Legislator Case Law & Legislation
1557/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal where tenant company failed to appear and raises new lease validity argument late.

Case Number 1557/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the Greek Post Company against a Thessaloniki Court of Appeal decision regarding a lease dispute. The tenant company failed to appear at the hearing and raised the argument that the lease was invalid due to lack of written form for the first time during the appeal stage. The court ruled that the tenant's absence meant the case proceeded as if they were present, and their late introduction of the formal defect argument was inadmissible as it contradicted their earlier conduct.

Legislator headnote

AI generated

Art. 576 § 1 K.Pol.D.; Art. 61, 65, 67, 68, 70 A.K.: If a party fails to appear at the hearing, the court proceeds as if they were present, and arguments raised for the first time at the appellate stage contradicting prior conduct are inadmissible.

Keywords

AI generated
failure to appear procedural default admissibility of appeal lease contract validity written form requirement late argument court costs

Cited Legislation

AI generated
Art. 576 § 1 K.Pol.D.
Art. 61 A.K.
Art. 65 A.K.
Art. 67 A.K.
Art. 68 A.K.
Art. 70 A.K.
Art. 106 K.Pol.D.
Art. 176 K.Pol.D.
Art. 183 K.Pol.D.
Art. 559 § 8 K.Pol.D.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1557 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1557/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου, Γεώργιο Σακκά και Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού με την επωνυμία ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ και το διακριτικό τίτλο ΕΛ.ΤΑ. που εδρεύει στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενου, ο οποίος δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ΔΙΟΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ και το διακριτικό τίτλο ΔΙΟΝ Α.Β.Ε.Τ.Ε. που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, νομίμως εκπροσωπούμενη, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λασθιωτάκη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αριθ. κατάθ. 40884/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:12813/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1551/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-11-2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Παναγιώτης Χατζηπαναγιώτης, ανέγνωσε την από 2-1-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 576§1 Κ.Πολ.Δ., αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Στην προκειμένη περίπτωση από την με ημερομηνία 18.12.2013 κλήση της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", προκύπτει ότι η συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 1551/2011 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, επισπεύδεται από αυτήν και ορίστηκε δικάσιμος προς τούτο εκείνη που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Η επισπεύδουσα, όμως, αναιρεσείουσα δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε υπέβαλε την από το άρθρο 242§2 Κ.Πολ.Δ. δήλωση μη παράστασης στο ακροατήριο.

Συνεπώς, πρέπει, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 § 1 Κ.Πολ.Δ., το Δικαστήριο τούτο να συζητήσει την υπόθεση σαν να ήταν παρούσα και η αναιρεσείουσα.

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 61, 65, 67, 68 και 70 ΑΚ συνάγεται ότι για να υποχρεωθεί το νομικό πρόσωπο από δικαιοπραξία πρέπει αυτή να έχει συναφθεί είτε από το όργανο που το διοικεί, το οποίο να ενεργεί μέσα στα όρια της εξουσίας του, κατά τους όρους της συστατικής πράξης ή του καταστατικού του, είτε από φυσικό πρόσωπο, στο οποίο παρέσχε σχετική εξουσία το όργανο που διοικεί το νομικό πρόσωπο.

Δικαιοπραξία που έχει καταρτισθεί επ' ονόματι νομικού προσώπου από φυσικό πρόσωπο το οποίο δεν έχει εξουσία εκπροσώπησής του δεν το δεσμεύει. Ειδικότερα η ανώνυμη εταιρία, η οποία είναι νομικό πρόσωπο, εκπροσωπείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 18 και 22 του κωδ. Νόμου 2190/1920, από το διοικητικό της συμβούλιο το οποίο ενεργεί συλλογικώς, μπορεί όμως, εφόσον τούτο ορίζεται στο καταστατικό, να ανατεθεί ευθέως από αυτό ή δια του διοικητικού της συμβουλίου, η εκπροσώπησή της σε ένα ή περισσότερα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ή στους διευθυντές της ή άλλα πρόσωπα ή και σε τρίτο (AΠ 462/2010, ΑΠ 461/2010).

Από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις, συνδυαζόμενες προς αυτές των άρθρων 118, 216§1α, 224 Κ.Πολ.Δ, συνάγεται ότι σε αγωγή κατά νομικού προσώπου, η οποία έχει ως αντικείμενο την εκπλήρωση συμβατικής υποχρέωσης αναληφθείσας από αυτό, αλλά και σε ένσταση ή αντένσταση, με τις οποίες γίνεται επίκληση τέτοιας σύμβασης, για τη θεμελίωση του περιεχόμενου σ' αυτές αυτοτελούς ισχυρισμού δεν απαιτείται να αναφέρονται και τα φυσικά πρόσωπα που εκπροσώπησαν το νομικό πρόσωπο κατά τη σύναψη της σύμβασης καθώς και τα στοιχεία της νόμιμης εκπροσώπησής του.

Αν όμως αμφισβητείται η σύναψη της σύμβασης ή το κύρος της, λόγω έλλειψης νόμιμης εκπροσώπησης του νομικού προσώπου, ο επικαλούμενος τη σύμβαση, πρέπει να καθορίσει με τις προτάσεις της πρώτης συζήτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ή αν πρόκειται για ένσταση ή αντένσταση, με την προσθήκη των προτάσεων, το πρόσωπο το οποίο, σύμφωνα με το νόμο ή το καταστατικό, εκπροσώπησε το νομικό πρόσωπο κατά την κατάρτισή της και δήλωσε κατά το νόμιμο τούτο τρόπο τη σχετική βούλησή του, το δε δικαστήριο να προσδιορίσει στην απόφασή του το φυσικό πρόσωπο από το οποίο εκπροσωπήθηκε το νομικό πρόσωπο καθώς και τον τρόπο κατά τον οποίο το πρόσωπο αυτό απέκτησε την εξουσία εκπροσώπησης, ώστε να καταστεί εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των ως άνω διατάξεων.

Εάν, όμως, δεν αμφισβητήθηκε το κύρος της σύμβασης, τέτοια υποχρέωση του δικαστηρίου δεν υπάρχει και δεν καθίσταται ανεπαρκής η αιτιολογία του στην περίπτωση που δεν παραθέσει σ' αυτήν τα προαναφερόμενα στοιχεία (AΠ 462/2010, ΑΠ 461/2010). Περαιτέρω, η συγκατάθεση του προσώπου που αφορά η δικαιοπραξία, το οποίο δεν έλαβε μέρος στην κατάρτισή της, είναι δυνατόν να παρασχεθεί και μετά την επιχείρησή της (έγκριση, ΑΚ 238).

Δύναται δε αυτή (έγκριση) να δοθεί ρητώς ή και σιωπηρώς και τότε μόνον απαιτείται η τήρηση τύπου, όταν και για την αντίστοιχη συναίνεση - δηλαδή εκείνη που παρέχεται πριν από τη δικαιοπραξία ή κατ' αυτήν - απαιτείται τέτοιος τύπος. Εφόσον λοιπόν, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στην αρχή της υπ' αριθμ. τρία λατινικό (ΙΙΙ) σκέψης της παρούσας, η σύμβαση μίσθωσης δεν υπόκειται σε τύπο, ούτε η παρεχόμενη γι' αυτήν (μίσθωση) έγκριση υπόκειται σε τύπο.

Εξάλλου, τα Ελληνικά Ταχυδρομεία "ΕΛΤΑ" είναι δημόσια επιχείρηση η οποία λειτουργεί με την μορφή ανώνυμης εταιρίας, η δε λήψη αποφάσεων και η κατάρτιση συμβάσεων ανήκει στην αρμοδιότητα του Διοικητικού Συμβουλίου της. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση γιατί δεν έχει καθόλου ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν, από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς, τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που είναι, κατά το νόμο, αναγκαία για την εφαρμογή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μην είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής του κανόνα αυτού του ουσιαστικού δικαίου.

Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης, κατά τη διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της απόφασης ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατά το άρθρο 561§1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, ότι με το από 21.1.2002 ιδιωτικό συμφωνητικό η ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία με τον διακριτικό τίτλο "ΔΙΟΝ Α.Β.Ε.Τ.Ε." εξεμίσθωσε στην ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΑ Α.Ε.", για το από 21.1.2002 μέχρι 20.1.2005 χρονικό διάστημα και αντί μηνιαίου μισθώματος 20.496 ευρώ, το παρακάτω περιγραφόμενο ακίνητο και ειδικότερα, από μία οικοπεδική έκταση επιφανείας 53.000 τ.μ., περίπου, που βρίσκεται στη Νέα Ευκαρπία Θεσσαλονίκης και επί της οδού ..., αριθμός 56, μετά των επ' αυτής διαιρετών κτιριακών εγκαταστάσεων, συνολικού εμβαδού 23.000 τ.μ.

περίπου, (εξεμίσθωσε) α) έναν αύλειο γηπεδικό χώρο, έκτασης 4.000 τ.μ., β) ένα ισόγειο κτιριακό χώρο, εμβαδού 3.020 τ.μ., γ) ένα ισόγειο χώρο γραφείων, εμβαδού 240 τ.μ. και δ) ένα χώρο γραφείων του πρώτου ορόφου, εμβαδού ομοίως 240 τ.μ., προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως κέντρο διαλογής της αναιρεσείουσας, αλλά και για κάθε χρήση που θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς της.

Ότι με το ίδιο παραπάνω συμφωνητικό η αναιρεσίβλητη εκμισθώτρια ανέλαβε να αποπερατώσει, μέσα σε χρονικό διάστημα δύο μηνών από τη σύναψη της σύμβασης και με δικές της δαπάνες, συγκεκριμένες οικοδομικές εργασίες για τη διαμόρφωση του αύλειου χώρου και των γραφείων. Ότι για τη σύναψη της εν λόγω μίσθωσης είχε προηγηθεί διακήρυξη της ήδη αναιρεσείουσας και η υπ' αριθμ. 1116/25.10.2001 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της, το οποίο ανέθεσε στον τομεάρχη της Γ.

Π. να την εκπροσωπήσει στην κατάρτιση της σύμβασης. Ότι οι χώροι που μισθώθηκαν αποτελούσαν μέρος ιδιαίτερου τμήματος του όλου συγκροτήματος, το οποίο είχε είσοδο από την οδό ... και στη μία πλευρά του συνόρευε με αγροτικό δρόμο. Ότι το τμήμα αυτό είχε αύλειο χώρο γύρω από το κτίριο που βρισκόταν κτισμένο σε αυτό, συνολικής έκτασης 7.343 τ.μ., από τον οποίο η ήδη αναιρεσείουσα μίσθωσε, κατά τα προαναφερόμενα, μόνο 4.000 τ.μ., και ισόγειο χώρο εμβαδού 3.429 τ.μ., από τον οποίο η αναιρεσείουσα είχε μισθώσει 3.020 τ.μ.

Ότι αμέσως μετά την υπογραφή της προαναφερόμενης σύμβασης μίσθωσης και πριν η εκμισθώτρια και ήδη αναιρεσίβλητη αρχίσει εργασίες διαχωρισμού των τμημάτων που έμειναν εκτός της μίσθωσης, οι τεχνικές υπηρεσίες της μισθώτριας και ήδη αναιρεσείουσας έκριναν ότι ο μισθωμένος αύλειος χώρος δεν επαρκούσε για την κίνηση και στάθμευση των οχημάτων της, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν και εβδομήντα (70) περίπου φορτηγά και γι' αυτό ζήτησαν από την αναιρεσίβλητη - εκμισθώτρια να μην προβεί στις εργασίες του διαχωρισμού, αλλά να της παραδώσει προς χρήση ολόκληρο τον αύλειο χώρο και το ισόγειο, με μίσθωμα ανάλογο του υπολοίπου, το οποίο υπολογίστηκε ανά τ.μ., χωριστά για την αυλή και χωριστά για το κτίριο, ενώ κατά τα λοιπά θα ίσχυαν οι όροι που είχαν συμφωνηθεί για το υπόλοιπο μίσθιο.

Για το κρίσιμο δε τούτο ζήτημα της παράδοσης στην αναιρεσείουσα μισθώτρια της χρήσης ολόκληρου του αύλειου χώρου και του ισογείου, με μίσθωμα ανάλογο του υπολοίπου εκμισθωθέντος χώρου, το οποίο μίσθωμα είχε υπολογιστεί ανά τ.μ., εκτίθεται επί λέξει στην πληττόμενη εφετειακή απόφαση ότι "Αναφέρθηκε μάλιστα ότι η παραχώρηση της χρήσης θα έπρεπε να γίνει δωρεάν για τους δύο πρώτους μήνες, διάστημα που υπολογίστηκε ότι απαιτούταν για να ληφθεί η σχετική απόφαση από το ΔΣ της εκκαλούσας για την κατάρτιση της σύμβασης και εγγράφως, ενώ οι διαπραγματεύσεις έγιναν μεταξύ του Χ.

Δ., μέλους του ΔΣ της εφεσίβλητης, του Διευθυντή Επιστολικού Τμήματος Θεσσαλονίκης της εκκαλούσας Γ., του Διευθύνοντος Συμβούλου της Κ. και του εντεταλμένου για την υπογραφή της σύμβασης Π., οι οποίοι ζητούσαν την παράδοση της χρήσης όλων των χώρων του μισθίου, με την υπόσχεση ότι θα επικύρωναν και εγγράφως τη σύμβαση μόλις θα διεκπεραίωναν τις εσωτερικές τυπικές διαδικασίες.

Αποδείχθηκε ακόμη ότι μόλις η εφεσίβλητη εκτέλεσε τις εργασίες βελτίωσης του μισθίου που είχαν προβλεφθεί από το παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό, η εκκαλούσα εγκαταστάθηκε στο χώρο και έκανε πλήρη χρήση αυτού, χωρίς να εμποδιστεί από κανέναν, γεγονός που, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, αποδεικνύει ότι παρά την έλλειψη απόφασης εκ μέρους του ΔΣ της εκκαλούσας, η διοίκηση της τελευταίας γνώριζε και ενέκρινε την άτυπη σύμβαση μισθώσεως.

Εξάλλου με εντολή της εκκαλούσας και με δαπάνες της, η εταιρία "Αφοι Δ. Ο.Ε.", των ιδίων συμφερόντων με την εφεσίβλητη "ΔΙΟΝ Α.Ε.", ασφαλτόστρωσε όλο τον αύλειο χώρο, δηλαδή και το τμήμα των 3.343 τ.μ., είναι δε χαρακτηριστικό ότι την έγκριση του κόστους αυτής της εργασίας (15.043,50 ευρώ) ζήτησε ο Διευθυντής Επιστολικού Δ.

Γ. μόλις στις 29.11.2004, ενώ η εργασία είχε εκτελεστεί ήδη από τον Φεβρουάριο του 2002, στην εργολάβο όμως εταιρία είχε καταβληθεί μόνο η αμοιβή για τα 3.800 τ.μ. του αύλειου χώρου που περιλαμβάνονταν στην έγγραφη μίσθωση. Τούτο προκύπτει τόσο από τις καταθέσεις των μαρτύρων, που αναφέρουν ότι όλες οι εργασίες είχαν αποπερατωθεί στις αρχές του 2002, όσο και από το γεγονός ότι για την εργασία αυτή δεν προκηρύχθηκε μειοδοτικός διαγωνισμός, αλλά ανατέθηκε στην ίδια μειοδότρια εργολάβο και με την ίδια τιμή έργου ανά τ.μ.

Στο μεταξύ με μεγάλη καθυστέρηση, στις 30.6.2004, το Δ.Σ. της εκκαλούσας έλαβε την απόφαση για τη μίσθωση των παραπάνω χώρων και την κατάρτιση έγγραφης σύμβασης από την 1.4.2004, γεγονός που αποδεικνύει ότι η εκκαλούσα έκανε χρήση των χώρων του μισθίου, ατύπως, και πριν καταρτισθεί η σύμβαση, η οποία υπογράφηκε στις 19.10.2004.

Και τούτο επειδή μεταξύ των δύο συμβάσεων η κατάσταση στο μίσθιο παρέμεινε αμετάβλητη. Μάλιστα, με τον όρο δυο του ταυθήμερου ιδιωτικού συμφωνητικού, οι συμβαλλόμενοι υπολογίζουν το μίσθωμα αναπροσαρμοσμένο από το αρχικό ποσό των 3.782,90 ευρώ στο οποίο προσθέτουν την από 234,47 ευρώ αύξηση, γεγονός που υποδηλώνει την ύπαρξη μισθώσεως κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα, διότι διαφορετικά θέμα αυξήσεως δεν θα ετίθετο.

Αντίθετο συμπέρασμα δεν συνάγεται από το έγγραφο παράδοσης παραλαβής του μισθίου, όπου γίνεται αναφορά σε οφειλή από είκοσι έξι μισθώματα που αφορούν την υπηρεσία ταχυμεταφορών και τη χρήση επιπλέον χώρου, καθώς σε κάθε περίπτωση συμβαλλόμενη ήταν η εκκαλούσα, η οποία μπορούσε κατά το συμφωνητικό να διαθέσει τους χώρους του μισθίου για την επίτευξη των σκοπών της, αλλά επιβεβαιώνεται η ύπαρξη της οφειλής".

Με βάση δε τα ως άνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα το Εφετείο έκρινε ότι η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα (ΕΛΤΑ Α.Ε.) είχε καταρτίσει με την εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη (ΔΙΟΝ Α.Β.Ε.Τ.Ε.) έγκυρη αλλά άτυπη σύμβαση μίσθωσης - η οποία αργότερα περιεβλήθη και τον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου - σε εκτέλεση της οποίας έκανε χρήση και των χώρων του μισθίου που δεν περιλαμβάνονταν στην αρχική έγγραφη σύμβαση, ήτοι αύλειου χώρου 3.343 τ.μ.

και ισόγειου κτιριακού χώρου 409 τ.μ., και όφειλε εκ του λόγου τούτου για την χρήση και των χώρων αυτών τα μισθώματα του χρονικού διαστήματος από 21.1.2002 μέχρι και 31.3.2004, συνολικού ποσού 99.616,36 ευρώ, ήτοι είκοσι έξι μηνών και δέκα ημερών προς 3.782,90 ευρώ μηνιαίως. Κατόπιν δε τούτων απέρριψε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους της ήδη αναιρεσείουσας και επικύρωσε την υπ' αριθμ. 12813/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που είχε κρίνει ομοίως και είχε κάνει δεκτή την σχετική από 29.10.2007 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 51253/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης εταιρίας.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αναφορικά με τα κρίσιμα ζητήματα α) της κατάρτισης άτυπης σύμβασης μίσθωσης μεταξύ των διαδίκων, η οποία αφορούσε τον προαναφερόμενο αύλειο χώρο των 3.343 τ.μ. και τον ισόγειο κτιριακό χώρο των 409 τ.μ., β) του ότι η κατάρτιση της εν λόγω άτυπης σύμβασης τελούσε σε γνώση του Δ.Σ.

της αναιρεσείουσας, αφού στις διαπραγματεύσεις για την κατάρτισή της μετείχαν ο Διευθύνων Σύμβουλος αυτής Κ., ο εντεταλμένος για την υπογραφή και της αρχικής έγγραφης σύμβασης μίσθωσης τομεάρχης Γ. Π. και ο Διευθυντής του Επιστολικού Τμήματος Θεσσαλονίκης Γ., μη όντος νοητού, κατά τα κρατούντα στις συναλλαγές, να μετέχει των διαπραγματεύσεων για την κατάρτιση της σύμβασης ο Διευθύνων Σύμβουλος της αναιρεσείουσας και να εμφανίζεται το ΔΣ αυτής ότι αγνοεί τις ενέργειές του, ισχυριζόμενο επιπλέον ότι αυτός δεν είχε εξουσία εκπροσωπήσής της (αναιρεσείουσας) και γ) της έγκρισης της σύμβασης αυτής από το ΔΣ της αναιρεσείουσας.

Εμπεριέχεται δε η κρίση του εφετείου γι' αυτήν (έγκριση), α) ρητώς, στην παραδοχή ότι η αναιρεσείουσα έκανε ακωλύτως πλήρη χρήση των επίμαχων χώρων, πράγμα που κατά την απόφαση σημαίνει ότι το ΔΣ της αναιρεσείουσας τελούσε σε γνώση της άτυπης σύμβασης μίσθωσης, την οποία και ενέκρινε και β) εμμέσως πλην σαφώς, στην παραδοχή της εφετειακής απόφασης, ότι η επίμαχη άτυπη σύμβαση περιεβλήθη τον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου στις 19.10.2004 και συμφωνήθηκε για τη χρήση των χώρων αυτών μίσθωμα αυξημένο έναντι του αρχικού των 3.782,90 ευρώ κατά 234,47 ευρώ, πράγμα (αύξηση μισθώματος) που δεν θα συνέβαινε αν δεν υφίστατο μίσθωση και αν, κατά λογική ακολουθία, δεν ήταν αυτή σε γνώση του ΔΣ της αναιρεσείουσας, το οποίο και την ενέκρινε.

Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην εφετειακή απόφαση η επί του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. στηριζόμενη πλημμέλεια της ανεπαρκούς και ασαφούς αιτιολογίας ως προς τα προαναφερόμενα ζητήματα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΙΙΙ. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων του ΑΚ α) 361, που καθιερώνει την αυτονομία της ιδιωτικής βούλησης και την αρχή της ελευθερίας των συμβαλλομένων προς κατάρτιση των συμβάσεων, β) 158, με το οποίο καθιερώνεται η αρχή του ατύπου των δικαιοπραξιών και γ) 159, κατά το οποίο συνέπεια της μη τήρησης του τύπου είναι η ακυρότητα της δικαιοπραξίας, αν δεν υπάρχει άλλη ρύθμιση στο νόμο, σαφώς συνάγεται ότι η σύμβαση μίσθωσης, ελλείψει ρητής διάταξης, δεν υπόκειται σε τύπο είτε το μίσθιο είναι κινητό, είτε είναι ακίνητο.

Οι συμβαλλόμενοι, όμως, μπορούν να συμφωνήσουν ότι η σύμβαση θα περιβληθεί ορισμένο τύπο με ποινή ακυρότητας αυτής, οπότε ο τύπος καθίσταται συστατικός και αν δεν τηρηθεί επιφέρει ακυρότητα της σύμβασης, εκτός αν από το περιεχόμενό της προκύπτει το αντίθετο και συγκεκριμένα ότι ο τύπος ορίσθηκε όχι ως συστατικός, αλλά ως αποδεικτικός, πράγμα που είναι το συνηθισμένο και που σε περίπτωση αμφιβολίας πρέπει να γίνεται δεκτό.

Αυτή όμως η ακυρότητα αφενός μεν δεν λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη και αφετέρου θεραπεύεται αν η δικαιοπραξία εκπληρωθεί εν γνώσει της έλλειψης του τύπου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην έννοια των "πραγμάτων", για τα οποία γίνεται αναφορά στην παραπάνω διάταξη, περιλαμβάνονται και οι λόγοι έφεσης, των οποίων η λήψη υπόψη και παραδοχή θα είχε ως συνέπεια την κατά το άρθρο 535§1 του Κ.Πολ.Δ. εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 12813/2010 οριστική απόφασή του, έκανε δεκτή κατά την κύρια βάση της την από 29.10.2007 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 51253/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας "ΔΙΟΝ Α.Β.Ε.Τ.Ε." και υποχρέωσε την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΑ Α.Ε." (ΕΛΤΑ Α.Ε.) να καταβάλει σ' αυτήν το ποσό των 99.616,36 ευρώ, το οποίο, κατά τις παραδοχές της, απαρτιζόταν από μισθώματα της χρονικής περιόδου από 21.1.2002 μέχρι 1.4.2004, που οφείλονταν για την χρήση από την αναιρεσείουσα των μνημονευομένων στην αγωγή και την απόφαση ακινήτων της ενάγουσας, τα οποία είχαν εκμισθωθεί από αυτήν στην εναγόμενη με άτυπη (προφορική) σύμβαση μίσθωσης και τα οποία αποτελούσαν συνεχόμενο τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου της, μέρος του οποίου είχε εκμισθωθεί από την ενάγουσα στην εναγόμενη με προηγούμενη μίσθωση, που είχε καταρτισθεί με το από 21.1.2002 ιδιωτικό συμφωνητικό.

Προς απόκρουση της ως άνω αγωγής η ήδη αναιρεσείουσα είχε υποβάλλει πρωτοδίκως τον περιεχόμενο στις νομότυπα και εμπρόθεσμα κατατεθείσες προτάσεις της ισχυρισμό - για την οποία κατάθεση προτάσεων έγινε λόγος στα πρακτικά - ότι η φερόμενη με την αγωγή ως ατύπως καταρτισθείσα σύμβαση μίσθωσης είναι άκυρη, διότι αυτή δεν καταρτίσθηκε εγγράφως και ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη γνώριζε ότι η επίμαχη σύμβαση μίσθωσης έπρεπε να καταρτισθεί εγγράφως (βλ.

αρχή 5ης σελίδας των από 26.11.2009 προτάσεων της ήδη αναιρεσίβλητης ενώπιον του Μονομ. Πρωτ. Θεσ/κης). Τον ισχυρισμό αυτό, ο οποίος εκτιμήθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και απορρίφθηκε, επανέφερε η ήδη αναιρεσείουσα με τον αποτελούντα παράπονο για κακή εκτίμηση των αποδείξεων πρώτο λόγο της από 11.5.2010 έφεσης που άσκησε κατά της παραπάνω απόφασης (βλ.

εν τέλει 3ης σελίδας της έφεσης).

Συνεπώς, δεν υπήρξε εκ μέρους της εναγόμενης - αναιρεσείουσας επίκληση συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων ότι η επίμαχη μίσθωση έπρεπε να καταρτισθεί εγγράφως. Επίκληση τέτοιας συμφωνίας, και δη εμμέσως καταρτισθείσας, γίνεται για πρώτη φορά με τις από 13.5.2011 προτάσεις αυτής (σελ. 9 και 10), που κατατέθηκαν κατά την ημερομηνία αυτή, δηλαδή πριν τη συζήτηση της έφεσης, που έλαβε χώρα στις 16.5.2011. Το Εφετείο, κρίνοντας με την πληττόμενη απόφασή του ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή και απορρίπτοντας τους σχετικούς με την κακή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο λόγους της έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας, δεχόμενο ότι καταρτίσθηκε έγκυρη αλλά άτυπη σύμβαση μίσθωσης, εκ του πράγματος έλαβε υπόψη και απέρριψε και το λόγο της έφεσης, με τον οποίο η εναγόμενη παραπονέθηκε για εσφαλμένη απόρριψη του περί ακυρότητας της επίμαχης σύμβασης μίσθωσης ισχυρισμού της λόγω μη έγγραφης κατάρτισης αυτής. Κατά συνέπεια ο κατά την προσήκουσα εκτίμηση του όλου περιεχομένου του επί του αριθμού 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. στηριζόμενος δεύτερος λόγος της αναίρεσης (και όχι και επί του αριθμού 19), με τον οποίο προσάπτεται στην εφετειακή απόφαση η πλημμέλεια ότι ο ανωτέρω περί ακυρότητας της επίμαχης σύμβασης ισχυρισμός της εναγόμενης δεν λήφθηκε υπόψη, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

IV. Κατόπιν πάντων των προαναφερομένων και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει α) να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και β) να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της έχουσας καταθέσει και προτάσεις αναιρεσίβλητης (άρθρ. 106, 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30.11.2011 και με αριθμό κατάθεσης 312/2011 αίτηση αναίρεσης της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών υπ' αριθμ. 1551/2011 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 3η Ιουλίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 10η Ιουλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ