Legislator Case Law & Legislation
1556/2019 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on sentencing due to more favorable new laws for theft and bodily harm charges.

Case Number 1556/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's appeal against a theft and bodily harm conviction. The lower court had sentenced the defendant to 19 months in prison based on laws applicable at the time of the crime. The court found that subsequent legislative changes imposed lighter penalties for these specific offenses, creating a conflict between the original sentence and current mandatory leniency rules. Consequently, the court remanded the case for a new sentencing hearing to apply the more favorable statutory provisions while dismissing the appeal on other grounds.

Legislator headnote

AI generated

Articles 2 of the Penal Code and 511 of the Code of Criminal Procedure; The principle of favoring the accused requires that if new laws impose lighter penalties than those in force at the time of the offense, the court must apply the more lenient provisions and remand the case for a new sentencing determination.

Keywords

AI generated
Principle of Favoring the Accused Retroactive Application of Law Sentencing Guidelines Theft Offense Bodily Harm Charges Remand for New Hearing Statutory Leniency

Cited Legislation

AI generated
Article 2 of the Penal Code
Article 511 of the Code of Criminal Procedure
Article 211, paragraph b of the Code of Criminal Procedure
Article 173 of the Code of Criminal Procedure
Article 473, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1556 / 2019 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1556/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές:, Διονυσία Μπιτζούνη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (σύμφωνα με την υπ' αριθ. 194/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου - Εισηγήτρια, Βασιλική Ηλιοπούλου και Γρηγόριο Κουτσοκώστα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 20 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Χαλντούπη, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Ζ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σμυρναίο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1840-2138-2217/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Με πολιτικώς ενάγοντες τους 1. Α. Λ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εμφανίστηκε χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο και θεωρείται απών, 2. Χ. Λ. του Α., κατοίκου ..., η οποία δεν εμφανίστηκε.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10.6.2019 (αριθμ. πρωτ. 6532/11.6.2019) αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 958/2019.

Αφού άκουσε Τον Εισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 10-6-2019 (αριθμ. πρωτ. 6532/11-6-2019 αίτηση αναιρέσεως του Σ. Ζ. του Χ., κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθμ. 1840-2138-2217/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς που καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο (άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ) στις 24-5-2019, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου για τις αξιόποινες πράξεις: 1) Κλοπή, 2) Επικίνδυνη σωματική βλάβη και 3) Απλή σωματική βλάβη και καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως δεκαεννέα (19) μηνών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω για το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της ερήμην των πολιτικών εναγόντων Λ. Α. του Π. και Λ. Χ. του Α., οι οποίοι, όπως προκύπτει από 8.8.2019 αποδεικτικά επιδόσεως του επιμελητή της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιώς (Γ. Ι., κλήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα για την στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο.

Από τη διάταξη του άρθρου 211 περ. β' του Κ.Π.Δ., κατά την οποία "με ποινή ακυρότητας της διαδικασίας δεν εξετάζονται ως μάρτυρες στο ακροατήριο.... β) όσοι κηρύχθηκαν ένοχοι για την πράξη που εκδικάζεται και αν ακόμη δεν τους επιβλήθηκε ποινή" προκύπτει, ότι η εξέταση μάρτυρα στο ακροατήριο, κατά παράβαση της διατάξεως αυτής, δημιουργεί ακυρότητα, η οποία όμως είναι σχετική και αν δεν προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας, καλύπτεται, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 173 παρ. 1 και 174 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα.

Έτσι η ακυρότητα που δημιουργείται, από την κατάθεση ως μάρτυρα στο ακροατήριο, εκείνου που έχει καταδικασθεί για την ίδια πράξη, καλύπτεται εκ της μη εναντίωσης σχετικά του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του και εκ τούτου δεν ιδρύεται ο σχετικός, για την ακυρότητα της διαδικασίας, λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 60/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, εξετάσθηκαν μεταξύ άλλων ως μάρτυρες οι Γ. Γ. του Χ., Σ. Μ. του Γ. και Π. Ε. του Ε., οι οποίοι ήσαν συγκατηγορούμενοι του αναιρεσείοντος στην πρωτόδικη δίκη και είχαν κηρυχθεί ένοχοι για τις ίδιες με αυτόν πράξεις και συγκεκριμένα είχαν κηρυχθεί ένοχοι για συνέργεια από κοινού στην κλοπή και στην επικίνδυνη σωματική βλάβη και είχαν καταδικασθεί έκαστος σε συνολική ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, χωρίς σχετική εναντίωση του συνηγόρου του αναιρεσείοντος. Αντίθετα προβλήθηκαν σχετικές αντιρρήσεις από τον συνήγορο των πολιτικώς εναγόντων, οι οποίες όμως απερρίφθησαν από το Δικαστήριο ως μη νόμιμες. Όμως ουδεμία ακυρότητα δημιουργήθηκε αφού, δεν υπήρξε σχετική εναντίωση του συνηγόρου του κατηγορούμενου Σ. Ζ. του Χ. και νυν αναιρεσείοντος, δεδομένου του ότι μόνος δικαιούμενος για την υποβολή της σχετικής αιτήσεως είναι ο κατηγορούμενος, διότι ενδέχεται τα εν λόγω πρόσωπα να μην είναι αμερόληπτα με συνέπεια την παραβίαση του δικαιώματος υπερασπίσεώς του (ΑΠ 663/2002).

Συνεπώς τα υποστηριζόμενα με τον πρώτο εκ του άρθρο 510 παρ. 1 περ. β' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως για το αντίθετο είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της.

Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος.

Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά.

Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 1840-2138-2217/2019 απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για τα εγκλήματα της κλοπής, της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, και της απλής σωματικής βλάβης με το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα εννέα (19) μηνών ανασταλείσα επί τριετία.

Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως το δίκασαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "Στις 3.10.2011 και περί ώρα 21.30 ο Α. Λ. του Π. μαζί με την κόρη του Χ. Λ. κατέβαιναν με τα πόδια από τον όροφο του διαμερίσματος της πολυκατοικίας που διέμεναν τότε, η οποία βρίσκεται στο ...

και επί της οδού ..., στο ισόγειο. Στον κοινόχρηστο χώρο του ημιώροφου της ανωτέρω πολυκατοικίας συναντήθηκαν με τον πρώτο κατηγορούμενο όπου και διαπληκτίστηκαν, λόγω των προβληματικών σχέσεων τους, οι οποίες το τελευταίο χρονικό διάστημα ήταν τεταμένες και οι οποίες σχετίζονταν με θέματα σχετικά με τη λειτουργία της πολυκατοικίας στην οποία διέμεναν και στην οποία αυτοί ήταν συνιδιοκτήτες.

Για τον λόγο αυτό και μετά από έντονο διαπληκτισμό μεταξύ τους ο πρώτος κατηγορούμενος επιτέθηκε στον παθόντα Α. Λ. του Π. και τον χτύπησε αρχικά, με το κράνος μοτοσικλετιστή που έφερε μαζί του, στο πρόσωπο και με το γόνατο του στη βουβωνική και κοιλιακή χώρα, με αποτέλεσμα να πέσει και να χτυπήσει το κεφάλι του στον τοίχο, εν συνεχεία δεν άρχισε να τον κλωτσά στο κεφάλι και ακολούθως να τον χτυπά, με τα χέρια και με τα πόδια σε διάφορα μέρη του σώματος του, με αποτέλεσμα αυτός να τραυματιστεί και να υποστεί οίδημα στη μετωπιαία χώρα αριστερά, γραμμοειδή εκδορά στην αριστερή υπερόφρυα χώρα, γραμμοειδή εκδορά στην αριστερή δελτοειδική χώρα, μήκους 2 εκ.

περίπου, μικροεκδορά στην αριστερή πλάγια θωρακική χώρα, καθώς και κάταγμα ρινός άνευ παρεκτόπισης. Αποδείχτηκε ότι από τα ως άνω πλήγματα που αυτός κατάφερε εναντίον του παθόντος σε διάφορα σημεία του σώματος του και κυρίως σε ευπαθές σημείο (κεφαλή) σε συνδυασμό και με την ένταση και τον αριθμό αυτών, μπορούσαν να δημιουργηθούν, με την ως άνω πράξη του, σοβαρές σωματικές βλάβες (κυρίως εγκεφαλικές) και κίνδυνος για τη ζωή αυτού.

Δεν αποδείχτηκε ότι η πράξη του πρώτου κατηγορούμενου τελέστηκε σε καθεστώς άμυνας διότι ο ανωτέρω κατηγορούμενος είναι ψηλός και σωματώδης σε αντίθεση με τον παραπάνω παθόντα που είναι μικρόσωμος και κοντός και σε καμία περίπτωση δεν είχε την δύναμη να του επιβληθεί ούτε άλλωστε αυτός προέβη στην παραπάνω πράξη λόγω της ανάρμοστης συμπεριφοράς του παθόντος διότι δεν αποδείχτηκε ότι ο παραπάνω παθών τον προκάλεσε με την συμπεριφορά του αλλά αντιθέτως ο πρώτος κατηγορούμενος ήταν εριστικός και επιθετικός απέναντι του εκμεταλλευόμενος την φυσική του διάπλαση για να του επιβληθεί.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι λόγω του ότι η κόρη του ως άνω παθόντος Χ. Λ. κρατούσε στα χέρια της κινητό τηλέφωνο μάρκας NOKIA (μοντέλο CLASSIC 2700, χρώμα μαύρο) αξίας 79,90 ευρώ καθώς και τη φωτογραφική μηχανή της μάρκας Olympus (μοντέλο FE-280, χρώμα βυσσινί) αξίας 255,00 ευρώ, τα οποία πίστευε ότι είχαν καταγράψει την επίθεση που αυτός αναιτιολόγητα διέπραξε σε βάρος του πατέρα της και προαναφερθέντος παθόντος, αυτός τα αφαίρεσε από την κατοχή της και τα ιδιοποιήθηκε παράνομα προκειμένου να τα καταστρέψει για να μην υπάρχουν ενοχοποιητικά σε βάρος του στοιχεία και τα οποία είχαν καταγραφεί και στο κινητό της τηλέφωνο και στην φωτογραφική της μηχανή.

Τέλος, αποδείχτηκε ότι αυτός στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, επιτέθηκε στην παθούσα Χ. Λ. του Α. την οποία αρχικώς χτύπησε με το κράνος του μοτοσικλετιστή, που έφερε μαζί του στο πρόσωπο και στον αυχένα της και περαιτέρω την απώθησε βίαια προς τη σκάλα της πολυκατοικίας, με αποτέλεσμα να προκληθούν σε αυτή, εξαιτίας πτώσης της στη σκάλα, κάκωση οσφύος και αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης εκχύμωση στην πρόσθια επιφάνεια του δεξιού βραχίονα, διαστάσεων 2x1 εκ.

περίπου, δύο εκδορές στη δεξιά οπίσθια αγκωνιαία χώρα, διαστάσεων 0,5x0,5εκ περίπου και 1x0,5εκ αντίστοιχα, γραμμοειδής εκδορά στην ραχιαία επιφάνεια της δεξιάς άκρας χειρός, μήκος 2εκ. περίπου εκχύμωση σε αποδρομή, στην πρόσθια χώρα του δεξιού γόνατος, απόσπαση επιδερμίδας στην ραχιαία επιφάνεια του δεξιού άκρου ποδός διαστάσεων 1x0,5εκ.

περίπου. Επομένως αυτός πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για τις πράξεις για τις οποίες κατηγορείται, απορριπτομένων των προβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών ως κατ' ουσίαν αβάσιμων πλην όμως πρέπει να του αναγνωριστεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α Π.Κ. λόγω του ότι αυτός μέχρι την τέλεση απ' αυτόν των ανωτέρω αξιόποινων πράξεων έζησε έντιμο βίο.

Αντίθετα δεν αποδείχθηκε ότι ειδικά στην πράξη της κλοπής των προαναφερθέντων κινητών πραγμάτων της παθούσης Χ. Λ. συμμετείχαν και τρίτα πρόσωπα, διότι ο πρώτος κατηγορούμενος λόγω της υπέρτερης σωματικής του διάπλασης σε σχέση με τους παραπάνω παθόντες δεν χρειαζόταν βοήθεια τρίτων προσώπων για να αφαιρέσει τα ανωτέρω κινητά πράγματα από την παθούσα και να τα διατηρήσει στην κατοχή του.

Τέλος δεν αποδείχτηκε ασχέτως του αν παρευρέθηκαν στο χώρο του συμβάντος και οι λοιποί κατηγορούμενοι για μικρό χρονικό διάστημα πλην των αμέσως συμμετεχόντων ότι αυτοί τέλεσαν σε βάρος του ως άνω πολιτικώς ενάγοντος την αξιόποινη πράξη για την οποία κατηγορούνται και πρέπει να κηρυχθούν αθώοι αυτής διότι ο παραπάνω πρώτος κατηγορούμενος Σ.

Ζ. είχε την φυσική δύναμη να επιβληθεί στον παθόντα άνευ της βοήθειας τους η οποία άλλωστε ήταν περιττή. Επομένως οι λοιποί κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν αθώοι των πράξεων για τις οποίες κατηγορούνται".

Στη συνέχεια δε απέρριψε τους αυτοτελείς ισχυρισμούς, κήρυξε τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα ένοχο του ότι: "Στο ... (στον κοινόχρηστο χώρο του ημιώροφου πολυκατοικίας κείμενης επί της οδού ...), στις 3-10-2011 και περί ώρα 21.30, αφαίρεσε από άλλον ξένα κινητά πράγματα, προκειμένου να τα ιδιοποιηθεί παράνομα. Ειδικότερα, στον προαναφερθέντα τόπο και χρόνο, αφαίρεσε από την παθούσα Χ.

Λ. του Α. το κινητό της τηλέφωνο, μάρκας NOKIA (μοντέλο CLASSIC 2700, χρώμα μαύρο) αξίας 79,90€ καθώς και την φωτογραφική μηχανή της μάρκας Olympus (μοντέλο FE-280, χρώμα βυσσινί) αξίας 255,00 ευρώ, τα οποία ιδιοποιήθηκε παράνομα. II. Στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, προξένησε μόνος του σε άλλον σωματικές κακώσεις, η δε πράξη του αυτή τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική του βλάβη.

Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, επιτέθηκε στον παθόντα Α. Λ. του Π. και τον χτύπησε αρχικά, με το κράνος μοτοσικλετιστή που έφερε μαζί του, στο πρόσωπο και με το γόνατο του στη βουβωνική και κοιλιακή χώρα, με αποτέλεσμα να πέσει και να χτυπήσει το κεφάλι του στον τοίχο, εν συνεχεία δε άρχισε να τον κλωτσά στο κεφάλι και ακολούθως να τον χτυπά, με τα χέρια και με τα πόδια σε διάφορα μέρη του σώματος του, με αποτέλεσμα αυτός να τραυματιστεί και να υποστεί οίδημα στην μετωπιαία χώρα αριστερά, γραμμοειδή εκδορά στη αριστερή υπερόφρυα χώρα, γραμμοειδή εκδορά στην αριστερή δελτοειδική χώρα, μήκος 2εκ.

περίπου, μικροεκδορά στην αριστερή πλαγιά θωρακική χώρα καθώς και κάταγμα ρινός άνευ παρεκτόπισης. Επίσης από τα ως άνω πλήγματα που κατάφερε εναντίον του παθόντος σε διάφορα σημεία του σώματος του και κυρίως σε ευπαθές σημείο (κεφαλή) σε συνδυασμό και με την ένταση και τον αριθμό αυτών, μπορούσαν να δημιουργηθούν, με την ως άνω πράξη του, σοβαρές σωματικές βλάβες (κυρίως εγκεφαλικές) και κίνδυνος για τη ζωή αυτού.

III. Στον αυτό τόπο και χρόνο, προκάλεσε από πρόθεση σε τρίτους σωματικές κακώσεις. Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, επιτέθηκε στην παθούσα Χ. Λ. του Α., την οποία αρχικώς χτύπησε με το κράνος του μοτοσικλετιστή, που έφερε μαζί του στο πρόσωπο και στον αυχένα της και περαιτέρω την απώθησε βίαια προς τη σκάλα της πολυκατοικίας, με αποτέλεσμα να προκληθούν σε αυτή, εξαιτίας πτώσης της στη σκάλα, κάκωση οσφύος και αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης εκχύμωση στην πρόσθια επιφάνεια του δεξιού βραχίονα, διαστάσεων 2x1 εκ.

περίπου, δύο εκδορές στην δεξιά οπίσθια αγκωνιαία χώρα, διαστάσεων 0.5x0,5 εκ. περίπου και 1x0,5 εκ. αντίστοιχα, γραμμοειδής εκδορά στην ραχιαία επιφάνεια της δεξιάς άκρας χειρός, μήκους 2εκ. περίπου εκχύμωση σε αποδρομή, στην πρόσθια χώρα του δεξιού γόνατος, απόσπαση επιδερμίδας στην ραχιαία επιφάνεια της δεξιού άκρου ποδός διαστάσεων. 1x0,5 ε.

περίπου.

Δέχεται ότι συντρέχει η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α', του Ποινικού Κώδικα".

Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση την άνω εγκλημάτων της κλοπής, της επικίνδυνης σωματικής βλάβης και της απλής σωματικής βλάβης, για τα οποία ο ανωτέρω καταδικάσθηκε (οι λοιποί συγκατηγορούμενοι του αθωώθηκαν), τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 372 παρ. 1, 308 παρ. 1, 309 Π.Κ. τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία.

Περαιτέρω, δεν δημιουργείται ασάφεια και σύγχυση ως προς το είδος της διακινδύνευσης του παθόντος αναφορικά με το αδίκημα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, επειδή στην αρχή του διατακτικού αναφέρεται ως εκ περισσού και το δεύτερο είδος διακινδύνευσης δηλαδή αυτό της βαριάς σωματικής βλάβης, αφού από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ως προς το είδος διακινδύνευσης του παθόντος, ότι το δικαστήριο δέχθηκε ευθέως τον κίνδυνο για τη ζωή του, τον οποίο επανέλαβε και στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 35/2017).

Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΓΙοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση της ποινής, όπως στην εξάλειψη του αξιόποινου, όπως είναι και ο από το άρθρο 22 Π.Κ.

αμύνης ισχυρισμός, αφού η παραδοχή τους οδηγεί τον πρώτον στον αποκλεισμό του αδίκου της πράξεως και, κατά συνέπεια, στην αθώωση του κατηγορούμενου. Εξάλλου, από το άρθρο 22 του Π.Κ. προκύπτει ότι για να υπάρξει άμυνα, η οποία αποτελεί λόγο, που αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως, απαιτείται: α) άδικη επίθεση, δηλαδή επίθεση που αντικειμενικά αντιφάσκει προς το δίκαιο, β) η επίθεση να είναι παρούσα και ως τέτοια θεωρείται εκείνη που έχει αρχίσει να πραγματοποιείται και να εξακολουθεί, καθώς και όταν αμέσως και ασφαλώς επίκειται η πραγμάτωσή της και γ) η προσβολή του επιτιθέμενου να είναι αναγκαία προς υπεράσπιση του ατόμου.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο αναιρεσείων πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, πρότεινε, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου εγγράφως, ανέπτυξε δε και προφορικώς τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι τέλεσε την πράξη, για την οποία καταδικάστηκε, ευρισκόμενος σε νόμιμη άμυνα.

Για τη θεμελίωση του ισχυρισμού αυτού επικαλέστηκε τα εξής: "Τέλεσα την πράξη για την οποία κατηγορούμαι ευρισκόμενος σε νόμιμη άμυνα δυνάμει του άρθρου 22 Π.Κ. Δέχτηκα επίθεση από τον Α. Λ. και την κόρη του Χ. όταν συναντηθήκαμε στις σκάλες της πολυκατοικίας. Στο πλαίσιο αυτής της άδικης επίθεσης αναγκάστηκα να αμυνθώ, προκειμένου να υπερασπιστώ τον εαυτό μου και του κατάφερα κτυπήματα προς απόκρουση του.

Βρισκόμουν σε νόμιμη άμυνα και πρέπει να αρθεί ο άδικος χαρακτήρας της πράξης μου. Άλλως και όλως επικουρικά ωθήθηκα στην πράξη μου από την ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος, ο οποίος μόλις με είδε με εξύβρισε και με απείλησε, διότι είχα καταθέσει αγωγές εναντίον του για διαφορές συνιδιοκτητών. Στην επίθεση εναντίον μου προσέτρεξε και η σύζυγός του, ενώ η άλλη κόρη του είχε βγεί έξω από το διαμέρισμα τους και επιδείκνυε ένα μαχαίρι στους λοιπούς ενοίκους και συνιδιοκτήτες της πολυκατοικίας.

Είναι ψέμα ότι επιχειρούσα να κάνω ζημιές σε κοινόχρηστα της πολυκατοικίας, αφού είμαι συνιδιοκτήτης. Ο Α. Λ. με εξύβρισε απρόκλητα και προσπάθησε να με πλήξει συνεπικουρούμενος από την κόρη του Χ.".

Επί του άνω ισχυρισμού η προσβαλλόμενη απόφαση με τις παραδοχές που αναφέρθηκαν ανωτέρω δεν δέχθηκε ότι ο παθών επιτέθηκε κατά τον αναιρεσείοντος αλλά αντιθέτως ότι ο αναιρεσείων, μετά από έντονο μεταξύ τους διαπληκτισμό, τον κτύπησε με το κράνος στο πρόσωπο, με το γόνατο στην κοιλιακή χώρα, με κλωτσιές στο κεφάλι και με χτυπήματα με τα χέρια και τα πόδια σε διάφορα σημεία του σώματος του, προς ενίσχυση δε της παραδοχής του αυτής διέλαβε και την αιτιολογία ότι ο παθών και λόγω της σωματικής του διαπλάσεως δεν είχε τις φυσικές δυνατότητες να επιτεθεί στον κατηγορούμενο ο οποίος "ήταν ψηλός και σωματώδης, σε αντίθεση με τον παραπάνω παθόντα που είναι μικρόσωμος και κοντός και σε καμμιά περίπτωση δεν είχε την δύναμη να του επιβληθεί.

Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος κατά την ανάπτυξη του ως άνω αναιρετικού λόγου, είναι απαράδεκτες, καθόσον με αυτές, με τις οποίες αμφισβητείται η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος της απόφασης, ως αναφερόμενες σε διαφορετική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, με την επίφαση του ως άνω αναιρετικού λόγου, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Επομένως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι οι εκ του άρθρου 510 παρ 1Δ' και Ε' λόγοι αναιρέσεως που αφορούν την περί ενοχής και την περί απορρίψεως του αυτοτελούς ισχυρισμού κρίση του δικαστηρίου.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του κυρωθέντος με το ν.4619/2019 και ισχύοντος από 1.7.2019 (άρθρο δεύτερο του ν.4619/19) Ποινικού Κώδικα "Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, επιεικέστερος είναι ο νόμος που στη συγκεκριμένη περίπτωση και όχι αφηρημένα οδηγεί στην ευμενέστερη ποινική μεταχείριση του κατηγορουμένου, αυτό δε που ενδιαφέρει δεν είναι εάν ο νόμος στο σύνολο του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, αλλά εάν περιέχει διατάξεις που είναι επιεικέστερες γι' αυτόν και δεν αποκλείεται στη συγκεκριμένη περίπτωση να εφαρμοσθεί εν μέρει ο προηγούμενος νόμος και εν μέρει ο νεότερος νόμος, με επιλογή των ευμενέστερων διατάξεων καθενός από αυτούς και έτσι να εφαρμόζεται αφενός ένας νόμος ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αφετέρου άλλος νόμος ως προς την απειλούμενη ποινή.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 514 και 511 εδ. τελ. Κ.Ποιν.Δ., προκύπτει ότι στην περίπτωση που μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μεταβλήθηκε το νομοθετικό καθεστώς, όσον αφορά στα στοιχεία της αξιόποινης πράξης ή και την προβλεπόμενη ποινή κύρια ή παρεπόμενη, το δικαστήριο εφαρμόζει αυτεπάγγελτα κατ' άρθρο 2 παρ. 1 του Π.Κ., το νόμο που ίσχυε από την τέλεση της πράξεως έως την αμετάκλητη εκδίκασή της και περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, εφόσον η αίτηση είναι παραδεκτή, ανεξάρτητα από την εμφάνιση ή μη του κατηγορούμενου κατά τη συζήτηση της τελευταίας (ολ ΑΠ 3/1995, Α ΓΙ 130/2017).

Περαιτέρω κατά τις διατάξεις του ισχύοντος μέχρι την 30.6.2019 Π.Κ. (Π.Δ. 283/1985) α) κατά το άρθρο 372 παρ. 1 εδ.α. "Όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", β) κατά το άρθρο 308 παρ. 1 " Όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών. Αν η κάκωση ή η βλάβη της υγείας που του προξένησε είναι όλως ελαφρά τιμωρείται με κράτηση έως έξι (6) μήνες ή με πρόστιμο έως τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ" και γ) κατά το άρθρο 309 "Αν η πράξη του άρθρου 308 τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική βλάβη (άρθρο 310 παρ. 2), επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών.".

Κατά τα αντίστοιχα άρθρα του ισχύοντος από 1.7.2019 ΓΙΚ α) κατά το άρθρο 372 παρ. 1 εδ.α " Όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή β) κατά το άρθρο 308 παρ. 1 "Όποιος προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή. Αν η κάκωση ή βλάβη της υγείας που του προξένησε είναι εντελώς ελαφρά, τιμωρείται με παροχή κοινωφελούς εργασίας." και γ) κατά το άρθρο 309 "Αν η πράξη του προηγούμενου άρθρου τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο ζωής ή βαριά σωματική βλάβη, επιβάλλεται φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή".

Από την σύγκριση των διατάξεων αυτών που ως προς τα στοιχεία της υποκειμενικής και αντικειμενικής υπόστασης των οικείων εγκλημάτων (κλοπής, απλής σωματικής βλάβης και επικίνδυνης σωματικής βλάβης) δεν διαφοροποιούνται, προκύπτει όμως ότι ευμενέστερες διατάξεις είναι αυτές του ισχύοντος από 1.7.2019 ποινικού κώδικα, καθόσον ειδικώς και μόνο ως προς την προβλεπόμενες ποινές φυλάκισης οδηγούν στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου αφού α) με την διάταξη περί κλοπής προβλέπεται πλαίσιο ποινής φυλάκισης χωρίς ελάχιστο όριο δηλαδή από δέκα (10) ημέρες έως τρία (3) έτη ή χρηματική ποινή, ενώ η προηγούμενη διάταξη που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης προέβλεπε φυλάκιση τουλάχιστων τριών (3) μηνών έως πέντε (5) έτη, β) με τη διάταξη περί απλής σωματικής βλάβης προβλέπεται πλαίσιο ποινής φυλάκισης από δέκα (10) ημέρες έως δύο (2) έτη ή χρηματική ποινή και επί όλως ελαφράς σωματικής βλάβης τιμωρείται με παροχή κοινωφελούς εργασία, ενώ η προηγούμενη διάταξη που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης προέβλεπε φυλάκιση από δέκα (10) ημέρες έως τρία (3) έτη, και επί όλως ελαφράς σωματικής βλάβης τιμωρείτο με κράτηση έως έξι (6) μήνες ή με πρόστιμο έως 3.000 ευρώ και γ) με τη διάταξη περί επικίνδυνης σωματικής βλάβης προβλέπεται πλαίσιο ποινής φυλάκισης από δέκα (10) ημέρες έως τρία (3) έτη ή χρηματική ποινή, ενώ η προηγούμενη διάταξη που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης προέβλεπε φυλάκιση τουλάχιστων τριών (3) μηνών έως πέντε (5) έτη, Στη προκείμενη περίπτωση με την προβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κξείου Πειραιώς υπ' αριθμ.

AT 1840-2138- 2217/23.4.2019 ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για τις αξιόποινες πράξεις της κλοπής, της απλής σωματικής βλάβης και της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, καταδικάστηκε α) για την κλοπή σε ποινή φυλακίσεως έξι μηνών, για την απλή σωματική βλάβη σε ποινή φυλακίσεως οκτώ μηνών και για την επικίνδυνη σωματική βλάβη σε ποινή φυλακίσεως δώδεκα μηνών και καθορίστηκε συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα εννέα (19) μηνών ανασταλείσα επί τριετία.

Όμως όπως αναλυτικά εξετέθη από 1.7.2019 η ποινική μεταχείριση ως προς τις προβλεπόμενες ποινές είναι ευνοϊκότερη ως προς τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα και πρέπει κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα να εφαρμοσθούν οι επιεικέστερες διατάξεις κατά τα άρθρο 2 Π.κ. και 511 ΚΠΔ και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τις περί ποινές και προς τη συνολική ποινή διατάξεις της ως προς αυτόν.

Ακολούθως πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση και κατά το αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από τους ίδιους δικαστές οι οποίοι δίκασαν προηγουμένως εφόσον είναι δυνατή η συγκρότηση του (άρθρο 522, ΚΠΔ). Τέλος πρέπει ν' απορριφθεί κατά τα λοιπά η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 1840-2138-2217/2019 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς μόνο κατά τις διατάξεις της περί επιβολής στον αναιρεσείοντα ποινών, καθώς και ως προς την διάταξη της περί καθορισμού συνολικής ποινής σε αυτόν.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το πιο πάνω αναιρούμενο μέρος της περί επιβολής ποινών στον αναιρεσείοντα και καθορισμού συνολικής ποινής σ' αυτού για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί εφόσον είναι δυνατή η συγκρότηση του από τους ίδιους δικαστές, οι οποίοι δίκασαν προηγουμένως.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 10.6.2019 αίτηση αναιρέσεως του Σ. Ζ. του Χ. κατοίκου ... για αναίρεση της υπ' αριθμού 1840-2138-2217/23.4.2019 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Οκτωβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Οκτωβρίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ