Supreme Court dismisses appeal on facts, upholding lower court's evidence assessment in civil case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court of Larissa's decision. The appellant argued for a retrial based on alleged procedural errors and insufficient evidence evaluation. The court rejected these claims, affirming that the lower court correctly assessed all submitted documents, witness testimonies, and expert reports without legal violation.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 1, Art. 559 para. 10, Art. 559 para. 11 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on factual errors is inadmissible if the appellate court's reasoning clearly demonstrates a proper evaluation of all evidence and no legal violation occurred.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1557 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1557/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ντιζέ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, 2) Ψ2, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαρίλαο Καρρά και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/5/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 3/6/2004 αγωγή νομικού προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 268/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 631/2007 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12/11/2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ευτύχιος Παλαιοκαστρίτης ανέγνωσε την από 25/10/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου είτε με ψευδή ερμηνεία που υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανένα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, που εκδηλώνεται όταν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αν και δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις του ή, στην αντίθετη περίπτωση, όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας δικαίου, ενώ υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις του σύμφωνα με όσα ανελέγκτως δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα.
Εξάλλου ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρίθμ. 19 Κ.Πολ.Δ για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης δεν προκύπτουν με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο ποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης .
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν οι ελείψεις αναφέρονται στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος , εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια . Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα : "Στις 25-9-2001 και περί ώρα 06.30 ο πρώτος ενάγων Ψ1 οδηγώντας το υπ' αριθμ.
κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο συνιδιοκτησίας του με την δεύτερη ενάγουσα σύζυγο του κατά ποσοστό 50% έκαστος εκινείτο με συνεπιβαίνουσα την τελευταία επί της επαρχιακής οδού ...-... με κατεύθυνση προς ... . Όταν το όχημα αυτό έφθασε στο 8ο χιλ. της παραπάνω οδού ο εναγόμενος Χ οδηγώντας το άνευ κρατικών πινακίδων και ανασφάλιστο ΙΧΦ αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής ΜΕRCEDES, ιδιοκτησίας του, χωρίς να έχει σε λειτουργία τα φώτα πορείας του αλλά και να στερείται εντελώς οπισθίου φωτισμού και αντανακλαστικών, προτιθέμενος να εισέλθει στο ρεύμα όπου εκινείτο ο πρώτος ενάγων και να διασχίσει καθέτως το αντίθετο ρεύμα της ως άνω οδού προς Καρδίτσα καίτοι στο σημείο αυτό υπάρχει διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή εξήλθε αιφνιδίως από το έναντι και αριστερά της πορείας του ενάγοντος πρατήριο υγρών καυσίμων "ΚΑΟΙΛ" ιδιοκτησίας του ...
και αφού διέσχισε κάθετα το αντίθετο ρεύμα της ως άνω οδού προς ... εισήλθε ανεξέλεγκτα στο ρεύμα πορείας του ενάγοντος, δηλαδή προς ... . Παρενεβλήθη έτσι προ αποστάσεως 10-15 μ. στην πορεία του ενάγοντος ο οποίος έκανε χρήση της πέδης και αριστερό αποφευκτικό ελιγμό, αλλά δεν απέφυγε το ατύχημα με αποτέλεσμα να επιπέσει με την εμπρόσθια δεξιά πλευρά του οχήματος του στην οπίσθια αριστερή παραπέτα της καρότσας του φορτηγού του εναγομένου.
Ακολούθως σφηνώθηκε στους οπίσθιους αριστερούς τροχούς του φορτηγού και έτσι σφηνωμένο σύρθηκε ημικυκλικά περί τα 10-12 μ. και σταμάτησε στο οδόστρωμα του δεξιού ρεύματος πορείας. Συνεπεία της συγκρούσεως των οχημάτων, αφενός μεν το όχημα των εναγόντων υπέστη εκτεταμένες υλικές ζημίες, αφετέρου δε προκλήθηκαν σωματικές κακώσεις σ αυτούς ... .
Με τα πραγματικά αυτά δεδομένα όπως αναλύθηκαν και εκτέθηκαν ανωτέρω και στα οποία οδηγείται το δικαστήριο μετά από ορθή αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού, ο εναγόμενος οδηγός είναι αποκλειστικά υπαίτιος του άνω ατυχήματος, η υπαιτιότητα του δε αυτή με τη μορφή της αμέλειας συνίσται στις προεκτεθείσες πράξεις και παραλείψεις, χωρίς τις οποίες δεν θα επέρχονταν τούτο.
Αντίθετα δεν αποδείχτηκε να βαρύνει καμιά υπαιτιότητα τον πρώτο ενάγοντα και δεν υπάρχουν στοιχεία που να θεμελιώνουν οποιαδήποτε αμέλεια του, εφόσον δεν υπήρξε σ αυτόν έλλειψη της αντικειμενικά οφειλόμενης προσοχής, δεδομένου ότι εκινείτο κανονικά στο ρεύμα πορείαςτου και δεν μπόρεσε να αποφύγει τη σύγκρουση παρά τον αριστερό αποφευκτικό ελιγμό, λόγω του αιφνιδιασμού του από την ξαφνική είσοδο του φορτηγού.
Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι προπορεύονταν του οχήματος του ενάγοντος καθόσον είχε ξεκινήσει απ'το χωριό Ελευθερία και όχι από το παρακείμενο πρατήριο και ότι ο τελευταίος (ενάγων), επιχείρησε υπέρβαση του προπορευόμενου οχήματος του, αντελήφθη όμως ότι από το αντίθετο ρεύμα ερχόταν άλλο αυτοκίνητο και προκειμένου να αποφύγει την μετωπική σύγκρουση, ενήργησε ελιγμό προς τα δεξιά με αποτέλεσμα αυτό να σφηνωθεί στην πίσω και αριστερή πλευρά του φορτηγού αυτοκινήτου δεν επιβεβαιώνεται με πειστικό τρόπο από κανένα αποδεικτικό στοιχείο ...".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330, 924 ΑΚ και 10 ΠΝ/1911, που επικαλείται ο αναιρεσείων, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε αυτές. Ειδικότερα, εκτίθενται στην απόφαση πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος στην πρόκληση τους ατυχήματος και θεμελιώνουν πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς αυτού και του προκληθέντος ατυχήματος και των εντεύθεν ζημιών των αναιρεσιβλήτων.
Εξάλλου, με τις πιο πάνω παραδοχές του το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του, αναφορικά με τα ουσιώδη ζητήματα της αποκλειστικής υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος και την ανυπαρξίας υπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσιβλήτου στην πρόκληση της συγκρούσεως των οχημάτων, που δέχθηκε, καθώς και το ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της οδηγικής συμπεριφοράς αμφοτέρων των οδηγών αυτών και του ατυχήματος και των εντεύθεν ζημιών.
Ειδικότερα, το Εφετείο δεν δέχεται επαρκή φωτισμό στον τόπο του ατυχήματος κατά τον χρόνο αυτού, ενώ δέχεται σαφώς ότι το αυτοκίνητο του αναιρεσείοντος εισήλθε στο ρεύμα πορείας του αυτοκινήτου του πρώτου αναιρεσιβλήτου πριν από μικρή απόσταση 10-15 μέτρων, όπως επίσης δέχεται όπως ορθά εκτιμάται το περιεχόμενο των αιτιολογιών της αποφάσεως ότι ο τελευταίος δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα το αυτοκίνητο του πρώτου, διότι αυτό δεν είχε σε λειτουργία τα φώτα.
Επίσης δέχεται το Εφετείο, ότι το αυτοκίνητο του πρώτου αναιρεσιβλήτου έβαινε κανονικά και ότι ενήργησε αποφευκτικό ελιγμό και χρήση της πέδης και εξηγεί για ποιο λόγο οι ενέργειες αυτές δεν πέτυχαν την αποφυγή της συγκρούσεως . Επομένως, οι αντίθετες αιτιάσεις είναι αβάσιμες, ενώ οι περαιτέρω προβαλλόμενες ελλείψεις ανάγονται στην πληρέστερη ανάλυση του σαφώς εκτιθεμένου αποδεικτικού πορίσματος.
Κατά συνέπεια οι πρώτος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 1, κατ' ορθή εκτίμηση, και 19 αντίστοιχα του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμοι, ο δε τελευταίος, κατά ένα μέρος, απαράδεκτος.
ΙΙ. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασης τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα που ασκείται με την αγωγή , ένσταση ή αντένσταση.
Δεν είναι πράγματα όμως με την πιο πάνω έννοια, η άρνηση της αγωγής ή ένστασης, αιτιολογημένη ή όχι, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/84). Με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω πλημμέλεια, διότι, όπως ισχυρίζεται, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του, ότι από τις συνθήκες και τα αποτελέσματα της σύγκρουσης των δύο οχημάτων αποδεικνύεται ότι η εν λόγο σύγκρουση έγινε όπως υποστήριζε αυτός και όχι οι ενάγοντες με την αγωγή τους και επιπλέον δεν έλαβε υπόψη το σχεδιάγραμμα της τροχαίας για τις συνθήκες του ατυχήματος.
Ο λόγος αυτός ως προς μεν το πρώτο σκέλος του είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι τα περιστατικά, που αναφέρονται για τη θεμελίωση του, δεν αποτελούν πράγματα με την έννοια, που αναφέρεται στη μείζονα σκέψη, αλλά άρνηση της αγωγής, επιχειρήματα και συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, ενώ ως προς το δεύτερο σκέλος του, κατά το οποίο φέρεται να θεμελιώνεται η πλημμέλεια από τον αριθμό 11 και όχι 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος στην ουσία όπως είναι αβάσιμος και ο πέμπτος λόγος αναίρεσης από την ίδια πλημμέλεια του αριθμού 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., δεδομένού, ότι, όπως βεβαιώνεται με την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα, τα οποία προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας , από τη διαβεβαίωση δε αυτή σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το Εφετείο συνεκτίμησε με τα άλλα έγγραφα και το επίμαχο σχεδιάγραμμα.
ΙΙΙ. Ο από το άρθρο 559 αρίθμ. 10 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την ουσιαστική του κρίση από τα μνημονευόμενα στην απόφαση αυτή αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 538/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο σχημάτισε την ουσιαστική του κρίση και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όλα τα έγγραφα τα οποία νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε ως δικαστικά τεκμήρια, μεταξύ των οποίων και εκείνα της σχηματισθείσης ποινικής δικογραφίας, τις φωτογραφίες, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε και τα διδάγματα της κοινής πείρας. Επομένως, το Εφετείο δεν δέχτηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και κατά συνέπεια ο τέταρτος λόγος, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 10 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
IV. Ο πέμπτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 11 Κ.Πολ.Δ., είναι και αυτός αβάσιμος στην ουσία και πρέπει να απορριφθεί, δεδομένου ότι, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, το Εφετείο για το σχηματισμό της ουσιαστικής του κρίσης έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα, τα οποία προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι και εκείνα της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας από τη διαβεβαίωση δε αυτή σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το Εφετείο συνεκτίμησε με τα άλλα έγγραφα και εκείνα που επικαλείται ο αναιρεσείων και συγκεκριμένα, εκτός από το σχεδιάγραμμα, για το οποίο έγινε λόγος προηγουμένως, και την έκθεση αυτοψίας των συνθηκών του ατυχήματος, καθώς και τις φωτογραφίες και τις καταθέσεις των μαρτύρων του, που άλλωστε ρητά μνημονεύονται στην απόφαση, όλες δε οι υπόλοιπες αιτιάσεις πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες (άρθρο 561 παρ 1 Κ.Πολ.Δ.). Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων λόγω της ήττας του (άρθρα 176 , 163Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-11-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της 631/2007 απόφασης του Εφετείου Λάρισας. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσόν των χιλίων οχτακοσίων ( 1800 ) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ