Supreme Court allows appeal against labor contract clause invalidity, remanding case for retrial on procedural grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the First Instance Court's decision regarding a labor contract dispute. The appellant argued that a specific clause in the employment contract was invalid due to abuse of rights and violated statutory provisions. The court accepted these arguments as substantive grounds for the appeal, leading to the annulment of the lower court's ruling and the remittal of the case for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 559(19) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may annul a judgment if it fails to examine substantive grounds alleging that a contract clause is invalid due to abuse of rights, violating statutory provisions and the principle of contractual freedom.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1556 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1556/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη και Μαρία Γιαννακοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΜΕΝΟΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΟΛΠ Α.Ε.", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα. Eκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γεώργιο Λεβέντη και Κίμωνα Γκιουλιστάνη, οι oποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Α. Λ. του Β., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιορδάνη Προυσανίδη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-05-2022 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1492/2023 του ίδιου Δικαστηρίου και 110/2024 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με την από 14-06-2024 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας εταιρείας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 14.6.2024 με αριθμ. κατάθ. 548/70/2024 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών- εργατικών διαφορών, υπ' αριθμ. 110/7.3.2024 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, που εκδόθηκε κατόπιν άσκησης της από 20.6.2023 με αριθμ. κατάθ. 6702/330/2023 έφεσης της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια ως άνω διαδικασία υπ' αριθμ. 1492/2023 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη η από 17.5.2022, με αριθμ. κατάθ. 4404/2187/2022 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι μέσα στην προθεσμία των δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης (ενόψει του ότι οι διάδικοι δεν επικαλούνται ούτε προκύπτει επίδοση αυτής), δεδομένου ότι κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου Πειραιώς στις 14.6.2024 και η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 7.3.2024 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των διαδικαστικών εγγράφων(άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη Α. Λ. με την από 17.5.2022 με αριθμ. κατάθ. 4404/2187/2022 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς ισχυρίσθηκε, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου της, ότι στις 11.5.2018 προσλήφθηκε από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΜΕΝΟΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε. " με έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και της ανατέθηκαν καθήκοντα "Επικεφαλής Τομέα Μισθοδοσίας".
Ότι την 1.7.2019 υπέγραψε νέα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διευθυντικού στελέχους, υπό τους εκτιθέμενους στην αγωγή όρους, μεταξύ των οποίων και ο όρος με αριθμό 10, που παρείχε στην εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα να τη μετακινεί σε άλλη θέση ευθύνης, ακόμη και κατώτερη μισθολογικά, υπό τις ειδικότερα εκτιθέμενες προϋποθέσεις, ο οποίος όμως(όρος) είναι, για τους αναφερόμενους λόγους, άκυρος ως καταχρηστικός.
Ότι έκτοτε παρείχε κανονικά τις υπηρεσίες της στην εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα μέχρι τον Οκτώβριο του έτους 2021, οπότε η τελευταία την υποβίβασε, καθόσον της ανέθεσε υποδεέστερα καθήκοντα, τοποθετώντας την στη θέση του Επικεφαλής Τομέα της Ελεύθερης Ζώνης και μειώνοντας σημαντικά τις αποδοχές της.
Ότι η μετακίνηση αυτή είναι και αντίθετη προς τα οριζόμενα στον Κανονισμό Εσωτερικής Μετακίνησης Προσωπικού της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας, αμέσως δε διαμαρτυρήθηκε τόσο στο αρμόδιο τμήμα της Επιθεώρησης Εργασίας, όσο και στην ίδια την εργοδότριά της, πλην όμως η τελευταία στις 23.2.2022 κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας της.
Ότι η καταγγελία είναι καταχρηστική, γιατί έγινε επειδή αυτή αντέδρασε στην κατά τα άνω αδικαιολόγητη μεταβολή των όρων εργασίας της και συνακόλουθα άκυρη. Ότι μετά ταύτα η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα, η οποία έκτοτε αρνείτο να αποδεχθεί τις υπηρεσίες της, περιήλθε σε υπερημερία μέχρι το Μάιο του έτους 2022, οπότε αυτή προσλήφθηκε και εργάζεται σε νέα εργασία.
Με βάση το ιστορικό αυτό, και κατόπιν περιορισμού του αιτήματος της αγωγής σε εν μέρει έντοκο αναγνωριστικό, με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της κατά την προφορική συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου αλλά και με τις πρωτόδικες προτάσεις της, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ζήτησε: α) να αναγνωριστεί ότι η από 23.2.2022 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της είναι άκυρη, β) να υποχρεωθεί η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα να της καταβάλει το ποσό των 19.528,72 ευρώ καθώς επίσης να αναγνωρισθεί ότι η ίδια υποχρεούται να της καταβάλει το ποσό των 27.995,75 ευρώ, για τις αναλυτικά στην αγωγή αναφερόμενες αιτίες και γ) να αναγνωρισθεί ότι η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα υποχρεούται να της καταβάλει το ποσό των 20.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη, κατά τα ειδικότερα στο δικόγραφο εκτιθέμενα, όλα τα πιο πάνω ποσά με τον νόμιμο τόκο.
Επικουρικά δε, σε περίπτωση που θεωρηθεί έγκυρη η ως άνω καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, να υποχρεωθεί η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα να της καταβάλει το ποσό των 3.583,60 ευρώ ως υπόλοιπο της οφειλόμενης αποζημίωσης λόγω της πιο πάνω καταγγελίας, με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της απόλυσής της έως την εξόφληση.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών η υπ' αριθμ.1492/2023 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως και κατ'ουσίαν βάσιμη, αναγνώρισε την ακυρότητα της από 23.2.2022 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, υποχρέωσε την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα να της καταβάλει το ποσό των 18.339,96 ευρώ και αναγνώρισε την υποχρέωση αυτής να της καταβάλει το ποσό των 7.709 ευρώ, όλα τα πιο πάνω ποσά με το νόμιμο τόκο, για τις αναλυτικά αναφερόμενες στο σκεπτικό της αιτίες.
Κατά της παραπάνω οριστικής απόφασης η εναγόμενη-εκκαλούσα και ήδη αναιρείουσα άσκησε την από 20.6.2023 με αριθμό κατάθ. 6702/330/2023 έφεση και επ' αυτής εκδόθηκε, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών, η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 110/2024 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση.
O εργοδότης ασκώντας το κατ` άρθρο 652 ΑΚ διευθυντικό του δικαίωμα έχει την εξουσία να προσδιορίσει το περιεχόμενο της υποχρέωσης του μισθωτού για παροχή εργασίας καθορίζοντας τους όρους της παροχής της, τον τόπο, τον χρόνο και τον τρόπο, εφόσον οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιορισθεί από κανόνες δικαίου ή από την εργασιακή σύμβαση.
Δηλαδή, ο εργοδότης ως διευθυντής της εκμετάλλευσης, έχει την εξουσία να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του με βάση τα κρινόμενα από τον ίδιο ως πλέον αποτελεσματικά γι` αυτήν κριτήρια (ΑΠ 1477/2023). Από τον συνδυασμό των άρθρων 648, 652, 656 και 349-351 ΑΚ, 7 παρ.1 του ν. 2112/1920 και 5 παρ.3 του ν. 3198/1955 προκύπτει, ότι στον εργοδότη ανήκει το δικαίωμα να εξειδικεύει τις υποχρεώσεις του μισθωτού για την αρτιότερη οικονομοτεχνική οργάνωση της επιχείρησής του προς επίτευξη των σκοπών αυτής, δεν επιτρέπεται, όμως, κατά την ενάσκηση του διευθυντικού αυτού δικαιώματος να προκαλείται υλική και ηθική ζημία στο μισθωτό κατά παράβαση διάταξης νόμου ή της ατομικής σύμβασης εργασίας ή κατά καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπό την έννοια του άρθ. 281 ΑΚ.
Από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθ. 57, 59, 281, 288, 914 και 932 ΑΚ προκύπτει, ότι η μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για τον εργαζόμενο εκ μέρους του εργοδότη, δεν συνεπάγεται τη λύση της εργασιακής σχέσης, αλλά παρέχει το δικαίωμα στο μισθωτό, εφόσον αυτός δεν αποδέχεται την μεταβολή, είτε να θεωρήσει αυτήν ως καταγγελία της σύμβασης εκ μέρους του εργοδότη και να ζητήσει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, είτε να αξιώσει την τήρηση των όρων της σύμβασης αυτής και την εξακολούθηση της παροχής της εργασίας του με τους ίδιους όρους όπως πριν από την μεταβολή οπότε, σε περίπτωση μη αποδοχής από τον εργοδότη, μπορεί να ζητήσει την καταβολή των αποδοχών του, λόγω της υπερημερίας στην οποία ο τελευταίος περιήλθε (ΑΠ 657/2018, ΑΠ 282/2018, ΑΠ 1322/2017, ΑΠ 216/2017, ΑΠ 1134/2015, ΑΠ 447/2015).
Περαιτέρω, προκύπτει, επίσης, ότι σε περίπτωση βλαπτικής μεταβολής των όρων της σύμβασης εργασίας του μισθωτού, αν υπό τις περιστάσεις υπό τις οποίες επιχειρήθηκε, είναι αντίθετη προς την καλή πίστη και ενέχει καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος, με αποτέλεσμα την παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του μισθωτού μπορεί ο τελευταίος να αξιώσει από τον υπαίτιο, εκτός των άλλων, και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για την ανεπίτρεπτη επαγγελματική μείωση που υπέστη. (ΑΠ 1898/2023, 251/2008). Από τις ίδιες, ως άνω, διατάξεις, καθίσταται σαφές, ότι, μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει, όταν ο εργοδότης επιχειρεί, χωρίς τη συγκατάθεση του μισθωτού τροποποίηση των όρων αυτών χωρίς να έχει τέτοιο δικαίωμα από τη σύμβαση, τον νόμο ή τον τυχόν υπάρχοντα κανονισμό της επιχείρησης, προκαλεί δε στον εργαζόμενο, άμεσα ή έμμεσα, υλική ή και ηθική μόνο ζημία, πράγμα που συμβαίνει και όταν τον υποβιβάζει με δυσμενείς συνέπειες ως προς τις αποδοχές αλλά και την προσωπικότητά του.
Στην περίπτωση δε, που ο εργοδότης προβεί στην κατά τα ανωτέρω μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του μισθωτού και στη συνέχεια καταγγείλει ο ίδιος τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, η ως άνω καταγγελία ελέγχεται για κατάχρηση δικαιώματος, εφόσον ο εργοδότης προέβη σε αυτήν από εμπάθεια ή από λόγους εκδίκησης ή μίσους, διότι ο μισθωτός αξίωνε από τον εργοδότη την τήρηση των όρων της εργασιακής σύμβασης (ΑΠ 258/2019, 1303/2018, 1407/2009). Δεν συντρέχει όμως περίπτωση βλαπτικής μεταβολής των όρων της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και συνακόλουθα ακυρότητας της στη συνέχεια λαβούσας χώρα καταγγελίας αυτής από τον εργοδότη, όταν με τη σύμβαση εργασίας έχει συμφωνηθεί εκ των προτέρων ότι ο εργοδότης δικαιούται να προβεί μονομερώς σε μεταβολή των όρων της και τα όρια αυτά της μεταβολής καθορίζονται επακριβώς, μέσα δε στα εν λόγω όρια ο εργοδότης προβαίνει στη μεταβολή των όρων της σύμβασης, έστω και σε βάρος του εργαζόμενου, διότι τότε πρόκειται όχι για μονομερή αλλά για συμφωνημένη μεταβολή (AΠ 1898/2023, 132/2016, 1370/2010, 201/2009).
Έτσι, σε περίπτωση συμβατικής ρήτρας που παρέχει στον εργοδότη αυτό ακριβώς το δικαίωμα της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της σύμβασης, πρέπει να ελέγχεται αρχικά, εάν η ρήτρα αυτή είναι έγκυρη δηλαδή ανταποκρίνεται στην επιβαλλόμενη από την καλή πίστη ισορροπία δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, βαρών και κινδύνων εργοδότη και εργαζόμενου, ώστε να εξασφαλίζεται η επαρκής προστασία του ασθενέστερου συμβαλλόμενου (εργαζόμενου) και επομένως, εάν ο εργοδότης έχει πράγματι δικαίωμα μονομερούς τροποποίησης της σύμβασης και στη συνέχεια να ελέγχεται η συγκεκριμένη άσκηση από τον εργοδότη του παρεχόμενου από τη σχετική ρήτρα δικαιώματος μονομερούς μεταβολής.
Και τούτο γιατί και για τις συμβατικές ρήτρες που παρέχουν στον εργοδότη το δικαίωμα μιας τέτοιας μονομερούς βλαπτικής μεταβολής ισχύουν οι περιορισμοί που ισχύουν για κάθε συμφωνία. Ελλείψει δε, ειδικών νομοθετικών προβλέψεων, βάση για το δικαστικό έλεγχο της σχετικής ρήτρας παρέχουν οι διατάξεις των άρθρων 178,179 ΑΚ.
Ωστόσο, ακόμη και αν οι όροι της σύμβασης εργασίας δεν έρχονται σε αντίθεση με τις πιο πάνω διατάξεις, δηλαδή δεν περιέχουν υπέρμετρη δέσμευση της ελευθερίας του εργαζόμενου και δεν αντίκεινται γενικά στα χρηστά ήθη και επομένως είναι νόμιμες, είναι δυνατόν να διαταράσσουν τη συμβατική ισορροπία των συμφερόντων του εργαζόμενου αφενός και του εργοδότη αφετέρου και να οδηγούν στην επιβολή αποκλειστικά και μόνο των συμφερόντων του τελευταίου, οπότε ελέγχονται με βάση τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος (πρβλ.
ΑΠ 830/2024).
Συνεπώς, η ρήτρα της σύμβασης εργασίας σύμφωνα με την οποία ο εργοδότης έχει το δικαίωμα να μετακινεί τον εργαζόμενο σε οποιαδήποτε θέση ευθύνης, ακόμα κι αν αυτή είναι κατώτερη μισθολογικά, ότι η ενέργεια αυτή αποτελεί ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματός του, κατά την απόλυτη κρίση και σύμφωνα με τις εκάστοτε ανάγκες και για την καλύτερη λειτουργία της επιχείρησης και συνεπώς ότι αποτελεί νόμιμη και καλόπιστη ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη και δεν συνιστά προσβλητική πράξη για την προσωπικότητα του εργαζόμενου, ενώ σε κάθε περίπτωση δε γεννά δικαίωμα του τελευταίου για αποζημίωση, είναι δυνατόν να θεωρηθεί άκυρη ως καταχρηστική, αν π.χ. κριθεί, ότι δεν είναι διατυπωμένη κατά τρόπο που να μπορεί ο εργαζόμενος να διαγνώσει το είδος των εργασιών , που ενδεχομένως θα κληθεί να εκτελέσει στο μέλλον, καθόσον στην περίπτωση αυτή δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις που θέτει η αρχή της διαφάνειας και έτσι να χαρακτηρισθεί ως ανεπίτρεπτη επέμβαση στον πυρήνα της εργασιακής σχέσης, λαμβανομένου υπόψη και του ότι η μονομερής μείωση του μισθού του εργαζόμενου αποτελεί σε κάθε περίπτωση επέμβαση στον πυρήνα της εργασιακής σχέσης.
Εξάλλου, απέναντι σε εργαζόμενους που κατέχουν ανώτατες θέσεις της υπαλληλικής ιεραρχίας και λαμβάνουν ιδιαίτερα υψηλές αμοιβές, μπορεί συμβατικά να επιφυλαχθούν για τον εργοδότη ευρύτερα δικαιώματα μονομερούς προσδιορισμού της παροχής απ' ότι, απέναντι σε άλλους εργαζόμενους. Έτσι, μόνον εφόσον κριθεί ότι η εν λόγω ρήτρα είναι άκυρη η μεταβολή των όρων στην οποία προβαίνει ο εργοδότης, με βάση την άκυρη ρήτρα θεωρείται μονομερής και ο εργαζόμενος έχει τα δικαιώματα που του παρέχει το άρθρο 7 εδ.
α' του ν. 2112/1920. Στην αντίθετη περίπτωση, δηλαδή εφόσον η ρήτρα κριθεί έγκυρη, η επιχειρούμενη με βάση αυτή από τον εργοδότη μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας θα ελεγχθεί με τα κριτήρια του άρθρου 281 ΑΚ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 6/2022, 1/2022, 1/2016, 2/2013).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν ( ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 56/2022, 109/2020, 319/2017). Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΑΠ 452/2023, 933/2022, 58/2015).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 2/2022, 2/2019, 9/2016, 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης( ΟλΑΠ 9/2016, 15/2006, ΑΠ 686/2022).
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα ( ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 686/2022).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες ( ΑΠ 499/2023, 53/2022, 269/2020, 109/2019).
Aπό την παραδεκτή επισκόπηση των κρίσιμων για την αναιρετική έρευνα παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς δέχθηκε επί λέξει τα εξής:"[...] Η ενάγουσα προσλήφθηκε από την εναγόμενη εταιρεία, δυνάμει της από 11-5-2018 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί στην τελευταία, ως υπάλληλος γραφείου, με πενθήμερη οκτάωρη εβδομαδιαία απασχόληση, αντί μεικτών μηνιαίων αποδοχών 3.300 ευρώ, πλέον 50 ευρώ για δαπάνες σούπερ μάρκετ, και, με την υπ'αρ. ...-2018 απόφαση του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου του Δ.Σ.
της εναγόμενης (C. F. C.), της ανατέθηκαν τα καθήκοντα της "Επικεφαλής Τομέα Μισθοδοσίας του Τμήματος Ανθρωπίνων Πόρων". Ακολούθως, την 1-7-2019, συνήφθη νέα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου "Διευθυντικού Στελέχους της ΟΛΠ Α.Ε.", με την οποία συμφωνήθηκε ότι η ενάγουσα θα απασχολείται ως διευθυντικό στέλεχος της εναγόμενης, και, σε εκτέλεση της υπ'αρ. 587/8-7-2019 απόφασης του ως άνω Δ/ντος Συμβούλου αυτής, της ανατέθηκαν τα καθήκοντα της "Εκτελούσας χρέη Προϊσταμένου στο Τμήμα Ανθρωπίνων Πόρων/ΗR Chief Deputy Manager", με πενθήμερη εβδομαδιαία απασχόληση από Δευτέρα έως Παρασκευή και ωράριο εργασίας από 9 π.μ.
έως 17 μ.μ., αντί μηνιαίων αποδοχών 4.500 ευρώ, πλέον 100 ευρώ για δαπάνες σούπερ μάρκετ, ήτοι συνολικά οι μηνιαίες αποδοχές της ανέρχονταν στο ποσό των 4.600 ευρώ [...].
Περαιτέρω, με την υπ'αρ. ...-2021 απόφαση του Προέδρου επικαιροποιήθηκε η προηγούμενη απόφαση περί ανάθεσης των καθηκόντων της ενάγουσας, ως εκτελούσας χρέη Προϊσταμένης στο Τμήμα Ανθρωπίνων Πόρων, με Προϊστάμενο στο ίδιο τμήμα τον X. T., και αναπληρώτριες Προϊστάμενες τις Φ. Τ. και Ε. Β. Ωστόσο, μερικούς μήνες αργότερα, με την υπ'αρ. ...-2021 απόφαση του Προέδρου του Δ.Σ.
της εναγόμενης Y. Z. G., αποφασίστηκε η ανάθεση στην ενάγουσα, από τις 12-10-2021, καθηκόντων επικεφαλής τομέα στο Τμήμα Ελεύθερης Ζώνης, λόγω παύσης της παροχής υπηρεσιών της ως εκτελούσας χρέη Προϊσταμένου στο Τμήμα Ανθρωπίνων Πόρων, και η υπαγωγή της στο μισθό, επιδόματα κλπ. που δικαιούται να λαμβάνει ως εργαζόμενη, βάσει της από 11-5-2018 ατομικής σύμβασης εργασίας της.
Σημειώνεται ότι με την ίδια απόφαση αποφασίστηκε η παύση της παροχής υπηρεσιών από 12-10-2021 και του X. T. ως Προϊσταμένου στο τμήμα Ανθρωπίνων Πόρων και η ανάθεση των ως άνω καθηκόντων από την ίδια ημερομηνία στον Σ. Σ. Αμέσως, με το υπό στοιχ. ...-2021 έγγραφό της, προς τον Πρόεδρο του Δ.Σ. της εναγόμενης, η ενάγουσα διαμαρτυρήθηκε για την ανωτέρω ανάθεση νέων καθηκόντων, που συνιστά υποβιβασμό της ως προς το αντικείμενο εργασίας της και συνοδεύεται με μείωση των αποδοχών της, την οποία, κατά τα αναφερόμενα στο ίδιο έγγραφο, θεώρησε ως μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της, δηλώνοντας συγχρόνως ότι δεν την αποδέχεται.
Επιπλέον, δήλωσε ότι, με την επιφύλαξη των νόμιμων δικαιωμάτων της, θα αναλάβει και θα ασκήσει τα νέα της καθήκοντα.
Εξάλλου, με την από 16-11-2021 αίτησή της για διενέργεια εργατικής διαφοράς, προσέφυγε στο Τμήμα Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων Κεντρικού Τομέα Πειραιώς του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, για μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της, η οποία συζητήθηκε στις 7-12-2021. Η δε εναγόμενη, με το από 10-1-2022 υπόμνημά της, ενώπιον του ως άνω τμήματος του Σ.ΕΠ.Ε., ισχυρίσθηκε ότι η μετακίνηση της ενάγουσας σε άλλο τμήμα της εταιρείας, αποτελεί καλόπιστη άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος, συμφωνημένη εκ των προτέρων, με τους όρους 9 και 10 της από 1-7-2019 σύμβασης εργασίας της ως διευθυντικού στελέχους, που έγινε προς εξυπηρέτηση των αναγκών της εταιρείας.
Ειδικότερα, στον όρο 9 της ως άνω σύμβασης αναφέρεται ότι: "Σε περίπτωση λήξεως ή καταγγελίας της παρούσας σύμβασης από οποιοδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη για οποιονδήποτε λόγο το Στέλεχος παύει να παρέχει τις υπηρεσίες του και να αμείβεται ως διευθυντικό στέλεχος αλλά συνεχίζει να εργάζεται στην εργοδότρια εταιρεία, επανέρχεται αυτόματα στο μισθό, επιδόματα κ.λπ.
που δικαιούται να λαμβάνει ως εργαζόμενος της εργοδότριας, βάσει της από 11-5-2018 ατομικής σύμβασης εργασίας που είχε υπογράψει κατά την πρόσληψή του και τον ισχύοντα Γενικό Κανονισμό Προσωπικού". Ακόμη, με τον όρο 10 της ίδιας σύμβασης ορίζεται ότι: "Ρητά συμφωνείται ότι α) η τοποθέτηση του Στελέχους στην ανωτέρω θέση ευθύνης ως διευθυντικού στελέχους, β) η οποιαδήποτε μετακίνηση του Στελέχους σε άλλη θέση ευθύνης ακόμα κι αν αυτή είναι κατώτερη μισθολογικά ή γ) η παύση αυτού από την ανωτέρω θέση ευθύνης για οποιονδήποτε λόγο, αποτελούν ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της εργοδότριας, κατά την απόλυτη κρίση αυτής και σύμφωνα με τις εκάστοτε ανάγκες και για την καλύτερη λειτουργία της εταιρείας και συνεπώς συμφωνείται και γίνεται πλήρως κατανοητό και αποδεκτό από το Στέλεχος ότι όλες οι παραπάνω ενδεικτικά αναφερόμενες ενέργειες αποτελούν νόμιμη και καλόπιστη ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της εργοδότριας και δε συνιστούν προσβλητικές πράξεις για την προσωπικότητα του Στελέχους-εργαζόμενου, ούτε στοχεύουν σε μείωση ή δυσφήμηση της επαγγελματικής του οντότητας ή προκαλούν ηθική βλάβη της προσωπικότητάς του και σε κάθε περίπτωση δε γεννούν δικαίωμα του Στελέχους για αποζημίωση".
Ισχυρίστηκε δε η εναγόμενη στο ως άνω υπόμνημά της, όπως και πρωτοδίκως, ισχυρισμούς που επαναλαμβάνει και στην ένδικη έφεσή της και τις ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου προτάσεις της, ότι: α) Κατά το χρονικό διάστημα που η ενάγουσα ασκούσε χρέη Προϊσταμένης στο τμήμα Ανθρωπίνων Πόρων, οι σχέσεις της με το προσωπικό του τμήματος ήταν τεταμένες και μη αρμονικές, και ειδικότερα ότι συγκέντρωνε χαμηλή βαθμολογία από αυτό κατά την αξιολόγησή της.
Ότι ειδικότερα, κατά την ως άνω θητεία της, παραιτήθηκαν δύο εργαζόμενες του ως άνω τμήματος, οι Μ. Π. και Φ. Π., και πέντε εργαζόμενοι ζήτησαν τη μετακίνησή τους σε άλλο τμήμα, καθώς και ότι β) το πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου του προσωπικού της εναγόμενης, το οποίο εισηγήθηκε, κοστολόγησε και εφάρμοσε το Τμήμα Ανθρωπίνων Πόρων, κόστισε ακριβά στην εναγόμενη, καθώς λόγω μη ορθού σχεδιασμού, κατέληξε να αποχωρήσει μεγαλύτερος αριθμός προσωπικού και με όριο ηλικίας χαμηλότερο από το σκοπούμενο από τη διοίκηση της εναγόμενης, με αποτέλεσμα η τελευταία να προβεί στην πλήρη αναμόρφωση και αναδιάρθρωση του τμήματος Ανθρωπίνων Πόρων, με την πρόσληψη νέων στελεχών.
Περαιτέρω, τον Ιανουάριο του έτους 2022, η ενάγουσα μετακινήθηκε εκ νέου από την εναγόμενη και τοποθετήθηκε στο Τμήμα Σταθμού Αυτοκινήτων, με τις ίδιες ως άνω μειωμένες αποδοχές της. Η ενάγουσα, απέκρουσε τις ως άνω μετακινήσεις της, για τον επιπλέον λόγο, πέραν του υποβιβασμού και της μείωσης των αποδοχών της, ότι επρόκειτο για θέσεις εργασίας που δεν σχετίζονται με τα προσόντα και την εργασιακή εμπειρία της, κατά παράβαση του Κανονισμού της εναγόμενης.
Ειδικότερα στο άρθρο 2 αυτού, που τιτλοφορείται "Βασικές Αρχές", ορίζεται ότι: "Οι εσωτερικές μετακινήσεις των εργαζομένων της εταιρείας από τμήμα σε τμήμα γίνονται σε καθήκοντα αντίστοιχα της κατηγορίας τους και αντιμετωπίζονται με συνέπεια, ισότητα και διαφάνεια. Η τοποθέτηση προσωπικού γίνεται σε θέσεις εργασίας με βάση την εκπαίδευση και την εργασιακή του εμπειρία.
Η Εταιρεία έχει το δικαίωμα να μεταθέτει εσωτερικά του εργαζόμενους της και να τους εναλλάσσει αντικείμενα εργασίας εφόσον υπηρεσιακοί λόγοι, το επιβάλλουν...". Ακόμη, στο άρθρο 4 του Κανονισμού της εναγόμενης αναφέρεται ότι: "Οι εσωτερικές μετακινήσεις των εργαζομένων διενεργούνται Α. Μετά από αίτηση του εργαζομένου, Β.
Αυτεπάγγελτα από την Εταιρεία για την κάλυψη άμεσων υπηρεσιακών αναγκών. Γ. Μετά από αναγγελία του τμήματος Ανθρωπίνων Πόρων για κάλυψη εσωτερικής θέσης, ενώ το άρθρο 5 του ίδιου Κανονισμού ορίζει ότι: "...Η αυτεπάγγελτη μετακίνηση του εργαζομένου... είναι πράξη διακριτικής ευχέρειας της Διοίκησης της εταιρείας για τη συνεχή κάλυψη των επιχειρησιακών αναγκών της, ως εκ τούτου δεν απαιτείται η ακρόαση του εργαζομένου.
Σε καμία περίπτωση δεν πραγματοποιείται μετακίνηση εργαζομένου ανέλεγκτα, αυθαίρετα, σε ανύπαρκτη οργανική θέση, σε θέση μη συνδεόμενη ή σχετιζόμενη με τα προσόντα και τις ικανότητές του". Ακολούθως, σε μια προσπάθεια να εξευρεθεί συμβιβαστική λύση μεταξύ των διαδίκων, είχε προγραμματισθεί συνάντηση των πληρεξούσιων δικηγόρων της εναγόμενης και της ενάγουσας, μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου της, για τις 24-2-2022.
Στο μεταξύ εκδόθηκε το υπ' αρ. πρωτ. ...-2022 πόρισμα της Επιθεωρήτριας Εργασίας επί της ως άνω προσφυγής της ενάγουσας, στο οποίο, μεταξύ άλλων, αναφέρονται τα εξής: "Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η προσφεύγουσα πράγματι υφίσταται βλάβη, οικονομική γιατί ο μισθός της περιορίζεται σε αυτόν του απλού υπαλλήλου, και ηθική, διότι από τη θέση ευθύνης την οποία κατείχε μετά από αξιολογήσεις, βρίσκεται σε θέση υποδεέστερη και χωρίς καθήκοντα, όπως αναλυτικά περιγράφεται στο πρακτικό της εργατικής διαφοράς και στο υπόμνημά της.
Από την άλλη πλευρά, η επιχείρηση προτάσσει την υπογεγραμμένη και από τα δύο μέρη, ατομική σύμβαση, σύμφωνα με την οποία η επιχείρηση διατηρεί το δικαίωμα μετάθεσης του εργαζόμενου χωρίς να θεωρηθεί αυτή ως βλαπτική μεταβολή (...). Οι αξιολογήσεις της προσφεύγουσας από τους προϊσταμένους της ήταν άριστες, επομένως θετικές για την περαιτέρω εξέλιξή της, αντίθετα με τις αξιολογήσεις των υφισταμένων της.
Σύμφωνα όμως με το άρθρο 7 στ του κανονισμού, αρνητικά στοιχεία της κρίσης αποτελούν ''η επιβολή σε βάρος του εργαζόμενοι πειθαρχικών ποινών... οι αδικαιολόγητες απουσίες'', δηλαδή δεν αναφέρεται κάπου ότι οι αξιολογήσεις των υφισταμένων, λειτουργούν ανασταλτικά στην εξέλιξη ενός υπαλλήλου". Καταλήγει δε η Επιθεωρήτρια εργασίας του Σ.ΕΠ.Ε.
με το ως άνω πόρισμά της, ότι: "Τέλος, εφόσον δεν επέλθει συμβιβαστική επίλυση του ζητήματος αυτού, προς προαγωγή τόσο των συμφερόντων της επιχείρησης, όσο και της εργαζόμενης, βάσει των ιδιαίτερων προσόντων που διαθέτει και τα οποία συνεκτιμήθηκαν στην τοποθέτησή της σε θέση ευθύνης, λαμβάνοντας υπόψη τις υπηρεσιακές ανάγκες της επιχείρησης, όσο και τη διασφάλιση των δικαιωμάτων της εργαζόμενης, η υπόθεση μπορεί να κριθεί από τα καθ' ύλη αρμόδια δικαστήρια".
Μετά την έκδοση του εν λόγω πορίσματος, η ενάγουσα απέστειλε στον Πρόεδρο του Δ.Σ. της εναγόμενης, το υπ' αρ. πρωτ. ...-2022 έγγραφό της, με το οποίο δήλωσε τα κάτωθι: "Το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας αποφάνθηκε, Μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας μου (...) Εμμένω και συνεχίζω να προσφέρω τις υπηρεσίες μου που αντιστοιχούν στην από 1-7-2019 σύμβαση εργασίας.
Η τυχόν συνέχιση της άρνησής σας να τις αποδεχτείτε, μετά το πόρισμα της Επιθεωρήτριας Εργασίας, επιτείνει την υπερημερία σας και οξύνει την ηθική βλάβη που μου προκαλείτε (...). Με τη θέση αυτή ο πληρεξούσιος δικηγόρος μου θα προσέλθει στη συνάντηση με τους δικηγόρους σας την Πέμπτη 24-2-2022, ώρα 11 π.μ., την οποία οι ίδιοι ζήτησαν".
Με το ίδιo δε ως άνω έγγραφό της, η ενάγουσα, αναφερόμενη στην εκ νέου μετακίνησή της, από 19-1-2022, δήλωσε ότι: "Σημειώνω το γνωστό, ότι τα καθήκοντα της νέας θέσης πρoσιδιάζoυν σε αποφοίτους του δημοτικού σχολείου", Ακολούθως, η εναγόμενη, με το από 22-2-2022 έγγραφό της, αφού διαμαρτυρήθηκε για το περιεχόμενο της ως άνω από 16-2-2022 επιστολής της ενάγουσας, ανέφερε ότι το Σ.ΕΠ.Ε.
δεν απεφάνθη περί μονομερούς βλαπτικής μεταβολής της εργασιακής της σχέσης και περαιτέρω ότι: "... με δεδομένη την αμετακίνητη στάση σας, η οποία ουδόλως προάγει τον διάλογο και την καλόπιστη επίλυση οποιασδήποτε διαφωνίας εργοδότη και εργαζομένου, θεωρούμε ότι παρέλκει η πραγματοποίηση της ανωτέρω συνάντησης".
Στη συνέχεια, την επόμενη ημέρα, ήτοι στις 23-2-2022, η εναγόμενη προέβη σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, καταβάλλοντάς της ως αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 7.700 ευρώ. Η ενάγουσα, με την από 23-2-2022 αίτησή της, προσέφυγε κατά της καταγγελίας αυτής, στην Επιθεώρηση Εργασίας, η οποία, με το υπ'αρ. 186793/5-5-2022 πόρισμά της, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι "Εφόσον δεν επήλθε συμβιβαστική λύση της πρώτης εργατικής διαφοράς ανάμεσα στα δύο μέρη, με θέμα την βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης, σήμερα εξετάζεται η απόλυση της προσφεύγουσας ως καταχρηστική και εκδικητική.
Οι έννοιες αυτές είναι νομικές και μπορούν να κριθούν από τα καθ' ύλη αρμόδια δικαστήρια βάσει μαρτυριών και αποδείξεων, δεδομένου μάλιστα ότι οι απόψεις των δύο μερών είναι εκ διαμέτρου αντίθετες, γεγονός που δεν αφήνει περιθώριο συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς". Με βάση τα παραπάνω και όσα θα αναλυθούν παρακάτω, η μετακίνηση της ενάγουσας από τη θέση εργασίας της ως εκτελούσας χρέη Προϊσταμένης του Τμήματος Ανθρωπίνων Πόρων της εναγόμενης, στις προαναφερθείσες θέσεις εργασίας, αποτελεί υποβιβασμό της, καθώς τα νέα καθήκοντα αυτής δεν σχετίζονταν με τις ικανότητες και την εργασιακή της εμπειρία, συνοδευόταν δε και από σημαντική μείωση μισθού, που δεν έλαβε χώρα κατά νόμιμη άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγόμενης, όπως υποστηρίζει η τελευταία, αλλά κατά καταχρηστική άσκηση αυτού.
Ειδικότερα, προέκυψε ότι, η ενάγουσα είναι απόφοιτος του τμήματος "Διοίκησης Επιχειρήσεων" του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου και γνωρίζει άριστα την αγγλική γλώσσα, ενώ, πριν την πρόσληψή της στην εναγόμενη, γεγονός που δεν αμφισβητείται από την τελευταία, εργαζόταν επί 17 έτη, στην εταιρεία συμβούλων επιχειρήσεων με την επωνυμία "RriceewaterhouseCoopes-PwC", ως υπεύθυνη του τμήματος έκδοσης μισθοδοσιών και παροχής υπηρεσιών διοίκησης ανθρωπίνου δυναμικού της εταιρείας αυτής με αντικείμενο εργασίας την εκκαθάριση και έκδοση μισθοδοσιών για μεγάλους πελάτες ή πελάτες με πολύπλοκη μισθοδοσία, και για τους άνω των 1.200 στον αριθμό εργαζομένους της[...].
Προκειμένου δε να προσληφθεί από την εναγόμενη στις 11-5-2018, η ενάγουσα αξιολογήθηκε προηγουμένως επιτυχώς με δύο συνεντεύξεις, ενώ αμέσως μετά την πρόσληψή της, της ανατέθηκαν τα καθήκοντα της "Επικεφαλής Τομέα Μισθοδοσίας του Τμήματος Ανθρωπίνων Πόρων", τα οποία ήταν σχετικά με την ανωτέρω αναφερθείσα πολυετή εργασιακή της εμπειρία. (Στο σημείο δε αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι, ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι η ενάγουσα ήταν ευνοούμενη του, κατονομαζόμενου στην έφεση, αναπληρωτή Δ/ντος Συμβούλου της (εναγόμενης), εκτός του ότι, αληθής υποτιθέμενος, δεν ασκεί ουσιαστική έννομη επιρροή στην ένδικη υπόθεση, σε κάθε περίπτωση δεν αποδείχθηκε, καθώς, πέραν του ότι η ενάγουσα είχε όλα τα προσόντα για την πρόσληψή της, αν κάτι τέτοιο ίσχυε, αυτή δεν θα υφίστατο τη ''βάσανο'' των συνεντεύξεων, ούτε θα είχε τελικά υποβιβαστεί).
Αντικείμενο δε της εργασίας της ενάγουσας στην ως άνω θέση ήταν η εκκαθάριση των αποδοχών των εργαζομένων της εναγόμενης που απασχολεί 1.000 άτομα, το οποίο ήταν εξαιρετικά σύνθετο, λόγω των πολυάριθμων επιχειρησιακών συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Κατά το διάστημα της απασχόλησής της στο ως άνω Τμήμα, η ενάγουσα συνέβαλε στην αλλαγή που πραγματοποιούνταν στο πληροφοριακό σύστημα εκκαθάρισης της μισθοδοσίας για να καταστεί λειτουργικότερο, συγκέντρωσε και μελέτησε τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας και έλεγξε τις εκκαθαρίσεις.
Απαιτούσε, ακόμη, δικαιολογητικά έγγραφα για τις άδειες ασθενείας, γεγονός που συνιστούσε νέα πρακτική και ενόχλησε ορισμένους από τους εργαζομένους της εναγόμενης[...].
Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, η θέση της ενάγουσας στην εταιρεία αναβαθμίστηκε, καθώς, τον Ιούλιο του 2019, της ανατέθηκαν καθήκοντα εκτελούσας χρέη Προϊσταμένης στο Τμήμα Ανθρωπίνων Πόρων, γεγονός που δεικνύει ότι η εργασία της εκτιμήθηκε από τα αρμόδια όργανα της εναγόμενης. Η ενάγουσα, άλλωστε, λάμβανε καθόλη τη διάρκεια της εργασίας της στην εναγόμενη, ήτοι από την πρόσληψή της μέχρι την επίμαχη μετακίνησή της, πολύ υψηλές βαθμολογίες στις ετήσιες αξιολογήσεις από τα όργανα της Διοίκησης (της εναγόμενης) και συγκεκριμένα 90,10/100 για το έτος 2018, 92,86/100 για το έτος 2019 και 92,86/100 για το έτος 2020.
Λαμβανομένων υπόψη των ως άνω περιστατικών, η μετακίνηση της ενάγουσας πρώτα, από τις 12-10-2021, στο Τμήμα Ελεύθερης Ζώνης, ως επικεφαλής τομέα, και έπειτα, από τον Ιανουάριο του έτους 2022, στο Τμήμα Σταθμού Αυτοκινήτων, οδήγησε στην υποβάθμισή της, καθώς, οι ανωτέρω θέσεις εργασίας, ακόμη κι αν επρόκειτο για θέσης επίσης ευθύνης, ήταν σαφώς υποδεέστερες από την προηγούμενη θέση που κατείχε η ενάγουσα.
Πιο συγκεκριμένα, στη μεν θέση επικεφαλής τομέα στο Τμήμα Ελεύθερης Ζώνης, όπου η ενάγουσα παρέμεινε για τρεις περίπου μήνες και το αντικείμενο της οποίας δεν προέκυψε, δεν της ανατέθηκε κάποια αρμοδιότητα. Ακολούθως, όταν η ενάγουσα μετακινήθηκε εκ νέου από την εναγόμενη, χωρίς η ενέργεια αυτή να δικαιολογείται, στη θέση της στο Τμήμα Σταθμού Αυτοκινήτων, το οποίο έχει ως αντικείμενο τον συντονισμό και τη διαχείριση των φορτοεκφορτώσεων και παραδόσεων όλων των εισαγόμενων αυτοκινήτων στην Ελλάδα, της ανατέθηκε η ταξινόμηση και αρχειοθέτηση εγγράφων μεταφοράς αυτοκινήτων.
Τα καθήκοντα αυτά ήταν αφενός μεν κατώτερα της προηγούμενης θέσης και της γενικότερης εργασιακής της εμπειρίας, αφετέρου δε άσχετα με αυτή, ενώ η μετακίνησή της στις ανωτέρω θέσεις, όπως προαναφέρθηκε, συνοδεύτηκε και από σημαντική μείωση των αποδοχών της. Δεν αποδείχθηκαν οι προαναφερθέντες ισχυρισμοί της εναγόμενης, ότι η μετακίνηση της ενάγουσας, έγινε για το λόγο ότι κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της στην ως άνω θέση οι σχέσεις της με όλο το προσωπικό του τμήματος ήταν τεταμένες και μη αρμονικές, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η εναγόμενη και επαναλαμβάνει στους πρώτους τρεις λόγους της ένδικης έφεσής της, ούτε διαπιστώθηκε πλημμελής εκπλήρωση των καθηκόντων της, που ζημίωσαν την εναγόμενη σχετικά με το πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου.
Ειδικότερα ως προς τα παραπάνω, πρέπει να αναφερθούν τα εξής: Αποδείχθηκε μεν ότι μεταξύ της ενάγουσας και ορισμένων εκ των συναδέλφων - υφισταμένων αυτής, ανέκυψαν εντάσεις, κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους, λόγω διαφωνιών τους ως προς τα εργασιακά ζητήματα, σχετικά με τα οποία ορισμένοι εκ των υφισταμένων της, προσέφυγαν και αιτήθηκαν τη μεσολάβηση του Προέδρου του Σωματείου των εργαζόμενων με την επωνυμία "Ένωση Μονίμων Υπαλλήλων Ο.Λ.Π.(Ε.Μ.Υ.-Ο.Λ.Π.)", Α.
Ν., θεωρώντας ότι η ενάγουσα διέκρινε μεταξύ νεοπροσληφθέντος και παλαιότερου προσωπικού της εναγόμενης και ότι υποβάθμιζε την ποιότητα της εργασίας των τελευταίων, καθώς δεν υιοθετούσε τις θέσεις τους και διαφωνούσε με εισηγήσεις τους[...]. Όπως κατέθεσε δε η μάρτυρας της εναγόμενης [...], ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία εργάζεται επίσης στην εναγόμενη επί 38 έτη και συνεργάσθηκε με την ενάγουσα, αντιμετωπιζόταν και χαρακτηριζόταν απαξιωτικά από την τελευταία, ως "δημόσιος υπάλληλος", ενώ συχνά υπήρχαν εντάσεις στο γραφείο της ενάγουσας, κατά τις συναντήσεις με συναδέλφους της.
Έτσι, κατόπιν των αναφορών αυτών, πράγματι ο ανωτέρω Πρόεδρος του προαναφερθέντος Σωματείου των εργαζομένων μετέβη στο γραφείο της ενάγουσας, σε χρόνο που δεν αποδείχθηκε, για να μεταφέρει τα παράπονα των υφισταμένων της για τη συμπεριφορά της, κατά τη διάρκεια της οποίας συνάντησης επικράτησε ένταση, ο δε Πρόεδρος του Σωματείου απευθύνθηκε στη Διοίκηση της εναγόμενης για να προβεί στις απαραίτητες συστάσεις προς την ενάγουσα, όπως ο ίδιος καταθέτει στην από 2-12-2022 ένορκη βεβαίωσή του.
Ωστόσο, ο ισχυρισμός της εναγόμενης - εκκαλούσας, ότι η ενάγουσα δεν είχε καλές σχέσεις σχεδόν με όλο το προσωπικό του Τμήματος Ανθρωπίνων Πόρων, εξαιτίας των οποίων σχέσεων πέντε υπάλληλοί της ζήτησαν τη μετακίνησή τους σε άλλο τμήμα και δύο παραιτήθηκαν και ότι, εξαιτίας της συμπεριφοράς της αυτής, η μετακίνησή της από το ως άνω τμήμα ήταν αναγκαία, δεν αποδείχθηκε, όπως ορθά κρίθηκε και από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.
Πιο συγκεκριμένα, ναι μεν οι μάρτυρες στις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίζει η εναγόμενη, καθώς και η μάρτυρας ανταπόδειξης, αναφέρουν περί παραίτησης και υποβολής αιτημάτων μετακίνησης των αναφερόμενων σε αυτές συναδέλφων της ενάγουσας, όμως οι καταθέσεις αυτές δεν επιβεβαιώνονται από έγγραφα των εν λόγω υπαλλήλων προς την εναγόμενη, ούτε από καταθέσεις των ίδιων.
Αντίθετα, η μάρτυρας Φωτεινή Προβατά, της οποίας η κατάθεση κρίνεται πλέον αξιόπιστη, καθώς είναι μία από τις δύο υπαλλήλους που υποστηρίζει η εναγόμενη - εκκαλούσα ότι παραιτήθηκε εξαιτίας της συμπεριφοράς της εναγόμενης, αναφέρει στην υπ'αρ. ...-2022 ένορκη βεβαίωση της, που προσκομίζει η ενάγουσα και η οποία δόθηκε προς αντίκρουση του ως άνω ισχυρισμού της εναγόμενης, ότι αποχώρησε από την εναγόμενη στις 11-10-2019, διότι δέχθηκε μία πιο συμφέρουσα, οικονομικά, επαγγελματική πρόταση.
Εξάλλου, όπως συνάγεται από την κατάθεση της ως άνω μάρτυρα ανταπόδειξης, η συμπεριφορά της ενάγουσας ήταν η ίδια ήδη από την πρόσληψή της στην εναγόμενη, τον Μάιο του 2018, ενώ οι διαφωνίες της ενάγουσας με ορισμένους εκ των υφισταμένων της, προέκυπταν, καθώς οι τελευταίοι, αναφορικά με ζητήματα για τα οποία έπρεπε να ληφθούν αποφάσεις, ανέπτυσσαν τα θέματα σύμφωνα με τις γνώσεις, την εμπειρία και τη θέση ευθύνης που είχαν τα προηγούμενα χρόνια, πριν την ιδιωτικοποίηση της εναγόμενης, ενώ η ενάγουσα "έφερνε τις οδηγίες της Διοίκησης", όπως χαρακτηριστικά καταθέτει η μάρτυρας.
Παρά τα ανωτέρω παράπονα, όμως, ορισμένων εκ των υφισταμένων της ενάγουσας, αλλά και της από 13-9-2019 έγγραφης διαμαρτυρίας ενός εξωτερικού συνεργάτη της εναγόμενης, ήτοι της εταιρείας "QUALITY end RELIABILITY A.E.", στην οποία χαρακτηρίζει ως αντιεπαγγελματική τη συμπεριφορά της ενάγουσας, χωρίς ωστόσο να αναφέρει κάποιο συγκεκριμένο λόγο, καθώς επίσης και το ότι, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, οι βαθμολογίες στις αξιολογήσεις της ενάγουσας από τους υπαλλήλους της εναγόμενης ήταν σχετικά χαμηλές (ήτοι 45,76/100 για το έτος 2018, 61,59/100 για το έτος 2019 και 59,71/100 για το έτος 2020), γεγονότα τα οποία γνώριζε η εναγόμενη, εντούτοις, οι αξιολογήσεις της ενάγουσας από τη Διοίκηση (managers) της εναγόμενης, ήδη από το έτος 2018, όπως προεκτέθηκε, ήταν, καθόλη τη διάρκεια της απασχόλησής της, μέχρι την επίμαχη μετακίνησή της, πολύ υψηλές.
Το ότι, άλλωστε, η εργασιακή πορεία της ενάγουσας στην εναγόμενη, παρά τα ανωτέρω, κρίθηκε επιτυχημένη από τη Διοίκηση της τελευταίας, αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι αυτή (ενάγουσα) προήχθη, όπως προαναφέρθηκε, την 1-7-2019 στη θέση της αναπληρώτριας Προϊσταμένης του Τμήματος Αθρωπίνων Πόρων, απόφαση, που επικυρώθηκε εκ νέου και με την υπ'αρ.πρωτ. ...-2021 απόφαση του τότε Προέδρου του Δ.Σ.
της εναγόμενης.
Εξάλλου, πέραν από τους κάποιους δυσαρεστημένους με τη συμπεριφορά της ενάγουσας υφισταμένους της, υπήρχαν και άλλοι συνάδελφοί της με τους οποίους συνεργάσθηκε στο Τμήμα Ανθρωπίνων Πόρων, οι οποίοι εκτιμούσαν την ίδια και το έργο της στην εναγόμενη και συγκεκριμένα η Φ. Κ. [...] αλλά και ο προαναφερθείς Πρόεδρος της επιχειρησιακής συνδικαλιστικής οργάνωσης "Σύνδεσμος Εποπτών-Αρχιεργατών Οργανισμού Λιμένος Πειραιώς Α.Ε. - Ο Άγιος Αντώνιος".
Ο τελευταίος, σημειώνει δε στην ως άνω ένορκη βεβαίωσή του, ότι η ενάγουσα βοηθούσε τους εργαζομένους της εναγόμενης που ήθελαν βοήθεια για τα εργασιακά τους θέματα, ενώ χαρακτηρίζει τη συνεργασία της με τον ίδιο ως εξαιρετική. Ακόμη, από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από την ενάγουσα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που απέστειλε, κατά τα έτη από 2019 έως και 2021, στους συναδέρφους του Τμήματός της, προκύπτει ότι τους ανέθετε εργασίες, απευθυνόμενη σε αυτούς με ευγένεια, καθώς επίσης συχνά τους επιβράβευε για την εργασία τους.
Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της εναγόμενης - εκκαλούσας, που επαναφέρει με τον δεύτερο λόγο της έφεσής της, ότι η Διοίκηση αυτής δεν έμεινε ευχαριστημένη από το πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου που εξεπόνησε και υλοποίησε η ενάγουσα, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα την αναδιάρθρωση του Τμήματος Ανθρωπίνων Πόρων, στα πλαίσια της οποίας μετακινήθηκε η ενάγουσα σε άλλο τμήμα, είναι απορριπτέος ως αναπόδεικτος.
Ειδικότερα, η ως άνω μάρτυρας Ε. Β., αναφέρει μεν ότι, όπως πληροφορήθηκε, η Διοίκηση της εναγόμενης, δεν έμεινε ικανοποιημένη, από την εφαρμογή και υλοποίηση του ως άνω προγράμματος από το Τμήμα Ανθρωπίνων Πόρων, πλην όμως, ακόμη κι αν γίνει δεκτό ότι η ενάγουσα ήταν αυτή που εμπνεύστηκε το εν λόγω πρόγραμμα και ήταν υπεύθυνη για τον σχεδιασμό του, πράγμα που δεν προέκυψε με σαφήνεια, σε κάθε περίπτωση δεν αναφέρονται οι λόγοι για τους οποίους δεν ικανοποιήθηκε η εναγόμενη, ούτε κάποια συγκεκριμένη ζημία που το πρόγραμμα αυτό επέφερε στην τελευταία, σε σχέση δε και με τυχόν άλλο καλύτερο πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου.
Άλλωστε, δεν προέκυψε ότι η εναγόμενη, δια των οργάνων της, προέβη σε κάποια επίπληξη της ενάγουσας, για πλημμελή άσκηση των καθηκόντων της, ούτε απέστειλε στην τελευταία οποιοδήποτε σχετικό έγγραφο. Τα αναφερόμενα, τέλος, στην από 9-12-2022 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Σ. Σ., περί λαθών που διαπιστώθηκαν στην εκκαθάριση της μισθοδοσίας, κατά τα έτη 2018 έως και 2022, κατά την ανάληψη των καθηκόντων του, τον Οκτώβριο 2021, ως εκτελούντος χρέη Προϊσταμένου του Τμήματος Ανθρωπίνων Πόρων και τη θέση του Θ.
Π. ως επικεφαλής Τομέα Μισθοδοσίας, δεν σχετίζονται με τη μετακίνηση της ενάγουσας από το Τμήμα Ανθρωπίνων Πόρων, ούτε η εναγόμενη επικαλέστηκε ως αιτία της ως άνω μετακίνησης, τα εν λόγω λάθη. Από όλα τα ανωτέρω συνάγεται ότι η μετακίνηση της ενάγουσας από την τελευταία θέση της στις αναφερθείσες θέσεις εργασίας της με άλλο αντικείμενο απασχόλησης, έλαβε χώρα εκτός των ορίων νόμιμης άσκησης του διευθυντικού δικαιώματος της εναγόμενης, καθώς δεν εξυπηρετούσε τους σκοπούς αυτού, ήτοι την κατά το δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας της και την προσφορότερη οργάνωση της επιχείρησης, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στην οικεία μείζονα σκέψη.
Συνιστά δε (η μετακίνηση αυτή) περίπτωση βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας της ενάγουσα, διότι, σύμφωνα με τα αναλυτικά προεκτεθέντα, α) δεν προέκυψε ότι δικαιολογούνταν από οργανωτικές και λειτουργικές ανάγκες της εναγόμενης και επιβαλλόταν από το πραγματικό συμφέρον της εταιρείας, τέτοιες δε ανάγκες δεν γνωστοποιήθηκαν στην ενάγουσα κατά τη μετακίνησή της, β) είχε ως επακόλουθο την ανάθεση στην ενάγουσα υποδεέστερων και άσχετων με την εργασιακή της εμπειρία, καθηκόντων και γ) με την μεταβολή αυτή επήλθαν δυσμενείς υλικές, ως προς το μισθό της, αλλά και ηθικές, ως προς το κύρος, την επαγγελματική πορεία και την προσωπικότητα της ενάγουσας, συνέπειες.
Ο ισχυρισμός δε της εναγόμενης, που επαναλαμβάνει στον πρώτο και δεύτερο λόγο της έφεσής της, ότι η μετακίνηση της ενάγουσας έγινε στα πλαίσια της γενικότερης αναδιάρθρωσης του Τμήματος Ανθρωπίνων Πόρων με σκοπό την καλύτερη λειτουργία του, επικαλούμενη το γεγονός ότι μετακινήθηκε και ο Προϊστάμενος αυτού, ακόμη κι αν υποτεθεί αληθινός, πράγμα που ουδόλως προέκυψε, δεν δικαιολογεί την υποβάθμιση της ενάγουσας με την τοποθέτηση αυτής στις ως άνω θέσεις, οι οποίες, όπως προεκτέθηκε, ήταν αφενός υποδεέστερες, τόσο όσον αφορά τα καθήκοντα όσο και τις απολαβές της ενάγουσας σε σχέση με τη θέση της στο ως άνω Τμήμα, αφετέρου δε άσχετες με τα προσόντα της και την εργασιακή της εμπειρία.
Τα ανωτέρω επίσης δε δεν αναιρούνται από τους προεκτεθέντες όρους 9 και 10 της από 1-7-2019 σύμβασης εργασίας της, καθώς δεν προέκυψε ότι η ως άνω μετακίνηση της ενάγουσας δικαιολογούνταν από συγκεκριμένες ανάγκες της εναγόμενης, κατά τα αναφερόμενα στον σχετικό υπ' αρ. 10 όρο της επίδικης σύμβασης εργασίας, ενώ επιπλέον, κατά τα ανωτέρω αναφερόµενα, επρόκειτο για μετακίνηση σε θέσεις εργασίας που δεν σχετίζονται με τα προσόντα και την εμπειρία της, κατά παράβαση των επίσης αναφερθέντων παραπάνω (υπ'αρ. 2, 4 και 5) άρθρων του Κανονισμού της εναγόμενης.
Άλλωστε, ο όρος 10 της επίδικης από 1-7-2019 σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, που επιφυλάσσει στην εναγομένη εργοδότρια το δικαίωμα ανάκλησης της τοποθέτησής στην αναφερθείσα θέση εργασίας της και τη μετακίνησή της σε άλλη θέση ευθύνης, χωρίς άλλο προσδιορισμό της θέσης αυτής, ακόμα κι αν πρόκειται για κατώτερη μισθολογικά θέση, είναι άκυρος ως καταχρηστικός δεδομένου ότι δεν αναφέρονται συγκεκριμένοι κι αντικειμενικοί λόγοι από τους οποίους εξαρτάται το σχετικό δικαίωμα ανάκλησης, έτσι ώστε να εξασφαλιστεί η προστασία της ενάγουσας, δεδομένου ότι, όροι που επιφυλάσσουν τη κατά βούληση μεταβολή συμβατικών δικαιωμάτων, χωρίς αυτή να εξαρτάται από τη συνδρομή ειδικών και σοβαρών λόγων δεν ανταποκρίνονται στην αρχή της διαφάνειας και είναι άκυροι [...].
Επιπλέον, με την ως άνω ρήτρα, η οποία δεν ήταν επαρκώς ορισμένη και επομένως δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις που θέτει η αρχή της διαφάνειας, η ενάγουσα - εργαζόμενη δεν ήταν σε θέση να διαβλέψει και να εκτιμήσει τους κινδύνους που αναλαμβάνει, και δη ότι τυχόν η χαμηλή βαθμολόγησή της από τους υφισταμένους της κατά τις αξιολογήσεις της, παρά την υψηλή αξιολόγησή της από τη Διοίκηση της εναγόμενης, θα είχε σαν αποτέλεσμα την μετακίνησή της σε θέση υποδεέστερων καθηκόντων.
Η αοριστία δε αυτή των ως εν λόγω όρων εργασίας της εναγόμενης, δεν δύναται να καλυφθεί από το Δικαστήριο με βάση τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ (κανόνες ερμηνείας των δικαιοπραξιών), όπως αβάσιμα υποστηρίζει η εναγόμενη στον πρώτο λόγο της ένδικης έφεσής της, αφού η ερμηνεία αυτή δεν μπορεί να αναπληρώσει τα απαιτούμενα στοιχεία που πρέπει να περιλαμβάνουν οι σχετικές ρήτρες που αποβαίνουν εις βάρος του εργαζόμενου, προκειμένου να τηρείται η ανωτέρω αρχή της διαφάνειας[...].
Επομένως, η προαναφερθείσα αντίδραση της ενάγουσας, παρότι η τελευταία ανέλαβε τα νέα καθήκοντα που της ανατέθηκαν, να μην αποδεχθεί τους νέους αυτούς όρους εργασίας, καθώς και να εμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, κατέστησε την εναγόμενη, η οποία δεν αποδέχθηκε την εκ μέρους της ενάγουσας παροχή εργασίας με τους προηγούμενους όρους, υπερήμερη, κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη.
Περαιτέρω, σχετικά με την από 23-2-2022 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας στην οποία προέβη η εναγόμενη, η τελευταία υποστηρίζει, τόσο με τις πρωτόδικες προτάσεις της όσο και με την ένδικη έφεσή της (στον τρίτο λόγο αυτής), ότι έλαβε χώρα ως έσχατο μέσο, λόγω της άρνησης της ενάγουσας να δεχθεί τη δικαιολογημένη, κατά τους ισχυρισμούς της εναγόμενης, μετακίνησή της, και της εμμονής της να επανέλθει στα καθήκοντα Προϊσταμένης στο τμήμα Ανθρωπίνων Πόρων.
Βάσει, ωστόσο, όσων προαναφέρθηκαν, εφόσον κατά τα ως άνω περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδειχθέντα και το παρόν Δικαστήριο, όπως και το πρωτοβάθμιο, οι παραπάνω μετακινήσεις της ενάγουσας από την εργοδότριά της εναγόμενη, συνιστούν σαφή υποβιβασμό της, τόσο, όσον αφορά στα εργασιακά της καθήκοντα όσο και τις αποδοχές της και στοιχειοθετούν, μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της, η ενάγουσα, ασκώντας το νόμιμο δικαίωμά της, ορθά την απέκρουσε και συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως εκτελούσας χρέη Προϊσταμένης στο Τμήμα Ανθρωπίνων πόρων.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας εκ μέρους της εναγόμενης είναι καταχρηστική, ως αντίθετη στα αντικειμενικά κριτήρια του άρθρου 281 ΑΚ κι ως εκ τούτου άκυρη, δεδομένου ότι έλαβε χώρα από έχθρα, εμπάθεια κι εκδίκηση προς το πρόσωπο της εργαζόμενης ενάγουσας και για το λόγο ότι αυτή δεν δέχθηκε την μονομερή και βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της στην οποία προέβη η εναγόμενη, κατά τα αναλυτικά αναφερθέντα παραπάνω και στη σχετική μείζονα σκέψη, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ως άνω ισχυρισμών της εκκαλούσας ως αβάσιμων.
Η άρνηση, λοιπόν, της εναγόμενης - εργοδότριας να δεχθεί την προσήκουσα παροχή της εργασίας της ενάγουσας, την καθιστά υπερήμερη έναντι της τελευταίας και υποχρεούται, όσο διαρκεί η υπερημερία της να της καταβάλει του μισθούς της σαν να την απασχολούσε κανονικά.
Συνεπώς, η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα τα εξής ποσά: α) τη διαφορά των αποδοχών της από τις 11-10-2021 που υποβιβάστηκε, μέχρι και τις 23-2-2022, που απολύθηκε, συνολικού ποσού 6.839,96 ευρώ [(4.600 - 3.350) = 1.250 ευρώ Χ 4 μήνες=) 5.000 ευρώ + (4.600/30= 153,33 ευρώ Χ 12 ημέρες=) 1.839,96 ευρώ], β) τις αποδοχές της από τον Μάρτιο του 2022 έως και τον Απρίλιο του 2022, συνολικού ποσού 9.200 ευρώ (4.600 Χ 2 μήνες), γ) τις αποδοχές της από τον Μάιο του 2022, οπότε προσλήφθηκε σε νέα εργασία με συνολικές μηνιαίες αποδοχές ποσού 3.540 ευρώ, κατά το οποίο περιόρισε το αγωγικό αίτημα, έως και τον Σεπτέμβριο του 2022, συνολικού ποσού 5.300 ευρώ (4.600 - 3.540 = 1.060 ευρώ Χ 5 μήνες), δ) τη διαφορά δώρου Πάσχα έτους 2022 ποσού 1.409 ευρώ (2.300 - 891), και ε) το επίδομα αδείας έτους 2022, ποσού 2.300 ευρώ. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι η εναγόμενη με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο της έφεσής της, υποστηρίζει ότι είχε ήδη καταβληθεί στην ενάγουσα για την τελευταία αιτία (επίδομα αδείας έτους 2022) το ποσό των 1.650 ευρώ, οπότε έπρεπε να επιδικαστεί με την εκκαλουμένη το υπόλοιπο ποσού 650 ευρώ.
Ωστόσο, ο λόγος αυτός της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι η εναγόμενη - εκκαλούσα δεν επικαλείται, ούτε προσκομίζει σχετική απόδειξη από την οποία να προκύπτει η καταβολή του ως άνω ποσού στην ενάγουσα, η δε τελευταία αρνείται την καταβολή του. Επιπλέον, προέκυψε ότι, από την παραπάνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγόμενης, ήτοι τη μονομερή εκ μέρους της ως άνω βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της ενάγουσας, κατά κατάχρηση του διευθυντικού της δικαιώματος ως εργοδότριας, υπό τις προπεριγραφείσες περιστάσεις, η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη, διότι η συμπεριφορά αυτή είχε ως αποτέλεσμα να προσβληθεί η προσωπικότητά της, καθώς αμφισβητήθηκε η εργασιακή της επάρκεια ενώπιον όλων των συναδέλφων της και να πληγεί η τιμή και η υπόληψή της στο κοινωνικό και επαγγελματικό της περιβάλλον, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών, που προβάλει η εναγόμενη στον τέταρτο λόγο της ένδικης έφεσης, ως αβάσιμων.
Λαμβάνοντας δε υπόψη το είδος, την ένταση, και τις συνθήκες της ως άνω προσβολής, όπως ανωτέρω αναφέρθηκαν, την ταλαιπωρία και τη στεναχώρια που δοκίμασε ένεκα αυτής η ενάγουσα και την κοινωνικοοικονομική κατάσταση των μερών, το παρόν Δικαστήριο, όπως και το πρωτοβάθμιο, κρίνει, με βάση τα διδάγματα της ανθρώπινης εμπειρίας και της λογικής, ότι πρέπει να επιδικασθεί σε αυτήν (ενάγουσα), ως χρηματική ικανοποίηση, το ποσό των 1.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο, με βάση τα ως άνω ληφθέντα υπόψη γεγονότα και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 Σ, όπως αυτή εξειδικεύεται με τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ).
Επομένως, κατά μερική παραδοχή της αγωγής και ως ουσιαστικά βάσιμης, πρέπει: α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 23-2-2022 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας εκ μέρους της εναγόμενης και να υποχρεωθεί η τελευταία να καταβάλει στην ενάγουσα, για τις ως άνω αιτίες, το συνολικό ποσό των (6.839,96 + 9.200 + 2.300 =) 18.339,96 ευρώ, καθώς επίσης να αναγνωρισθεί ότι η εναγόμενη υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των (5.300 +1.409 +1.000 =) 7.709 ευρώ.
Όλα δε τα ανωτέρω ποσά με τον νόμιμο τόκο ως εξής: α) για τους μισθούς υπερημερίας, από την πρώτη του επόμενου μήνα από εκείνον που αφορούν (άρθρα 341,345,655 ΑΚ), β) για το δώρο Πάσχα του έτους 2022, από την 1-5-2022 (άρθρ. 10 της Υ.Α. 19040/1981, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του Ν. 1082/1980), γ) για το επίδομα αδείας, από την επομένη της λύσης της εργασιακής σχέσης, ήτοι από την 24-2-2022 (άρθρο 655 εδ.β ΑΚ) και δ) για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.
Κατόπιν τούτων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που, με την εκκαλουμένη απόφασή του, κατέληξε στην ίδια κρίση με το παρόν και έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, κατά τα προεκτεθέντα, δεν έσφαλε και ορθώς εφάρμοσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις. Επομένως, η κρινόμενη έφεση, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της κατ' ουσία".
Με τις προαναφερόμενες και αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές, η προσβαλλόμενη απόφαση προκειμένου να καταλήξει στην κρίση της, ότι η μετακίνηση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης από τη θέση της "Εκτελούσας χρέη Προϊσταμένου στο Τμήμα Ανθρωπίνων Πόρων/ΗR Chief Deputy Manager" στις αναφερθείσες θέσεις εργασίας(Επικεφαλής Τομέα στο τμήμα ελεύθερης ζώνης και στο τμήμα σταθμού αυτοκινήτων) έλαβε χώρα εκτός των ορίων της νόμιμης άσκησης του διευθυντικού της δικαιώματος της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας και ως εκ τούτου συνιστά περίπτωση βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας της, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της, όπου αναφέρονται οι διατάξεις των άρθρων 7 εδ.
α' του ν. 2112/1920 (μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας) και 281 ΑΚ (καταχρηστική άσκηση δικαιώματος), έλεγξε, όπως, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, όφειλε, το κύρος του προαναφερθέντος όρου 10 της από 1.7.2019 σύμβασης εργασίας της.
Πλην όμως περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες, όσον αφορά το κρίσιμο ζήτημα του κύρους του πιο πάνω όρου γιατί, ενώ δέχεται ότι δεν προέκυψε ότι η ως άνω μετακίνηση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης δικαιολογείτο από συγκεκριμένες ανάγκες της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας, κατά τα αναφερόμενα στον πιο πάνω όρο 10, τον οποίο συνεπώς, κατά λογική ακολουθία, θεωρεί έγκυρο, στη συνέχεια δέχεται, ότι ο όρος αυτός είναι άκυρος ως καταχρηστικός, αφενός επειδή δεν αναφέρονται συγκεκριμένοι και αντικειμενικοί λόγοι από τους οποίους εξαρτάται το σχετικό δικαίωμα ανάκλησης της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας, ώστε να εξασφαλιστεί η προστασία της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και αφετέρου επειδή δεν είναι επαρκώς ορισμένος και επομένως δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις που θέτει η αρχή της διαφάνειας.
Η ως άνω αντίφαση ενισχύεται και από τις περαιτέρω παραδοχές, ότι ναι μεν μεταξύ της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και ορισμένων εκ των συναδέλφων, υφισταμένων της, ανέκυψαν εντάσεις κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους, λόγω διαφωνιών για ορισμένα εργασιακά ζητήματα, για τα οποία μάλιστα ορισμένοι εξ αυτών ζήτησαν τη μεσολάβηση του Προέδρου του Σωματείου των εργαζόμενων, ο οποίος και πράγματι μεσολάβησε για να μεταφέρει τα σχετικά παράπονα των υφισταμένων της και ότι αυτή ελάμβανε χαμηλή βαθμολογία από τους υφισταμένους της(σε αντίθεση με την υψηλή βαθμολογία που ελάμβανε από την εργοδότριά της), δεν αποδείχθηκε όμως ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη δεν είχε καλές σχέσεις σχεδόν με όλο το προσωπικό της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας, αφού ορισμένοι εκ των συναδέλφων της την εκτιμούσαν και(δεν αποδείχθηκε) ότι η μετακίνησή της ήταν αναγκαία.
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 361,648,651,652, 281 ΑΚ και του άρθρου 2 της Διεθνούς Σύμβασης της Διεθνούς Διασκέψεως της Ουάσιγκτον και παράλληλα διέλαβε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την συνδρομή ή μη ακυρότητας του όρου 10 της από 1.7.2019 σύμβασης εργασίας της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης από την οποία (ακυρότητα ή μη), εξαρτάται, κατά τα πιο πάνω αναφερόμενα, η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, εφόσον ο όρος κριθεί έγκυρος ή της διάταξης του άρθρου 7 εδ.
α' του ν. 2112/1920, εφόσον ο όρος κριθεί άκυρος, την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, σε συνδυασμό με το άρθρο 281 ΑΚ εφάρμοσε, υποπίπτοντας έτσι στις αναιρετικές πλημμέλειες των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.
Συνεπώς, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι κατ' ουσίαν, οι πρώτος και δεύτερος, κατά το σκέλος του που αφορά τη μετακίνηση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, συνολικά εκτιμώμενοι, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι με το να δεχθεί ο όρος 10 της από 1.7.2019 νέας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας διευθυντικού στελέχους αυτής είναι άκυρος ως καταχρηστικός, προσκρούει στη συμβατική ελευθερία των συμβαλλόμενων και παραβιάζει ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 361,648,651,652, 281 ΑΚ και του άρθρ. 2 της Διεθνούς Σύμβασης της Διεθνούς Διασκέψεως της Ουάσιγκτον, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2269/1920.
Ενόψει του ότι η παραδοχή των πιο πάνω λόγων οδηγεί και στην παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, καθιστά πλέον αλυσιτελή την εξέταση του δεύτερου λόγου αναίρεσης, κατά το σκέλος του που αφορά το κύρος της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας ήδη αναιρεσίβλητης, το οποίο εξαρτάται από το αν ασκήθηκε καταχρηστικά ή όχι το διευθυντικό δικαίωμα της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας, και της μη λήψη υπόψη κρίσιμου αποδεικτικού μέσου από τους αριθμούς 1, 19 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς και τρίτου λόγου αναίρεσης, που αφορά την επιδίκαση στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1474/2022).
Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχή των πρώτου και δεύτερου, κατά το σκέλος του, που αφορά τη μετακίνηση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγων αναίρεσης και παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλο Δικαστή εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής, σύμφωνα με τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 110/7.3.2024 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2025.
Ο ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου καθώς και των δύο αρχαιότερων Αρεοπαγιτών αποχωρησάντων, η αμέσως Αρχαιότερη Αρεοπαγίτης της σύνθεσης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ