Legislator Case Law & Legislation
1556/2016 AI generated

1556/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1556/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ'αριθμ.118/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Βασίλειο Καπελούζο - Εισηγητή, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1556/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθ. 234/2016 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείον Ευβοίας κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για ανθρωποκτονία από αμέλεια και σωματική βλάβη από αμέλεια και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως τριανταπέντε [35] μηνών, ανασταλείσα επί τριετία.

Keywords

AI generated
whiplash injury dangerous overtaking motorcycle road accident accident consequences traffic violation driving whilst disqualified
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1556 / 2016 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1556/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ'αριθμ.118/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Βασίλειο Καπελούζο - Εισηγητή, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Παρασκευαϊδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Π. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεμιστοκλή Σοφό, για αναίρεση της υπ'αριθ.234/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1)Β. Ί. του Ε., 2)Γ. Τ. του Χ., κάτοικοι ..., που παρέστησαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Ανδριά, 3)Ε. Ί. του Π., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και 4)Σ. Γ., κάτοικο ... που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Ευβοίας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Ιουνίου 2016 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 765/2016.

Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 314 παρ.1 εδ. α' του ΠΚ, "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών" και κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του ΠΚ, "από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν".

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από αυτές εγκλημάτων της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, καθώς και της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται αντικειμενικά μεν πρόκληση θανατώσεως άλλου, υποκειμενικά δε, α)μη καταβολή από το δράστη της επιβαλλόμενης, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχής, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει, βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν στις συναλλαγές και της κοινής πείρας και λογικής και β) δυνατότητα αυτού, βάσει των προσωπικών περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε (άνευ συνειδήσεως αμέλεια), είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν (συνειδητή αμέλεια) και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξεως ή παραλείψεως του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος (Σχ.Ολ.ΑΠ 3/2012).

Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση στερείται της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ιδρύεται εκ τούτου ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με τα διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολο τους και όχι μόνο ορισμένα από αυτά.

Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα μόνον αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.

Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κάνει σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αληθή στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται το συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικό κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.

Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθ. 234/2016 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείον Ευβοίας κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για ανθρωποκτονία από αμέλεια και σωματική βλάβη από αμέλεια και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως τριανταπέντε [35] μηνών, ανασταλείσα επί τριετία.

Το ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ανελέγκτως, κατά πιστή μεταφορά, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Στις ... και περί ώρα 22.35'ο Π. Ι., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας Χ1 ΙΧΕ αυτοκίνητο, στο οποίο επέβαινε στην θέση του συνοδηγού η σύζυγός του, Γ.

Τ., εκινείτο στο 12ο χιλιόμετρο της Εθνικής Οδού Χαλκίδας - Σχηματαρίου ...προς Χαλκίδα, με ταχύτητα που δεν υπερέβαινε τα 60 χλμ ωριαίως. Η ανωτέρω οδός είναι διπλής κατευθύνσεως με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και με συνεχή διπλή γραμμή, διαχωριστική των αντίθετων ρευμάτων κυκλοφορίας το συνολικό πλάτος οδοστρώματος αυτής είναι 7,40 μέτρα, ενώ εκατέρωθεν των αντίθετων ρευμάτων κυκλοφορίας, υπάρχει ασφάλτινο έρεισμα, πλάτους, στο μεν προς Χαλκίδα ρεύμα αυτής 2,40 μέτρων, στο δε προς Σχηματάρι, 2,20 μέτρων, πέραν δε του ερείσματος υπάρχει εκατέρωθεν αύλακας πλάτους 1,30 μέτρων.

Στο ύψος του ως άνω χιλιομέτρου και στο σημείο που πλησίαζε ο άνω οδηγός, υπάρχει καμπύλη του οδοστρώματος, αριστερά σε σχέση με την πορεία του (δεξιά σε σχέση με το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας), καθώς και ελαφριά ανωφέρεια (κατωφέρεια στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας). Κατά τον ως άνω χρόνο, επικρατούσε νύχτα, οι κλιματικές συνθήκες ήταν καλές η κατάσταση της εν λόγω οδού ήταν ξηρά, ο τεχνητός φωτισμός ήταν επαρκής, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αυξημένη και η ορατότητα περιοριζόταν εν μέρει στο σημείο της καμπύλης του οδοστρώματος.

Επίσης, στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Σχηματάρι υπήρχε ρυθμιστική πινακίδα σημάνσεως Ρ-32, που προσδιόριζε το ανώτατο όριο ταχύτητας των κινουμένων σ'αυτό οχημάτων στα 60 χλμ/ώρα, ενώ στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Χαλκίδα υπήρχε αντίστοιχα πινακίδα που περιόριζε το ανώτατο όριο ταχύτητας των κινουμένων σ'αυτό στα 20 χλμ/ώρα, λόγω των έργων οδοποϊιας που γίνονταν κατά την διάρκεια της ημέρας, πέραν του οδοστρώματος αυτού.

Κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο και στο ίδιο χιλιόμετρο, αλλά στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, της ανωτέρω οδού, εκινείτο με κατεύθυνση προς Σχηματάρι η Σ. Γ., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας Χ2 ΙΧΕ αυτοκίνητο κυριότητας της Μ. Κ.. Πίσω δε από το αυτοκίνητο της ως άνω οδηγού και στο ίδιο ρεύμα κυκλοφορίας, ακολουθούσε στην ίδια κατεύθυνση προς Σχηματάρι ο Κ.

Π., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας Χ3 ΙΧΕ αυτοκίνητο, εργοστασιακής κατασκευής DODGE, τύπου τζίπ, χρώματος μαύρου, ιδιοκτησίας του. Καθώς τα δύο τελευταία αυτοκίνητα, κινούμενα όπως προαναφέρθηκε, πλησίαζαν προς την άνω καμπύλη του οδοστρώματος, ο Κ.Π., ο οποίος εκινείτο με το όχημά του ταχύτερα από το προπορευόμενο όχημα, έχοντας αναπτύξει ταχύτητα ανωτέρα των 60 χλμ/ώρα επιδίωκε να το προσπεράσει, επιχείρησε προσπέρασμα τούτου από τα αριστερά, υπερβαίνοντας την διπλή διαχωριστική γραμμή και εισήλθε εν μέρει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας.

Την στιγμή όμως αυτή αντιλήφθηκε το κινούμενο κανονικά στο ρεύμα κυκλοφορίας του, αυτοκίνητο του οδηγού Πέτρου Ίσσαρη, να πλησιάζει από την αντίθετη κατεύθυνση και επιχείρησε αμέσως να επαναφέρει το όχημά του εντός του ρεύματος πορείας του, κάνοντας ελιγμό προς τα δεξιά. Όμως, στο σημείο ατό του οδοστρώματος εκινείτο το προπορευόμενο όχημα που οδηγούσε η Σ.

Γ. με αποτέλεσμα να προσκρούσει αυτός (Κ.Π.) με την εμπρόσθια και δεξιά πλαϊνή πλευρά του αυτοκινήτου του, στην οπίσθια και αριστερή πλαϊνή πλευρά του αυτοκινήτου της προαναφερόμενης και έτσι να χάσει τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, το οποίο από την πρόσκρουση εξετράπη προς τα αριστερά, εισήλθε εκ νέου και κατά μεγαλύτερο μέρος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και συγκρούστηκε με σφοδρότητα πλαγιομετωπικά, δηλαδή με το εμπρόσθιο και αριστερό πλαϊνό μέρος του, στο εμπρόσθιο και αριστερό πλαϊνό μέρος του αυτοκινήτου του Π.Ι..

Στην συνέχεια το αυτοκίνητο του κατηγ/νου, συρόμενο ανεξέλεγκτα στο οδόστρωμα, εξετράπη εκ νέου προς τα δεξιά και προσέκρουσε και πάλι με το εμπρόσθιο μέρος του στην αριστερή πλευρά (στο ύψος της πόρτας του οδηγού) του αυτοκινήτου που οδηγούσε η Σ.Γ., το οποίο μετά την πρώτη σύγκρουση με το αυτοκίνητο του ιδίου εκινείτο ανεξέλεγκτα στο μέσον του οδοστρώματος και σε θέση διαγώνια σε σχέση με τον άξονα αυτού.

Ακολούθως, το αυτοκίνητο που οδηγούσε η Γ., περιστρεφόμενο περί τον άξονά του, εκτινάχθηκε λοξά και δεξιά σε σχέση με την κατεύθυνσή του προς Σχηματάρι ρεύματος ...ακινητοποιήθηκε σε απόσταση 30 περίπου μέτρων, πάνω σε υπερυψωμένο πεζοδρόμιο εκτός του ερείσματος. Το όχημα δε του κατηγορουμένου, ακινητοποιήθηκε στο μέσον του οδοστρώματος, ενώ το αυτοκίνητο του Π.Ί.

εκτινάχθηκε λοξά και δεξιά σε σχέση με την κατεύθυνσή του προς Χαλκίδα ρεύματος κυκλοφορίας και σε απόσταση 70 περίπου μέτρων από το σημείο συγκρούσεως ακινητοποιήθηκε δε εκτός του οδοστρώματος και στο πέραν του ερείσματος χωμάτινο αύλακα. Αποτέλεσμα των ως άνω συγκρούσεων ήταν να υποστούν φθορές τα οχήματα, να τραυματισθεί η Γ.Τ.

και να τραυματισθεί βαρύτατα ο Π. Ί., ο οποίος υπέστη πολλαπλά κατάγματα πλευρών θλάσεις πνευμόνων άμφω, διάταση αριστε.......αρθρώσεων, κατάγματα ..... κλάδων άμφω, κατάγματα άνω και κάτω άκρων, ρήξη χολής και κατά συνέπεια των τραυμάτων του να επέλθει στη συνέχεια ο θάνατός του, στις 14/9/2008 ενόψει των προαναφερομένω πραγματικών περιστατικών, κρίνεται ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος είναι ο κατηγορούμενος ο οποίος από αμέλειά του και έλλειψη της προσοχής που μπορούσε να επιδείξει ως μέσος συνετός οδηγός, επιχείρησε προσπέραση από αριστερά προπορευόμενου οχήματα, διαβαίνοντας ανεπίτρεπτα την εκ δύο συνεχών γραμμών διαγράμμιση του οδοστρώματος και καταλαμβάνοντας το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας (άρθρα 5 παρ.1, 3α και 8α και άρθρ.16 παρ.1 και 4 του Ν.2696/1999).

Εξάλλου, δεν βεβαιώθηκε ότι μπορούσε να κάνει την προσπέραση χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας, αφού στο σημείο που επιχείρησε τούτο, εξαιτίας της καμπύλης του οδοστρώματος, δεν είχε επαρκή ορατότητα της κίνησης των οχημάτων στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, με αποτέλεσμα να βρεθεί προ του αυτοκινήτου του θανόντος, το οποίο εκινείτο κανονικά στο ρεύμα αυτό και να προκληθεί τελικά το ένδικο ατύχημα.

Συνυπαιτιότητα του θανόντος δεν αποδείχθηκε, δεδομένου ότι αυτός εκινείτο με το αυτοκίνητό του κανονικά στο ρεύμα πορείας του, ενώ η υπέρβαση εκ μέρους του του ορίου ταχύτητας των 20 χλμ/ώρα το οποίο όριο δεν αποδείχθηκε ότι εκτελούσαν και κατά την ως άνω νυκτερινή ώρα στον ......ατύχημα, δεν συνδέεται αιτιωδώς με την επέλευση του, αφού λόγω της κυρίας αιφνίδιας εισόδου του αυτοκινήτου του κατηγ/νου στο ρεύμα αυτό, των ελιγμών που πραγματοποίησε τούτο στο ρεύμα αυτό, λόγω και της προηγούμενης συγκρούσεως του με το αυτοκίνητο που οδηγούσε η Σ.Γ.

και της ελάχιστης απόστασης που βρέθηκε προ αυτού (αυτοκίνητο του ....) δεν θα μπορούσε να αποφευχθεί, ακόμη και αν ο θανών εκινείτο με χαμηλή ταχύτητα των 20χλμ/ώρα. Για τους ίδιους λόγους ο θανών δεν μπορούσε να εκτελέσει επιτυχώς τον οποιοδήποτε αποφευκτικό ελιγμό ή τροχοπέδηση. Επίσης δεν αποδείχθηκε συνυπαιτιότητα της οδηγού Σ.

Γ., δεδομένου ότι εκινείτο κανονικά στο ρεύμα πορείας της και δεν έκανε καμία ανε....ενέργεια προς της προσκρούσεως επί του αυτοκινήτου της του αυτοκινήτου του κατηγ/νου, ενώ η μετά την ως άνω σύγκρουση απώλεια του ελέγχου του οχήματός της, δεν μπορεί να αποδοθεί σε αμέλειά της, αλλά ούτε και επέφερε στη συνέχεια κάποιο ζημιογόνο αποτέλεσμα.

Εξάλλου, ο ισχυρισμός του κατηγ/νου περί υπάρξεως κάποιου λευκού αυτοκινήτου, αγνώστων λοιπών στοιχείων, που εκινείτο με ιλιγγιώδη ταχύτητα από αριστερά του και προσέκρουσε στο αυτοκίνητό του και εξαιτίας της είναι ....του οποίου κ.Σ.Γ. που εκινείτο μπροστά και δεξιά του, έχασε αναίτια τον έλεγχο του αυτοκινήτου της και προσέκρουσε και αυτή με το όχημά της στο αυτοκίνητο του κατηγ/νου με συνέπεια να παρασυρθεί αυτός προς τα αριστερά και να εισέλθει το όχημά του στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας είναι απορριπτέο, ως αναπόδεικτο, καθώς από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε η ύπαρξη του λευκού αυτού οχήματος.

Συνεπώς, ο κατηγ/νος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για ανθρωποκτονία εξ αμελείας (άρθρο 302 παρ.1 ΠΚ) και για απλή σωματική βλάβη (άρθρο 308 παρ.1 α του ΠΚ). Τέλος πρέπει ν'απορριφθεί το αίτημά του για αναγνώριση ελαφρυντικών προτέρου εντίμου βίου (άρθρο 84 παρ.2α του ΠΚ) καθόσον λόγω της φύσεως και του είδους των άδικων πράξεων που τέλεσε και με τα στοιχεία που προσκομίζει δεν αποδεικνύεται ο εν λόγω ισχυρισμός του".

Ακολούθως, κήρυξε ΕΝΟΧΟ τον κατηγορούμενο, του ότι: στο Δ.Δ. Βαθέως Αυλίδος και δη στο 12° χιλ. Ε.Ο.Χαλκίδας - Σχηματαρίου στις ..., τέλεσε με μία πράξη περισσότερα από ένα εγκλήματα που τιμωρούνται με ποινές στερητικές της ελευθερίας ποινές, και δη: 1) από αμέλεια δηλαδή από έλλειψη προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, επέφερε τον θάνατο άλλου, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η παρακάτω πράξη του.

Συγκεκριμένα, στον πιο πάνω μνημονευόμενο τόπο και αναφερόμενο χρόνο, οδηγώντας το υπ αριθμ. κυκλοφορίας Χ3 ΙΧΕ αυτοκίνητο του επί της Ε.Ο. Χαλκίδας - Σχηματαρίου με κατεύθυνση από Χαλκίδα προς Αθήνα με υπερβολική ταχύτητα επιχείρησε να προσπέρασε, από αριστερά το κινούμενο έμπροσθεν του με αριθ. κυκλοφορίας Χ2 όχημα που οδηγούσε η Γ.

Σ. αφενός μεν διαβαίνοντας αντικανονικά την αποτελούμενη από δύο συνεχείς γραμμές κατά μήκος διαγράμμιση που χωρίζει στο σημείο αυτό της εθνικής οδού τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας, χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να προβεί στην ως άνω προσπέραση χωρίς κίνδυνο και χωρίς παρεμπόδιση των ερχόμενων αντίθετα και εισερχόμενος έτσι στο αντίθετο ρεύμα, αφετέρου δε καίτοι η αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας την οποία θα χρησιμοποιούσε κατά το προσπέρασμα δεν ήταν ελεύθερη σε αρκετή απόσταση, με αποτέλεσμα που δεν προέβλεψε, στην προσπάθεια του να απόφυγε, το αντίρροπα εκείνη την στιγμή κινούμενο με αριθ.

κυκλοφορίας Χ1 ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Π. Ί. με κατεύθυνση από Σχηματάρι προς Χαλκίδα, να προβεί σε απότομο ελιγμό προς τα δεξιά, να προσκρούσει έτσι στο ως άνω ομορρόπως κινούμενο όχημα της Σ. Γ., και ευθύς αμέσως μετά , και καθόσον ο ίδιος κινείτο ακόμα στο αντίθετο ρεύμα να συγκρουσθεί μετωπικά και με το προαναφερθέν όχημα του Π.

Ί., από τη σύγκρουση δε αυτή υπέστη ο τελευταίος κάκωση θώρακα και κατάγματα άνω και κάτω άκρων, συνεπεία των οποίων υπέστη λοίμωξη αναπνευστικού συστήματος, εκ της οποίας ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατος του. 2) Από αμέλεια, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, προξένησε με το όχημα του και κατά την οδήγηση του σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας σε άλλον, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από την παρακάτω πράξη του.

Συγκεκριμένα, στον πιο πάνω μνημονευόμενο τόπο και αναφερόμενο χρόνο, οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας Χ3 ΙΧΕ αυτοκίνητό του επί της ΕΟ Χαλκίδας - Σχηματαρίου με κατεύθυνση απ Χαλκίδα προς Αθήνα με υπερβολική ταχύτητα επιχείρησε να προσπεράσει από αριστερά το κινούμενο με αριθμό κυκλοφορίας Χ2 όχημα που οδηγούσε η Γ.

Σ. αφενός μεν διαβαίνοντας αντικανονικά την αποτελούμενη από δύο συνεχείς γραμμές κατά μήκος διαγράμμιση που χωρίζει το σημείο αυτό της εθνικής οδού τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να προβεί στην ως άνω προσπέραση χωρίς παρεμπόδιση των ερχόμενων αντίθετα, και εισερχόμενος έτσι στο αντίθετο ρεύμα, αφετέρου δε καίτοι η αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας την οποία θα χρησιμοποιούσε κατά το προσπέρασμα δεν ήταν ελεύθερη σε αρκετή απόσταση, με αποτέλεσμα που δεν προέβλεψε, στην προσπάθεια του να αποφύγει το αντίρροπα κινούμενο με αριθ.

κυκλοφορίας Χ1 ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Π. Ι. με κατεύθυνση από Σχηματάρι προς Χαλκίδα, να προβεί σε απότομο ελιγμό προς τα δεξιά, να προσκρούσει έτσι στο ως άνω ομορρόπως κινούμενο όχημα της Σ. Γ. και ευθύς αμέσως μετά και καθόσον ο ίδιος κινείτο ακόμα στο αντίθετο να συγκρουσθεί μετωπικά και με το προαναφερθέν όχημα του Π.

Ί., στο οποίο επέβαινε και η σύζυγος του τελευταίου Γ. Τ., από την σύγκρουση δε αυτή υπέστη η τελευταία κάκωση υπογαστρίου, (ΑΡ) μέγα δακτύλου άκρας πόδας (κάταγμα ονυχοφόρου).

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλόμενη απόφαση του, την απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή, με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά τα προκύψαντα από τη διαδικασία πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και σωματικής βλάβης από αμέλεια, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα πραγματικά αυτά περιστατικά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 β, 28, 302 παρ. 1, 314 παρ.1α, 315 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε και δε στερείται η απόφαση νόμιμης βάσεως.

Ειδικότερα, στο αιτιολογικό της αποφάσεως, συμπληρούμενο παραδεκτό από το διατακτικό της, παρατίθενται οι ακριβείς συνθήκες του επισυμβάντος τροχαίου ατυχήματος, προσδιορίζεται το είδος της αμέλειας του κατηγορουμένου (χωρίς συνείδηση αμέλεια) και αναφέρεται ο αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του κατηγορουμένου και των ως άνω επελθοντων αποτελεσμάτων.

Τούτο, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, επήλθε α]διότι ο αναιρεσείων από έλλειψη της προσοχής και επιμέλειας την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει δεν είχε τεταμένη την προσοχή του κατά την οδήγηση, οδηγούσε επικίνδυνα και συγκεκριμένα, εκινείτο, με το όχημα του, με πολύ μεγαλύτερη ταχύτητα της επιτρεπομένης των 60 χιλ./ώρα και, χωρίς να βεβαιωθεί ότι μπορούσε ακίνδυνα να επιχειρήσει προσπέραση, εισήλθε, με αυτό [το όχημα του], στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας [προς Χαλκίδα] επιχειρώντας να προσπεράσει, από αριστερά, προπορευόμενο όχημα [που οδηγούσε η Σ.

Γ.] πλην όμως στη συνέχεια αντιλαμβανόμενος το αντίρροπα κανονικά κινούμενο όχημα, που οδηγούσε ο Π. Ι., επιχείρησε ανεπιτυχή ελιγμό προς τα δεξιά, προσκρούοντας, με το όχημα του στο όχημα της Γ., χωρίς να αποφύγει την μετωπική σύγκρουση με το ως άνω αντίρροπα κινούμενο όχημα, με συνέπεια [μόνη ενεργό αιτία] τον θανάσιμο τραυματισμό του οδηγού του τελευταίου οχήματος και τον τραυματισμό της συνεπιβαίνουσας σ'αυτό συζύγου του, Γ.

Τ., συνδεομένου, έτσι του αποτελέσματος, αιτιωδώς, με την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος. Για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως, ενόψει του όλου ως άνω περιεχομένου της δεν ήταν αναγκαίος περαιτέρω λεπτομερέστερος προσδιορισμός της αμέλειας του ήδη αναιρεσείοντος. Οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού η καταδίκη του, στηρίχθηκε σε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της αποφάσεως και ιδίως από την εκτεταμένη αναφορά της, κατ' είδος, στα ληφθέντα υπόψη, συνεκτιμηθέντα αποδεικτικά στοιχεία, β) σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν ήταν απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, ούτε απαιτείτο να προσδιορίζεται πόσο βάρυνε περισσότερο καθένα για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως.

Η επικαλούμενη δε από τον κατηγορούμενο συντρέχουσα υπαιτιότητα του παθόντος οδηγού την οποία το Δικαστήριο δεν δέχθηκε δεν αναιρεί την ύπαρξη αμελείας του ιδίου του αναιρεσείοντος οδηγού και την ποινική του ευθύνη, αφού το δικαστήριο, δεν αποδέχθηκε, κατά τα εκτεθέντα, ότι η συμπεριφορά του παθόντος συνετέλεσε, αποκλειστικά στο αποτέλεσμα που επήλθε, οπότε, στην περίπτωση αυτή, θα αιρετό ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του κατηγορουμένου δράστη και του αποτελέσματος.

Επίσης, αναφέρονται εμπεριστατωμένα οι συνθήκες και οι περιστάσεις του ένδικου τροχαίου ατυχήματος και περιγράφεται ειδικά η αμελής συμπεριφορά του κατηγορουμένου οδηγού και δεν ήταν απαραίτητο, για την πληρότητα της αιτιολογίας να αναφέρονται οι στην αναίρεση σημειούμενες λεπτομέρειες της ένδικης συγκρούσεως.

Η μη ορθή εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, δεν συνιστά λόγο από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ λόγους και έτσι οι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους, υπό την επίκληση της ελλείψεως αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως, πλήττεται η ακυρωτικώς ανέλεγκτη κρίση του εφετείου περί της αληθείας των άνω πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε, είναι απαράδεκτοι, όπως και οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος κατά το μέρος που συνιστούν διαφορετική αξιολόγηση του περιεχομένου των αποδείξεων και καταλήγουν σε αμφισβήτηση της ουσιαστικής κρίσεως του δικαστηρίου, η οποία είναι ομοίως ανέλεγκτη αναιρετικά.

Περαιτέρω, η αιτίαση ότι το δικαστήριο δεν απήντησε σε ισχυρισμό του κατηγορουμένου-ήδη αναιρεσείοντος να του αναγνωρισθούν τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ.2α και ε' ΠΚ είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως [σελ.25 αυτής].

Ο συνήγορος υπερασπίσεως του κατηγορουμένου ζήτησε την απαλλαγή αυτού, άλλως να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.α' και ε1 ΠΚ', ως εκ τούτου δε το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στον ως άνω αορίστως προβληθέντα ισχυρισμό και συνεπώς εκ περισσού στη συνέχεια [σελ.28 πρακτικών] απέρριψε την αναναγνώριση του πρώτου ελαφρυντικού.

Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ., Δ' και Ε' (κατ'εκτίμηση) του ΚΠοινΔ λόγοι, της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και για έλλειψη νόμιμης βάσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθ. 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη των τριών πρώτων πολιτικώς εναγόντων που παραστάθηκαν [άρθρα 176, 183 ΚπολΔ], δεδομένου ότι η τέταρτη εξ αυτών Σ. Γ. δεν παρέστη].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την με αριθμό 6 από 16-6-2016 αίτηση του Κ. Π. του Χ. κατοίκου ..., για αναίρεση της με αριθμό 234/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Ευβοίας.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) Ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη των τριών πρώτων παρασταθέντων πολιτικώς εναγόντων εκ πεντακοσίων [500] Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Οκτωβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ