Supreme Court dismisses appeal on ground that lower court properly considered all evidence including prior criminal judgments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision regarding a property sale contract. The appellant argued the lower court failed to consider seven specific prior criminal judgments proving fraud and perjury by the original plaintiff. The court ruled that the lower court explicitly stated it considered all submitted documents and the criminal case files without needing separate evaluation. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 140, 141, and 147 of the Civil Code; The court must consider all evidence lawfully presented by the parties, and a general reference to the types of evidence considered suffices to establish that all evidence was duly taken into account.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1557 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1557/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομέ-νου του Αντιπροέδρου), Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας:Χ1, συζ. Π, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ασημακόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1, κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Στρούζα και 2. Ψ2, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Προκοπίου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-7-1993 αγωγή του αρχικού διαδίκου Φ, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6956/1994 μη οριστική, 6411/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8980/2006 μη οριστική, 2608/2008 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των εφετειακών αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-1-2009 αίτησή της και με τους από 11-2-2010 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 9-3-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 140 ΑΚ, "αν κάποιος καταρτίζει δικαιοπραξία και η δήλωσή του δεν συμφωνεί, από ουσιώδη πλάνη, με τη βούλησή του, έχει δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας", κατά δε τη διάταξη τον άρθρου 141 του ίδιου Κώδικα, "η πλάνη είναι ουσιώδης όταν αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για, την όλη δικαιοπραξία, ώστε, αν το πρόσωπο γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα επιχειρούσε τη δικαιοπραξία".
Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η πλάνη κατά τη δήλωση βουλήσεως, ήτοι η διάσταση μεταξύ δηλώσεως και βουλήσεως, συνεπεία εσφαλμένης γνώσεως από τον δηλούντα της απαιτούμενης για τον προσδιορισμό της βουλήσεως πραγματικής καταστάσεως, η οποία (πλάνη) μπορεί να είναι και αποτέλεσμα απάτης (άρθρο 147 ΑΚ), παρέχει στον πλανηθέντα το δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας, όταν είναι ουσιώδης.
Η πλάνη αυτή μπορεί να αφορά ακόμη και στο περιεχόμενο της δηλώσεως, έστω και αν έχει σχέση με το δίκαιο, δηλαδή με το είδος της δικαιοπραξίας ή τη νομική ενέργεια κάποιου όρου ή με τις έννομες συνέπειες της δηλώσεως. Από δε τη διάταξη του άρθρου 147 ΑΚ, προκύπτει ότι, απάτη αποτελεί κάθε από πρόθεση συμπεριφορά πού τείνει να παράγει, ενισχύσει ή διατηρήσει σε άλλον εσφαλμένη αντίληψη ή εντύπωση, με σκοπό να προκαλέσει απόφασή του.
Για την ακύρωση δε της δικαιοπραξίας λόγω απάτης προσαπαιτείται δόλια προαίρεση του μετελθόντος την απάτη, χωρίς την οποία ο απατηθείς δεν θα προέβαινε στη δήλωση της βουλήσεως του, όπως αυτή διατυπώθηκε στη δικαιοπραξία, δεν έχει δε σημασία αν η παραχθείσα πλάνη είναι συγγνωστή ή όχι, ουσιώδης ή επουσιώδης, καθώς και αν αυτή αφορά τα παραγωγικά αίτια της βουλήσεως, αρκεί να υπάρχει αυτή κατά το χρόνο της δηλώσεως της βουλήσεως του απατηθέντος.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 513 ΑΚ, με τη σύμβαση της πώλησης ο πωλητής έχει την υποχρέωση να μεταβιβάσει την κυριότητα του πράγματος ή το δικαίωμα, που αποτελούν το αντικείμενο της πώλησης και να παραδώσει το πράγμα, ο δε αγοραστής έχει την υποχρέωση να πληρώσει το τίμημα που συμφωνήθηκε. Καμία επιρροή όμως δεν ασκεί επί του κύρους της καταρτισμένης σύμβασης πωλήσεως το αν ο αγοραστής κατέβαλε πράγματι και με ποιο τρόπο το συμφωνημένο τίμημα, αφού αυτό μπορεί να χαριστεί ή να εξοφληθεί με δόση αντί καταβολής ή μπορεί η σχετική αξίωση να αποσβεσθεί με παραγραφή ή κατ' άλλο τρόπο.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Κατά δε το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ. 24/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, αναφορικά με την ένδικη από 29-7-1993 αγωγή του αρχικώς ενάγοντος, με την οποία ζητούσε να ακυρωθούν λόγω απάτης οι αναφερόμενες συμβάσεις πωλήσεως, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: Ο αρχικώς ενάγων Φ, ο οποίος πέθανε κατά τη διάρκεια της δίκης και στη δικονομική του θέση υπεισήλθε η αναιρεσείουσα κόρη του, η οποία συνεχίζει τη δίκη, και ο οποίος υπήρξε αξιωματικός της Ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας, αφού παραιτήθηκε κατά το έτος 1956, σε ηλικία 36 ετών περίπου, της θέσεώς του αναχώρησε στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, όπου έκτοτε εργάσθηκε ως τεχνικός αεροσκαφών της αεροπορικής εταιρείας ΡΑΝ ΑΜΕRΙCΑΝ.
Μετά τη συνταξιοδότησή του και την έκδοση διαζυγίου του στις Η.Π.Α. από την σύζυγο του ..., επανήλθε το έτος 1988 σε ώριμη ηλικία και συγκεκριμένα 70 ετών, στην Ελλάδα, με πρόθεση μόνιμης εγκατάστασής του. Στις 13-10-1989 αγόρασε ένα διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου της επί των οδών ... του Δήμου ..., πολυκατοικίας, αντί του αναφερομένου στο ...
συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Βύρωνα Αθανασίου Χριστόφορου Ευθυμίου, τιμήματος των 11.100.000 δραχμών. Κατά τον Μάϊο του έτους 1990, με την μεσολάβηση της κοινής γνωστής τους ..., γνωρίστηκε φιλικά με την αρχικώς εναγομένη ..., χήρα από δεύτερο γάμο με δύο ενήλικα τέκνα, ηλικίας 65 ετών περίπου και ανεπτύχθη, έκτοτε, μεταξύ τους αμοιβαία φιλία και συμπάθεια, η οποία κατέληξε σε γάμο, που τελέσθηκε στις ΗΠΑ στο τέλος του ιδίου έτους.
Η σύζυγος του, ολίγον προ του γάμου τους εζήτησε από τον ενάγοντα να της μεταβιβάσει το παραπάνω διαμέρισμα του, ως εκδήλωση και απόδειξη της αγάπης του. Ο ενάγων στη συνέχεια, δέχθηκε να ικανοποιήσει την επιθυμία της εναγομένης και για τον σκοπό αυτό επισκέφθηκαν το δικηγόρο Ιωάννη Μαλικέντζο, προκειμένου αυτός να προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την ανωτέρω μεταβίβαση.
Κατά τις συναντήσεις των διαδίκων με τον προαναφερόμενο δικηγόρο στο γραφείο του τελευταίου επελέγη η λύση να καταρτισθούν δυο συμβόλαια, και όχι ένα, με αναγραφόμενη αντικειμενική αξία των 5.000.000 δραχμών, γεγονός που καθιστούσε μη αναγκαία την παράσταση των συμβαλλομένων με δικηγόρο. Στη συνέχεια, αφού έγιναν όλες οι προπαρασκευαστικές ενέργειες, οι διάδικοι προσήλθαν στο συμβολαιογράφο Αθηνών Θεόφιλο Σκληρό, ο οποίος είχε προβεί στη σύνταξη των ...
και ... συμβολαίων, τα οποία αναγνώσθηκαν στους συμβαλλόμενους διαδίκους, οι οποίοι στην συνέχεια τα υπέγραψαν ανά φύλλο και έλαβαν αντίγραφα, αφού προηγουμένως συμπληρώθηκαν με χειρόγραφες προσθήκες, που επίσης αναγνώσθηκαν και υπογράφηκαν, διάφορα στοιχεία και συγκεκριμένα το ποσό καταβληθέντος φόρου και ο αριθμός διπλοτύπου, αριθμός πιστοποιητικού, ποσό τελών και δικαιωμάτων του συντάξαντος συμβολαιογράφου, τίμημα και τρόπος καταβολής του, μερικές λέξεις, που έλλειπαν, ο αριθμός διαβατηρίου του ενάγοντος και στο δεύτερο συμβόλαιο οι λέξεις "παρακράτηση επικαρπίας εφ' όρου ζωής", και στο κείμενό τους αναγράφηκε, ότι, το τίμημα είχε ήδη καταβληθεί στον ενάγοντα πριν την υπογραφή τους.
Συγκεκριμένα, με το ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Θεόφιλου Σκληρού, ο ενάγων μεταβίβασε στην εναγομένη το ήμισυ εξ αδιαιρέτου του ανωτέρω διαμερίσματος, της αποθήκης του και του χώρου σταθμεύσεως, αντί του τιμήματος των 4.000.000 δρχ. και με το ... συμβόλαιο το έτερον ήμισυ εξ αδιαιρέτου, με παρακράτηση της επικαρπίας εφ' όρου ζωής τούτου (ενάγοντος).
Στην πραγματικότητα, όμως, ουδέποτε καταβλήθηκε οποιοδήποτε ποσό ως τίμημα για τις επίδικες αγοραπωλησίες. Εξ άλλου, η ίδια η εναγομένη στα κατά καιρούς υποβληθέντα δικόγραφα-απολογητικά της υπομνήματα και ένορκες καταθέσεις ενώπιον Δικαστηρίων, είτε αποφεύγει να δηλώσει επακριβώς το τίμημα, που δήθεν κατέβαλε στον ενάγοντα, είτε το δηλώνει μνημονεύοντας εντελώς διαφορετικά ποσά.
Έτσι, στις από 10-2-1994 προτάσεις της, που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κάνει λόγο για 10.000.000 δρχ. και στη συνέχεια στην από 16-3-1994 ένορκη εξέτασή της ενώπιον του Πταισματοδίκη Αθηνών για 4.000.000 δρχ. και για 1.000.000 δρχ. και 1.500 ευρώ, που δόθηκαν εκ των υστέρων, κατά την αυτοπρόσωπη εμφάνισή της μάλιστα στο συμβούλιο Εφετών Αθηνών το έτος 1995, για 10.500.000 δρχ.
στις 25-6-1996 απολογούμενη ενώπιον Ποινικού Δικαστηρίου με την κατηγορία της πλαστογραφίας, για 14.800.000 δρχ. ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών στις 5-6-2000 για 22.000.000 δρχ., ενώ ο ... στην από 23-10-1995 ένορκη εξέτασή του ενώπιον του πταισματοδίκη δηλώνει ότι το καταβληθέν τίμημα, όπως πληροφορήθηκε από την εναγομένη, ανήλθε σε 30.000.000 δρχ.
Εξάλλου, η ανωτέρω παραδοχή ενισχύεται και από το γεγονός, ότι η εναγομένη ουδέποτε προσκόμισε ενώπιον των ανωτέρω δικαστηρίων αλλά ούτε και στο πλαίσιο της εξεταζόμενης υπόθεσης αντίγραφα της κίνησης των τραπεζικών της λογαριασμών, από τα οποία θα προέκυπτε η ανάληψη σημαντικών χρηματικών ποσών, τα οποία, συμποσούμενα, θα συνέπιπταν με το δηλωθέν στα ένδικα συμβόλαια τίμημα.
Ο ενάγων, κατά τη διάρκεια της δικαστικής διαμάχης, όπως και με την ένδικη αγωγή του ισχυρίσθηκε, ότι η επιθυμία του εξ αρχής ήταν να μεταβιβάσει στην εναγόμενη το 1/2 εξ αδιαιρέτου των παραπάνω οριζοντίων ιδιοκτησιών, λόγω δωρεάς και ότι εξαπατήθηκε από αυτήν αλλά και το δικηγόρο Ιωάννη Μαλικέντζο με αποτέλεσμα, όταν υπέγραφε τα επίδικα συμβόλαια να βρίσκεται σε πλάνη ως προς το ακριβές περιεχόμενο και τις έννομες συνέπειές τους και ότι αυτό το πληροφορήθηκε για πρώτη φορά στις αρχές Σεπτεμβρίου του επόμενου έτους δηλαδή του έτους 1991, δηλαδή σε χρόνο, που οι σχέσεις τους είχαν ήδη διαταραχθεί, οπότε και έλαβε αντίγραφα αυτών.
Προς απόδειξη δε των αγωγικών ισχυρισμών επικαλείται την μαρτυρία διαφόρων προσώπων μεταξύ των οποίων και της ... και ..., υπαλλήλου της εταιρίας, που του είχε πωλήσει το διαμέρισμα το έτος 1989, οι οποίοι επιβεβαιώνουν, ότι αυτός τους είχε ανακοινώσει, ότι δώρησε στην εναγομένη το μισό σπίτι, όπως χαρακτηριστικά καταθέτουν και μάλιστα η πρώτη, ότι του είχε εκφράσει τις αντιρρήσεις της και ότι εξεπλάγη εκ των υστέρων, όταν διαπίστωσε τι είχε συμβεί.
Η μαρτυρία αυτή δεν είναι αξιόπιστη, ως προς το δεύτερο σκέλος της κατά πρώτον λόγον λόγω της σχέσης τους με τον ενάγοντα και της κατάθεσης αυτού ως μάρτυρα σε δικαστική διαφορά του δεύτερου με την σύζυγό του και υπέρ αυτού και κατά δεύτερο, διότι έρχεται σε άμεση και ευθεία αντίφαση με όσα βεβαιώνουν ο Μαλικέντζος και η υπάλληλός του.
Αντίθετα οι λοιποί εξετασθέντες μάρτυρες αμφοτέρων των πλευρών, με εξαίρεση τον δικηγόρο Μαλικέντζο, δεν έχουν άμεση γνώση των αποδεικτέων, καθώς δεν ήταν παρόντες κατά την υπογραφή των προαναφερθέντων συμβολαίων, και όσα κατέθεσαν τα πληροφορήθηκαν σε μεταγενέστερο χρόνο από τους ίδιους τους αρχικούς διαδίκους.
Επιπρόσθετα και στην περίπτωση που γινόταν δεκτό, ότι, η εναγομένη οδήγησε τον ενάγοντα μαζί με το δικηγόρο της στο ως άνω συμβολαιογράφο, έχοντας πείσει αυτόν ότι επρόκειτο να καταρτισθεί δωρεά του 1/ 2 εξ αδιαιρέτου, τούτο αντιστρατεύεται κάθε έννοια της λογικής, ώστε αυτός να μην αντιλήφθηκε κατά την υπογραφή των συμβολαίων, ότι επρόκειτο για δύο και όχι ένα συμβόλαιο, με διαφορετικούς μάλιστα αριθμούς, καθώς και την αιτία της μεταβίβασης, που αναγραφόταν με πηχιαίους τίτλους στην πρώτη σελίδα τους, ακόμη και αν δεν ήταν συγκεντρωμένος σε αυτά που άκουσε και στη συνέχεια υπέγραψε.
Ο ίδιος μάλιστα ο συντάξας τα ένδικα συμβόλαια συμβολαιογράφος, ο οποίος σημειωτέον ουδέποτε καταμηνύθηκε από τον ενάγοντα για παράβαση καθήκοντος, όπως θα ήταν λογικώς αναμενόμενο με βάση τους ισχυρισμούς του, έχει δηλώσει, ότι τα συμβόλαια αναγνώσθηκαν πριν την υπογραφή τους παρουσία του ενάγοντος αργά και καθαρά και στη συνέχεια υπογράφηκαν.
Συνεχίζει δε το Εφετείο, ότι, ακόμη και αν αυτό δεν ήθελε τυχόν θεωρηθεί ως απολύτως ακριβές "και τα συμβόλαια να αναγνώσθηκαν επί τροχάδην, ακόμη, γεγονός, το οποίο και αν κατά πιθανολόγηση ήθελε γίνει δεκτό ότι συνέβη, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής ότι, δεν άκουσε, ούτε διάβασε, ότι καταρτιζόταν πώληση και όχι δωρεά και δεν μπορούσε να καταλάβει και διακρίνει την διαφορά μεταξύ των απλούστατων και χρησιμοποιούμενων και στην καθομιλουμένη νομικών όρων πώλησης και δωρεάς και να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του.
Εξάλλου, όπως εκτίθεται και ανωτέρω, ο ενάγων εγκατέλειψε την Ελλάδα στην ηλικία των 35 περίπου ετών και μετά θητεία, ως αξιωματικού στην ελληνική Πολεμική Αεροπορία, γεγονός, που ουδέν άλλο δείχνει παρά μόνον ότι γνώριζε, μιλούσε και κατανοούσε άριστα την Ελληνική γλώσσα. Όπως δε, ο ίδιος είχε δεχθεί, αλλά έχει προκύψει και από τις καταθέσεις των μαρτύρων του, που εξετάσθηκαν στα πλαίσια της παρούσας δίκης αλλά και της ποινικής σχηματισθείσας δικογραφίας, αυτός δεν διέκοψε την επαφή του με την Ελλάδα, αλλά επισκέπτονταν την χώρα άπαξ του έτους ή της διετίας και δεν αποξενώθηκε της ομιλίας και κατανοήσεως της ελληνικής γλώσσας.
Η επαγγελματική του σταδιοδρομία και ο κοινωνικός του βίος, όπως περιγράφονται από τον ίδιο, υπήρξαν αξιόλογοι, καθόσον αυτός είχε την προεκτιθέμενη επαγγελματική του σταδιοδρομία, που δείχνει άτομο όχι μειωμένων πνευματικών ικανοτήτων, αλλά αντιθέτως τοιούτο, που έχει πνευματικές ικανότητες πολύ μεγαλύτερες του μέσου όρου.
Συνεπώς αυτός μπορούσε ευχερώς να αντιληφθεί την έννοια αλλά και την διαφορά μεταξύ των απλούστατων όρων "πώληση" και "δωρεά". Από τα εκτιθέμενα, όμως πιο πάνω προκύπτει ότι, από ίδια αντίληψη και ιδιαίτερα και αυτήν του δικηγόρου Ιωάννη Μαλικέντζου, αποδεικνύεται, ότι, ο ενάγων επισκέφθηκε το γραφείο του, ομιλούσε και κατανοούσε πολύ καλά τα ελληνικά και ότι είπε ότι επιθυμεί να πωλήσει το ως άνω διαμέρισμα στην εναγομένη και ότι ενδιαφερόταν να μην επιβαρυνθεί με δαπάνες φόρου μεταβιβάσεως και παραστάσεις δικηγόρου και γι' αυτό το λόγο επελέγη η μέθοδος της καταρτίσεως δύο συμβολαίων, ώστε ενόψει του αναφερομένου στο καθένα από αυτά ύψους του τιμήματος να μην είναι υποχρεωτική η παράσταση Δικηγόρου.
Έτσι, οι αρχικώς διάδικοι προσήλθαν και υπέγραψαν τα ανωτέρω συμβόλαια τελώντας σε πλήρη γνώση ότι καταρτιζόταν μεταβίβαση, λόγω πώλησης και όχι λόγω δωρεάς". Καταλήγει δε το Εφετείο "ότι δεν αποδείχθηκε εξαπάτηση και παραπλάνηση του αρχικώς ενάγοντος ως προς το περιεχόμενο, την αιτία και τις έννομες συνέπειες των ένδικων μεταβιβάσεων".
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε, ότι οι αρχικώς διάδικοι προσήλθαν και υπέγραψαν τα προαναφερόμενα συμβόλαια αγοραπωλησίας, τελώντας σε πλήρη γνώση, ότι καταρτιζόταν μεταβίβαση λόγω πώλησης και όχι λόγω δωρεάς και ότι δεν αποδείχθηκε εξαπάτηση και παραπλάνηση του αρχικώς ενάγοντος ως προς το περιεχόμενο, την αιτία και τις έννομες συνέπειες των ένδικων μεταβιβάσεων και κατόπιν τούτου απέρριψε την αγωγή, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που έκρινε όμοια και απέρριψε την έφεση.
Με αυτά που δέχθηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 140, 147, 154 και 513 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της μη εξαπάτησης και παραπλάνησης του αρχικώς ενάγοντος εκ μέρους της αρχικώς εναγομένης,η οποία επίσης πέθανε κατά τη διάρκεια της δίκης και την τελευταία συνεχίζουν οι ήδη αναιρεσίβλητοι, μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, ως προς το περιεχόμενο και τις έννομες συνέπειες των ένδικων μεταβιβάσεων λόγω πωλήσεως και όχι λόγω δωρεάς, αντί συμφωνηθέντος τιμήματος 4.000.000 δραχμών, έστω και αν το τίμημα τελικά δεν καταβλήθηκε, ενώ δεν υφίσταται αντίφαση με την παραδοχή του Εφετείου, ότι η αρχική εναγομένη ζήτησε από τον αρχικώς ενάγοντα να της μεταβιβάσει το αναφερόμενο στην απόφαση διαμέρισμα, ως εκδήλωση και απόδειξη της αγάπης του και της παραδοχής, ότι οι διάδικοι συμβαλλόμενοι τελούσαν σε πλήρη γνώση, ότι καταρτιζόταν μεταβίβαση λόγω πώλησης και όχι λόγω δωρεάς.
Οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, που εφάρμοσε. Επομένως, οι συναφείς τρίτος και έκτος λόγοι της κύριας αναίρεσης από τους αριθμούς 1, 19 και από τον αριθμό 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Επειδή, με τους συναφείς πρώτο και δεύτερο λόγους της αναίρεσης η αναιρεσείουσα προβάλλει την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, διότι δέχτηκε ότι <<οι λοιποί εξετασθέντες μάρτυρες αμφοτέρων των πλευρών, με εξαίρεση το μάρτυρα της εναγόμενης δικηγόρο Μαλικέντζο, δεν έχουν άμεση γνώση των αποδεικτέων, καθώς δεν ήταν παρόντες κατά την υπογραφή των προαναφερθέντων συμβολαίων...>>, χωρίς να αναφέρει πού, πότε και σε ποιο αρμόδιο όργανο κατέθεσε ο ανωτέρω δικηγόρος Μικαλέντζος, και, περαιτέρω, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη <<και τα έγγραφα της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας>>, χωρίς να αναφέρει <<ποια από όλες τις ποινικές υποθέσεις έλαβε υπόψη του και κατέληξε στην απόρριψη της αγωγής>>.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως το περιεχόμενο της αναλυτικά ανωτέρω εκτέθηκε, προκύπτει, ότι το Εφετείο, μετά την εκτίμηση των αποδείξεων, κατέληξε στο πόρισμα ότι η αγωγή του αρχικώς ενάγοντος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, διότι δεν αποδείχθηκε η επικαλούμενη από αυτόν εξαπάτηση του από την αρχικώς εναγόμενη.
Επομένως, οι ανωτέρω λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στην απόφαση ανεπαρκείς αιτιολογίες, οι οποίες όμως αναφέρονται αποκλειστικά στην ανάλυση του εξαγόμενου από τις αποδείξεις ως άνω πορίσματος, το οποίο διατυπώνεται στην απόφαση αυτή σαφώς, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
Επειδή, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Ως εκ τούτου είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό που δεν είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους της αναίρεσης, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 8 και 9 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, αποδίδει στο Εφετείο τις αναιρετικές πλημμέλειες, ότι απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής, χωρίς να ερευνήσει τις επικουρικές βάσεις της αγωγής α') της απόδοσης αυτούσιου του διαμερίσματος λόγω αποζημίωσης εξαιτίας της αδικοπραξίας συνεπεία της απάτης και β') λόγω του αδικαιολογήτου πλουτισμού, τις οποίες έτσι άφησε αδίκαστες.
Όπως, όμως, προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, η τελευταία δεν επανέφερε νόμιμα και παραδεκτά τις ως άνω επικουρικές βάσεις, στο Εφετείο με ειδικό και συγκεκριμένολόγο έφεσης, μόνη δε η μνεία στο αναιρετήριο του ιστορικού και αιτητικού της ένδικης αγωγής δεν αρκεί για τη μεταβίβαση των εν λόγω επικουρικών βάσεων της αγωγής στο Εφετείο προς ουσιαστική έρευνα.
Επομένως, οι ερευνόμενοι αυτοί αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, ήτοι αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο (Ολ.
ΑΠ 42/2002). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με το μοναδικό πρόσθετο λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του έγγραφα που νόμιμα προσκόμισε, με επίκληση ενώπιόν του, με τις προτάσεις της μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού περί εξαπάτησης και παραπλάνησης του αρχικώς ενάγοντος ως προς το περιεχόμενο, την αιτία και τις έννομες συνέπειες των ένδικων συμβάσεων πωλήσεως, ήτοι 1) την 45734/2001 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί μηνύσεως της εναγομένης, 2) την 16462/2003 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αθωώθηκαν ο αρχικώς ενάγων για ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα και ο μάρτυρας καταθέσεως αδελφός του για ψευδορκία μάρτυρα, 3) την 41116/2000 απόφαση του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, 4) την 75274/1998 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, 5) την 25400/2001 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία ο αρχικώς ενάγων αθωώθηκε για ψευδή καταμήνυση του δικηγόρου Μαλικέντζου και για ψευδορκία μάρτυρα, 6) την 31068/2003 απόφαση του Γ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία ο αρχικώς ενάγων αθωώθηκε για ψευδή καταμήνυση των Τ και ...
και 7) την 8357/2002 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε η εναγομένη ως ένοχη ψευδούς καταμηνύσεως του αρχικώς ενάγοντος, ψευδορκίας μηνυτού και συκοφαντικής δυσφήμησης. Από την υπάρχουσα, όμως, στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση, κατά την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη <<όλα χωρίς εξαίρεση τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, επιπρόσθετα δε και τα έγγραφα της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας>>, καθώς και από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα παραπάνω έγγραφα της ποινικής δικογραφίας, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ιδιαίτερη μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ'αυτά.
Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-1-2009 αίτηση της Χ1 για αναίρεση της 2608/2008 οριστικής αποφάσεως, καθώς και της 8980/2006 μη οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, όπως και τον από 10.2.2010 πρόσθετο λόγο αυτής.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 18 Νοεμβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ