Supreme Court dismisses appeal against one defendant but allows it against another due to procedural irregularities in summons.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appeal regarding the second defendant due to procedural irregularities in the summons process, while allowing it against the first company in liquidation. The appellant argued for the return of shares held by the liquidated company, but the court found the appeal inadmissible against the individual director because the procedural requirements for valid summons were not met. Consequently, the judgment was partially set aside, and the case was remitted for retrial with a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110, 498, 568, 576, 580, 576 of the Code of Civil Procedure; If a party fails to appear or participates improperly, the court must verify if the absence was excusable; if not, the appeal is inadmissible against that party, but the appeal against other parties remains valid.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1557 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1557/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη - Εισηγητή, Βασίλειο Μαχαίρα, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα και Χρήστο Κατσιάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Μαΐου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Λ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Σταθόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", τελούσας υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στου ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Π. Β. του Α., κατοίκου ..., ατομικά και ως διατελέσαντος Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της πρώτης αναιρεσιβλήτου, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/10/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 7/10/2008 αγωγή του τρίτου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4940/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3292/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 5/12/2014 αίτησή του και τους από 30/1/2018 πρόσθετους λόγους αυτής, επί των οποίων εκδόθηκε η 874/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο αναιρεσείων με την από 8/10/2019 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Τζανερρίκος ανέγνωσε την από 17/12/2018 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο από 30/1/2018 πρόσθετος λόγος της από 5/12/2014 αίτησης αναίρεσης και να απορριφθεί αυτή κατά τα λοιπά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και αν μεν την συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζητήσεώς της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της εγκυρότητας ή όχι της ερημοδικίας του απολιπομένου διαδίκου, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1695/2017).
Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β' ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής λόγω αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος, κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο, διάδικος είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλητεύσεώς του κατά την αρχική δικάσιμο.
Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολειπόμενος κατά την μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως, για να παραστεί σ' αυτήν, κατά δε την αρχική αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως και επομένως δεν καλύφθηκε η έλλειψη ή η ακυρότητα της επισπεύσεως της συζητήσεως ή η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της κλητεύσεώς του για την αρχική δικάσιμο, η αναβολή της υποθέσεως από το πινάκιο και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη νέα δικάσιμο και απαιτείται νόμιμη κλήτευσή του (ΑΠ 184/2020, ΑΠ 1601/2017).
Σε περίπτωση που απολείπεται ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση προκύπτει από το αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως (ή της κλήσεως με την οποία αυτή φέρεται προς συζήτηση), με την πράξη ορισμού δικασίμου και την πρόσκληση παράστασης κατ' αυτήν, το οποίο ο επισπεύδων επέδωσε προς τον αντίδικό του.
Το αντίγραφο αυτό, με την επ' αυτού σημείωση του δικαστικού επιμελητή που διενήργησε την επίδοση, οφείλει να προσκομίσει ο παριστάμενος αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση. Αντιθέτως, σε περίπτωση που απολείπεται ο αντίδικος του διαδίκου που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση της συζήτησης προκύπτει από την έκθεση επιδόσεως του αντιγράφου της αιτήσεως αναιρέσεως κλπ προς τον αντίδικο, την οποία οφείλει να προσκομίσει ο επισπεύδων, που μετέχει στη συζήτηση (ΑΠ 24/2016, ΑΠ 1695/2011).
Περαιτέρω, με το άρθρο 74 παρ. 2 του ν. 4690/2020 ορίστηκαν τα εξής: "2. Σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και με οποιαδήποτε διαδικασία ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής, δηλαδή μέχρι και τις 31.5.2020, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του δικαστή, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο και κατά προτεραιότητα εντός του χρονικού διαστήματος από 1.7.2020 έως 15.7.2020 ή από 1.9.2020 έως 15.9.2020.
Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων, και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από τον γραμματέα στον δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου και στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα".
Με την προαναφερόμενη διάταξη προβλέπεται μεν ο αυτεπάγγελτος επαναπροσδιορισμός της συζήτησης των υποθέσεων που ματαιώθηκαν κατά το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19, πλην, όμως, σε περίπτωση ερημοδικίας κατά την ορισθείσα νέα δικάσιμο κάποιου διαδίκου, προκειμένου να ισχύσει η με πρωτοβουλία του γραμματέα εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, ως κλήτευση κατ' αυτή του απολειπόμενου διαδίκου, απαιτείται ως προϋπόθεση ο εν λόγω διάδικος είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για την αρχική δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε λόγω της αναστολής.
Σε αντίθετη περίπτωση, η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο για τη νέα δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευσή του κατ' αυτή και απαιτείται η νόμιμη κλήτευσή του. Επομένως, όταν από το φάκελο της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της εγκυρότητας ή όχι της ερημοδικίας του απολειπομένου διαδίκου, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη.
Τέλος, αν στην δίκη μετέχουν περισσότεροι διάδικοι και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η συζήτηση δεν κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους αλλά χωρίζεται η υπόθεση και η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως, κηρύσσεται δε απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 412/2018, ΑΠ 99/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 08-10-2019 κλήση του αναιρεσείοντος φέρονται για συζήτηση: α) η από 05-12-2014 αίτηση και, β) οι από 30-01-2018 πρόσθετοι λόγοι για αναίρεση της 3292/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, μόνον, όμως, ως προς την πρώτη και τον δεύτερο αναιρεσίβλητους, καθόσον με την 874/2019 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, αφού χωρίσθηκε η υπόθεση, απορρίφθηκαν τα εν λόγω ένδικα μέσα, ως προς τον τρίτο αυτών.
Η συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο στις 18-05-2020 ματαιώθηκε λόγω της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων, εξαιτίας της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19, επαναπροσδιορίστηκε δε αυτή αυτεπαγγέλτως κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, με πράξη της Προέδρου του Α1 τμήματος και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο, σύμφωνα με το άρθρο 74 παρ. 2 του ν. 4690/2020.
Όμως, κατά την ως άνω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου, οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν ούτε και εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ δεν υποβλήθηκε η από το άρθρο 242 ΚΠολΔ σχετική δήλωση. Από το φάκελο της δικογραφίας, όμως, δεν προκύπτει ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως, ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, αφού η παρισταμένη αναιρεσείουσα δεν αποδεικνύει είτε κλήτευσή του από την ίδια, είτε επίσπευση της συζήτησης από τον απολιπόμενο αντίδικό της, με την προσκομιδή της οικείας έκθεσης επίδοσης, στην πρώτη περίπτωση, ή του προς αυτή νομίμως επιδοθέντος αντιγράφου της ένδικης κλήσης, με την υπ` αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση και τη σχετική επισημείωση του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή, στη δεύτερη περίπτωση, για την αρχική δικάσιμο της 18-05-2020, η οποία, όμως, ματαιώθηκε, γιατί είχε ανασταλεί προσωρινά η λειτουργία των δικαστηρίων, λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, σύμφωνα με τις σκέψεις που προηγήθηκαν, πρέπει να κηρυχθεί, ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, απαράδεκτη η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων της. Περαιτέρω, από τις υπ' αριθμ. 8687Δ/07-11-2019, 8680/07-11-2019 και 9015Δ/08-01-2020 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελητήτριας του Εφετείου Αθηνών Γ.
Σ., τις οποίες προσκομίζει ο αναιρεσείων, που επισπεύδει τη συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως, με τους προσθέτους λόγους της, προκύπτει ότι επικυρωμένο αντίγραφο αυτής, με τη σχετική πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, για την ανωτέρω αρχική δικάσιμο (18-05-2020), η οποία λόγω της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων, λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19, έχει επιδοθεί, νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια της ίδιας, στους νομίμους εκπροσώπους της πρώτης αναιρεσίβλητης.
Επομένως, εφόσον αυτή η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά τη νόμιμη εκ του πινακίου εκφώνηση της υποθέσεως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση χωρίς την παρουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 ΚπολΔ. Εφόσον δε μεταξύ της ανωτέρω και του δευτέρου αναιρεσίβλητου, ως προς τον οποίο η συζήτηση πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη, συντρέχει απλή και όχι αναγκαία ομοδικία, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση, ως προς την πρώτη και να συζητηθεί η αναίρεση και οι πρόσθετοι λόγοι της, κατά το μέρος που την αφορά.
Κατά τα λοιπά, η ένδικη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι της, ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, που στρέφονται κατά της αυτής, υπ' αριθμ. 3292/2014, αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, έχουν ασκηθεί νόμιμα, εμπρόθεσμα και παραδεκτά (άρθρα 553, 556 - 558, 564 αρ.1, 566, 569, 577 παρ.1 ΚΠολΔ). Επομένως, τα ανωτέρω δικόγραφα, που συνεκφωνήθηκαν πρέπει να συνεκδικασθούν, κατ' άρθρα 246, 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, καθόσον οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυθυπαρξία, αλλά συζητούνται, υποχρεωτικά, με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 921/2019, ΑΠ 507/2017, ΑΠ 478/1981).
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Για να είναι ορισμένος ο λόγος για τη λήψη υπόψη αποδείξεων που δεν προσκομίσθηκαν, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο: α) ποιες είναι οι αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, β) ο ισχυρισμός, για τον οποίο το δικαστήριο έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης και, γ) ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός αυτός (ΑΠ 476/2010).
Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 11 β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων αιτιάται το Εφετείο ότι υποπίπτοντας "σε εξόχως πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίσθηκαν από τους αντιδίκους...δέχθηκε ως δήθεν αποδειχθέν το γεγονός ότι ο νυν αναιρεσείων διαβίβαζε ο ίδιος τις εντολές προς εκτέλεση χρηματιστηριακών συναλλαγών, δίχως όμως τούτο να προκύπτει από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο προσκομισθέν μετ' επικλήσεως από τους αντιδίκους μας...Με τις παραδοχές αυτές η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση υπέπεσε ευθέως σε πλημμελή των αποδείξεων εκτίμηση, αφού δέχθηκε ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ερειδόμενη σε αποδείξεις που ουδέποτε προσκομίσθηκαν...
Συνεπώς, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, λαμβάνοντας υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίσθηκαν...". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού πέραν της αοριστίας του, συνισταμένης στην έλλειψη αναφοράς στο αναιρετήριο του συγκεκριμένου ισχυρισμού των ήδη αναιρεσιβλήτων, εναγομένων, που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ως αποδειχθέντα χωρίς αποδείξεις και η επίδραση αυτού στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, με αυτόν πλήττεται, ανεπίτρεπτα, η ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας. Απορριπτέος, ως απαράδεκτος επίσης, κρίνεται και ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, από τους αριθμούς 11 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εκτιμώμενος ως μόνο από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, με τον οποίον ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο ότι: "...έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και δη της από 30-03-2006 (με αρ. πρωτ. Συνεγγυητικού 2109/3-03-2006) Επιστολής του Συνεγγυητικού κεφαλαίου, απορρίπτοντας τον 4ο λόγο της Εφέσεώς μας, στερουμένη νομίμου βάσεως λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης...". Και τούτο, διότι, με την επίφαση της θεμελιώσεως της προβαλλόμενης αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση, από το Εφετείο, των πραγματικών γεγονότων.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν, σαφώς, τα περιστατικά που είτε είναι, κατά νόμο, αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 3 του Ν. 3606/2007, ορίζεται: "3. Αν ΑΕΠΕΥ λυθεί και τεθεί σε εκκαθάριση, τα εν γένει χρηματοπιστωτικά μέσα και τα χρηματικά ποσά που ανήκουν σε πελάτες της αποχωρίζονται από την προς διανομή εταιρική περιουσία και αποδίδονται στους δικαιούχους τους, εκτός εάν: (α) έχει συσταθεί επ' αυτών ενέχυρο, οπότε παραδίδονται στον ενεχυρούχο δανειστή ή (β) υφίσταται απαίτηση της ΑΕΠΕΥ κατά των δικαιούχων, οπότε συμψηφίζονται οι αντίθετες ομοειδείς απαιτήσεις.".
Προβλέπει δηλαδή η διάταξη αυτή τη δυνατότητα της υπό εκκαθάριση ΑΕΠΕΥ να διακρατήσει περιουσιακά στοιχεία πελατών της εάν έχει συσταθεί επ' αυτών ενέχυρο ή να συμψηφίσει αντίθετες ομοειδείς απαιτήσεις της. Εξάλλου, το άρθρο 49 παρ. 1 του Ν. 2396/1996 προβλέπει: "Για τη σύσταση ενεχύρου επί άυλων μετοχών καταχωρημένων στο ηλεκτρονικό σύστημα καταγραφής αξιών, που τελεί υπό την διαχείριση της εταιρείας "ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΑΠΟΘΕΤΗΡΙΟ ΑΞΙΩΝ Α.
Ε." (Κ.Α.Α.), απαιτείται η επίδοση της σχετικής σύμβασης στο Κ.Α.Α. και η καταχώριση της ενεχύρασης των μετοχών στο σύστημα.". Ενώ, ο ισχύων, κατά τον κρίσιμο χρόνο, "Κανονισμός Εκκαθάρισης Χρηματιστηριακών Συναλλαγών και Λειτουργίας του Συστήματος Αΰλων Τίτλων" (Απόφαση Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς 9820/154/16.3.1999 ΦΕΚ Β' 900), όριζε στο άρθρο 65: "1.
Για την καταχώρηση από το ΚΑΑ στο ΣΑΤ ενεχύρου επί αξιών ακολουθείται η εξής διαδικασία: α. Προηγείται εντολή του ενεχυραστή προς τον Χειριστή του συγκεκριμένου Λογαριασμού Χειριστή, στον οποίο βρίσκονται καταχωρημένες οι ενεχυρασθείσες αξίες για μεταφορά των ως άνω αξιών στον Ειδικό Λογαριασμό της Μερίδας του ενεχυραστή και οι ως άνω αξίες μεταφέρονται στον Λογαριασμό αυτόν.
β. Στη συνέχεια υποβάλλονται στο ΚΑΑ τα εξής έγγραφα: αα. η σύμβαση σύστασης του ενέχυρου στις από αμφοτέρους τους συμβαλλομένους. [....] γ. Μετά την υποβολή των ως άνω εγγράφων, το ΚΑΑ εισάγει ένδειξη ενεχύρου στις ως άνω αξίες που βρίσκονται στον Ειδικό Λογαριασμό του ενεχυραστή. Η ενεχύραση των αξιών ισχύει έναντι πάντων από την καταχώρισή της στα αρχεία του ΚΑΑ.".
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, του κρίσιμου για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου μέρους της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο δέχθηκε, επί λέξει, τα εξής: "...Μετά τα παραπάνω, η υπό εκκαθάριση πρώτη των εφεσιβλήτων-εναγομένων εταιρεία προέβη στην ηλεκτρονική μεταφορά του χαρτοφυλακίου των άυλων μετοχών του εκκαλούντος-ενάγοντος, όπως αυτό εμφαινόταν στο Σύστημα Άυλων Τίτλων του "Κεντρικού Αποθετηρίου Αξιών Α.Ε.", κατά το χρόνο που έπαυσε η ως άνω εταιρεία να διενεργεί χρηματιστηριακές συναλλαγές, εκτός από μετοχές αποτίμησης περίπου 250.000 ευρώ κατά το χρόνο εκείνο.
Τούτο έγινε προς εξασφάλιση της πρώτης, των εφεσιβλήτων-εναγομένων, εταιρείας έναντι της πιο πάνω οφειλής του εκκαλούντος-ενάγοντος, η ενέργειά της δε αυτή γνωστοποιήθηκε στον τελευταίο με την από 30-4-2007 εξώδικη δήλωση της. Πρέπει δε να σημειωθεί, ότι για τους τίτλους αυτούς ο εκκαλών - ενάγων διατήρησε το δικαίωμά του να εισπράττει μερίσματα και να ενεργεί όλες τις από το νόμο απορρέουσες πράξεις, όπως συμμετοχή σε γενικές συνελεύσεις, αύξηση μετοχικού κεφαλαίου κλπ.
Το πιο πάνω δικαίωμα της πρώτης των εφεσιβλήτων - εναγομένων εταιρείας προβλεπόταν στην ως άνω από 20-4-1999 σύμβαση και τους συνημμένους σ' αυτήν γενικούς όρους χρηματιστηριακών συναλλαγών εκπλήρωσης από τον Πελάτη, για οποιονδήποτε λόγο, εν όλω ή εν μέρει, οποιασδήποτε από τις υποχρεώσεις του, που απορρέουν από την παρούσα σύμβαση, συμφωνείται ρητώς ότι η Εταιρεία αποκτά ενέχυρο επί των τίτλων, ανώνυμων ή ονομαστικών, καθώς και επί των προσαρτημένων σε αυτούς τοκομεριδίων και μερισματογράφων, ιδιοκτησίας του Πελάτη, οι οποίοι βρίσκονται εις χείρας της Εταιρείας είτε εις χείρας τρίτου Θεματοφύλακα, προς εξασφάλιση των πάσης φύσεως απαιτήσεων της κατά του Πελάτη".
Ο πιο πάνω όρος της προαναφερόμενης από 20-4-1999 συμβάσεως διενέργειας χρηματιστηριακών συναλλαγών μεταξύ της πρώτης των εφεσιβλήτων - εναγομένων και του εκκαλούντος-ενάγοντος παρέμεινε σε ισχύ και μετά την κατά τα ως άνω ανάκληση της άδειας λειτουργίας της πρώτης εταιρείας και τη θέση της υπό την ως άνω ειδική εκκαθάριση και δεν "λύθηκε αυτοδικαίως κατά πλάσμα δικαίου", ούτε έπαυσε η ισχύς της, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο τελευταίος με τον όγδοο λόγο της εφέσεώς του, δεδομένου ότι τούτο δεν θεμελιώνεται σε κανένα κανόνα δικαίου...Επίσης, για την ως άνω παρακράτηση των αναφερομένων μετοχών υπήρχε σχετική απαίτηση της πρώτης των εφεσιβλήτων-εναγομένων κατά του εκκαλούντος-ενάγοντος, σαφής, ορισμένη και βέβαιη και ως εκ τούτου δεν παραβιάστηκαν οι διατάξεις των άρθρων 23 παρ. 3 και 4 του Ν. 3606/2007, 1209 και 1211 του ΑΚ, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο τελευταίος με τον έβδομο λόγο της εφέσεώς του...".
Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο και ειδικότερα: α) με το να δεχθεί ότι η σύναψη της από 20-4-1999 Σύμβασης Διενέργειας Χρηματιστηριακών Συναλλαγών αρκούσε για τη σύσταση ενεχύρου επί εισηγημένων στο ΧΑΑ (άυλων) μετοχών, όπως ήταν οι ένδικες και, συνακόλουθα, για την γένεση δικαιώματος της πρώτης αναιρεσίβλητης να παρακρατήσει, κατά την εκκαθάριση μετοχές, που ανήκαν στον αναιρεσείοντα, ενώ, χωρίς την τήρηση της, κατά την προαναφερθείσα νομική σκέψη, προβλεπόμενης διαδικασίας, που δεν προκύπτει, από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι τηρήθηκε, δεν είχε χωρήσει, νομίμως, σύσταση ενεχύρου και, ως εκ τούτου, δεν υφίστατο δικαίωμα παρακράτησης των υπόψη μετοχών, δυνάμει του άρθρου 23 παρ. 3 του Ν. 3606/2007.
Και, β) με το να μην αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφασή του, σαφώς, δυνάμει ποίου δικαιώματος εχώρησε η μη απόδοση των ενδίκων άυλων μετοχών στον ήδη αναιρεσείοντα, εκ μέρους της πρώτης αναιρεσίβλητης, εκθέτοντας, αναλυτικά, με σαφήνεια και πληρότητα, τη συνδρομή των προϋποθέσεων, για την θεμελίωση είτε του δικαιώματος ενεχύρου, της ως άνω αναιρεσίβλητης εταιρείας, επ' αυτών (μετοχών), είτε του δικαιώματός της προς συμψηφισμό και στην τελευταία αυτή περίπτωση, χωρίς, επιπλέον, να αναφέρει ποια ήταν η αντίθετη, ομοειδής, απαίτηση της πρώτης αναιρεσίβλητης, κατά του αναιρεσείοντος, που συμψηφίστηκε με την παρακράτηση των επίμαχων άυλων μετοχών, πότε αυτή κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή και με ποια συγκεκριμένη μονομερή δικαιοπραξία ασκήθηκε το δικαίωμά της προς συμψηφισμό.
Παραβίασε, ευθέως και εκ πλαγίου, τις διατάξεις των άρθρων 23 παρ. 3 του Ν. 3606/2007, 49 Ν. 2396/1996 και 65 του τότε ισχύοντος Κανονισμού εκκαθάρισης. Και τούτο, διότι: α) υπήγαγε στις διατάξεις αυτές τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, μολονότι αυτά δεν αρκούσαν για την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων και τη συναγωγή των προβλεπομένων, από αυτές, εννόμων συνεπειών.
Και, β) στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα εάν συντρέχει προβλεπόμενη στο άρθρο 23 παρ. 3 ν. 3606/2007 περίπτωση μη αποδόσεως, στον αναιρεσείοντα, των ενδίκων μετοχών, εκ μέρους της πρώτης αναιρεσίβλητης. Συνακόλουθα, ο σχετικός πρόσθετος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 άρθρου 559 ΚπολΔ, κρίνεται βάσιμος.
Μετά την παραδοχή του ανωτέρω πρόσθετου αναιρετικού λόγου, παρέλκει, πλέον, ως αλυσιτελής, η έρευνα του τρίτου αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 20 άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίον αποδίδεται στο Εφετείο η παραμόρφωση του περιεχομένου της από 14-06-2006 έκθεσης ελέγχου των ορκωτών ελεγκτών - λογιστών, συνεπεία της οποίας (παραμόρφωσης) δέχθηκε πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά, από εκείνα που αναφέρονται σ' αυτό και, εντεύθεν (δέχθηκε) τη νομιμότητα της παρακράτησης, εκ μέρους της πρώτης αναιρεσίβλητης, των ανωτέρω άυλων μετοχών.
Και τούτο διότι, τυχόν, παραδοχή της βασιμότητας του ανωτέρω λόγου συνεπάγεται το ίδιο αποτέλεσμα, με τον προαναφερθέντα πρόσθετο λόγο, που κρίθηκε βάσιμος. Επιπροσθέτως, σημειώνεται εδώ ότι, δεν ερευνώνται οι: τέταρτος έως και έβδομος αναιρετικοί λόγοι, από τους αριθμούς 1 και 11, 1, 19 και 1 και 19 άρθρου 559 ΚπολΔ, αντίστοιχα, καθόσον αυτοί αφορούν, αποκλειστικά, τον τρίτο αναιρεσίβλητο και ήδη κρίθηκαν απορριπτέοι με την 874/2019 απόφαση του παρόντος Τμήματος του Αρείου Πάγου.
ΙV. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή της βασιμότητας του ανωτέρω πρόσθετου λόγου της ένδικης αίτησης αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος της, με το οποίο κρίθηκε απορριπτέα η ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος, κατά το κεφάλαιο και αίτημα αυτής περί υποχρεώσεως της πρώτης εναγομένης, ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, να αποδώσει τις ανωτέρω άυλες μετοχές, τις οποίες παρακράτησε και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου, που κατέβαλε για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης (άρθρ. 495 παρ. 4 ΚπολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012) και, να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης, στο σύνολό τους, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων (άρθρο 178 παρ. 1 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη τη συζήτηση της από 05-12-2014 αίτησης και των από 30-01-2018 προσθέτων λόγων, για αναίρεση της 3292/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ το χωρισμό της υποθέσεως, ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη.
ΑΝΑΙΡΕΙ την 3292/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το ανωτέρω αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης παραβόλου.
Και, ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ, στο σύνολό τους, τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Οκτωβρίου 2021.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ