Legislator Case Law & Legislation
1556/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against property ownership judgment, ruling the claim was sufficiently certain and specific.

Case Number 1556/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the Greek State against a lower court's property ownership judgment. The State argued the claim lacked certainty, but the court found the plaintiff's petition clearly defined the disputed land and ownership rights. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the State was ordered to pay the costs of the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 118 no. 4, 216 para. 1 and 70 of the Code of Civil Procedure; A claim is sufficiently certain and specific if the petition clearly defines the disputed property and the ownership rights involved, thereby establishing the necessary elements for the legal interest.

Keywords

AI generated
property ownership legal certainty civil procedure appeal dismissal land dispute specific claim costs of appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 118 no. 4, 216 para. 1 and 70 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 para. 1 of Law 3693/1957
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1556 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1556/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη-Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Σοφία Πολύζου-Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των εφεσιβλήτων - καλούντων:

1) Α. συζ. Σ. Π., το γένος Ν. Π., κατοίκου ... Αττικής,

2) Ε. Π. του Ν. και της Α., κατοίκου ... Αττικής,

3) Γ. Π. του Ν. και της Α., κατοίκου ... Αττικής και

4) Ι. - Μ. Π. του Ν. και της Α., κατοίκου ... Αττικής,

που παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Γεωργίου Τράκη και κατέθεσαν προτάσεις.

Του εκκαλούντος – καθ’ ού η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Παρασκευή Γιωτάκου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και κατέθεσε προτάσεις.

Του εφεσιβλήτου – καθ’ ού η κλήση: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΠΕΝΤΕΛΗΣ», που εδρεύει στην Παλαιά Πεντέλη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μπότη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21.06.1985 αγωγή του αρχικού διαδίκου Γ. Ζ. και την από 09.10.1985 πρόσθετη παρέμβαση της Ιεράς Μονής Κοιμήσεως της Θεοτόκου Πεντέλης που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2794/1986 του ίδιου Δικαστηρίου και 3693/1987 του Εφετείου Αθηνών που ανέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Κατόπιν αυτού εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3114/1987 μη οριστική, 7319/2005 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 4153/2007 του Εφετείου Αθηνών.

Κατά της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1646/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε. Στην συνέχεια εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 408/2011 μη οριστική, 2418/2013 του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησε το Ελληνικό Δημόσιο με την από 15.11.2013 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 711/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία ακύρωσε την ως άνω προσβαλλόμενη και κράτησε την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση, μετά την επίσπευση του επιμελέστερου των διαδίκων.

Η υπόθεση επανήλθε για νέα συζήτηση με την από 02.03.2018 κλήση των ήδη καλούντων και εκδόθηκε η 616/2019 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου με την οποία διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της κρινόμενης υπόθεσης σε νέα δικάσιμο.

Η υπόθεση επανέρχεται για νέα συζήτηση με την από 20.05.2020 κλήση των καλούντων.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[Α] Με την από 20.05.2020 κλήση, παραδεκτά φέρεται ενώπιον του Τμήματος τούτου για νέα συζήτηση η από 23.03.2006 έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, καθόσον με την 711/2015 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου που είναι δεύτερη αναιρετική, αναιρέθηκε η 2418/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την παραπάνω έφεση και κρατήθηκε η υπόθεση για ουσιαστική εκδίκαση από το ίδιο Δικαστήριο (άρθρα 580 παρ. 3 και 581 παρ. 1 ΚΠολΔ).

[Β] Από το συνδυασμό των άρθρων 570 παρ.2, 579 παρ. 1, 580 παρ.3 (όπως το τελευταίο εδάφιο της παρ. 3 είχε τροποποιηθεί με τα άρθρα 12 παρ.4 του ν.4045/2012 και 65 παρ.1 του ν.4139/2013 και αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, η ισχύς του οποίου άρχισε από την 1/1/2016, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ.4 του ν.4335/2015) και 581 παρ. 2 ΚΠολΔ (όπως η παρ.2 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και άρχισε να ισχύει από την 01.01.2016, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 του ν. 4335/2015) προκύπτει, ότι η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας) που προσβλήθηκαν με την αναίρεση, όχι δε ως προς άλλα κεφάλαιά της, εκτός αν τα τελευταία συνάπτονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης, οπότε συναναιρούνται.

Συνεπώς, κατά την νέα εκδίκαση της έφεσης, οι διάδικοι επανέρχονται στη θέση που ήταν πριν από τη συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση και η έφεση επανεξετάζεται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση, αφού κατατεθούν προτάσεις, σύμφωνα με όσα ορίζονται από το άρθρο 237 ΚΠολΔ και, αφού παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις (ΑΠ 1105/2019, ΑΠ 404/2018).

[Γ] Εν προκειμένω, από την παραδεκτή κατ’ άρθ. 561 παρ.2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι η διαδρομή της υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο της εκδίκασης, είναι η εξής:

Με την από 21.06.1985 αγωγή του, απευθυνόμενη κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ο Γ. Ζ., επικαλούμενος πρωτότυπο και παράγωγο τρόπο κτήσεως κυριότητας επί των περιγραφομένων συνεχομένων εδαφικών εκτάσεων 9.713 τ.μ που αμφισβητούσε το εναγόμενο, ζητούσε ν’ αναγνωριστεί κύριος αυτών. Προσεπικάλεσα μάλιστα την δικαιοπάροχο του, Ιερά Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου Πεντέλης, η οποία άσκησε υπέρ αυτού την από 09.10.1985 πρόσθετη παρέμβαση, με σκοπό την αποδοχή της αγωγής.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ’ αριθ. 2794/1986 απόφαση του απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, διότι δεν είχε τηρηθεί η προδικασία του άρθρου 8 του ν. 1539/1938 και συνακόλουθα και την πρόσθετη παρέμβαση. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο ενάγων με την από 15.07.1986 έφεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία η 3693/1987 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την οποία έγινε δεκτή η πιο πάνω έφεση και εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη, αναπέμφθηκε δε η υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών για την κατ’ ουσίαν εκδίκασή του.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την 3114/1987 Πράξη διέταξε αποδείξεις. Διαρκούσης της εκκρεμοδικίας στον πρώτο βαθμό απεβίωσε το έτος 1992 ο ενάγων ο οποίος κατέλιπε μόνους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τη σύζυγο του, Α. χήρα Γ. Ζ. και την θυγατέρα του, Α. συζ. Ν. Π., που απεδέχθησαν την επαχθείσα σε αυτές κληρονομιά του.

Εν συνεχεία, το έτος 1996, απεβίωσε η Α. χήρα Γ. Ζ., η οποία κατέλιπε μοναδική εκ διαθήκης κληρονόμον της, την εγγονή της Α. σύζυγο Σ. Π. (πρώτη των καλούντων), που απεδέχθη την κληρονομιά, αμφότερες γνωστοποιήσασες την βίαια διακοπή της δίκης και την εκούσια επανάληψη αυτής, γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε από κανένα διάδικο.

Μετά την διεξαγωγή των αποδείξεων και επικείμενης της συζητήσεως της υποθέσεως ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου ο Γ. Α., με την οποία ζήτησε την απόρριψη της αγωγής. Με την υπ’ αριθ. 7319/2005 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έγινε δεκτή η αγωγή του αρχικώς ενάγοντος και η πρόσθετη υπέρ αυτού παρέμβαση της Ιεράς Μονής Κοιμήσεως Θεοτόκου Πεντέλης και αναγνωρίστηκε ο αρχικός ενάγων Γ.

Ζ., κύριος της επίδικης έκτασης και απερρίφθη ως απαράδεκτη η πρόσθετη παρέμβαση του Γ. Α.. Κατά της οριστικής αυτής αποφάσεως άσκησαν τις από 23.03.2006 εφέσεις τόσο το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, όσο και ο προσθέτως παρεμβαίνων Γ. Α., ενώ και ο Δήμος Βριλησσίων, το πρώτον ενώπιον του Εφετείου άσκησε την από 28.07.2006 με αυτοτελές δικόγραφο πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, με σκοπό την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και την απόρριψη της αγωγής.

Το Εφετείο Αθηνών, το οποίο με την 4153/2007 απόφασή του συνεκδίκασε τις παραπάνω εφέσεις και την πρόσθετη παρέμβαση, δίκασε κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων και απέρριψε ως απαράδεκτη την πρόσθετη παρέμβαση και κατ’ ουσίαν τις από 23.03.2006 τις εφέσεις του Ελληνικού Δημοσίου και του Γ. Α. .

Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε την από 05.12.2007 αίτηση αναιρέσεως το Ελληνικό Δημόσιο, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 1646/2009 απόφαση του Γ’ Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η απόφαση του Εφετείου, διότι υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αριθ. 19 και 11 περ. β’ αναιρετικές πλημμέλειες και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ.

Εξάλλου με τις υπ’ αριθμ. 1643/2009 και 1644/2009 αποφάσεις του ίδιου Τμήματος του Αρείου Πάγου, απερρίφθησαν οι αιτήσεις αναιρέσεως από 04.12.2007 του Δήμου Βριλησσίων και από 06.12.2007 του Γ. Α. αντίστοιχα κατά της πιο πάνω αποφάσεως. Στη συνέχεια, μετά από κλήση της Α. συζ. Σ. Π., το γένος Ν. Π. και της Α. χήρας Ν. Π., ήχθη η υπόθεση εις νέαν μετ’ αναίρεση συζήτηση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών.

Εκδόθηκε δε η υπ’ αριθμ. 408/2011 προδικαστική απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την οποίαν διετάχθη η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης. Ακολούθως, μετά από νέα κλήση των αμέσως παραπάνω αναφερομένων καλουσών, ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, που επανέφεραν προς συζήτηση την υπόθεση ζητώντας και την ανάκληση της ως άνω εκδοθείσας προδικαστικής αποφάσεως, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 2418/2013 απόφαση του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτό το αίτημα ανακλήσεως της ως άνω προδικαστικής αποφάσεως και εν συνεχεία απερρίφθη η έφεση κατ’ ουσίαν.

Την τελευταία αυτή οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών το Ελληνικό Δημόσιο προσέβαλε με την από 15.11.2013 αίτηση αναιρέσεως. Εκκρεμούσης της συζήτησης της εν λόγω αίτησης αναιρέσεως απεβίωσε η Α. χήρα Ν. Π., η οποία είχε υπεισέλθει στην δίκη όπως παραπάνω έχει εκτεθεί, στην κληρονομιά της οποίας υπεισήλθαν άπαντες οι καλούντες ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αποδεχθέντες την κληρονομιά αυτής.

Την επελθούσα λόγω του ως άνω θανάτου της Α. χήρας Ν. Π. βίαια διακοπή της δίκης ανήγγειλαν αυτοί νομίμως ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ως άνω αίτησης αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου όπου και παρασταθήκαν υπεισελθόντες έτσι στην θέση της ως άνω αποβιωσάσης προηγουμένης διαδίκου.

Ο Δήμος Βριλησσίων και ο Γ. Α. άσκησαν υπέρ του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου τις από 09.10.2014 και 10.09.2014 πρόσθετες παρεμβάσεις. Με την 711/2015 απόφασή του ο Άρειος Πάγος, αφού απέρριψε τις προαναφερόμενες πρόσθετες παρεμβάσεις, αναίρεσε την ως άνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά παραδοχή του αναιρετικού λόγου της από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ.

Ακολούθως, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης από τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. γ/ ΚΠολΔ υποχρεώσεως του Αρείου Πάγου για εκδίκαση της υποθέσεως κατ’ ουσίαν μετά τη δεύτερη αναίρεση, κρίθηκε ότι θα πρέπει, μετά την έκδοση της αναιρετικής αποφάσεως, να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο ουσίας ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 581 παρ. 1 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή.

Κατόπιν τούτων οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που βρισκόταν πριν από την έκδοση της αναιρεθείσας υπ’ αριθ. 2418/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Με την από 02.03.2018 κλήση οι καλούσες επανέφεραν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ως δικαστηρίου παραπομπής την πιο πάνω υπόθεση.

Εκδόθηκε δε η υπ’ αριθ. 616/2019 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζητήσεως για το λόγο ότι μέλος της συνθέσεως του Δικαστηρίου ήταν εξαιρετέο στη συζήτηση της υπόθεσης.

[Δ] Ειδικότερα, στην από 21.06.1985 αγωγή του, κατά του Ελληνικού Δημοσίου ο αρχικός ενάγων Γ. Ζ., εξέθετε ότι δυνάμει του αναφερόμενου συμβολαίου που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε από την Ιερά Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου Πεντέλης, έξ (6) συνεχόμενα αγροτεμάχια τα οποία αποτελούσαν ενιαία έκταση 11.463 τ.μ. κειμένη στη περιοχή ...

Αττικής στη θέση ..., όπως λεπτομερώς περιγράφονται και ότι την έκταση αυτή η δικαιοπάροχος του Ιερά Μονή νεμόταν με καλή πίστη από του έτους 1570 και πάντως αδιαλείπτως επί τριάντα και πλέον έτη μέχρι τις 11.09.1915, διενεργώντας τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του εμφανείς διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίου, ώστε κατέστη κυρία αυτής με έκτακτη χρησικτησία, συνέχισε δε και μετά την άνω ημεροχρονολογία να νέμεται την έκταση αυτή με τον ίδιο τρόπο και με το στοιχείο της καλής πίστης μέχρι την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23.02.1946) και κατόπιν ανεξαρτήτως του στοιχείου της καλής πίστης, μέχρι τη.

μεταβίβασή της, στον ίδιο (ενάγοντα), ο οποίος συνέχισε να τη νέμεται κατά τον ίδιο τρόπο μέχρι την άσκηση της αγωγής και ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο αμφισβητεί το δικαίωμα κυριότητας του επί της εδαφικής αυτής έκτασης, ισχυριζόμενο ότι τμήμα της άνω έκτασης, αποτελούμενο από πέντε ενιαία τεμάχια και εμβαδού 9.713 τετ.

μέτρων (λεπτομερώς προσδιορισθέν) ο αποτελεί δημόσια δασική έκταση, εκδίδοντας μάλιστα για το μικρότερο αυτό τμήμα σχετικό πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής. Ζητούσε δε με την αγωγή, στην οποία ένωσε και προσεπίκληση προς παρέμβαση της δικαιοπαρόχου του Ιεράς Μονής, να αναγνωρισθεί κύριος της εδαφικής αυτής έκτασης.

Επί της παραπάνω αγωγής, εκδόθηκε η 7319/2005 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου Αθηνών, η οποία, αφού συνεκδίκασε την προαναφερόμενη αγωγή και πρόσθετη παρέμβαση, δέχθηκε ως κατ’ ουσίας βάσιμη την αγωγή και την υπέρ του ενάγοντος πρόσθετη παρέμβαση. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονείται το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, με την από 23.03.2006 και με αριθ.

κατ. 2753/2006 έφεση του για τους λόγους που αναφέρονται σ’ αυτή, ζητώντας την εξαφάνιση της εκκαλουμένης. Η ως άνω έφεση του Ελληνικού Δημοσίου, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 495, 511, 513 παρ.1β, 516 παρ.1, 518 παρ.1,2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί το παραδεκτό και το βάσιμο των προβαλλόμενων λόγων της πιο πάνω έφεσης, με την ίδια διαδικασία (άρθρο 533 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ).

[Ε] Κατά το άρθρο 321 ΚΠολΔ, δεδικασμένο - το οποίο, κατ’ άρθρο 332 ΚΠολΔ, λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, εμποδίζοντας το δικαστήριο να ερευνήσει την ίδια υπόθεση και πάλι -δημιουργούν οι οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, δηλαδή οι τελεσίδικες, και κατ’ άρθρο 322 παρ. 1 ΚΠολΔ εκτείνεται στο ουσιαστικό και δικονομικό ζήτημα που κρίθηκε με την απόφαση οριστικά για μια έννομη σχέση που έχει προ βληθεί με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού.

Κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ το δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ιδίων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστορική και νομική αιτία, καλύπτει δε όχι μόνο το δικαίωμα που κρίθηκε (την έννομη σχέση που διαγνώσθηκε), αλλά και την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή από την απόφαση (υπό την έννοια των πραγματικών περιστατικών που ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσεως), καθώς και τη νομική αιτία (το νομικό χαρακτηρισμό) που το δικαστήριο έδωσε στα πραγματικά περιστατικά υπάγοντάς τα στην οικεία διάταξη νόμου, την οποία εφάρμοσε, δηλαδή καλύπτει, ως ενιαίο όλον, ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό, όπως διατυπώνεται στην απόφαση.

Ειδικότερα το δεδικασμένο καλύπτει: α) το δικαίωμα που κρίθηκε, β) τη νομική αιτία, δηλαδή το νομικό χαρακτηρισμό που δόθηκε από το δικαστήριο στα πραγματικά περιστατικά και γ) την ιστορική αιτία που αποτελείται από τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το Δικαστήριο και ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης (ΑΠ 1122/2018, ΑΠ 1559/2017). Για τα όρια του δεδικασμένου λαμβάνονται υπόψη οι αιτιολογίες, όπως αντικαταστάθηκαν, ρητά ή σιωπηρά, από το ανώτερο δικαστήριο (ΑΠ 57/2020, ΑΠ 1456/2018).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 331 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο εκτείνεται και στα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος, αν το δικαστήριο ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να αποφασίσει για τα παρεμπίπτοντα ζητήματα, ενώ ως παρεμπίπτον (προδικαστικό) ζήτημα νοείται άλλη έννομη σχέση ή δικαίωμα ή συνέπεια του ουσιαστικού δικαίου από το οποίο εξαρτάται η κρίση επί του κυρίου ζητήματος της δίκης, δηλαδή το δεδικασμένο επεκτείνεται σε εκείνο το προδικαστικό ζήτημα, το οποίο η απόφαση έκρινε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση στηρίζει τη διαγνωσθείσα ή απαγγελθείσα απ' αυτήν έννομη συνέπεια (ΑΠ 1559/2017). Έτσι, δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση δημιουργείται και όταν το αντικείμενο της μεταγενέστερος δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ιδίων προσώπων, είναι διαφορετικό από τη δίκη που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη (ΟλΑΠ 10/2002, ΑΠ 1559/2017). Το δεδικασμένο δεσμεύει τόσο τους διαδίκους (και τα άλλα πρόσωπα που αναφέρονται στα άρθρα 325-329 ΚΠολΔ), όσο και τα πολιτικά δικαστήρια, τα οποία δεν μπορούν να επανακρίνουν ό,τι έχει ήδη κριθεί (άρθρα 324, 332 ΚΠολΔ) - (ΑΠ 56/2019, ΑΠ 1559/2017, ΑΠ 406/2009, ΑΠ 1127/2008).

[ΣΤ] Σύμφωνα με τις έχουσες εφαρμογή, κατ’ άρθρο 51 ΕισΝΑΚ για τον προ της ενάρξεως της ισχύος του ΑΚ χρόνο, διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), ν.2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν.6 παρ. 1 Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), ν. 7 παρ. 3 Πανδ.(23.3), επί δημοσίων κτημάτων, όπως είναι και τα δάση, τα οποία είναι εθνικά (εκτός των διαλαμβανόμενων στα άρθρα 1 και 2 του από 17-11/1-12-1836 Β.Δ/τος, τα οποία θεωρούνται ως ιδιωτικά υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 3 του εν λόγω Β.Δ/τος), ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη με έκτακτη χρησικτησία, δηλαδή κατόπιν ασκήσεως νομής επί του δημοσίου κτήματος με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέως ότι, με την κτήση της νομής του πράγματος, δεν προσβάλλει κατ’ ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12 Πανδ.(5.3), ν.27 Πανδ.( 18.1), 10,18 και 48 Πανδ. (41.3), ν. 3 Πανδ. (41.10) και ν.109 Πανδ. (50.16), τη συνδρομή της οποίας, ενόψει της φύσεως αυτής ως ενδιάθετης καταστάσεως, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικώς, από τα περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, καθώς και με διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα του χρησιδεσπόζοντος να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον ΑΚ, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία (βλ.

και τις διατάξεις των ν. 18.24 παρ. 1 Πανδ. (41.3) παρ. 9 Εισ. (2-9), ν.2 Κωδ (7-30) Βασ. (50-10). Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με τον μεταγενέστερο από 21 Ιουνίου 1837 Νόμο «περί διακρίσεως κτημάτων» στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι «ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων πραγμάτων εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω περιεχόμενοι διατάξεις», επομένως και οι προαναφερόμενες διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21.6/3-7-1837 «περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων» συνάγεται, ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα, εφόσον η τριακονταετής νομή αυτών, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39) Βασ. 9 παρ. 1 (50.14) είχε συμπληρωθεί μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του νόμου ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων «περί δικαιοστασίου» που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12.09.1915 μέχρι και της 16.05.1926 και αφ’ ετέρου του άρθρου 21 του ν.δ της 22.4/16-5-1926 «περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κ.λπ.», που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του Α.Ν. 1539/1938 «περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων» και διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 53 Εισ.Ν.

αυτού, με τις οποίες διατάξεις ανεστάλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του, άρα και η χρησικτησία πάνω σ’ αυτά (ΟλΑΠ 75/1987). Κατά το άρθρο 1 του β.δ/τος 12.12.1833, που έχει ισχύ νόμου, «περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λειβάδια εγγείου φόρου, κατά τα έτη 1833- 1834», όλα τα λειβάδια, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο (ταπί) εκδοθέν επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο.

Η διάταξη αυτή αφορά την συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν και δεν καθιστά ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσεως στο μέλλον τα ακίνητα αυτά. Η έννοια αυτή προκύπτει και από: α) το άρθρο 1 παρ. 2 ν. ΚΘ' 31.1/18-2-1864, κατά το οποίο το Δημόσιο και οι Κοινότητες διατηρούν τα δικαιώματα που είχαν επί των αμφισβητουμένων λειβαδιών άνευ βλάβης των αποκτηθέντων δικαιωμάτων από τρίτους, καθώς και β) από το άρθρο 3 ν.

ΨΗΖ/1880, κατά το οποίο, οι κοινότητες, ως προς τα κοινοτικά λειβάδια, διατηρούν απέναντι των ιδιωτών την νομική κατοχή επί των βοσκοτόπων, επί των οποίων γίνονταν μέχρι το 1864 τοποθετήσεις ποιμνίων. Περαιτέρω, από τις προαναφερόμενες διατάξεις περί κτήσεως κυριότητος ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία του βυζαντινο-ρωμαϊκού δικαίου, 18, 21 του ν.

της 21,6/3-7-1837, 21 του ν.δ. της 22.4/16-5-1926, 60 ν. ΣΟΖ/1855 και 12 παρ. 1 ν. ΔΝΖ/1912 προκύπτει, ότι είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας επί βοσκοτόπων, εθνικών ή μη και υπό ιδιωτών, εφόσον αυτοί τους ενέμοντο με διάνοια κυρίου και καλή πίστη επί τριακονταετία μέχρι και την 11η Σεπτεμβρίου 1915. Ειδικότερα δε, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του από 17 Νοεμβρίου 1836 β.δ/τος περί ιδιωτικών δασών που έχει ισχύ νόμου, το Δημόσιο αναγνωρίστηκε μ’ αυτό κύριο εκτάσεως η οποία, πριν από την ισχύ του, ήταν δάσος, εκτός εκείνων για τις οποίες υπήρχε έγγραφη απόδειξη Οθωμανικής Αρχής ότι ανήκαν, πριν από τον περί Ανεξαρτησίας Αγώνα, σε ιδιώτες, καθώς και εκείνων που ανήκαν σε ιδιωτικά χωρία, σε αμφότερες δε τις περιπτώσεις αυτές, εάν και εφόσον οι σχετικοί τίτλοι ιδιοκτησίας υποβλήθηκαν στη Γραμματεία επί των Οικονομικών μέσα στην οριζόμενη από το άρθρο 3 παρ.

α' ανατρεπτική προθεσμία. Ούτε, όμως, από το ως άνω από 17 Νοεμβρίου 1836 β. δ/μα ούτε από άλλη διάταξη απαγορευόταν τότε η έκτακτη χρησικτησία επί των δημοσίων δασών και γενικότερα επί των δημόσιων κτημάτων, ακόμη και επί εκείνων που περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο δυνάμει της από 9 Ιουλίου 1832 συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και των από 6 Ιουνίου 1830 και 7 Ιουλίου 1830 πρωτοκόλλων του Λονδίνου, αλλ' αντιθέτως αυτή ήταν επιτρεπτή τόσο κατά τους ν. 18 πανδ. (41.3), ν. 2 κωδ. (7.30), παρ. 9 Εισηγ. (2.6), όσο και κατά το άρθρο 21 του μετέπειτα ισχύσαντος από 2.6/3.7.1837 νόμου «περί διακρίσεως κτημάτων», και μπορούσε να οδηγήσει σε κτήση κυριότητας και επί πραγμάτων της άνω κατηγορίας, εφόσον, όμως, είχε συμπληρωθεί μέχρι της 12.09.1915, από της οποίας και μετά, ενόψει του ν.

ΔΞΗ/1912 και των εκδοθέντων σε εκτέλεση αυτού αλλεπάλληλων β. δ/των και του ν.δ/τος της 22.4/16.5.1926 «περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ.», αποκλείστηκε η χρησιδεσποτεία των ανηκόντων στο Ελληνικό Δημόσιο ακινήτων πραγμάτων. Ούτε, τέλος, απαιτείτο από τις άνω διατάξεις, ως προϋπόθεση της αξιούμενης καλής πίστεως για την κτήση κυριότητος επί δημοσίου δάσους και γενικώς επί δημόσιων ακινήτων πραγμάτων με έκτακτη χρησικτησία, η ύπαρξη ταπίου υπέρ του χρησιδεσπόζοντος (ΑΠ 1507/2013, ΑΠ 1871/2011 - ΑΠ 102/2010 ΝΟΜΟΣ).

[Ζ] Από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, που περιέχονται στην έκθεση 261/1989 του εισηγητή Δικαστή του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και του νομίμου αναπληρωτή αυτού, οι οποίες εκτιμώνται ανάλογα με τον λόγο γνώσης και τον βαθμό αξιοπιστίας εκάστου εξ αυτών, λαμβανομένου υπόψη ότι, δυνάμει της 24331/1996 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών οι εκ των εξετασθέντων μαρτύρων Κ.

Α. και Ι. Β. κηρύχθηκαν ένοχοι της αξιόποινης πράξης της ψευδορκίας μάρτυρα για τα κατατεθέντα από αυτούς, κατά την εξέτασή τους ενώπιον του ως άνω Εισηγητή Δικαστή του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, και τους επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως 8 μηνών στον καθένα, και δυνάμει της 971/1997 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ο δεύτερος μάρτυρας Κ.

Α. κηρύχθηκε αθώος της πράξεως αυτής, δεδομένου ότι η κατάθεση του μάρτυρα που στη συνέχεια παραπέμπεται να δικαστεί για ψευδορκία (για την κατάθεσή του αυτή) δεν αποτελεί ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 56/1998 Ελλ.Δικ 1998, 582), ούτε και η καταδίκη του για ψευδορκία, διότι η καταδίκη αυτή, μη δημιουργούσα δεδικασμένο για τα πολιτικά δικαστήρια, δεν καθιστά την ένορκη κατάθεση ανεπίτρεπτο κατά νόμο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 1090/2010), από τα έγγραφα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, τόσο κατά το άρθρο 240 σε συνδ.

με 524 παρ.1 του ΚΠολΔ, όσο και το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατ’ άρθ. 529 του ΚΠολΔ , τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς όμως η ρητή αναφορά των εν λόγω εγγράφων να προσδίδει σ’ αυτά αυξημένη αποδεικτική ισχύ σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα και όπως έχει εκτεθεί παραπάνω, όλα ανεξαιρέτως εκτιμώνται προς σχηματισμό δικανικής κρίσης, σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, εκτός από την .../20.1 1.2008 ένορκη βεβαίωση των Π.

Μ. και Χ. Μ., που έχει ληφθεί ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας - Λουΐζας Βαγιάτη, που η τρίτη εφεσίβλητη - παρεμβαίνουσα επικαλείται και προσκομίζει, διότι έχει ληφθεί χωρίς την παρουσία του αντιδίκου αυτής και δεν προκύπτει νόμιμη κλήτευση αυτού και μάλιστα προκειμένου να χρησιμοποιηθεί στο Κτηματολόγιο και όχι για την παρούσα υπόθεση ή στα ...

άλλης δίκης μεταξύ των αυτών διαδίκων (ΑΠ 2104/2009, ΑΠ 1148/2002, ΑΠ 99/2010), καθώς και από τις ομολογίες των διαδίκων, που συνάγονται από τις προτάσεις τους, για τις οποίες γίνεται λόγος παρακάτω, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Δυνάμει του .../1.4.1972 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Αλεξάνδρου Δημοπούλου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Χαλανδρίου (τόμος ΣΒ, αρ, 350), η προσθέτως υπέρ του αρχικού ενάγοντας παρεμβαίνουσα Ιερά Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου Πεντέλης πώλησε στον αρχικό ενάγοντα Γ. Ζ. τα αγροτεμάχια, που βρίσκονται στη θέση ...

Πεντέλης της Κοινότητας Πεντέλης, επί της διασταύρωσης των οδών ..., εμφαινόμενα στο από 11.03.1972 σχεδιάγραμμα του Μηχανικού Γ. Μ., που προσαρτάται στο συμβόλαιο αυτό, ήτοι: α) το I, εμφαινόμενο υπό τα στοιχεία Θ.Ι.Κ.Λ.Ν.Μ.Θ., εμβαδού 2.067 τ.μ., β) το II, εμφαινόμενο υπό τα στοιχεία Θ.Η.Ζ.Ξ.Ο.Ν.Θ., εμβαδού 2.043 τ.μ., γ) το III εμφαινόμενο υπό τα στοιχεία Μ.Ο.Π.Ν,Μ.

εμβαδού 2.030 τ.μ., δ) το IV εμφαινόμενο υπό τα στοιχεία Ρ.Τ.Υ,Σ.Ρ εμβαδού 2.290 τ.μ., ε) το V εμφαινόμενο υπό τα στοιχεία Τ. Υ.Φ.Χ.Ψ.Ω.Β.Β',Δ'.Ε.Τ. εμβαδού 1.283 τ.μ. και στ) το VI εμφαινόμενο υπό τα στοιχεία Α.Β.Ω.Ψ.Χ.Α. εμβαδού 1.750 τ.μ. . Της καταρτίσεως του ως άνω συμβολαίου προηγήθηκε η διενέργεια δημοπρασίας, στις 20.12.1971, περί ώρα 16.00-18.00, στα γραφεία της Ιεράς Μονής Πεντέλης, στην Αθήνα, ενώπιον της κατά νόμο επιτροπής, που είχε οριστεί με το 45/27/1971 πρακτικό του Ηγουμενοσυμβουλίου, δημοσιευθείσα εμπροθέσμως και γνωστοποιηθείσα δια των Αθηναϊκών εφημερίδων «ΒΗΜΑ» της 03.12.1971 και ΕΛ.

ΚΟΣΜΟΣ και Νέα Πολιτεία της 05.12.1971. Περί της δημοσιεύσεως της διακήρυξης συνετάχθησαν οι από 15.11.1971 εκθέσεις και τοιχοκολλήσεις τεθείσες στον φάκελο της δημοπρασίας. Κατά την δημοπρασία αυτή αναδείχθηκε πλειοδότης ο αρχικός ενάγων Γ. Ζ.. Το επίδικο είναι η ενιαία εδαφική έκταση που αποτελείται από τα πέντε πρώτα συνεχόμενα ως άνω εδαφικά τμήματα, σε σχήμα τριγώνου, περικλειόμενη από τις οδούς Πεντέλης και ..., συνολικής επιφάνειας 9.713 τ.μ., συνορευόμενη βορειοδυτικά με ...

επί προσώπου ΚΟΗΖ μήκους 183 μέτρων, βορειοανατολικά με ιδιοκτησία αγνώστων επί τεθλασμένης πλευράς ΖΞΡΚΕ'Β' μήκους 150 μέτρων, νότια επί προσώπου, ΑΝΠΣΦΧΩΒΒ' μήκους 300 μέτρων με την οδό ... και με το υπό στοιχεία VI αγροτεμάχιο που ο αρχικά ενάγων αγόρασε με το παραπάνω συμβόλαιο και δυτικά (κορυφή τριγώνου) επί πλευράς ΚΑ μήκους 5 μέτρων με άγνωστη ιδιοκτησία.

Στην πιο πάνω επίδικη έκταση έχει αφεθεί, από την Ιερά Μονή, οδός πλάτους 6 μέτρων που διαχωρίζει τα Ι,ΙΙ και III εδαφικά τμήματα από αυτά με στοιχεία IV και V. Το επίδικο αποτελεί τμήμα ενός μεγάλου κτήματος της Ιεράς Μονής Πεντέλης με την ονομασία «...» ή «...» εκτάσεως πολλών χιλιάδων στρεμμάτων, το οποίο εκτεινόταν καθόλη τη δυτική, μεσημβρινή και ανατολική πλευρά του Πεντελικού όρους, μέχρι τη θάλασσα και αποτελείτο από δάση και δασότοπους, καθώς και βοσκήσιμες και καλλιεργήσιμες γαίες, συνορεύει δε βόρεια με την κορυφογραμμή του Πεντελικού όρους, από την θάλασσα στη θέση «...» ή «...» και πλησίον του παλαιού συνοικισμού Νέας Μάκρης μέχρι την υψηλότερη κορυφή και τη θέση ..., όπως η νοητή γραμμή διέρχεται από τις θέσεις ...

και ..., νότια με τις θέσεις και τα χωριά ..., ..., ..., ... και ... και με την οδό Μεσογείων μέχρι τη Ραφήνα, ανατολικά με θάλασσα από τη Ραφήνα μέχρι το χωριό Ν. Μάκρη στη θέση ... ή ... και δυτικά με τα όρια της ιδιοκτησίας Μονής Πετράκη στις θέσεις ... και ... και με τον δρόμο από ... προς ..., περιλαμβανομένων των θέσεων ..., ..., ...

και .... Στην μείζονα αυτή έκταση περιλαμβάνοντο και οι περιοχές του Μοναστηριού και των Μετοχιών ..., ... ή ..., ..., ... και ... ή ... (παραφθορά του ...), επικράτησε δε με τον καιρό να χαρακτηρίζεται ολόκληρο το κτήμα τούτο με τις ονομασίες ... ή ..., έχοντας λάβει την ονομασία αυτή από το τμήμα του όλου κτήματος μεταξύ της θαλάσσης και της τοποθεσίας ... .

Μεγάλο τμήμα του κτήματος αυτού η Ιερά Μονή Πεντέλης απέκτησε το έτος 1578 κατά την ίδρυσή της από δωρεές Χριστιανών και το υπόλοιπο τμήμα κατά το έτος 1600 περίπου από ένα Οθωμανό από την Κάρυστο, ονομαζόμενο Καγκάδη, με τίτλους αγοραπωλησίας οι οποίοι, όμως, καταστράφηκαν, κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης, από τον στρατό του Ομέρ Βρυώνη στο μετόχι της άνω Μονής, το ναό της Αγίας Δυνάμεως επί της οδού Μητροπόλεως, στην Αθήνα.

Για τον λόγο αυτό, μετά την απελευθέρωση και με διαταγή της Ελληνικής Κυβέρνησης, συνετάχθησαν ως «μαρτυρικά» έγγραφα δύο Κώδικες που σώζονται μέχρι σήμερα. Ο ένας έχει αριθμό πρωτοκόλλου 662 και φέρει την από Φεβρουάριου 1836 θεώρηση του Επαρχιακού Διευθυντή Αττικής και ο δεύτερος φέρει χρονολογία 31.08.1837, θεώρηση του Ηγουμενοσυμβουλίου με αριθμό πρωτοκόλλου 40 και χρονολογία 01.04.1837 και θεώρηση με χρονολογία 20.06.1909 του Τμηματάρχη του Εκκλησιαστικού του Υπουργείου Εκκλησιαστικών και Δημόσιας Εκπαίδευσης.

Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου ότι οι Κώδικες αυτοί δεν συντάχθηκαν με τη νόμιμη διαδικασία αλλά, με αποκλειστική πρωτοβουλία των μοναχών της Μονής, οι οποίοι τους συνέταξαν χωρίς την εποπτεία και τον έλεγχο των κρατικών οργάνων, δεν αποδείχθηκε. Αντιθέτως αποδείχθηκε ότι τα έγγραφα αυτά, που αναφέρονται στο αντίγραφο της από 02.10.1987 εισήγησης του Αρεοπαγίτη Ευαγγέλου Ανδριανού προς το Αναθεωρητικό Συμβούλιο Ιδιοκτησίας Δασών και το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο Δημοσίων Κτημάτων, σύμφωνα με την Δ.8089/2352/1978 Κοινή Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών - Γεωργίας, έχουν συνταχθεί από Δημόσια Υπηρεσία, δηλαδή την Επιτροπή του ΒΔ της 01.12.1834 και με βάση τις μαρτυρίες των κατοίκων των πλησίον του κτήματος αυτού χωρίων, οι οποίοι όχι μόνον δεν είχαν λόγο να επεκτείνουν τα όρια των κτημάτων που βρίσκονταν στη νομή της Ιεράς Μονής, αλλά αντιθέτως είχαν πρόδηλο έννομο συμφέρον να τα περιορίσουν αντιποιούμενοι ίδιο δικαίωμα.

Ο δε ισχυρισμός του Ελληνικού Δημοσίου, ότι οι Κώδικες αυτοί, έχουν νοθευτεί από άτομα που είχαν τη δυνατότητα εύκολης πρόσβασης σε αυτούς, και συγκεκριμένα από άτομα του στενού περιβάλλοντος της Μονής, δεν επιβεβαιώνεται από το προαναφερόμενο αποδεικτικό υλικό, συμπεριλαμβανομένης και της από την 07.05.1980 έκθεσης γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της γραφολόγου Χ.

Τ., σύμφωνα με την οποία, ο Μεγάλος Κώδικας της Ιεράς Μονής που περιγράφει τα ακίνητα αυτής, νοθεύτηκε με εγγραφές που έγιναν σε χρόνο μεταγενέστερο της αρχικής σύνταξης του και από διαφορετικό από το συντάκτη του πρόσωπο, χωρίς όμως να προσδιορίζεται σε ποια σημεία και σε ποιες εκτάσεις της Ιεράς Μονής Πεντέλης αφορά η εν λόγω νόθευση.

Σύμφωνα λοιπόν με τα παραπάνω, τα έγγραφα αυτά, δεν αποτελούν μεν τίτλους ιδιοκτησίας, αλλά έχουν αξία ως αποδεικτικά μέσα, όσον αφορά τις εκτάσεις που κατείχε και νεμόταν η Ιερά Μονή Πεντέλης. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η Ιερά Μονή, νεμόταν το κτήμα ... ή ..., όπως τα όρια αυτού περιγράφονται παραπάνω, συνεχώς από το έτος 1600, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσβάλλει, κατ’ ουσίαν, το δικαίωμα κυριότητας άλλου, ούτε του Ελληνικού Δημοσίου, μέχρι την ημερομηνία εισαγωγής του Αστικού Κώδικα (23.02.1946) και μετά την εισαγωγή αυτού, έχοντας την πεποίθηση, χωρίς βαριά αμέλεια, ότι είχε αποκτήσει κυριότητα πάνω σ' αυτό.

Ειδικότερα, η Ιερά Μονή Πεντέλης ασκούσε, διανοία κυρίου, όλες τις προσιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του ως άνω κτήματος διακατοχικές πράξεις, από το έτος 1600 μέχρι και την 11.09.1915, συνέχισε δε να ασκεί τις ίδιες διακατοχικές πράξεις και πέραν του χρόνου αυτού, επί των εκτάσεων του κτήματος τις οποίες είχε διατηρήσει, διότι, κατά καιρούς, είχε πωλήσει ορισμένα εδαφικά τμήματα του κτήματος αυτού σε τρίτους και ιδία σε Συν/σμούς.

Συγκεκριμένα είχε προσλάβει και απασχολούσε φύλακες για την εποπτεία και περιφρούρηση του κτήματος, εκμίσθωνε σε τρίτους το δικαίωμα ρητινοσυλλογής από τα πεύκα που ήταν μέσα σ’ αυτό, το δικαίωμα αποθάμνωσης για παραγωγή ξυλανθράκων, παράλληλα εκμίσθωνε τις καλλιεργήσιμες εκτάσεις σε καλλιεργητές κυρίως αμπέλου, ενώ τις βοσκήσιμες εκτάσεις σε κτηνοτρόφους, εισπράττοντας μισθώματα.

Έτσι (α) δυνάμει του …/26.11.1886 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Δημ. Βουζίνη η ως άνω Ιερά Μονή εκμίσθωσε, μετά από πλειοδοτική δημοπρασία, στο Ν. Β. τα κτήματα ... και ..., (β) δυνάμει του …/1894 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Καλλιοντζή εκμίσθωσε, μετά από δημοπρασία, στον Μ. Σ. για ρητινοσυλλογή τα κτήματα ..., και ..., (γ) δυνάμει του …/31.10.1909 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Α.

Μπουρνιά, μετά από διακήρυξη της Νομαρχίας Αττικής, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 112/15.6.1909 και πλειοδοτική δημοπρασία, εκμίσθωσε στους Κ. Σ., Β. Π. και Ν. Κ. τα κτήματα «...», «...», «...», και «...», (δ) δυνάμει του …/1920 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Αλεξάνδρου Ζαχαρόπουλου, μετά από δημοπρασία, εκμίσθωσε στο συνεταιρισμό Γεωργοκτηνοτρόφων Πεντέλης «Η Αγία Τριάς» το κτήμα «...», (ε) δυνάμει του …/20.2.1929 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Πέτρου Καββαδία εκμίσθωσε προς τον Χ.

Μ., για μία πενταετία, τη ρητινοσυλλογή του κτήματος «...» πλην των εντός τριακοσίων μέτρων πέριξ της Μονής ευρισκομένων και των εις ακτίνα τριακοσίων μέτρων στον ..., (στ) δυνάμει του …/21.1.1932 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολάου Κατσαφαρόπουλου, εκμίσθωσε στον Α. Μ. Λ. το δικαίωμα αποθάμνωσης για παραγωγή ξυλανθράκων στις θέσεις «...», «...» πέριξ της Μονής Νταού Πεντέλης και «...», (ζ) δυνάμει των …/1867, …/1867, …/1869 και …/1870 συμβολαίων του Συμβολαιογράφου Αθηνών Αργυρίου Πέππα, των …/1871, …/1873 και …/1874 συμβολαίων του Συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Αντωνιάδη, του …/1876 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ηλία Γλυκοφρύδη, του …/1918 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Αλεξάνδρου Ζαχαρόπουλου και των …/1924 και …/1929 συμβολαίων του Συμβολαιογράφου Αθηνών Πέτρου Καββαδία, η Ιερά Μονή εκμίσθωσε σε τρίτους το επί του κτήματος «...» και άλλων κτημάτων της δικαίωμα ρητινοσυλλογής από τα πεύκα, χορτονομής, βοσκής των βοσκήσιμων εκτάσεων και υλοτομίας καυσόξυλων στις περιοχές που είχαν καταστραφεί από πυρκαγιά, ενώ με το τελευταίο πώλησε στον Σ.

Η. Μ. καυσόξυλα προερχόμενα από τις περιοχές του κτήματος «...», όπου είχαν εκδηλωθεί πυρκαγιές. Επίσης, η ίδια Μονή προστάτευε το παραπάνω κτήμα από καταπατητές και διεκδικήσεις τρίτων, αλλά και διεκδικήσεις του Ελληνικού Δημοσίου, έχοντας ασκήσει αγωγές για εδαφικά τμήματα αυτού. Κατά το έτος 1884 η Ιερά Μονή δώρισε στο Ελληνικό Δημόσιο τμήμα 1.337 στρεμμάτων και 325 μέτρων του εν λόγω κτήματος «...» για την ίδρυση λωβοκομείου, ωστόσο, η σύμβαση αυτή δεν καταρτίσθηκε νομότυπα και συγκεκριμένα με συμβολαιογραφικό έγγραφο.

Έτσι η Ιερά Μονή κατά το έτος 1895, άσκησε την από 15-6-1895 διεκδικητική αγωγή εναντίον του Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία, ισχυριζόμενη ότι κατέχει και νέμεται με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, από του Χριστιανικού έτους 1600, δυνάμει τίτλων αγοραπωλησίας από τον αποβιώσαντα ιδιοκτήτη Οθωμανό ονόματι Καγκάδη από την Κάρυστο, το κτήμα που κείται στην περιφέρεια του Δήμου Μαραθώνα, της Επαρχίας Αττικής, ονομαζόμενο «...», πολλών στρεμμάτων, αποτελούμενο από δάση, δασότοπους, βοσκήσιμες, καλλιεργημένες και μη γαίες και συνορευόμενο ανατολικά με θάλασσα, βόρεια με κτήμα Μονής Ασωμάτων και Ξυλοκέριζα, νότια με Ραφήνα, Πικέρμι και Κτήμα Σκούζε, δυτικά με Νταού Πεντέλης, κτήμα Πεντέλης, και ότι το Ελληνικό Δημόσιο, κατά τον Φεβρουάριο 1884 κατέλαβε από το ως άνω κτήμα έκταση 1.337 στρεμμάτων και 325 μέτρων, περιέχουσα δάσος από πευκόδενδρα και λοιπά δένδρα, από βοσκήσιμες και καλλιεργημένες γαίες, συνορευόμενο γύρωθεν με το ανωτέρω κτήμα και με θάλασσα προς το ανατολικό μέρος του κτήματος, ζήτησε να αναγνωριστεί κυρία του ως άνω εδαφικού τμήματος του κτήματος «...» και να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο να της το αποδώσει και να της καταβάλει τα αναφερόμενα σ' αυτήν ποσά, που αφορούσαν τα απολεσθέντα καθαρά εισοδήματα από την εκμετάλλευση του καταληφθέντος εδαφικού τμήματος.

Με την 4033/1897 απόφαση του εν Αθήναις Πρωτοδικών αναγνωρίστηκε η Ιερά Μονή κυρία του ως άνω ακινήτου και διετάχθη η αποβολή του Δημοσίου από αυτό, η απόδοση των εξαχθέντων καρπών και υποχρεώθηκε το Δημόσιο σε λογοδοσία. Κατά το έτος 1912 ακολούθησε η κατάρτιση του 31487/9.3.1912 συμβιβαστικού συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Αγγ.

Γρηγορόπουλου, με το οποίο καταργήθηκε η ως άνω δίκη μεταξύ της Ιεράς Μονής Πεντέλης «Η Κοίμηση της Θεοτόκου» και του Δημοσίου. Από την ως άνω απόφαση, ωστόσο, δεν απορρέει δεδικασμένο και για την υπό κρίση υπόθεση, όπως αβάσιμα ισχυρίστηκαν οι εφεσίβλητες, διότι δεν υπάρχει ταυτότητα διαφοράς, καθότι το αντικείμενο της από 15.06.1895 διεκδικητικής αγωγή της Ιεράς Μονής εναντίον του Ελληνικού Δημοσίου δεν αφορούσε σε ολόκληρο το κτήμα «...», αλλά τμήμα αυτού, εκτάσεως 1337 στρεμμάτων και 325 τ.μ., που βρίσκεται στο ανατολικό του μέρος ενώ το επίδικο βρίσκεται στο δυτικό μέρος αυτού, και επί πλέον δεν αποτελεί προδικαστικό ζήτημα η κυριότητα της Ιεράς Μονής στο μείζον ακίνητο, του οποίου εκείνη η εδαφική έκταση αποτελούσε τμήμα, δεδομένου ότι η επέκταση της ισχύος του δεδικασμένου και επί της υπάρξεως ή ανυπαρξίας έννομης σχέσης που κρίθηκε παρεμπιπτόντως αλλ' αρμοδίως, προϋποθέτει η εν λόγω έννομη σχέση να αποτέλεσε προδικαστικό ζήτημα, η έρευνα του οποίου να ήταν νομικώς αναγκαία και να έπρεπε να προηγηθεί, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, της οριστικής κρίσης του αντικειμένου της διαφοράς, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην υπό στοιχ.

Ε' νομική σκέψη. Αποδείχθηκε ακόμη ότι το κτήμα «...», το Ελληνικό Δημόσιο αντιμετώπιζε ως ιδιωτική έκταση που ανήκε στην Ιερά Μονή και σε έγγραφα των Υπηρεσιών του. Έτσι στο 634/22.7.1916 έγγραφο το Πρότυπο Δασαρχείο Αττικής απευθύνεται προς το Ηγουμενοσυμβούλιο Ιεράς Μονής Πεντέλης, ως ιδιοκτήτη του δάσους ..., ..., ....

Στο 137.693/30.12.1941 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών του Υπουργείου Γεωργίας προς την Υπηρεσία Κρατικών Προμηθειών, ρητά μνημονεύεται ότι το δάσος ... ανήκει στην Ιερά Μονή και στην 137636/10.1.42 απόφαση του Υπουργείου Γεωργίας επιτάσσεται υπέρ του νοσοκομείου Παίδων ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ το δάσος ..., ιδιοκτησίας της Μονής Πεντέλης.

Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι τα επίδικα εδαφικά τμήματα είναι πετρώδη, κατά κύριο λόγο, με βασικό πέτρωμα τον ασβεστόλιθο, επί του οποίου επικάθεται λίαν αβαθές έδαφος (χώμα), είναι δηλαδή άγονο, μη καλλιεργήσιμο. Σε ορισμένα σημεία των επιδίκων εδαφικών τμημάτων υπάρχει βλάστηση (θυμάρια, θάμνοι και άτομα πεύκης).

Κατά το έτος 1939 καλυπτόταν με δασική βλάστηση πουρνάρια και είχαν, αρχίσει να εμφανίζονται, άτομα πεύκης. Κατά το έτος 1945 εμφανίζεται η ίδια μορφή ακριβώς. Το 1960 εμφανίζονται περισσότερα άτομα πεύκης, και είχε αρχίσει ένα είδος φυσικής αναγέννησης των πεύκων και κατά το έτος 1978 τα επίδικα εμφανίζονται με διάσπαρτα άτομα πεύκης 25 - 30 ετών, πουρνάρια και 3 υπέργηρα άτομα πεύκης, όπως τούτο προκύπτει κυρίως από την κατάθεση της εξετασθείσας με την επιμέλεια του εναγομένου - εκκαλούντος, μάρτυρος Ε.

Ρ., δασολόγου που είχε υπηρετήσει στο Δασαρχείο Πεντέλης και με την ιδιότητά της αυτή είχε κάνει φωτοερμηνεία αεροφωτογραφιών των ετών 1939, 1945, 1960 και 1978, αλλά και από την κατάθεση του εξετασθέντος, με την επιμέλεια της προσθέτως παρεμβαίνουσας υπέρ του αρχικού ενάγοντος, μάρτυρος Κ. Σ., που είχε προσληφθεί και είχε ασκήσει καθήκοντα φύλακα της Ιεράς Μονής στο κτήμα «...» και είχε ιδίαν αντίληψη περί της τοποθεσίας και της μορφής των επιδίκων καθώς και περί των ασκηθεισών από την Ιερά Μονή διακατοχικών πράξεων επ' αυτών.

Επί των επιδίκων εδαφικών τμημάτων, όπως και επί της μείζονος εκτάσεως του ως άνω κτήματος, η δικαιοπάροχος του αρχικού ενάγοντος Ιερά Μονή Πεντέλης, από το έτος 1600, ασκούσε τις προσιδιάζουσες στην φύση και τον προορισμό αυτών εμφανείς διακατοχικές πράξεις αδιαλείπτως επί τριάντα και πλέον έτη μέχρι 11.09.1915, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, έχοντας την ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου ούτε του Ελληνικού Δημοσίου, έχουσα καταστεί κυρία αυτών με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, συνέχισε δε και μετά την ως άνω ημεροχρονολογία να νέμεται αυτά με τον ίδιο τρόπο και με το στοιχείο της καλής πίστης μέχρι 23.02.1946, ήτοι τον χρόνο εισαγωγής του Αστικού Κώδικα και κατόπιν ανεξάρτητα από το στοιχείο της καλής πίστης, μέχρι το έτος 1971, ήτοι τον χρόνο μεταβίβασης αυτών στον αρχικό ενάγοντα και αυτός συνέχισε να τα νέμεται κατά τον ίδιο τρόπο μέχρι το έτος 1985 - ήτοι τον χρόνο άσκησης της αγωγής.

Πιο συγκεκριμένα η Ιερά Μονή Πεντέλης, επόπτευε τα επίδικα εδαφικά τμήματα, επιμελείτο για την φύλαξη αυτών με φύλακες που είχε προσλάβει και απασχολούσε. Κατά το έτος 1968, ο Γ. Α., Εφημέριος του Ιερού Ναού Άνω Βριλλησίων, του συνοικισμού «...», και μετέπειτα προσθέτως παρεμβαίνων υπέρ του εκκαλούντος- εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, όπως προαναφέρθηκε, με την από 24.06.1968 αίτησή του προς την Ιερά Μονή Πεντέλης, αναγνωρίζοντας αυτήν ως ιδιοκτήτρια των επιδίκων εδαφικών τμημάτων ζήτησε να του επιτραπεί η εγκατάσταση λυόμενης προκατασκευασμένης οικίας, προκειμένου να στεγάσει την οικογένειά του, στην πλησίον του ως άνω Ιερού Ναού υπάρχουσα ιδιοκτησία της Ιεράς Μονής και δη πλησίον του υπάρχοντος λατομείου και κατά το έτος 1969, δυνάμει του …/27.8.1969 μισθωτηρίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Αναγνωστόπουλου, η Ιερά Μονή εκμίσθωσε στον αιτούντα Ιερέα Γ.

Α., από την επίδικη έκταση, εδαφικό τμήμα 1.600 τμ εμφαινόμενο υπό τα αλφαβητικά γράμματα ΑΒΓΔΑ στο από Φεβρουάριου 1969 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Κ. Β., που έχει προσαρτηθεί στο συμβολαιογραφικό αυτό έγγραφο. Το εκμισθωθέν εδαφικό τμήμα συνόρευε επί πλευράς ΑΔ μήκους 84 μέτρων με ..., νότια επί πλευράς ΒΓ μήκους 74 μέτρων με την οδό ..., ανατολικά επί πλευράς ΑΒ μήκους 39 μέτρων με το υπόλοιπο ως άνω κτήμα της Ιεράς Μονής Πεντέλης και δυτικά επί πλευράς ΓΔ μήκους 4,50 μέτρων με οδό, και εκμισθώθηκε προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για την εγκατάσταση λυομένης οικίας ή κάθε άλλη χρήση και η διάρκεια της μισθώσεως ορίστηκε για μία τριετία από της υπογραφής του μισθωτηρίου αυτού εγγράφου.

Με βάση τα αποδειχθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά η δικαιοπάροχος του ενάγοντος κατέστη κυρία των επιδίκων ως άνω εδαφικών τμημάτων, όπως και της μείζονος εκτάσεως του κτήματος ..., με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Το εναγόμενο - εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται ότι το Κτήμα ... δεν εκτείνεται μέχρι τα ..., αλλά αφορά άλλη θέση στη Ν.

Μάκρη. Στο υπ’ αριθ. 1858/2010 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών της Περιφέρειας Αττικής που συντάχθηκε με αφορμή την ένδικη υπόθεση, αναφέρεται ότι το επίδικο είναι δημόσια δασική έκταση και ως τέτοια ανήκει στο εναγόμενο - εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο και σύμφωνα με την από 29.03.2006 τεχνική έκθεση του δασολόγου Α.

Ρ. δεν περιλαμβάνεται στο κτήμα ... . Η έκθεση αυτή, συντάχθηκε στα ... άλλης δίκης για την αναγνώριση της κυριότητας ακινήτου παρακείμενου του επιδίκου, με ενάγοντες τους φερόμενους ως ιδιοκτήτες τούτου, Α. και Γ. Π. και με απώτερη δικαιοπάροχο την Ιερά Μονή Πεντέλης κατά του Ελληνικού Δημοσίου, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 4705/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία επικύρωσε την πρωτόδικη υπ’ αριθ. 3535/2001 οριστική απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή.

Η προαναφερόμενη αυτή απόφαση του Εφετείου, έχει αναιρεθεί με την υπ’ αριθ. 777/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου και έχει παραπεμφθεί η υπόθεση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών προς περαιτέρω εκδίκαση. Στην παραπάνω τεχνική έκθεση ο δασολόγος Α. Ρ. καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «Η θέση ... είναι στη πραγματικότητα μικρή περιοχή κοντά στην Ν.

Μάκρη περιορισμένης εκτάσεως δύο ζευγάρια (160-240 στρεμ.), σύμφωνα με την εγγραφή 6 στους μεγάλους Κώδικες της Μονής Πεντέλης». Επίσης στο φωτοαντίγραφο του χάρτη Κάουπερτ του έτους 1882, το τοπωνύμιο «...» αποτυπώνεται στην τότε περιοχή του Μαραθώνα και σημερινή περιοχή της Ν. Μάκρης. Η πιο πάνω όμως τεχνική έκθεση του δασολόγου Α.

Ρ. αντικρούεται, ειδικότερα, από τις από 15.09.2004 και Ιούνιο 2005 τεχνικές εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης των Α. Γ. και Κ. Α., που ορίστηκαν με τις 1102/2002 και 23/2002 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, επί της παραπάνω υποθέσεως (Α. και Γ. Π.), σύμφωνα με τις οποίες περιγράφονται τα όρια του κτήματος ..., όπως αναφέρονται στους Κώδικες, καθώς και ou περιοχές που καταλαμβάνει αυτό, σύμφωνα με όσα παραπάνω αναφέρονται και καταλήγουν στο συμπέρασμα η μεν πρώτη εξ αυτών «Το επίδικο ...

που βρίσκεται στη θέση ... - ... - ..., της κοινότητας Ν. Πεντέλης Αττικής περιλαμβάνεται εν όλω, στην μεγαλύτερη έκταση του Κτήματος του ανήκοντος στην Ιερά Μονή Πεντέλης γνωστού με την ονομασία ...» και η δεύτερη ότι « ... περιλαμβάνεται εξ ολοκλήρου στην έκταση του κτήματος ... ιδιοκτησίας της Μονής Πεντέλης ...», και από την από 14.09.2016 τεχνική έκθεση του Λ.

Μ., αγρονόμου, τοπογράφου μηχανικού, η οποία καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα με τις παραπάνω εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης. Εξάλλου, το φωτοαντίγραφο του χάρτη Κάουπερτ του έτους 1882, στον οποίο το τοπωνύμιο ... αποτυπώνεται στην τότε περιοχή του Μαραθώνα και σημερινή περιοχή της Ν. Μάκρης, τοπωνύμιο το οποίο υπάρχει και σήμερα στην περιοχή αυτή, όπως βεβαιώνει στο από 21.03.2006 έγγραφο του ο Αντιδήμαρχος Ν.

Μάκρης, επιβεβαιώνει το γεγονός ότι το όνομα ... ή ... επικράτησε με τον καιρό να χαρακτηρίζει ολόκληρο το κτήμα το οποίο την ονομασία αυτή, όπως έχει αναφερθεί και παραπάνω, έλαβε από το τμήμα του όλου κτήματος, μεταξύ της θάλασσας και της τοποθεσίας ..., με την ονομασία αυτή. Η θέση αυτή του Ελληνικού Δημοσίου, ότι το κτήμα ...

αφορά μόνο την περιοχή της Ν. Μάκρης, δεν επιβεβαιώνεται ούτε από την από 10.07.1972 έκθεση του Προϊσταμένου του Τμήματος Δημοσίων Κτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών, στην οποία τα όρια του κτήματος «...» αποτυπώνονται, όπως αναφέρονται παραπάνω, χωρίς να γίνεται καμία μνεία ότι το κτήμα με την ονομασία αυτή αφορά μόνο στη περιοχή της Ν.

Μάκρης, παρά μόνο ότι «Η περιοχή ... ανέκαθεν ετύγχανε δημόσια δασική έκταση, πλην ορισμένων χωραφίων πέριξ της Μονής και ότι δια διαφόρων πράξεων ή παραλείψεων των καταπατητών, δημιουργήθηκε πλάνη στη Διοίκηση με αποτέλεσμα τη δημόσια προσβολή των δημόσιων συμφερόντων», προκειμένου να επιβεβαιώσει ότι η Ιερά Μονή διεκδικεί πολύ μεγαλύτερη έκταση από αυτήν που πραγματικά καταγράφεται στο Π.Δ/γμα 25-1-1933, όπως διατυπώνεται και στο από 04.11.1972 ενημερωτικό σημείωμα του Γενικού Διευθυντή Δασών, χωρίς να γίνεται κάποια ειδικότερη και συγκεκριμένη αναφορά.

Περαιτέρω, ο γεγονός ότι για τα δασικά τμήματα του κτήματος «...» δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη διαδικασία του ΒΔ 17/29.11.1836 «περί ιδιωτικών δασών», και συγκεκριμένα δεν προσήχθησαν τίτλοι ιδιοκτησίας από την Ιερά Μονή Πεντέλης στην επί των Οικονομικών Γραμματεία εντός της αποκλειστικής προθεσμίας ενός έτους από της δημοσιεύσεως του άνω Β.Δ, είχε μεν ως συνέπεια να θεωρηθούν αυτά εθνικά (δημόσια), όπως το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίστηκε, ωστόσο τα επίδικα εδαφικά τμήματα (μαζί με το υπόλοιπο κτήμα) η Ιερά Μονή Πεντέλης νεμήθηκε με καλή πίστη, συνεχώς από το 1600 μέχρι το 1971 και έγινε κυρία και αυτών (δημοσίων τμημάτων) με έκτακτη χρησικτησία, δεδομένου ότι και επί δημοσίων κτημάτων ήταν δυνατή η κτήση κυριότητος με έκτακτη χρησικτησία, εφόσον η επ’ αυτών τριακονταετής συνεχής νομή με καλή πίστη, είχε συμπληρωθεί μέχρι την 11.09.1915, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην υπό στοιχ.

ΣΤ νομική σκέψη της παρούσας. Αποδείχθηκε, τέλος, ότι και ο ενάγων, μετά το έτος 1972, που αγόρασε τα επίδικα εδαφικά τμήματα, συνέχισε να ασκεί επ’ αυτών τις προσιδιάζουσες στην φύση και τον προορισμό αυτών διακατοχικές πράξεις, με την πεποίθηση ότι η δικαιοπάροχος αυτού Ιερά Μονή ήταν κυρία αυτών και ότι είχε αγοράσει τα επίδικα εδαφικά τμήματα από αληθή κυρία.

Πιο συγκεκριμένα ο αρχικός ενάγων προέβη στην αποτύπωση και οριοθέτηση των επιδίκων εδαφικών τμημάτων, συνέχισε να τα εποπτεύει, να μεριμνά για την φύλαξη αυτών και να προβαίνει σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες για την διαφύλαξη των δικαιωμάτων του επ’ αυτών. Μάλιστα, επειδή ο προαναφερθείς μισθωτής Γ.

Α., δεν απέδωσε το εκμισθωθέν σ’ αυτόν, από την δικαιοπάροχο του ενάγοντος, εδαφικό τμήμα της επίδικης έκτασης, μετά τη λήξη της προαναφερθείσας συμβάσεως μισθώσεως, ο αρχικός ενάγων, έχων υπεισέλθει στην ένδικη σύμβαση μισθώσεως μετά την αγορά του ακινήτου, επεδίωξε δικαστικά την απόδοση αυτού. Επί πλέον, στρεφόμενος κατά του Ελληνικού Δημοσίου, άσκησε την από 24.06.1985 ανακοπή κατά του 3166/22.5.1985 πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής του Δασάρχη Πεντέλης, που εκδόθηκε μετά από καταγγελία του ως άνω μισθωτή Γ.

Α..

Συνεπώς, ο αρχικός ενάγων Γ. Ζ. κατέστη κύριος των επιδίκων εδαφικών τμημάτων παραγώγως, δεδομένου ότι αγοράσε αυτά από την αληθή κυρία Ιερά Μονή Πεντέλης. Παρόλα αυτά το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, από το έτος 1981 άρχισε να αμφισβητεί το δικαίωμα του αρχικού ενάγοντος επί των επιδίκων εδαφικών τμημάτων.

Πιο συγκεκριμένα, κατά την εκδίκαση της από 02.05.1981 αγωγής του Δήμου Βριλλησίων κατά του αρχικού ενάγοντος και της Ιεράς Μονής Πεντέλης, που αφορούσε την αναγνώριση της κυριότητας αυτού επί του προαναφερόμενου υπό στοιχεία VI εδαφικού τμήματος του αγορασθέντος από τον ενάγοντα ακινήτου (μη επιδίκου), το Ελληνικό Δημόσιο, άσκησε κυρία παρέμβαση, ισχυριζόμενο ότι εκείνο είναι κύριο του εδαφικού αυτού τμήματος, ως αποτελούντος τμήμα ευρύτερης δικής του ιδιοκτησίας.

Επίσης, το Ελληνικό Δημόσιο εξέδωσε το 3166 από 22.05.1985 Πρωτόκολλο Διοικητικής Αποβολής σε βάρος του αρχικού ενάγοντος και του προαναφερθέντος μισθωτή Γ. Α. για κατεχόμενη έκταση 2.067 τμ ως δασική, που πρόκειται για το υπό στοιχείο I επίδικο εδαφικό τμήμα, ενώ ως όρια της έκτασης αυτής ανατολικά αναφέρονται δασική έκταση κατεχόμενη από τον αρχικό ενάγοντα, ήτοι η επίδικη.

Τέλος, λόγω της ως άνω συμπεριφοράς του Ελληνικού Δημοσίου, προκλήθηκε σύγχυση στις έννομες σχέσεις του αρχικού ενάγοντος, αλλά και των υπεισελθόντων στη θέση του, ώστε να καθίσταται πρόδηλο το έννομο συμφέρον για την δικαστική αναγνώριση της κυριότητος αυτών επί των επιδίκων, που είναι και το πλέον πρόσφορο μέσο για να αποτραπεί κάθε κίνδυνος από την αμφισβήτηση αυτή.

Οι ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου περί ιδίας κυριότητας, οι οποίοι αποτελούν και λόγους εφέσεως, και πιο συγκεκριμένα ότι τα επίδικα εδαφικά τμήματα, μαζί με την μείζονα έκταση περιήλθαν στην κυριότητά του ως διαδόχου του Τουρκικού Κράτους, σύμφωνα με τα από 06.06.1830 και 07.07.1830 πρωτόκολλα του Λονδίνου και την από 09.07.1832 συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, άλλως ότι καταλήφθηκαν από αυτό με τα όπλα και δημεύτηκαν πριν το έτος 1830, άλλως ότι ήταν δάσος κατά το έτος 1836 ή λιβάδι ή βοσκότοπος, άλλως ότι κατέστη κύριο αυτών με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και ότι νεμόταν αυτά με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από την σύσταση του Ελληνικού Κράτους μέχρι την άσκηση της αγωγής, δεν αποδείχθηκαν και κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Πρέπει δε να σημειωθεί ότι και με την εκδοχή ότι τα επίδικα εδαφικά τμήματα ήταν δάσος ή βοσκότοπος ή λιβάδι, όπως ισχυρίστηκε το Ελληνικό Δημόσιο, και πάλι η Ιερά Μονή Πεντέλης κατέστη κυρία αυτών, διότι συμπλήρωσε, όπως προαναφέρθηκε, μέχρι την 11.09.1915, άνω των 30 ετών καλόπιστη άσκηση νομής επ’ αυτών, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην υπό στοιχ. 6 μείζονα πρόταση αυτού του συλλογισμού.

Συνεπώς, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε όμοια και απέρριψε σιωπηρά τον περί αοριστίας του δικογράφου της αγωγής ισχυρισμό του εναγομένου, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ως άνω διατάξεις και τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 216 παρ. 1 και 70 του ΚΠολΔ, καθότι από την επισκόπηση του δικογράφου της υπό κρίση αγωγής, προκύπτει ότι τούτο περιέχει, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, όλα τα αναγκαία, για την θεμελίωση του ενδίκου δικαιώματος του αρχικού ενάγοντας πραγματικά περιστατικά.

Πιο συγκεκριμένα, για την θεμελίωση του εννόμου συμφέροντος αυτού, γίνεται επίκληση στο δικόγραφο της αγωγής, αλλά και αποδεικνύεται ότι το Ελληνικό Δημόσιο αμφισβητεί το δικαίωμα κυριότητας αυτού επί της επίδικης έκτασης και συγκεκριμένα γίνεται επίκληση ότι σε σχετική δίκη, που ανοίχθηκε κατόπιν της προηγηθείσας από 02.05.1981 αγωγής του Δήμου Βριλησσίων κατά του αρχικού ενάγοντος και της Ιεράς Μονής, περί αναγνώρισης της κυριότητας του πρώτου επί του προαναφερομένου υπό στοιχεία VI αγορασθέντος από τον αρχικό ενάγοντα μη επιδίκου εδαφικού τμήματος, το Ελληνικό Δημόσιο, ασκώντας κυρία παρέμβαση, ισχυρίστηκε ότι αυτό είναι κύριος του εδαφικού εκείνου τμήματος, ως αποτελούντος τμήμα ευρύτερης δικής του ιδιοκτησίας και ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο εξέδωσε το προαναφερθέν 3166/22.5.1985 Πρωτόκολλο Διοικητικής Αποβολής σε βάρος του αρχικού ενάγοντος και σε βάρος του προαναφερθέντος μισθωτή Γ.

Α. για το ως άνω εδαφικό τμήμα, με τον ισχυρισμό ότι το εδαφικό αυτό τμήμα είναι διακατεχόμενη έκταση από αυτούς, ως δασική, ενώ ως όρια της έκτασης αυτής ανατολικά αναφέρονται δασική έκταση κατεχόμενη από τον αρχικό ενάγοντα, ήτοι η επίδικη. Απορρίπτοντας, περαιτέρω, στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ρητά και τους λοιπούς ισχυρισμούς του εναγομένου - εκκαλούντος ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις μνημονευόμενες στην αρχική νομική σκέψη της παρούσας διατάξεις και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και σε σωστό πόρισμα κατέληξε, έστω και με διαφορετικές εν μέρει αιτιολογίες, οι οποίες συμπληρώνονται με την παρούσα, πρέπει δε τα αντίθετα παράπονα που υποβάλλονται με τους λόγους της έφεσης να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Κατά συνέπεια όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση στο σύνολο της και να καταδικαστεί το εκκαλούν, ως ηττηθείς διάδικος, στα δικαστικά έξοδα των εφεσιβλήτων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, κατά παραδοχή του συναφούς αιτήματος των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 του Ν. 3693/1957.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει κατ’ αντιμωλία των διαδίκων.

Απορρίπτει κατ’ ουσίαν την από 23.03.2006 έφεση του Ελληνικού Δημοσίου κατά της 7319/2005 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει το εκκαλούν στα δικαστικά έξοδα των εφεσιβλήτων, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Νοεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Δεκεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ