόλης. Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο, κρίνει ότι, κατά το χρόνο που συζητήθηκε η αίτηση, η πραγματική αξία του ακινήτου που απαλλοτριώθηκε, με βάση τις σημερινές οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς να υπολογιστεί η τυχόν ανατίμηση ή υποτίμησή του, λόγω της εξαγγελίας ή της κήρυξης της απαλλοτρίωσης ή της ένταξης στο σχέδιο πόλης για το οποίο έγινε, και, κατά συνέπεια, η πλήρης αποζημίωση δηλ.

εκείνη με την οποία μπορεί να αντικατασταθεί το απαλλοτριωμένο με άλλο ισάξιο του, ανέρχεται σε 100 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο εδαφικής έκτασης για τα δε επικείμενα, η αξία αυτών ανέρχεται σε 250 ευρώ για κάθε μεγάλη ελιά, 120 ευρώ για κάθε μικρή ελιά, 500 ευρώ για κάθε δρυ και 130 ευρώ για κάθε αγραπιδιά. Το εναπομείναν τμήμα της ιδιοκτησίας της αιτούσας, το οποίο μετά την απαλλοτρίωση δεν μπορεί να οικοδομηθεί και μπορεί να αξιοποιηθεί μόνο για αγροτική εκμετάλλευση, υφίσταται μείωση της αξίας του σε .ποσοστό 80% της καθορισθείσας για το αντίστοιχο απαλλοτριωθέν τμήμα".

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ερμήνευσε ορθά τις προαναφερόμενες ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις, που εφάρμοσε και συγχρόνως διέλαβε σαφείς και πλήρεις, έστω και συνοπτικές αιτιολογίες, χωρίς αντιφάσεις, οι οποίες στηρίζουν το διατακτικό της απόφασής του και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ουσιαστικών κανόνων δικαίου και συνεπώς δεν ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των ανωτέρω διατάξεων, τις οποίες εφάρμοσε.

Ειδικότερα, το Εφετείο ως προς την οριστική τιμή του εδάφους (αξία γης της με κωδικό αριθμό κτηματογράφησης ... απαλλοτριούμενης ιδιοκτησίας), με σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, αφού έλαβε υπόψη του τα έγγραφα, που είχαν προσκομιστεί με νόμιμη επίκληση από τους διαδίκους, προσδιόρισε την κατά το κρίσιμο χρόνο (συζήτησης της αίτησης,1-11-2018), πραγματική αξία του ακινήτου.

Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο με επαρκή αιτιολογία δέχθηκε, ότι η επίδικη ιδιοκτησία αποτελεί τμήμα μείζονος ιδιοκτησίας που ανήκει στην αιτούσα, ότι πρόκειται για αγροτικό ακίνητο και δη ελαιοστάσιο 10 περίπου στρεμμάτων, επίπεδο και με πανοραμική θέα αφού είναι σε ψηλότερο επίπεδο από το επίπεδο της πόλης, βρίσκεται στο βορειοανατολικό άκρο της πόλης της …, απέχει 700 μέτρα περίπου από το κέντρο της πόλης, ότι η επιφάνειά του ξεπερνούσε τα 4 στρέμματα και είχε πρόσοψη σε αγροτικό δρόμο μεγαλύτερη των 25 μέτρων και επομένως μπορούσε πριν την απαλλοτρίωση να οικοδομηθεί, μετά μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο για αγροτική εκμετάλλευση.

Ότι η ευρύτερη περιοχή αποτελείται από αγροτικές εκτάσεις, χωρίς ασφαλτοστρωμένους δρόμους και δεν είναι συνδεδεμένη με δίκτυα κοινής ωφέλειας, έχει πλησίον του δε τις εγκαταστάσεις του Αθλητικού Κέντρου της πόλης. Τέλος, ότι εντασσόμενη στο σχέδιο πόλης ρυμοτομήθηκε κατά 8.935,10 τ.μ., ενώ το υπόλοιπο τμήμα των 1.587,87 τ.μ.

απέμεινε εκτός σχεδίου πόλης και δεν απαλλοτριώθηκε. Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο δέχτηκε, ότι η αξία της επίδικης εδαφικής έκτασης ανέρχεται σε 100 ευρώ ανά τ.μ., με βάση τις οικονομικές και νομισματικές συνθήκες (κατά τον κρίσιμο χρόνο συζήτησης της αίτησης, ήτοι 1-11-2018), χωρίς τον υπολογισμό της ανατίμησης ή υποτίμησης λόγω της εξαγγελίας ή της κήρυξης της απαλλοτρίωσης ή της ένταξης στο σχέδιο πόλης.

Περαιτέρω, το Εφετείο, αναφορικά με το έτερο κεφάλαιο περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης του εναπομένοντος μετά την απαλλοτρίωση τμήματος της ιδιοκτησίας της αιτούσας (άρθρο 13 παρ.4 Ν.2882/2001) ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ως άνω ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη και διέλαβε σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για τα χαρακτηριστικά της επίδικης ιδιοκτησίας και τα πολεοδομικά δεδομένα της περιοχής.

Πιο συγκεκριμένα, δέχτηκε ότι η απομένουσα εδαφική επιφάνεια των 1.587,87 τ.μ. μετά την απαλλοτρίωση μη δυναμένη να οικοδομηθεί και να αξιοποιηθεί, παρά μόνο για αγροτική εκμετάλλευση, υφίσταται μείωση της αξίας σε ποσοστό 80% της καθορισθείσας για το αντίστοιχο απαλλοτριωθέν τμήμα. Επομένως, οι συναφείς δύο αναιρετικοί λόγοι για έλλειψη νόμιμης βάσης, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι κατά τα προαναφερόμενα.

Σε κάθε περίπτωση, οι ανωτέρω αιτιάσεις, υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, επιχειρούν να πλήξουν την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου ουσίας κατά τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης για το έδαφος, καθώς και για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης του εναπομένοντος ακινήτου και πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με τις ανωτέρω διακρίσεις.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας, η οποία κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 2 του ΚΠολΔ), πρέπει όμως να επιβληθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 276 του Ν. 3463/2006, σε συνδυασμό με το άρθρο 22 παρ.1 και 3 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ.18 του ΕισΝΚΠολΔ και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ` αριθμ. 134423/8.12.92 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β` 11/20.1.1993) που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.12 του Ν. 1738/1987, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-5-2019 και με αριθμό καταθέσεως 18/2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 230/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Σεπτεμβρίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ