Supreme Court remands case for retrial after finding lower court violated procedural rules on appeal grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece annulled the Third Instance Court of Piraeus's decision and remanded the case for retrial. The appellant argued the lower court improperly applied Panamanian law regarding ship arrest, but the Court found the procedural defect lay in the mandatory joinder of related appeal requests under Article 559 of the Civil Procedure Code. Consequently, the Court exercised its power under Article 1 of Law 4335/2015 to conduct the substantive hearing itself rather than remitting the case.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 1 of Law 4335/2015 of the Civil Procedure Code; The Supreme Court must annul a decision if it lacks legal basis or reasoning, and if such a defect is found, the Court may conduct the substantive trial itself without remitting the case for further examination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1556 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1556/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "..." ως καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο-Μάρκο Αχουζαρίδη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ναυτικής Εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ", 2) Ναυτικής Εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ", 3) Ναυτικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", 4) Ναυτικής Εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύουν στο ... και εκπροσωπούνται νόμιμα από τον Σ. Κ. του Σ., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεωργίου Φώσκολου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 22/1/2008 ανακοπές (2) των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά και συνεκδικάστηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4242/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 705/2010 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ως άνω αναιρεσίβλητες με την από 17/11/2011 αίτησή τους επί της οποίας εκδόθηκε η 1737/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 705/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 55/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4/4/2016 αίτησή του και τον από 14/2/2017 πρόσθετο λόγο αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και του πρόσθετου λόγου αυτής, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 4/4/2016 αίτηση της "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ", για αναίρεση της 55/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά, καθώς και ο από 14/2/2017 πρόσθετος λόγος αυτής, που ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, πρέπει να συνεκδικαστούν, διότι είναι συναφείς και έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και μειώνονται γενικά τα έξοδα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1012 παρ. 4 ΚΠολΔ, σε περίπτωση πλειστηριασμού κατεσχημένου πλοίου, η σειρά των δανειστών στον πίνακα κατάταξης, γίνεται κατά κύριο λόγο σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Ι.Ν.Δ, κατά δε το άρθρο 9 του τελευταίου κώδικα, το δίκαιο της πολιτείας, της οποίας την σημαία φέρει το πλοίο, ρυθμίζει και τα επ’ αυτού εμπράγματα δικαιώματα.
Περαιτέρω, ναι μεν κατά το άρθρο 205 του ίδιου Κώδικα, τα καθοριζόμενα με αυτό προνόμια, ως εξομοιούμενα με ειδικό ενέχυρο έχουν εμπράγματο χαρακτήρα και προηγούνται, σύμφωνα με την τελευταία παράγραφο του ίδιου άρθρου, της ναυτικής υποθήκης, προκειμένου όμως να προηγηθούν της ίδιας υποθήκης κατά την κατάταξη σε εκλειστηρίασμα που αφορά πλοίο με σημαία αλλοδαπής πολιτείας, πρέπει κατά ρητή επιταγή της προαναφερομένης διατάξεως του άρθρου 9, να έχουν το ίδιο προνομιακό-εμπράγματο χαρακτήρα και κατά το δίκαιο της πολιτείας, τη σημαία της οποίας φέρει το πλοίο (κατά το χρόνο συντάξεως του πίνακα κατάταξης).
Η σειρά, όμως, κατατάξεως των εν λόγω προνομίων θα κριθεί κατά το δίκαιο του τόπου εκτέλεσης (Lex Fori), αφού η λόγω προνομίου προτίμηση στην κατάταξη δεν αποτελεί στοιχείο της απαιτήσεως, αλλ’ αφορά στη σχέση των απαιτήσεων μεταξύ τους και κανονίζεται από το δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 466/1996, ΑΠ 70/92).
Συνεπώς, αν εκπλειστηριασθεί στην Ελλάδα αλλοδαπό πλοίο, δεν προηγείται της ναυτικής υποθήκης, οποιοδήποτε προνόμιο επί του πλοίου αναγνωρίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο της σημαίας του πλοίου, παρά μόνο εκείνα που όμοια τους, κατά τη φύση και το χαρακτήρα, προβλέπει το άρθρο 205 του ΚΙΝΔ, στο οποίο παραπέμπει η διάταξη του άρθρου 1012 παρ. 4 ΚΠολΔ (ΑΠ 295/2002, ΑΠ 284/1999).
Περαιτέρω, εάν πλοίο με σημαία αλλοδαπή κατασχέθηκε και εκπλειστηριάστηκε στην Ελλάδα, εφόσον οι απαιτήσεις είναι προνομιακές και κατά το δίκαιο της χώρας αυτής, κατατάσσονται, ως προνομιακές, σύμφωνα με το άρθρο 205 του ΚΙΝΔ, πριν από την υποθήκη, ανεξάρτητα από τη σειρά κατατάξεώς τους κατά το δίκαιο της εν λόγω χώρας. (ΑΠ 710/1992).
Κατά το άρθρο 205 ΚΙΝΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 214 Ν. 4072/2012, δηλαδή το χρόνο καταρτίσεως του επίμαχου πίνακα κατάταξης "είναι προνομιούχοι επί του πλοίου και του ναύλου κατά την κατωτέρω τάξη μόνον οι ακόλουθοι απαιτήσεις: α) τα δικαστικά έξοδα τα γενόμενα προς το κοινό συμφέρον των δανειστών, τα βαρύνοντα το πλοίο τέλη και δικαιώματα, οι συναφείς προς τη ναυσιπλοΐα φόροι, ως και τα από τον κατάπλου του πλοίου στον τελευταίο λιμένα έξοδα φυλάξεως και συντηρήσεως, β) οι εκ της συμβάσεως εργασίας πηγάζουσες απαιτήσεις του πλοιάρχου και του πληρώματος, ως και τα εκ της ναυτολογήσεως αυτών δικαιώματα του ΝΑΤ κλπ, γ) τα έξοδα και οι αμοιβές λόγω επιθαλάσσιας αρωγής διασώσεως και ναυαγιαιρέσεως, δ) οι λόγω συγκρούσεως ή προσκρούσεως πλοίων οφειλόμενες αποζημιώσεις στα πλοία, τους επιβάτες και τα φορτία.
Τα προνόμια προηγούνται της υποθήκης". Κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής, προνομιούχες επί του πλοίου και του ναύλου είναι, μεταξύ άλλων, και οι απαιτήσεις για έξοδα φύλαξης και συντήρησης του πλοίου, εφόσον αυτά έγιναν μετά τον κατάπλου του πλοίου στο τελευταίο λιμάνι. ‘ Εξοδα φύλαξης, όπως και έξοδα συντήρησης, είναι όσα δαπανώνται για να διατηρηθεί σε καλή κατάσταση το πλοίο για την εκπλήρωση του προορισμού του, ως οικονομικής μονάδας, αλλά και για να αποφευχθεί η μείωση της αξίας του.
Προνομιούχος δε, θεωρείται κάθε δαπάνη που έγινε για τον ανωτέρω σκοπό, από του κατάπλου του πλοίου στον τελευταίο λιμένα, δηλαδή σ’ εκείνο τον οποίο κατέπλευσε το πλοίο και από τον οποίο παρεμποδίστηκε να αποπλεύσει, λόγω της κατάσχεσης του, χωρίς να είναι απαραίτητο οι δαπάνες αυτές να έχουν γίνει μετά την κατάσχεση (ΑΠ 295/2002, ΑΠ 52/1995, ΑΠ 284/1989).
Ειδικότερα, έξοδα φύλαξης, αναγνωριζόμενα ως προνομιούχα στην πρώτη τάξη, νοούνται τα έξοδα "επιστασίας και αναγκαίας μερίμνης", προς το σκοπό διασφάλισης του πλοίου με τα συστατικά και παραρτήματά του στην υλική κατάσταση που κατασχέθηκε. Στα έξοδα φύλαξης περιλαμβάνονται όχι μόνο οι δαπάνες αλλά και η αμοιβή των αναγκαίων προς τούτο υπηρεσιών και φροντίδων, που καταβάλλεται για τη φύλαξη του πλοίου σε φύλακα οριζόμενο από τον πλοιοκτήτη.
Δεν απολαμβάνουν, όμως, του εν λόγω προνομίου, όλα τα έξοδα φύλαξης, αλλά μόνο εκείνα που έγιναν σε πλοίο ακινητοποιημένο ενόψει του πλειστηριασμού. Αποκλείεται, δηλαδή, κάθε δαπάνη που δεν συμβιβάζεται με τη δικαιολογητική αιτία της καθιέρωσης του προνομίου, η οποία αναφέρεται σε πλοίο που τελεί σε σταθερή παραμονή προς το σκοπό της εκποίησης.
Εξάλλου το προνόμιο αυτό έχει ως έρεισμα λόγους επιείκειας. Η φύλαξη του πλοίου στο τελευταίο λιμάνι δεν προστατεύει μόνο τα συμφέροντα του πλοιοκτήτη, αλλά ωφελεί αμέσως και το σύνολο των δανειστών, διότι, χωρίς το προνόμιο αυτό, ο οφειλέτης διακινδυνεύει να μη βρεί φύλακες πρόθυμους να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους και έτσι το πλοίο να παραμένει χωρίς προστασία ενόψει του πλειστηριασμού, προς βλάβη των δανειστών.
Στην περίπτωση κατά την οποία το πλοίο που κατασχέθηκε βρισκόταν επί μεγάλο χρονικό διάστημα παροπλισμένο στο ίδιο λιμάνι στο οποίο και πλειστηριάστηκε, το λιμάνι αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ο "τελευταίος λιμένας μετά τον κατάπλου", έτσι ώστε κάθε δαπάνη φύλαξης και συντήρησης που έγινε κατά το διάστημα αυτό να καλύπτεται από το πιο πάνω προνόμιο.
Τούτο δε, διότι, δεν πρόκειται για λιμάνι στο οποίο το πλοίο ακινητοποιήθηκε και παρακωλύθηκε να αποπλεύσει συνεπεία της κατάσχεσης, αλλά η ακινητοποίησή του αυτή ήταν άσχετη με την κατάσχεση, αφού το πλοίο είχε καταπλεύσει με τον αποκλειστικό σκοπό να ακινητοποιηθεί και να παροπλισθεί επί μακρό χρόνο.
Περαιτέρω η Δημοκρατία του ... (αρ. 1507 Εμπορικού Κώδικα του κράτους αυτού) δεν έχει προσχωρήσει στις Διεθνείς Συμβάσεις των Βρυξελλών της 10-4-1926 και της 27-5-1967 "περί ενοποιήσεως κανόνων τινών αφορώντων στα ναυτικά προνόμια και τις υποθήκες" (International Convention for the Unification of Certain Rules relating to Maritime Liens and Mortgages of 1926 and 1967).
Ωστόσο, αρκετές διατάξεις των εν λόγω διεθνών συμβάσεων έχουν περιληφθεί στο εθνικό της δίκαιο, στο οποίο τα συγκεκριμένα ζητήματα διέπονται από τον Κώδικα Ναυτικής Δικονομίας (Maritime Procedural Code, Νόμος No 8 της 30-3-1982) ως έχει τροποποιηθεί με το Νόμο No 11 της 23-05-1986, το Νόμο No 23 της 01-06-2001 και το Νόμο 12 της 23-01-2009 και ισχύει, καθώς και από το Νόμο 55 του 2008.
Σύμφωνα με τον άνω Κώδικα, ένα πλοίο μπορεί να κατασχεθεί (attachment of ship) ή να διαταχθεί δικαστικώς η απαγόρευση του απόπλου του (arrest of ship) για κάθε είδους απαίτηση προερχόμενη από ναυτιλιακή εμπορική συναλλαγή (maritime commerce, maritime trade), υπό τον όρο ότι αυτή στρέφεται σε βάρος του πλοιοκτήτη ή έχει εξασφαλιστεί με ναυτικό προνόμιο επί του πλοίου (maritime liens).
Αν και στον Κώδικα δεν υπάρχει ρητός ορισμός των ναυτικών προνομίων, ως τέτοια νοούνται οι προνομιούχες απαιτήσεις επί πλοίου ή άλλης ναυτικής περιουσίας αναφορικά με παρασχεθείσες σε αυτό υπηρεσίες ή προκληθείσες από αυτό ζημίες. Το άρθρο 244 του Νόμου 55 του 2008 ορίζει σε περίπτωση πλειστηριασμού πλοίου ως προνομιούχες απαιτήσεις επί αυτού (του πλοίου) και του ναύλου τις εξής: 1) τα δικαστικά έξοδα, τα οποία έγιναν προς το κοινό συμφέρον των ναυτικών πιστωτών, 2) τις δαπάνες αποζημιώσεως και τους μισθούς για την επιθαλάσσια αρωγή και τη διάσωση, οι οποίες οφείλονται για το τελευταίο ταξίδι, 3) τους μισθούς, τις αμοιβές και τις αποζημιώσεις, οι οποίες οφείλονται στον πλοίαρχο και στα μέλη του πληρώματος για το τελευταίο ταξίδι, 4) τη ναυτική υποθήκη, 5) τα ποσά που οφείλονται στο Κράτος για ετήσιους φόρους και τέλη του πλοίου, 6) τους οφειλόμενους στους στοιβαδόρους και στους εργάτες της προκυμαίας μισθούς και αμοιβές, οι οποίοι έχουν συμφωνηθεί αμέσως από τον πλοιοκτήτη, τον εφοπλιστή ή τον πλοίαρχο κατά τη φόρτωση ή εκφόρτωση του πλοίου κατά τον τελευταίο κατάπλου, 7) τις οφειλόμενες αποζημιώσεις για τις ζημίες προκληθείσες από υπαιτιότητα ή από αμέλεια, 8) τα οφειλόμενα ποσά λόγω συνεισφοράς σε κοινές αβαρίες, 9) τα οφειλόμενα ποσά λόγω υποχρεώσεων συναφθεισών για τις ανάγκες ή τον ανεφοδιασμό του πλοίου, 10) το ληφθέν ναυτοδάνειο επί του κύτους του πλοίου και των εξαρτημάτων του για τα εφόδια του εξοπλισμού και την προετοιμασία, εάν η σύμβαση καταρτίστηκε και υπογράφτηκε πριν τον απόπλου του πλοίου από το λιμένα, στον οποίο οι υποχρεώσεις αυτές έχουν συναφθεί, ως και τις ασφαλιστικές εισφορές για τους τελευταίους έξι μήνες, 11) τους μισθούς των πιλότων, των φυλάκων και τις δαπάνες συντηρήσεως και φυλάξεως του πλοίου, των εξαρτημάτων και των εφοδίων του μετά το τελευταίο ταξίδι και την είσοδο στον λιμένα, 12) τις οφειλόμενες αποζημιώσεις στους φορτωτές και τους επιβάτες για πλημμελή παράδοση των φορτωθέντων ή ζημία αυτών, οφειλόμενη στον πλοίαρχο ή το πλήρωμα κατά το τελευταίο ταξίδι και 13) το τίμημα της τελευταίας αγοράς του πλοίου και των οφειλόμενων τόκων των τελευταίων δύο ετών.
Σύμφωνα με την άνω διάταξη, προνομιούχες επί του πλοίου και του ναύλου είναι, μεταξύ άλλων, και οι απαιτήσεις για έξοδα φυλάξεως και συντηρήσεως του πλοίου εφόσον πραγματοποιήθηκαν μετά τον κατάπλου του πλοίου στο τελευταίο λιμάνι, δηλαδή σε εκείνο στο οποίο κατέπλευσε το πλοίο και από το οποίο παρεμποδίστηκε να αποπλεύσει λόγω της κατασχέσεώς του, χωρίς να είναι απαραίτητο οι δαπάνες αυτές να έχουν γίνει μετά την κατάσχεση.
Έξοδα φυλάξεως, όπως και έξοδα συντηρήσεως θεωρούνται, κατά το παναμαϊκό δίκαιο, όσα δαπανώνται για να διατηρηθεί σε καλή κατάσταση το πλοίο για την εκπλήρωση του προορισμού του ως οικονομικής μονάδας, κατάλληλου για αυτοδύναμη κίνηση και ναυτιλιακή εκμετάλλευση, αλλά και για να αποφευχθεί η μείωση της αξίας του.
Ειδικότερα, ως έξοδα φυλάξεως νοούνται τα έξοδα επιστασίας και αναγκαίας μέριμνας προς το σκοπό διασφαλίσεως του πλοίου με τα συστατικά και παραρτήματα του στην υλική κατάσταση στην οποία τελούσε κατά το χρόνο της κατασχέσεώς του. Ως έξοδα, δε, συντηρήσεως του πλοίου νοούνται, ειδικότερα όλα όσα δαπανήθηκαν για την αποκατάσταση των φθορών που προκλήθηκαν από την πάροδο του χρόνου και από τη λειτουργία του, ώστε να διατηρηθεί το πλοίο στο λιμένα και μέχρι τον πλειστηριασμό του σώο και αναλλοίωτο.
Το συγκεκριμένο προνόμιο αποβλέπει στην προστασία των συμφερόντων του πλοιοκτήτη, αλλά ενεργεί και επ’ ωφελεία του συνόλου των δανειστών, διότι χωρίς το προνόμιο αυτό ο οφειλέτης τελεί υπό τον κίνδυνο να μην καταστεί εφικτή η ανεύρεση φυλάκων πρόθυμων να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, κατά τρόπο ώστε το πλοίο να παραμείνει χωρίς προστασία ενόψει του πλειστηριασμού προς βλάβη των δανειστών.
Σύμφωνα με το δίκαιο της Δημοκρατίας του ... δεν απολαμβάνουν το εν λόγω προνόμιο όλα ανεξαιρέτως τα έξοδα φυλάξεως και συντηρήσεως του πλοίου, αλλά μόνο εκείνα που έγιναν σε πλοίο ακινητοποιημένο προς το σκοπό διατηρήσεώς του μετά την ακινησία του και ενόψει της εκπλειστηριάσεως αυτού. Έτσι, δεν εξασφαλίζονται με προνόμιο οι κάθε φύσεως δαπάνες εκμεταλλεύσεως του πλοίου σύμφωνα με τον προορισμό του, καθώς και οι κάθε φύσεως δαπάνες για την επισκευή του πλοίου που αποβλέπουν στη βελτίωση ή τη μεταβολή της καταστάσεώς του και στην επαύξηση και όχι στη διατήρηση της αξίας του.
Κατά το παναμαϊκό δίκαιο, ως "δικαστική επιμέλεια" πλοίου (custody of law, custodia legis) νοείται το καθεστώς στο οποίο τελεί πλοίο που βρίσκεται σε αναμονή υπό φυσική δέσμευση, επειδή του απαγορεύθηκε ο απόπλους. Στην περίπτωση αυτή, οι απαιτήσεις για φύλαξη και συντήρηση του πλοίου δεν εξοπλίζονται με προνόμιο αυτοτελώς ως εντασσόμενες στην περίπτωση 11 του άρθρου 244 του άνω Νόμου 55 του 2008, αλλά τα ποσά που δαπανήθηκαν για τη συντήρηση και τη φύλαξη του πλοίου μετά την ως άνω φυσική δέσμευσή του θεωρούνται έξοδα διενεργηθέντα διαρκούσης της δικαστικής επιμέλειας αυτού και χαρακτηρίζονται ως δικαστικά έξοδα υπαγόμενα στην περίπτωση 1 του άρθρου 244 του ίδιου Νόμου, τα οποία κατατάσσονται προνομιακώς μόνο όμως υπό την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω έξοδα υπό το καθεστώς της "custodia legis":
α) έχουν διαταχθεί (i) από το λιμενάρχη (Court Marshal) ή (ii) από το Δικαστήριο του πλειστηριασμού "Maritime Court) ή β) έχουν προκαταβληθεί από τον αιτηθέντα τη συντηρητική κατάσχεση ή την δικαστική απαγόρευση του απόπλου του πλοίου στο Λιμενάρχη για τις συγκεκριμένες αιτίες. Σε περίπτωση μη συνδρομής μίας εκ των άνω περιοριστικά αναφερομένων στο νόμο προϋποθέσεων, οι συγκεκριμένες δαπάνες δεν διαθέτουν ναυτικό προνόμιο και κατατάσσονται μετά τις απαιτήσεις των ενυπόθηκων δανειστών.
Διαφορετική είναι η περίπτωση κατά την οποία το πλοίο που κατασχέθηκε βρισκόταν επί μεγάλο χρονικό διάστημα παροπλισμένο στο ίδιο λιμάνι στο οποίο και εκπλειστηριάστηκε. Σύμφωνα με το παναμαϊκό δίκαιο, το λιμάνι αυτό δεν θεωρείται ως ο "τελευταίος λιμένας μετά τον κατάπλου" (last voyage and entry into port), με την έννοια του άρθρου 244 περ. 11 του Νόμου 55/2008, γιατί στην περίπτωση παροπλισμού πλοίου η ακινητοποίηση αυτού και η παρακώλυση απόπλου του δεν σχετίζεται με την επιβληθείσα κατάσχεση και τον επισπευδόμενο πλειστηριασμό.
Κατά συνέπεια, οι δαπάνες φυλάξεως και συντηρήσεώς του, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν κατά το διάστημα αυτό, δεν καλύπτονται από το προνόμιο του άρθρου 244 περ 11 του Νόμου 55 του 2008, γιατί συντελούνται σε χρόνο και για λόγο μη συνδεόμενο με την κατάσχεση. Για την ίδια αιτία οι συγκεκριμένες δαπάνες δεν θεωρούνται δικαστικά έξοδα, εντασσόμενα στην 1η περίπτωση του ίδιου άρθρου και δεν απολαμβάνουν ούτε του προνομίου της περιπτώσεως αυτής (ΑΠ 533/2017).
Στην ένδικη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Με επίσπευση της καθ’ ης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ.", στη δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθε η τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ" ως καθολική αυτής διάδοχος λόγω συγχώνευσης...δια απορροφήσεως της δεύτερης από την πρώτη,...εκπλειστηριάσθηκε αναγκαστικά, στις 25.7.2007, ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιά Ζ.
Σ., δυνάμει της υπ’ αρ. .../25.7.2007 έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού της ίδιας συμβολαιογράφου, το κατασχεθέν με την υπ’ αρ. ....9.2005 κατασχετήρια έκθεση του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά Θ. Σ., με ... σημαία Επιβατηγό - Οχηματαγωγό πλοίο με το όνομα "...", νηολογίου ... ......και ανήκε κατά απόλυτο δικαίωμα πλοιοκτησίας στην οφειλέτιδα εταιρεία με την επωνυμία "...", και το οποίο κατακυρώθηκε στον, τρίτο ως προς την παρούσα δίκη, Σ.
Α. αντί πλειστηριάσματος 1.666.000 ευρώ. Η πιο πάνω συμβολαιογράφος, αφού έλαβε υπόψη της τις αναγγελθείσες απαιτήσεις, κατ’ ορθή εφαρμογή του δίκαιου της ...ς σημαίας του πλοίου ως προς τη γέννηση, ύπαρξη, έκταση και διάρκεια των ναυτικών προνομίων και του Ελληνικού δίκαιου ως προς τον τρόπο, την τάξη και σειρά κατάταξης των απαιτήσεων που εξασφαλίζονται με ναυτικά προνόμια, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, συνέταξε τον υπ’ αρ. .../3.1.2008 πίνακα κατάταξης δανειστών.
Κατά τη σύνταξη του πίνακα κατάταξης, η υπάλληλος του πλειστηριασμού δεν εξέτασε τις αναγγελθείσες απαιτήσεις των εκκαλουσών λόγω του εκπροθέσμου αυτών. Ειδικότερα, έκρινε ότι η κοινοποίηση της αναγγελίας των απαιτήσεών τους, στις 6 Σεπτεμβρίου 2007, πραγματοποιήθηκε μετά την πάροδο των 15 ημερών από την επομένη του πλειστηριασμού ημέρα, στις 25.7.2007, καθόσον, κατά την κρίση της, η πιο πάνω προθεσμία δεν αναστέλλεται κατά τη διάρκεια του μηνός Αυγούστου, ελλείψει σχετικής ρητής διάταξης.
Μετά δε την αφαίρεση των εξόδων προδικασίας και διαδικασίας του πλειστηριασμού, ύψους 17.000 ευρώ, κατέταξε οριστικά την καθ’ ης οι ανακοπές επισπεύδουσα τον πλειστηριασμό τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΕ" Α) για το ποσό των 393.309 ευρώ για έξοδα φύλαξης και συντήρησης του εκπλειστηριασθέντος πλοίου και Β) για το ποσό των 1.237.254 ευρώ για απαίτησή της εκ της χορηγήσεως δανείων και πιστώσεων στην πλοιοκτήτρια εταιρεία και Γ) το Ναυτικό Απομαχικό Ταμείο (ΝΑΤ) για το συνολικό ποσό των 18.436 ευρώ.
Από τις προσκομιζόμενες μετ’ επικλήσεως αναγγελίες των εκκαλουσών προκύπτει ότι αυτές ασκήθηκαν μέσα σε δεκαπέντε ημέρες από τον πλειστηριασμό που τελέστηκε στις 25-7-2007, αφού η δεκαπενθήμερη αυτή προθεσμία αναστέλλεται, κατά το χρονικό διάστημα από 1 έως 31 Αυγούστου, ειδικότερα δε η από 6-9-2007 αναγγελία των ανακοπτουσών στην πρώτη ανακοπή επιδόθηκε στην ως άνω υπάλληλο του πλειστηριασμού, στην επισπεύδουσα εφεσίβλητη και στην οφειλέτιδα καθ’ ης η εκτέλεση στις 6.9.2007...
και η από 6.9.2007 αναγγελία των ανακοπτουσών στη δεύτερη ανακοπή στις 6.9.2007...Τούτο δε καθόσον, η δεκαπενθήμερη προθεσμία για την άσκηση των αναγγελιών των ανακοπτουσών εταιρειών ανεστάλη κατά το μήνα Αύγουστο, κατ’ άρθρο 147 παρ.7 του ΚΠολΔ και αφού ο πλειστηριασμός έλαβε χώρα στις 25-7-2007 και οι αναγγελίες επιδόθηκαν στις 6.9.2007, δεν έχει παρέλθει η παραπάνω προθεσμία και συνακόλουθα δεν επήλθε έκπτωση των εκκαλουσών από το σχετικό δικαίωμα, όπως υποχρεωτικά για το παρόν Δικαστήριο έγινε δεκτό με την προαναφερθείσα αναιρετική απόφαση.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ότι οι ανωτέρω αναγγελίες των εκκαλουσών εταιρειών ασκήθηκαν εκπρόθεσμα και απέρριψε τις ανακοπές των τελευταίων ως απαράδεκτες ελλείψει ενεργητικής νομιμοποίησης των ανακοπτουσών εταιρειών, έσφαλε στην εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου έφεσης ως βάσιμου, να γίνει δεκτή και κατ’ ουσία και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, στη συνέχεια δε να ερευνηθεί περαιτέρω η βασιμότητα των λόγων των συνεκδικαζόμενων ανακοπών.
Αναφορικά με τις αναγγελθείσες απαιτήσεις της επισπεύδουσας τον πλειστηριασμό ... της Ελλάδος, η τελευταία είχε αναγγείλει την απαίτησή της για έξοδα φυλάξεως και ασφάλισης του εκπλειστηριασθέντος πλοίου. Ειδικότερα, την ημέρα κατάσχεσης του πλοίου, δυνάμει του από 23 Σεπτεμβρίου 2005 ιδιωτικού συμφωνητικού, ανέθεσε στην εταιρεία "..." τη φύλαξή του, η τελευταία δε ανέλαβε την τοποθέτηση φυλάκων επί του πλοίου, επί 24ωρου βάσεως, κατέβαλε δε η καθ’ ης για την αιτία αυτή αμοιβή ποσού...και συνολικά (7.973 X 21 μήνες + 6069) 173.502...Επιπλέον κατέβαλε στην ίδια πιο πάνω εταιρεία 420 ευρώ στις 30/10/2006 για το λύσιμο και δέσιμο του πλοίου ...
κατά την αναχώρηση του πλοίου ... και 500 ευρώ στις 27.7.2006 για το λύσιμο και δέσιμο του πιο πάνω πλοίου κατά την αναχώρηση του πλοίου ... και συνολικά 920 ευρώ...Επίσης, στις 4.7.2006, κατέβαλλε 300 ευρώ και στις 5.3.2007 ποσό 180 ευρώ, ..., για τη μεταφορά του πληρώματος από και προς το πλοίο με λάντζα και συνολικά για έξοδα φύλαξης του κατασχεθέντος πλοίου 174.902 ευρώ.
Επίσης για τη συντήρηση του πλοίου και τη διατήρησή του στην ίδια κατάσταση με αυτή που βρισκόταν κατά την ημερομηνία κατασχέσεως ανέθεσε στην διεθνή εταιρεία "..." τον έλεγχο καλής λειτουργίας των διαφόρων συστημάτων του πλοίου με σκοπό την δυνατότητα ασφάλισής του για τυχόν ζημίες σε ασφαλιστική εταιρεία.
Για τις ετήσιες αναφορές ελέγχου, από την ανωτέρω εταιρεία, κατέβαλλε σε αυτή τα ακόλουθα ποσά:... και συνολικά ποσό 2268 ευρώ. Τέλος, για την ασφάλιση του πλοίου κατέβαλε στην ασφαλιστική εταιρεία "..." το συνολικό ποσό των 202.490 ευρώ στο οποίο συμπεριλαμβάνονται, για ασφάλιστρα δόσης του υπ’ αρ. 6007889 ασφαλιστηρίου ποσά ύψους 1413,93 ευρώ και 1429,14 ευρώ...
Από όσα προαναφέρθηκαν αποδεικνύεται ότι όλες οι προαναφερόμενες δαπάνες συνδέονται άμεσα με τη φύλαξη του πλοίου, ενώ δεν αποδείχθηκαν υπέρογκες όπως αβάσιμα διατείνονται οι εκκαλούσες εταιρείες με το σχετικό λόγο έφεσης. Επίσης, η καθ’ ης η ανακοπή είχε αναγγείλει την απαίτησή της προερχόμενη από την χορήγηση δανείων και πιστώσεων προς την οφειλέτιδα εταιρεία συνολικού ύψους 2.890.630,89 ευρώ, η οποία ήταν ασφαλισμένη με α) Πρώτη Οριστική Προτιμώμενη Υποθήκη για ποσό 2.440.000 ευρώ που καταχωρήθηκε στα βιβλία υποθηκών της πόλεως του ...
στις 23 Σεπτεμβρίου 2002, β) Δεύτερη Οριστική Προτιμώμενη Υποθήκη για ποσό 750.000 ευρώ που καταχωρήθηκε στα βιβλία υποθηκών της πόλεως του ... στις 5 Μαΐου 2003, γ) Τρίτη Οριστική Προτιμώμενη Υποθήκη για ποσό 250.000 ευρώ που καταχωρήθηκε στα βιβλία υποθηκών της πόλεως του ... στις 24 Ιουνίου 2004 και δ) Τέταρτη Οριστική Προτιμώμενη Υποθήκη για ποσό 150.000 ευρώ που καταχωρήθηκε στα βιβλία υποθηκών της πόλεως του ...
στις 10 Μαρτίου 2005, όλων εγγραφεισών επί του εκπλειστηριασθέντος πλοίου "...". Στον προαναφερόμενο πλειστηριασμό αναγγέλθηκαν οι εκκαλούσες εταιρείες και ειδικότερα οι ανακόπτουσες εταιρείες της με αριθμό κατάθεσης ...2008 ανακοπής "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ" για τα ποσά των 400.000 ευρώ η πρώτη και 800.000 ευρώ η δεύτερη και οι ανακόπτουσες της με αριθμό κατάθεσης ...2008 ανακοπής "...", "..." και "...
ΕΤΑΙΡΕΙΑ", για τα ποσά των 580.000 ευρώ η πρώτη, 580.000 ευρώ η δεύτερη και 40.000 ευρώ η τρίτη, που αφορούσαν απαιτήσεις αμοιβής για την παροχή υπηρεσιών επιθαλάσσιας αρωγής. Οι ανακόπτουσες εταιρείες της με αριθμό κατάθεσης ...2008 ανακοπής με την από 6.9.2007 αναγγελία τους ζήτησαν να καταταγούν προνομιακά για το ποσό των 400.000 ευρώ η εταιρεία με την επωνυμία "...
ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και για το ποσό των 800.000 ευρώ η εταιρεία με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ" στο οποίο, κατά τους ισχυρισμούς τους ανήρχετο η εύλογη αυτών αμοιβή δεδομένου ότι κατά το έτος 2006 και ειδικότερα στις 24 και 25 Φεβρουάριου, προσέφεραν με τα ναυαγοσωστικά (ν/γ) "...", στη θαλάσσια περιοχή της Ελευσίνας, κατόπιν ενημέρωσής τους από το εκεί Λιμεναρχείο, επιθαλάσσια αρωγή στο εκπλειαστηριασθέν πλοίο "...", το οποίο, ενώ ήταν παροπλισμένο λόγω κατάσχεσης, αγκυροβολημένο στο καραβοστάσι της ράδας, παρασυρόταν από τους πνέοντες ισχυρούς νότιους - νοτιοδυτικούς ριπαίους ανέμους εντάσεως 7 της ανεμομετρικής κλίμακας Μποφώρ, που "ξέσερναν" τις άγκυρες του, κατευθυνόμενο ακυβέρνητο προς τα πρυμνοδέτη μένα πλοία "..." και "..." με σοβαρό κίνδυνο πρόσκρουσης σε αυτά και προσάραξης στα αβαθή.
Επίσης οι ανακόπτουσες εταιρείες της με αριθμό κατάθεσης ...2008 ανακοπής με την από 6.9.2007 αναγγελία τους ανήγγειλαν τις απαιτήσεις τους και ζήτησαν να καταταγούν προνομιακά η εταιρεία "..." για το ποσό των 580.000 ευρώ, η εταιρεία "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ" για το ποσό των 580.000 ευρώ και η εταιρεία "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ" για το ποσό των 40.000 ευρώ, στο οποίο ανήρχετο, κατά τους ισχυρισμούς τους, η εύλογη αυτών αμοιβή για την παροχή υπηρεσιών επιθαλάσσιας αρωγής κατά το έτος 2004 και ειδικότερα στις 22 και 23 Ιανουάριου με τα ναυαγοσωστικά "...", πλοιοκτησίας της πρώτης, δεύτερης και τρίτης αυτών, αντίστοιχα, στο πλοίο "...", το οποίο, εξαιτίας των εξαιρετικά δυσμενών καιρικών συνθηκών, κινδύνευε να βυθιστεί, κατόπιν σχετικής εντολής του πλοιάρχου, παρείχαν αποτελεσματική επιθαλάσσια αρωγή.
Σημειώνεται ότι οι ανακόπτουσες εταιρείες της με αριθμό κατάθεσης ...2008 ανακοπής έχουν ασκήσει την από 29.3.2006 αγωγή τους κατά της καθ’ ης η εκτέλεση εταιρείας "..." με την οποία ζήτησαν την αναγνώριση του δικαιώματός τους στη λήψη αμοιβής για την παροχή της επίδικης επιθαλάσσιας αρωγής. Η πιο πάνω αγωγή συνεκδικάσθηκε με την πρόσθετη παρέμβαση της καθ’ ης εταιρείας "...
ΑΕ." και με την υπ’ αρ. 893/2013 τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου κρίθηκε ότι οι υπηρεσίες που παρείχαν (στις 24 και 25 Φεβρουάριου 2006) ήταν αυτές της επιθαλάσσιας αρωγής και η εύλογη αμοιβή των ανακοπτουσών για την τελευταία αιτία, αφού λήφθηκε υπόψη το ωφέλιμο αποτέλεσμα από την παροχή των σωστικών υπηρεσιών, ο κίνδυνος που διέτρεξε το διασωθέν πλοίο και η αγοραία αξία του κατά το χρόνο και τόπο αποπεράτωσης της σωστικής επιχείρησης, η οποία ανήρχετο στο ποσό των 2.500.000 ευρώ, ανήρχετο στο ποσό των 15.000 ευρώ για το ναυαγοσωστικό "..." και στο ποσό των 20.000 ευρώ για το ναυαγοσωστικό "...".
Η πιο πάνω απόφαση που έκρινε την ύπαρξη και το ύψος της ένδικης απαίτησης των ανακοπτουσών, γεννά δεδικασμένο μεταξύ των διαδίκων της κρινόμενης διαφοράς, που ταυτίζονται με τους διαδίκους της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε, δεδομένου ότι η καθ’ ης η κρινόμενη ανακοπή επισπεύδουσα τον ένδικο πλειστηριασμό, συγχωνεύθηκε με την ..., όπως έχει ήδη προαναφερθεί, ως ειδική αυτής διάδοχος, συντρέχουν δε στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, όλες οι προϋποθέσεις που θέτουν για το σκοπό αυτόν οι διατάξεις των άρθρων 322, 324 και 325 του ΚΠολΔ.
Περαιτέρω και για τις αναγγελθείσες απαιτήσεις των ανακοπτουσών της με αριθμό κατάθεσης ...2008 ανακοπής, αυτές έχουν κριθεί τελεσίδικα με την υπ’ αρ. 1144/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά η οποία έχει εκδοθεί επί της αγωγής των τελευταίων κατά της εταιρείας "..." και η οποία έκρινε ότι η αμοιβή αυτών για την παροχή υπηρεσιών επιθαλάσσιας αρωγής ανέρχεται στο ποσό των 70.000 ευρώ για εκάστη των δύο πρώτων ανακοπτουσών εταιρεία και στο ποσό των 10.000 ευρώ για την τρίτη αυτών.
Το δεδικασμένο της προαναφερόμενης απόφασης, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν δεσμεύει την καθ’ ης η ανακοπή σε ότι αφορά την ένδικη ανακοπή κατά του πίνακα κατάταξης...". Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού διερεύνησε κατ’ ουσίαν την ...2008 ανακοπή, αναφορικά με τις αξιώσεις των ανακοπτουσών για εύλογη αμοιβή τους για την παροχή υπηρεσιών επιθαλάσσιας αρωγής κατά το έτος 2004 και ειδικότερα στις 22 και 23 Ιανουάριου, με τα ναυαγοσωστικά "...", πλοιοκτησίας της πρώτης, δεύτερης και τρίτης αυτών, αντίστοιχα, κατόπιν εντολής του πλοιάρχου, στο πλοίο "...", το οποίο, ενώ ήταν πρυμνοδετημένο στο ..., εξαιτίας των εξαιρετικά δυσμενών καιρικών συνθηκών, κινδύνευε να βυθιστεί, διέγνωσε τη βασιμότητα αυτών και περαιτέρω δέχτηκε τα ακόλουθα: "...Από τα προαναφερθέντα περιστατικά και ενόψει του πιο πάνω ωφέλιμου αποτελέσματος που επιτεύχθηκε, της αποτροπής των κινδύνων που διέτρεξε το τελευταίο πλοίο, των προσπαθειών των πλοίαρχων και των πληρωμάτων των τριών αρωγών πλοίων, των κινδύνων που διέτρεξαν αυτά, του χρόνου που διήρκεσε η αρωγή, της ταχύτητας των παρασχεθεισών υπηρεσιών, της αξίας των αρωγών πλοίων και του διασωθέντος πλοίου αλλά και της αποτροπής του κινδύνου ενδεχόμενων τραυματισμών, που διέτρεξαν τα πληρώματα των αρωγών πλοίων, ο οποίος όπως και ανωτέρω σημειώθηκε δεν κρίνεται ιδιαίτερα σοβαρός, η εύλογη αμοιβή, για την παρασχεθείσα από τα πλοία αυτών επιθαλάσσια αρωγή στο πλοίο της εταιρείας "..." ανέρχεται συνολικά, σε 150.000 ευρώ και ειδικότερα στο ποσό των 70000 ευρώ για κάθε ένα από τα ρυμουλκά πλοία της πρώτης και δεύτερης των ανακοπτουσών "..." και "...", δεδομένου ότι η συμβολή αμφοτέρων ήταν ισότιμη από άποψη σπουδαιότητας για τη διάσωση του κινδυνεύοντος πλοίου της εναγομένης και 10.000 ευρώ για το ρυμουλκό πλοίο της τρίτης εναγομένης "...".
Εφόσον οι πιο πάνω υπηρεσίες επιθαλάσσιας αρωγής (των ανακοπτουσών της με αριθμό ...2008 ανακοπής, όπως και των ανακοπτουσών της με αριθμό κατάθεσης ...2008 ανακοπής, για τις οποίες, όπως προεκτέθηκε, έχει εκδοθεί η υπ’ αρ. 893/2013 τελεσίδικη απόφαση που παράγει δεδικασμένο μεταξύ των διαδίκων της παρούσας δίκης), έγιναν μετά τον κατάπλου του πλοίου στο τελευταίο λιμάνι πριν τον πλειστηριασμό (στο λιμάνι της κατάσχεσης), οι απαιτήσεις που προέρχονται απ’ αυτές είναι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω στη μείζονα πρόταση, προνομιούχες και προηγούνται της ναυτικής υποθήκης και, συνεπώς, έπρεπε να καταταγούν στον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης πριν απ’ την, εξοπλισμένη με ναυτική υποθήκη, απαίτηση της καθ’ ης η ανακοπή...".
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κράτησε την υπόθεση και κατά μερική παραδοχή των ανακοπών των αναιρεσιβλήτων, ως ουσιαστικά βάσιμων, μεταρρύθμισε τον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης, ώστε να καταταγούν σ’ αυτόν, στη δεύτερη τάξη προνομιακά και οριστικά οι αναιρεσίβλητες, για τα αναφερόμενα ποσά, αποβαλλόμενης κατά τα ποσά αυτά της αναιρεσείουσας και κατατασσόμενης αυτής στο απομένον υπόλοιπο.
Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα του χαρακτήρα των επίδικων αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων, ως προνομιακών, με βάση το ισχύον κατά το χρόνο της κατάταξης δίκαιο της Δημοκρατίας του .... Ειδικότερα, το Εφετείο, ενώ αρχικώς δέχεται, ότι οι επίδικες απαιτήσεις των αναιρεσιβλήτων είναι από υπηρεσίες επιθαλάσσιας αρωγής, χωρίς οποιαδήποτε παραδοχή περί του αν αυτές οφείλονται για το τελευταίο ταξίδι που αποτελεί προϋπόθεση του προνομιακού χαρακτήρα τους, κατά το παναμαϊκό δίκαιο (άρθρο 244 του Νόμου 55 του 2008), στη συνέχεια δέχεται αυτές ως προνομιακές, προηγούμενες της ναυτικής υποθήκης, με την παραδοχή ότι έγιναν μετά τον κατάπλου του πλοίου στο τελευταίο λιμάνι, προϋπόθεση συναπτόμενη με τον προνομιακό χαρακτήρα απαιτήσεων από έξοδα φυλάξεως και συντηρήσεως του πλοίου.
Στο βαθμό δε που δέχτηκε τις απαιτήσεις αυτές, ως έξοδα φυλάξεως και συντηρήσεως (κάτι που δεν διευκρινίζεται στην αναιρεσιβαλλομένη) και πάλι δεν διευκρινίζεται, αν οι υπηρεσίες που προσφέρθηκαν τον Ιανουάριο του 2004, ήτοι είκοσι περίπου μήνες πριν την κατάσχεση, όπως και η ακινητοποίηση του πλοίου και η παρακώλυση του απόπλου του σχετιζόντουσαν με την επιβληθείσα αργότερα κατάσχεση και τον πλειστηριασμό, για δε τις υπηρεσίες που προσφέρθηκαν το Φεβρουάριο του 2006, ήτοι μετά την κατάσχεση του πλοίου, αν α) είχαν διαταχθεί από το λιμενάρχη ή από το Δικαστήριο του πλειστηριασμού ή β) είχαν προκαταβληθεί από τον αιτηθέντα τη συντηρητική κατάσχεση ή την δικαστική απαγόρευση του απόπλου του πλοίου στο Λιμενάρχη για τις συγκεκριμένες αιτίες.
Εντεύθεν, δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ορθής εφαρμογής των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 244 του Νόμου 55/2008 της Δημοκρατίας του Παναμά, σε συνδυασμό με άρθρα 9 του Κ.Ι.Ν.Δ και 1012 παρ. 4 ΚΠολΔ, τις οποίες ως εκ τούτου το Εφετείο εκ πλαγίου παραβίασε, όπως βασίμως παραπονείται με τον πρόσθετο λόγο της αιτήσεως η αναιρεσείουσα για την πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Κατ’ ακολουθίαν τούτων, κατά παραδοχή του παραπάνω πρόσθετου λόγου, ενώ παρέλκει η έρευνα κατά τα λοιπά της αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκηση της προκείμενης αιτήσεως αναιρέσεως, στον καταθέσαντα τούτο, κατ’ άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ.
Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 4 ν. 4055/2012 και αντικαταστάθηκε εκ νέου με άρθρο 1, άρθρο τρίτο ν. 4335/2015 με έναρξη ισχύος από 1/1/2016: "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.
Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση ... για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές. Αν όμως αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δικάζει αυτός την ουσία της υποθέσεως.
Στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα". Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη 55/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά εκδόθηκε μετά την 1737/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία, αφού αναιρέθηκε η 705/2010 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αλλά με άλλη σύνθεση.
Εφόσον λοιπόν, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω, αναιρείται η απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος με κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, προς περαιτέρω συζήτηση, θα δικάσει αυτός την ουσία της υποθέσεως, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 55/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά.
Διακρατεί την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση ενώπιόν του, σε δικάσιμο που θα οριστεί με κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουλίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Σεπτεμβρίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
& νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου