Supreme Court allows appeal against defamation of company, remanding case due to conflicting factual findings on necessary limits.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's second ground of appeal regarding the necessary limits of expression while dismissing the first ground concerning the company's business activities. The court found the lower court's reasoning contradictory regarding whether the appellant's statements targeted the company's business or the individual president personally. Consequently, the Court remanded the case for retrial by a different panel to resolve these factual ambiguities.
Legislator headnote
AI generatedArticles 364 and 367 of the Penal Code; The Court must remand a case when the lower court's reasoning contains contradictory assumptions regarding the target of defamatory statements, rendering the necessary limits of expression assessment impossible to verify.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1557 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1557/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Μαΐου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Σ. του Ο., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Λύτρα και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "(...), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Δημητρακόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/5/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1831/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 414/2015 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27/10/2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης ανέγνωσε την από 7/9/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου και την παραδοχή του δεύτερου λόγου της αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των παρ.1 και 3 του άρθρου 364 του ΠΚ, που αναφέρονται περιοριστικώς στην ανώνυμη εταιρία και προστατεύουν την οικονομική και επιχειρηματική οντότητα, τη φήμη και επαγγελματική πίστη του νομικού προσώπου της, προκύπτει ότι, για την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της δυσφημήσεως ανώνυμης εταιρίας, που είναι έγκλημα αφηρημένης διακινδυνεύσεως διάφορο της συκοφαντικής δυσφημήσεως του φυσικού προσώπου, απαιτείται, εκτός των άλλων, όπως το υπό του υπαιτίου, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου, δια ισχυρισμού ή διαδόσεως ανακοινούμενο γεγονός, να αφορά είτε στις επιχειρήσεις ή στην οικονομική κατάσταση ή γενικά στις εργασίες της εταιρίας είτε στα πρόσωπα που τη διευθύνουν ή την διοικούν από την ιδιότητά τους όμως αυτή και όχι ατομικώς αφού στην τελευταία περίπτωση, προτεινομένη δια σχετικού καταλυτικού ισχυρισμού του ως υπαιτίου φερομένου, δεν μπορεί να γίνει λόγος για θεμελίωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος του άρθρου 364 ΠΚ, μη αποκλειομένης όμως της συρροής αυτού με το έγκλημα του άρθρου 363 ΠΚ (ΑΠ 1074/1994, ΑΠ 359/12), και, ακόμη, να είναι το γεγονός αυτό πρόσφορο να βλάψει την εμπιστοσύνη του κοινού στην εταιρεία και εν γένει στις επιχειρήσεις της, χωρίς να προσαπαιτείται και η επέλευση βλάβης αυτής.
Για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως της ανώνυμης εταιρίας απαιτείται δόλος άμεσος, ο οποίος συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διαδόσεως ενώπιον τρίτου του ως άνω γεγονότος και στη γνώση ότι τούτο είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την εμπιστοσύνη του κοινού στην εταιρία και γενικά στις επιχειρήσεις της.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57 και 59 ΑΚ συνάγεται ότι, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του δικαιούται να αξιώσει: α)την άρση της προσβολής, β)την παράλειψή της στο μέλλον, γ)αποζημίωση κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις (άρθρα 914 επ. ΑΚ) και δ)χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Επίσης, σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις, για την προαναφερθείσα αξίωση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης απαιτείται, επιπλέον, σχετική υπαιτιότητα του προσβάλλοντος. Προσβολή της προσωπικότητας, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, συνιστούν πράξεις, που περιέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας κάποιου, ακόμα και αν αυτές τον καθιστούν απλά ύποπτο, ότι μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του, ή άλλων εκφάνσεων της ζωής του, δοθέντος ότι, κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, στο δικαίωμα της προσωπικότητας περιλαμβάνεται τόσο ο σεβασμός της αξίας του ανθρώπου, που είναι και ο πυρήνας του δικαιώματος, όσο και η ελεύθερη ανάπτυξη αυτής.
Εξάλλου, η προσβολή της προσωπικότητας προσώπου ή της φήμης και της επαγγελματικής πίστεως ανωνύμου εταιρείας μπορεί να προέλθει και από κάποια από τις ποινικά κολάσιμες πράξεις που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362, 363 και 364 του ΠΚ, όπως η τελευταία (ΠΚ 364) αναλύθηκε στην αντιμετώπιση του πρώτου αναιρετικού λόγου.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, ή την εμπιστοσύνη του κοινού στην (ανώνυμη) εταιρεία και τις επιχειρήσεις της, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης, και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης.
Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης των ως άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο, ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο η ανώνυμη εταιρεία, γεγονός που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του. Ως ισχυρισμός θεωρείται ανακοίνωση που προέρχεται εξ ιδίας πεποιθήσεως ή γνώμης ή από μετάδοση εκ τρίτου προσώπου, ενώ διάδοση υφίσταται, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της από άλλον γενομένης ανακοίνωσης.
Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο να αποδειχθεί, αντίκειται δε προς την ηθική και ευπρέπεια. Όμως, δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης, ακόμη δε και χαρακτηρισμός, οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται, συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία, στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά το άρθρο 361 του ΠΚ.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 367 παρ. 1 περ. α’ -δ’ του ΠΚ, το άδικο των προβλεπομένων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου Κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων, που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ.
γ’ και δ’ ). Η τελευταία αυτή διάταξη (άρθρου 367 ΠΚ), για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. του ΑΚ. Επομένως, με την κατά τα άνω άρση του αδίκου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων, αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρου αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου.
Έτσι, η προβολή περιπτώσεως του άρθρου 367 παρ.1 ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό, καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος προσώπου (ένσταση), λόγω άρσεως του παρανόμου της προσβολής. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της πράξης, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται στις προαναφερθείσες περιπτώσεις (λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ), και συνεπώς, παραμένει η ποινική ευθύνη του δράστη, άρα και η υποχρέωσή του προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μια από τις περιπτώσεις της παρ. 2 του άρθρου 367 του ΠΚ, δηλαδή, όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμισης του άρθρου 363 ΠΚ ή όταν από τον τρόπο εκδηλώσεως, ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου.
Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ. ο απ’ αυτήν προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως της εκ πλαγίου παραβάσεως ουσιαστικής διατάξεως, ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τον χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν εξαιτίας της υπάρξεως αντιφασκουσών παραδοχών, δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχτηκε αυτή, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό να κριθεί περαιτέρω, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διατάξεως που εφαρμόστηκε (ΑΠ 1131/07, ΑΠ 68/2010).
Με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση της εκ πλαγίου παραβάσεως των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 914 ΑΚ, 364 και 367 ΠΚ αναφορικά με το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της ουσιαστικής απορρίψεως της από τον αναιρεσείοντα κατ’ ένσταση (αρθ. 367 παρ. 1γ ΠΚ) προβληθείσας συνδρομής περιπτώσεως άρσεως του αδίκου χαρακτήρα της αποδιδομένης στον ίδιο συμπεριφοράς [συνισταμένης στη δυσφήμηση της αναιρεσιβλήτου, ως οικονομικής και επιχειρηματικής οντότητος, δια των ενώπιον τρίτων δυσφημιστικών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος αναφορικά με το πρόσωπο του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου (Α.
Β.) αυτής] κατ’ εσφαλμένη αποδοχή της από την αναιρεσίβλητη προταθείσας αντενστάσεως (αρθ. 367 παρ. 2β ΠΚ) υπάρξεως ειδικού σκοπού εξυβρίσεως διαλαβούσα στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού που αναφέρεται στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων τις [κατ’ ορθή εκτίμηση των προς θεμελίωση της προβαλλομένης αιτιάσεως επικαλουμένων] διαλαμβανόμενες σ’ αυτή (ελάσσονα πρόταση) αντιφατικές αιτιολογίες καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (άρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, αυτή, μετ’ εκτίμηση των προσκομισθεισών από τους διαδίκους αποδείξεων, δέχθηκε, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα τα ακόλουθα: "Σε τηλεφωνική του συνέντευξη του στο ραδιοφωνικό σταθμό "..." και στους δημοσιογράφους Δ.
Β. και Δ. Σ. στις 23-4-2010 ερωτηθείς (ο αναιρεσείων) ποιος είναι ο λόγος που "πλακώνεται" ένας επιχειρηματίας με έναν Υπουργό απάντησε: "ο λόγος είναι αυτός που σας είπα. Και βεβαίως υπάρχει και ένας άλλος. Διότι στην χώρα μας εδώ και δεκαετίες οι ρόλοι είναι κατανεμημένοι. Οι πολιτικοί στην πολιτική, οι επιχειρηματίες στις επιχειρήσεις τους, οι ...
στις Εκκλησίες. Βεβαίως στο παρελθόν υπήρξαν και εξαιρέσεις, έτσι. Υπήρξαν εξαιρέσεις και μην ξεχνάμε τον Κ. Εννοώ, ότι όταν για λόγους δικούς σου συγχέεις τα δύο πράγματα, τους δύο ρόλους, τότε είναι δεδομένη και η πορεία ...". Τα όσα όμως ισχυρίστηκε ο εναγόμενος στην προαναφερθείσα τηλεφωνική συνέντευξη, που έδωσε στο ραδιοφωνικό σταθμό "..." για τον πρόεδρο της ενάγουσας, αποτελεί ισχυρισμό γεγονότων ενώπιον τρίτων, που υπερβαίνει το μέτρο του αναγκαίου και του θεμιτού, για την επίτευξη του σκοπού του εναγομένου, ο οποίος συνίστατο στο να καταδείξει, ότι, όσοι ασχολούνται με την πολιτική, δεν πρέπει, να ασκούν παράλληλα και επιχειρηματική δραστηριότητα και το αντίστροφο, εν όψει του ότι τη δεδομένη χρονική στιγμή πλήθαιναν τα δημοσιεύματα στον τύπο, που απαξίωναν το πολιτικό σύστημα και υποδείκνυαν ως λύση για την ανάκαμψη της πολιτικής ζωής του τόπου την συγκρότηση Κυβέρνησης προσωπικοτήτων από τον επιχειρηματικό κόσμο της χώρας, μεταξύ των οπίων και ο πρόεδρος της ενάγουσας κ.
Α. Β.. Ειδικότερα, ο εναγόμενος ήθελε να καταδείξει, ότι η ενάγουσα, δια του ταυτιζόμενου ουσιαστικά με αυτήν προέδρου της επιχειρηματία, προέβαινε σε επιλογές, οι οποίες είχαν και αντίκτυπο στην πολιτική ζωή της χώρας, διότι αφορούσαν επιχειρήσεις δημοσίου συμφέροντος, στις οποίες έως τότε ασκούσε έλεγχο το Δημόσιο.
Αναφερόμενος όμως συνειρμικά στο παράδειγμα του επιχειρηματία Γ. Κ., ο οποίος κατά το παρελθόν απασχόλησε τα μέσα ενημέρωσης με την επιχειρηματική του δραστηριότητα (εξαγορά Τραπεζών και τη χρηματοδότησή τους με χρήματα των ΔΕΚΟ, ΜΜΕ, αθλητικών ομάδων και άλλων επιχειρήσεων) και με την εμπλοκή του στην πολιτική ζωή της χώρας, καθώς και τη συνακόλουθη ποινική του εμπλοκή με τα γνωστά τοις πάσι αποτελέσματα, αποδεικνύεται ότι δυσφημίστηκε η ενάγουσα ως επιχειρηματική και οικονομική οντότητα, καθόσον οι επίμαχες δηλώσεις υπερέβησαν το αναγκαίο μέτρο έκφρασης, πιθανώς εμφορούμενος και άλλη διαφορά του ατομικά με τον πρόεδρο της ενάγουσας, ο οποίος τον θεωρούσε υπεύθυνο για την τύχη του δοθέντος απ’ αυτόν ποσού των 140.000 ευρώ για την αναδάσωση της καμένης νήσου Σάμου, η οποία κατέληξε σε δικαστική διαμάχη μεταξύ τους, και δεν κρίνονται αναγκαίες για να αποδοθεί όπως έπρεπε αντικειμενικά το περιεχόμενο των σκέψεων του εναγόμενου, έστω και εάν ο ίδιος σε σχετική ερώτηση των ως άνω δημοσιογράφων "αν παρομοιάζει τον Κ.
Β." απάντησε "όχι, σας έφερε ένα παράδειγμα ανθρώπων, οι οποίοι προσπάθησαν να έχουν και τους δύο ρόλους", αφού η αναφορά αυτή θα μπορούσε να εκλείψει παντελώς ή τουλάχιστον να αναφερθούν ως παράδειγμα άλλα πρόσωπα, δεκτής γενομένης ως κατ’ ουσία βασίμου της νόμιμης καθ’ υποφορά προβαλλόμενης αντένστασης (άρθρο 262 ΚΠολΔ) της ενάγουσας περί υπέρβασης του αναγκαίου μέτρου".
‘ Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του παραβίασε εκ πλαγίου τις, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις των άρθρων 364 και 367 παρ. 1,2. ΠΚ διαλαβούσα στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού της συλλογισμού, που αναφέρεται στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου, αναφορικά με το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης, ως άνω ζήτημα, [της ουσιαστικής δηλαδή απορρίψεως της κατ’ ένσταση προβληθείσας από τον αναιρεσείοντα συνδρομής περιπτώσεως (δικαιολογημένο ενδιαφέρον) άρσεως του αδίκου χαρακτήρα της αποδιδομένης στον ίδιο αδικοπρακτικής συμπεριφοράς, κατ’ (εσφαλμένη) αποδοχή της από την αναιρεσίβλητη, προς κατάλυση της ενστάσεως αυτής, προταθείσας αντενστάσεως (άρθ. 367 παρ. 2β ΠΚ) περί συνδρομής ειδικού σκοπού εξυβρίσεως τις παρακάτω αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.
Ειδικότερα, αν και στην προσβαλλομένη απόφαση υφίσταται σαφής παραδοχή παρομοιώσεως (παραλληλισμού) από τον αναιρεσείοντα της επιχειρηματικής δραστηριότητας του προέδρου του ΔΣ της αναιρεσιβλήτου (Α. Β.) προς αυτήν του Γ. Κ. από την οποία κατά, την εν λόγω παραδοχή, "αποδεικνύεται ότι δυσφημίστηκε η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) ως επιχειρηματική και οικονομική οντότητα αφού ο Γ.
Κ. κατά το παρελθόν απασχόλησε τα μέσα ενημέρωσης με την επιχειρηματική του δραστηριότητα (εξαγορά τραπεζών και τη χρηματοδότησή τους με χρήματα των ΔΕΚΟ, ΜΜΕ, αθλητικών ομάδων) έχοντας εμπλοκή στην πολιτική ζωή της χώρας καθώς και ποινική του εμπλοκή με τα γνωστά τοις πάσι αποτελέσματα .." στην ίδια απόφαση διαλαμβάνεται η αντιφατική προς τα παραπάνω παραδοχή περί διαβεβαιώσεως (διευκρινίσεως) του αναιρεσείοντος ότι δια της αναφοράς του στον Γ.
Κ. δεν επιχειρεί παρομοίωση της επιχειρηματικής δραστηριότητας του τελευταίου μ’ αυτήν του Α. Β., αφού, κατά την εν λόγω παραδοχή, ο αναιρεσείων, απαντώντας σε ερώτηση "αν παρομοιάζει τον Κ. Β." απάντησε "όχι, σας έφερα ένα παράδειγμα ανθρώπων οι οποίοι προσπάθησαν να έχουν και τους δύο ρόλους", διαβεβαίωση την οποία, σημειωτέον δεν απορρίπτει η προσβαλλομένη, ούτε με σχετική ρητή αναφορά, αλλά ούτε και με την, έστω, έμμεση παράθεση συναφούς αιτιολογίας από την οποία να συνάγεται η αιτία για την οποία η διαβεβαίωση - διευκρίνιση αυτή κρίνεται μη πειστική.
Περαιτέρω, αν και στην προσβαλλομένη απόφαση υφίσταται παραδοχή σύμφωνα με την οποία η εκ μέρους του αναιρεσείοντος αναφορά του ονόματος του Γ. Κ. αφορούσε στο πρόσωπο του Α. Β. υπό την ιδιότητα και μόνο του προέδρου του ΔΣ της αναιρεσίβλητης όπως αυτό ρητώς προκύπτει από την παραδοχή ότι "ο εναγόμενος (αναιρεσείων) ήθελε να καταδείξει ότι η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) δια του ταυτιζομένου ουσιαστικά μ’ αυτήν προέδρου της επιχειρηματία ...", στην ίδια απόφαση διαλαμβάνεται προς υποστήριξη της περί υπερβάσεως του αναγκαίου μέτρου κρίσεως η ενδοιαστική προς τα παραπάνω παραδοχή ότι στην συνιστώσα υπέρβαση του αναγκαίου μέτρου, η εν λόγω αναφορά προέβη πιθανώς εμφορούμενος, και από άλλη διαφορά μεταξύ του αναιρεσείοντος και του ως άνω Β.
ατομικώς όμως και όχι ως προέδρου του ΔΣ της αναιρεσιβλήτου σχετικά με την τύχη του ποσού των 140.000 ευρώ. Από τις παραπάνω (αντιφατική και ενδοιαστική) παραδοχές καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος καθόσον, εξαιτίας της αντιφατικότητάς των δεν προκύπτουν από την απόφαση ποιά πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή ώστε σε συνδυασμό και με το διατακτικό της να κριθεί περαιτέρω αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν (ΑΠ 1131/07).
Τούτο διότι στην μεν περίπτωση που κατά την απόφαση η αναφορά του αναιρεσείοντος αφορούσε στην παρομοίωση της επιχειρηματικής δραστηριότητος του Β., ως προέδρου του ΔΣ της αναιρεσιβλήτου, προς την επιχειρηματική δραστηριότητα και την ποινική εμπλοκή του Γ. Κ., τότε θεμελιώνεται ουσιαστικά η προς κατάλυση της από τον αναιρεσείοντα προβληθείσας από το άρθρο 367 παρ. 1γ ΠΚ ενστάσεως (δικαιολογημένου ενδιαφέροντος) αντένσταση (4.367 παρ. 2β ΠΚ) της αναιρεσιβλήτου, περί συνδρομής ειδικού σκοπού εξυβρίσεως υπό την έννοια της εκ μέρους του αναιρεσείοντος υπερβάσεως του αναγκαίου μέτρου έκφρασης αυτού, αφού η αναφορά αυτή θα μπορούσε να είχε εκλείψει ή να γίνει αναφορά άλλων προσώπων.
Στην περίπτωση δε, που κατά την απόφαση, η εν λόγω αναφορά του αναιρεσείοντος δεν συνιστούσε ή δεν απέβλεπε σε παρομοίωση του ως άνω Β. με τον Γ. Κ. ή δεν αφορούσε στη δραστηριότητα του Α. Β., ως οργάνου διοικήσεως της αναιρεσιβλήτου αλλά αφορούσε στον ίδιο ατομικώς και ανεξάρτητα από την προαναφερθείσα ιδιότητα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για ουσιαστική θεμελίωση της προβαλλομένης αντενστάσεως και συνακολούθως για κατάλυση της προβληθείσας από τον αναιρεσείοντα ως άνω ενστάσεως από το άρθ. 367 παρ. 1γ ΠΚ.
Κατ’ ακολουθίαν αυτών πρέπει να γίνει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη η από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ προβαλλομένη δια του δεύτερου αναιρετικού λόγου αιτίαση, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την έρευνα της προσβαλλομένης δια του πρώτου λόγου αιτιάσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί προς εκδίκαση η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (αρθ. 580 § 3 ΚΠολΔ), διατασσομένης της επιστροφής του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 § 4 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της ηττηθείσας αναιρεσίβλητης (αρθ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 414/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, συγκροτούμενο από διαφορετικούς από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση δικαστές.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Σεπτεμβρίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΕΡΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και νυν Πρόεδρος του