Supreme Court dismisses appeal on lease dispute, ruling lower court correctly rejected claim for rent adjustment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision rejecting a claim for rent adjustment in a commercial lease. The appellant argued the lower court failed to apply the principle of good faith to adjust the rent, while the defendants contended the original claim was legally unfounded. The court held that since the Second Instance Court did not examine the merits of the rent adjustment claim, the appeal regarding insufficient reasoning was inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArt. 288 Civil Code; Art. 559(19) Code of Civil Procedure: The appeal on insufficient reasoning is inadmissible when the lower court rejects the claim on legal grounds without examining the merits of the rent adjustment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1556 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1556/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου, Γεώργιο Σακκά και Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΕΛΙΚΩΝ ΓΡΑΦΙΚΕΣ ΤΕΧΝΕΣ-ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και τον διακριτικό τίτλο "ΕΛΙΚΩΝ Ε.Π.Ε." που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λουκά Αποστολίδη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ι. Ψ. του Μ.-Α., κατοίκου ... και 2. Γ. Ψ. του Μ.-Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Ιατρό, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-12-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:550/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6256/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-12-2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Παναγιώτης Χατζηπαναγιώτης, ανέγνωσε την από 27-3-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη αμφοτέρων των λόγων της από 3-12-2013 αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως της και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, που ορίζει ότι ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε ενοχή, όπως και στις εμπορικές μισθώσεις, εκτός αν προβλέπεται άλλη ανάλογη ειδική προστασία ή αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ.
Η αρχή που θεσμοθετήθηκε με τη διάταξη αυτή λειτουργεί τόσο ως συμπληρωματική των δικαιοπρακτικών βουλήσεων ρήτρα, όσον και ως διορθωτική αυτών. Παρέχει στο δικαστή τη δυνατότητα, όταν λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και την εντιμότητα που επιβάλλονται στις συναλλαγές, να την επεκτείνει ή να την περιορίζει, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, κατά τις αντιλήψεις που επικρατούν στις συναλλαγές, στο επίπεδο εκείνο το οποίο ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής πίστης (Ολ.ΑΠ 9/1997), παρά την ανάγκη κατοχύρωσης της ασφάλειας των συναλλαγών, η οποία λαμβάνεται πάντοτε υπόψη και συνεκτιμάται.
Έτσι, αν συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις, ο δικαστής έχει τη δυνατότητα να αναπροσαρμόσει το μίσθωμα στο επίπεδο εκείνο που αίρει τη δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά τη διαταραχθείσα καλή πίστη, ακόμα και στην περίπτωση που συμφωνήθηκε ποσοστιαία σταδιακή αναπροσαρμογή του μισθώματος.
Η αναπροσαρμογή δεν γίνεται στο ύψος του "ελεύθερου" μισθώματος, αλλά στο επίπεδο εκείνο με το οποίο αίρεται η δυσαναλογία σε όση έκταση και όποιο μέτρο, επιβάλλουν οι αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, χωρίς τυπικό μαθηματικό υπολογισμό. Μεταβολή των συνθηκών με την έννοια του άρθρου 288 ΑΚ μπορεί να αποτελέσουν η σημαντική αύξηση ή ουσιώδης μείωση της μισθωτικής αξίας του μισθίου, η σημαντική αύξηση ή μείωση του τιμάριθμου, η υποτίμηση του νομίσματος, η από διαφόρους λόγους αυξομείωση της ζήτησης των ακινήτων και άλλοι λόγοι, με δεδομένο ότι οι περιπτώσεις στις οποίες χωρεί αναπροσαρμογή μισθώματος κατά τη διάταξη αυτή δεν είναι δυνατό, όπως είναι φυσικό, να προβλεφθούν λεπτομερώς, αφού κάθε φορά η κρίση εξαρτάται από συγκεκριμένες συντρέχουσες συνθήκες.
Τη συνδρομή πάντως των ειδικών συνθηκών που επιβάλλουν την εφαρμογή της άνω διάταξης οφείλει για την πληρότητα της σχετικής αγωγής να επικαλεστεί και σε περίπτωση αμφισβήτησης να αποδείξει ο ενάγων. Το δικαίωμα αναπροσαρμογής του μισθώματος είναι διαπλαστικής φύσεως, παρέχει δηλαδή τη δυνατότητα να επιδιωχθεί με αγωγή η διάπλαση για το μέλλον της έννομης σχέσης της μίσθωσης, μεταβαλλομένης αυτής ως προς το ύψος του μισθώματος από την άσκηση της αγωγής.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 216§1 ΚΠολΔικ η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.
Αν ελλείπουν τα στοιχεία αυτά η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και απαράδεκτη αυτεπαγγέλτως, η δε αοριστία του δικογράφου δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή σε άλλα έγγραφα της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων. Σύμφωνα με όλα αυτά, στην αγωγή αναπροσαρμογής του μισθώματος, με βάση την παραπάνω διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, όταν την ασκεί ο μισθωτής, πρέπει, εκτός από άλλα, να προσδιορίζεται το καταβαλλόμενο μίσθωμα και να αναφέρεται ότι αυτό είναι ανώτερο από εκείνο που μπορεί να επιτευχθεί με τη συνδρομή των προϋποθέσεων της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 288 ΑΚ, οπότε και έχει συμφέρον ο ενάγων-μισθωτής στη μείωση του καταβαλλόμενου μισθώματος.
Επίσης χρειάζεται ο ενάγων αυτός να εκθέσει στο εισαγωγικό δικόγραφο, κατά τρόπο σαφή, ποιες είναι οι ειδικές συνθήκες, όπως π.χ. συγκεκριμένες οικονομικές, νομισματικές και λοιπές συνθήκες, οι οποίες μετέβαλαν τις προϋποθέσεις εκπλήρωσης της συμβατικής παροχής στο μέτρο που είχε συμφωνηθεί και δικαιολογούν, με αντικειμενικά κριτήρια, κατά τις αντιλήψεις που επικρατούν στις συναλλαγές, τη μείωση του μισθώματος.
Δηλαδή απαιτείται έτσι κατά τρόπο συγκεκριμένο να αναφερθεί π.χ. η σημαντική μείωση του τιμάριθμου και του ατομικού εισοδήματος, η μη ζήτηση καταστημάτων για μίσθωση που έχει ως συνέπεια τη σημαντική μείωση της μισθωτικής αξίας του μισθίου ακινήτου, η ζημία του μισθωτή και τέλος η μισθωτική αξία όμορων και ομοειδών καταστημάτων.
Τα στοιχεία αυτά, πρόσφορα και συγκεκριμένα και όχι με απλή επανάληψη της διατύπωσης του νόμου, εφόσον παραλειφθούν δημιουργούν αοριστία του δικογράφου και ακυρότητα, γιατί η αναπροσαρμογή του μισθώματος κατά το άρθρο 288 ΑΚ δεν σημαίνει εξουσία του δικαστηρίου να διαμορφώσει το μίσθωμα σε εκείνο ακριβώς το ύψος που μπορεί να επιτευχθεί υπό καθεστώς ελεύθερης μίσθωσης με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.
Αντίθετα σημαίνει, ότι το δικαστήριο οφείλει πρώτα να ερμηνεύσει αν μεταξύ του οφειλόμενου, κατά το σύστημα της αντικειμενικής ή συμβατικής αναπροσαρμογής, μισθώματος και εκείνου του "ελεύθερου" υπάρχει διαφορά τόσο σημαντική, ώστε να επιβάλλεται κατά τις αρχές της καλής πίστης, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, η αναπροσαρμογή του πρώτου (οφειλόμενου) και ύστερα, αν διαπιστώσει τέτοια διαφορά, να αναπροσαρμόσει το ίδιο αυτό μίσθωμα στο επίπεδο εκείνο το οποίο αίρει την δυσαναλογία και αποκαθιστά τη διαταραχθείσα καλή πίστη (ΑΠ 1229/2011, ΑΠ 2045/2006, ΑΠ 1487/2005).
Τέλος, με τον από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., λόγο αναίρεσης, ελέγχεται η επάρκεια ή μη της αγωγής, ένστασης, αντένστασης κλπ, όταν πρόκειται για νομική αοριστία, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος, προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα.
Ενώ, η ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η έλλειψη εξειδίκευσης με πληρότητα των πραγματικών περιστατικών, που αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, ελέγχονται με τους από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 14 λόγους αναίρεσης.
Έτσι, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα, μη διαλαμβανόμενα στην αγωγή ή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονταν, ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ. λόγος, ενώ, αν, κατά παράβαση του νόμου θεώρησε ή δεν θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα, για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα πραγματικά γεγονότα, ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ.
λόγος αναίρεσης (ΑΠ 2033/2013, ΑΠ 74/2005, ΑΠ 103/2001).- Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561§2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση του περιεχομένου της από 23.12.2011 αγωγής της ήδη αναιρεσείουσας προκύπτει ότι αυτή ισχυρίσθηκε τα ακόλουθα: Ότι δυνάμει του από 19.7.2010 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, το οποίο καταρτίσθηκε μεταξύ αυτής ως μισθώτριας και των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων ως εκμισθωτών, οι τελευταίοι της εκμίσθωσαν για το από 1.8.2010 μέχρι 31.7.2022 χρονικό διάστημα και αντί αρχικού μηνιαίου μισθώματος 6.000 ευρώ, πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου, το οποίο μίσθωμα θα προσαυξανόταν μετά την πρώτη τριετία της μίσθωσης σύμφωνα με τα ειδικότερον εκτιθέμενα στην αγωγή, τους περιγραφόμενους σ' αυτήν δύο συνεχόμενους επαγγελματικούς χώρους, συνολικής επιφάνειας 730 τ.μ., οι οποίοι βρίσκονται επί ακινήτου των εναγομένων το οποίο κείται στο Δήμο ...
και επί της οδού ..., αριθμ. 19 - 21. Ότι τους παραπάνω μίσθιους χώρους μίσθωνε κατά το παρελθόν η ασκούσα όμοια με αυτήν δραστηριότητα (εκδοτική, τυπογραφική) εταιρία με την επωνυμία "ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ Α.Ε.", η οποία είχε πτωχεύσει και αποβληθεί από το μίσθιο και οι εναγόμενοι είχαν διορισθεί μεσεγγυούχοι των μηχανημάτων που η πτωχεύσασα αυτή εταιρία διατηρούσε στο μίσθιο, τα οποία και ανήκαν στην ιδιοκτησία της εταιρίας "Alpha Leasing A.E.".
Ότι οι εναγόμενοι, γνωρίζοντας ότι η ενάγουσα - νυν αναιρεσείουσα διαπραγματευόταν την χρηματοδοτική μίσθωση των ως άνω μηχανημάτων από την εταιρία "Alpha Leasing A.E.", εκμεταλλεύθηκαν την προαναφερόμενη ιδιότητά τους ως μεσεγγυούχων αυτών προκειμένου να λάβουν ως "αέρα" το ποσό των 50.000 ευρώ που αυτή (ενάγουσα) τους κατέβαλε κατά τη σύναψη της μίσθωσης, δεδομένου ότι γνώριζαν ότι τα ανωτέρω μηχανήματα δύσκολα θα μπορούσαν να μεταφερθούν σε χώρο εκτός του μισθίου.
Ότι μολονότι η ενάγουσα αρνήθηκε στην αρχή να καταβάλει στους εναγόμενους το ως άνω ποσό, τελικά το κατέβαλε, ενόψει των εκκρεμών δανειακών της υποχρεώσεων και κατόπιν εντόνων πιέσεων από τους εναγόμενους και υποσχέσεων εκ μέρους τους ότι το μίσθιο ήταν απόλυτα λειτουργικό και ότι η περιοχή στην οποία βρίσκεται ετύγχανε από τις πλέον πολυσύχναστες εμπορικές περιοχές, πράγμα που θα είχε ως συνέπεια την προσέλκυση νέων πελατών από την ενάγουσα σε σύντομο χρονικό διάστημα από την εγκατάστασή της στο μίσθιο.
Ότι τα περισσότερα καταστήματα και εργοστάσια που βρίσκονταν στην περιοχή του μισθίου είχαν κλείσει οριστικά εξαιτίας της δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας, με συνέπεια από τις σαράντα επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνταν στην περιοχή να έχουν απομείνει σε λειτουργία μόνο δεκαπέντε. Ότι η περιοχή του μισθίου παρουσίαζε μεγάλη αύξηση της εγκληματικότητας, γεγονός που καθιστούσε επικίνδυνη την προσέλευση στο μίσθιο και κατ' επέκταση την προσέλκυση νέων πελατών από την ενάγουσα - νυν αναιρεσείουσα, η οποία, λόγω της οικονομικής κρίσης, εμφάνισε πτώση του κύκλου των εργασιών της κατά 40% σε σχέση με το χρονικό διάστημα από 1.9.2010 μέχρι 31.12.2010, ενώ η μισθωτική αξία του μισθίου δεν υπερέβαινε πλέον το ποσό των 3,5 ευρώ ανά τ.μ.
και ότι, μετά την διαπίστωση των παραπάνω στοιχείων, ζήτησε από τους εναγόμενους την μείωση του συμφωνηθέντος μισθώματος και την επιστροφή του ως άνω ποσού των 50.000 ευρώ ή τον συμψηφισμό του με μισθώματα, πλην όμως οι σχετικές διαπραγματεύσεις απέβησαν άκαρπες. Με βάση δε αυτό το ιστορικό και επικαλούμενη περαιτέρω η ενάγουσα ότι το προαναφερόμενο ποσό των 50.000 ευρώ καταβλήθηκε από αυτήν στους εναγόμενους αχρεωστήτως, ζήτησε α) την επί μία τριετία από την επίδοση της αγωγής μείωση του καταβαλλομένου μισθώματος των 6.000 ευρώ στο ποσό των 3.000 ευρώ και β) όπως υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, έκαστος εις ολόκληρον, να της καταβάλουν το ποσό των 50.000 ευρώ με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.
Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή, όπως ορθά αξιολογήθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, ήταν, αναφορικά με το πρώτο των προαναφερομένων αιτημάτων της, αόριστη και απορριπτέα. Πράγματι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, δεν αναφέρονται στην αγωγή όλα εκείνα τα αναγκαία για την θεμελίωσή της στο άρθρο 288 ΑΚ στοιχεία.
Ειδικότερα η αναιρεσείουσα, αν και αρχικά επικαλείται ότι η μισθωτική αξία του επιδίκου μειώθηκε και ότι είναι δυσανάλογα μικρότερη του μισθώματος που καταβάλει, στη συνέχεια δεν εκθέτει κάποια συγκεκριμένα γεγονότα-περιστατικά που να θεμελιώνουν τον αγωγικό αυτό ισχυρισμό. Αναλυτικότερα, δεν αναφέρει αν στην περιοχή που βρίσκεται το μίσθιο υπάρχει όμοιο κατάστημα με το δικό της, το οποίο είναι ελεύθερο λόγω της μη ζήτησής του για εκμίσθωση ή για το οποίο να καταβάλλεται μικρότερο μίσθωμα (και ποιο το ύψος του), αλλά αόριστα ισχυρίζεται ότι από τις σαράντα επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνταν παλαιότερα στην περιοχή έχουν απομείνει σε λειτουργία μόνο δεκαπέντε εξ αυτών, χωρίς να προσδιορίζει ποίες είναι αυτές και αν ασκούν επαγγελματική δραστηριότητα συναφή με την δική της και ποία.
Ακόμη δεν μνημονεύεται στην αγωγή ποία είναι η μισθωτική αξία όμορων και ομοειδών καταστημάτων της περιοχής του ως άνω μισθίου, έτσι ώστε με βάση τα στοιχεία αυτά να προβεί το δικαστήριο στον καθορισμό του ύψους του ελευθέρου μισθώματος, ήτοι εκείνου που δύναται να επιτευχθεί υπό καθεστώς ελεύθερης διαπραγμάτευσης, και στη συνέχεια να κρίνει με βάση αυτό όχι μόνον εάν μεταξύ των δύο μισθωμάτων (ελεύθερου και καταβαλλόμενου) υπάρχει διαφορά αλλά και αν η διαφορά αυτή είναι τέτοια ώστε η εμμονή στην καταβολή του συμφωνηθέντος μισθώματος να εμφανίζεται ως αντίθετη στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.
Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι ο κύκλος των εργασιών της επιχείρησής της, ο οποίος τους τρείς πρώτους μήνες της λειτουργίας της (1.9.2010 έως 31.12.2010) ήταν 160.000 ευρώ και τους τελευταίους έξι μήνες πριν την άσκηση της αγωγής παρουσίασε πτώση της τάξης του 40% λόγω της οικονομικής κρίσης, σε συνδυασμό με την ερήμωση της περιοχής, δεν επαρκεί, μόνος αυτός, για να θεμελιώσει αγωγή στηριζόμενη στο άρθρο 288 ΑΚ, ενόψει μάλιστα του ότι δεν προσδιορίζει η ενάγουσα ποίες ήσαν οι οικονομικές και νομισματικές συνθήκες που ίσχυαν όταν καταρτίσθηκε η μίσθωση (19.7.2010), ώστε να δικαιολογείται η μεταβολή τους μέχρι και την άσκηση της αγωγής (κατάθεση 23.12.2011, επίδοση 10.1.2012).
Τέλος, η μνημονευόμενη στην ένδικη αγωγή πρόταση των εναγομένων περί μισθώματος 4.000 ευρώ, η οποία έγινε με την από 12.12.2011 ηλεκτρονική επιστολή τους προς την ενάγουσα, στα πλαίσια συμβατικής επίλυσης της διαφοράς, και η οποία τελικά δεν ευδοκίμησε, δεν δύναται να θεωρηθεί ως στοιχείο αίρον την κατά τα άνω αοριστία της αγωγής.
Παρέπεται απ' αυτά, ότι το Εφετείο δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και ο αντίθετος από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔικ. (και όχι από τον αριθμό 1) πρώτος κατά σειρά λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 178 ΑΚ "δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη με φρόνηση και χρηστότητα σκεπτομένου μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Κατά το επόμενο άρθρο 179 του ιδίου Κώδικα, το οποίο αποτελεί ειδικότερη περίπτωση του αμέσως προηγούμενου άρθρου, άκυρη, ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, είναι ιδίως η δικαιοπραξία, με την οποία δεσμεύεται υπερβολικά η ελευθερία του προσώπου ή η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα ή την απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτο για κάποια παροχή, περιουσιακά ωφελήματα που κατά τις περιστάσεις βρίσκονται σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή.
Από τις διατάξεις αυτές των άρθρων 178 και 179 του ΑΚ, και ειδικότερα τη δεύτερη, προκύπτει, ότι για να χαρακτηριστεί δικαιοπραξία ως αισχροκερδής - καταπλεoνεκτική και συνεπώς άκυρη λόγω αντίθεσής της προς τα χρηστά ήθη, απαιτείται να συντρέχουν αθροιστικώς τρία στοιχεία, και δη α) προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής), β) ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία του ενός των συμβαλλομένων και γ) εκμετάλλευση της γνωστής σ' αυτόν ανάγκης ή κουφότητας ή απειρίας του συμβαλλόμενου τούτου από τον αντισυμβαλλόμενο.
Αν λείπει ένα από τα στοιχεία αυτά δεν μπορεί να γίνει λόγος περί ακυρότητας της δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς, χωρίς να αποκλείεται και στην περίπτωση αυτή ακυρότητα της δικαιοπραξίας αυτής λόγω αντίθεσής της προς τα χρηστά ήθη, κατά την στην αρχή της σκέψης αυτής διάταξη του άρθρου 178 ΑΚ, αν συντρέχουν στοιχεία προσδίδοντα σ' αυτή ανήθικο χαρακτήρα (ΑΠ 1112/2009, ΑΠ 1019/2007).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολ. Α.Π. 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 8/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση από την κατ' άρθρο 561§2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, αναφορικά με το δεύτερο των προαναφερομένων αιτημάτων της ένδικης αγωγής, ήτοι εκείνο της επιστροφής στην ενάγουσα του ποσού των 50.000 ευρώ, το οποίο είχε καταβληθεί από αυτήν στους εναγόμενους ως "αέρας" για την εκμίσθωση του μισθίου ακινήτου, δέχθηκε, κατά λέξη, τα ακόλουθα: "Η αγωγή κατά το αίτημά της για την επιστροφή του ποσού των 50.000 ευρώ που η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι κατέβαλε στους εναγόμενους, ως "αέρα" κατά τη σύναψη της ένδικης μίσθωσης ορθά απερρίφθη ως μη νόμιμη, απορριπτομένου του δεύτερου λόγου της έφεσης ως αβασίμου, σε σχέση με το ότι οι ίδιοι οι εναγόμενοι δέχτηκαν τη μείωση του ανωτέρω ποσού στο ποσό των 12.000 ευρώ, δεδομένου ότι η ενάγουσα δεν επικαλείται τις προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 178 και 179 ΑΚ προκειμένου να θεμελιώσει την εν λόγω αξίωσή της, ενόψει του ότι η συμφωνία μεταξύ εκμισθωτή και μισθωτή για την καταβολή "αέρα" τυγχάνει καταρχήν νόμιμη, βάσει του άρθρου 361 ΑΚ.
Ειδικότερα, η ενάγουσα δεν επικαλείται περιστατικά που, αληθή υποτιθέμενα, συνιστούν εκμετάλλευση της απειρίας, της κουφότητας ή της ανάγκης της μέσω της οποίας οι εναγόμενοι πέτυχαν να λάβουν το ανωτέρω ποσό, αλλά αντίθετα αναφέρει ότι οι εναγόμενοι εκμεταλλεύτηκαν την ιδιότητά τους ως μεσεγγυούχων των δυσχερώς μετακινουμένων μηχανημάτων της εταιρίας "Alpha Leasing AE" που βρίσκονταν στο μίσθιο και τα οποία επιθυμούσε να μισθώσει από την ως άνω εταιρία η ίδια και κατά αυτόν τον τρόπο έλαβαν το ποσό των 50.000 ευρώ ως αέρα, εκμισθώνοντας ουσιαστικά και τα μηχανήματα, πλην όμως το γεγονός αυτό δεν αρκεί για να χαρακτηρίσει ως αισχροκερδή, κατά την έννοια του νόμου, τη συνομολόγηση του ως άνω ποσού ως "αέρα" δεδομένου ότι δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως εκμετάλλευση της ανάγκης ή της απειρίας της ενάγουσας, αλλά συναρτάται με συγκεκριμένη επιχειρηματική επιλογή της τελευταίας αναγόμενη στα παραγωγικά αίτια της βούλησής της κατά το χρόνο κατάρτισης της ένδικης σύμβασης.
Περαιτέρω για τη θεμελίωση της ίδιας αξίωσης η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι προέβη στην καταβολή του άνω ποσού επειδή πείσθηκε από τις διαβεβαιώσεις των εναγομένων ότι το μίσθιο ήταν λειτουργικό και ευρισκόμενο σε πολυσύχναστη εμπορική περιοχή, διαβεβαιώσεις που διαψεύσθηκαν μεταγενέστερα, αφού η ως άνω περιοχή εμφανίζει εικόνα ερήμωσης και μεγάλη εγκληματικότητα, πλην όμως τα περιστατικά αυτά, ακόμη και αν υποτεθούν αληθινά, δεν είναι ικανά να χαρακτηρίσουν ως αισχροκερδή κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 178 και 179 ΑΚ τη συμφωνία των διαδίκων περί της καταβολής του άνω ποσού, αλλά θα μπορούσαν ενδεχομένως να οδηγήσουν σε ακύρωσή της λόγω πλάνης ή απάτης κατά τις διατάξεις των άρθρων 154, 155 ΑΚ, οι οποίες δεν υπάγονται στη ρύθμιση του άρθρου 178 ΑΚ και δεν συνιστούν αντικείμενο της αγωγής.
Αλλά και η αναφορά της ενάγουσας ότι το πιο πάνω ποσό καταβλήθηκε αχρεωστήτως, δεν αρκεί να θεμελιώσει την ένδική αξίωσή της στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αξίωση την οποία προβάλλει σωρευτικά με τη βάση της αγωγής από τη σύμβαση μίσθωσης, χωρίς να επικαλείται ακυρότητα της σύμβασης, αλλά και χωρίς να εκθέτει πρόσθετα ή διαφορετικά πραγματικά περιστατικά από εκείνα που επικαλείται για να θεμελιώσει την ίδια αξίωσή της από τη σύμβαση μίσθωσης, με συνέπεια η εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού αξίωσή της, όπως ορθά κρίθηκε, να τυγχάνει αόριστη, αλλά και μη νόμιμη, δεδομένου ότι αυτή είναι επιβοηθητικής φύσης και μπορεί να ασκηθεί μόνο αν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση, εκτός αν η αγωγή αδικαιολογήτου πλουτισμού θεμελιώνεται σε διαφορετικά ή πρόσθετα πραγματικά περιστατικά από εκείνα που θεμελιώνεται η αγωγή από τη σύμβαση, που δεν συντρέχει εν προκειμένω".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά αξιολόγησε κατά τούτο την αγωγή ως νομικά αβάσιμη και ο περί του αντιθέτου δεύτερος κατά σειρά λόγος, όπως το όλο περιεχόμενό του προσηκόντως εκτιμάται, κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδάφ. α' Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, ο ίδιος αυτός λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, επίσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 α' Κ.Πολ.Δ., με το οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η αναιρετική πλημμέλεια ότι, καθόσον αφορά την αιτουμένη απόδοση του ποσού των 50.000 ευρώ, εσφαλμένως δεν προέβη σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 60§1 του ΠΔ/τος 34/1995, μολονότι - κατά την αναιρεσείουσα - συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος.
Τούτο δε διότι από την επισκόπηση του περιεχομένου της από 22.4.2013 έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας προκύπτει ότι η φερομένη αυτή πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης δεν είχε προβληθεί με λόγο έφεσης κατά της υπ' αριθμ. 550/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Σε κάθε δε περίπτωση ο λόγος αυτός, κατά το ερευνόμενο μέρος του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την διάταξη της § 1 του ως άνω άρθρου, που ορίζει ότι "σε περίπτωση απόδοσης του μισθίου λόγω λήξης της μίσθωσης σύμφωνα με τις παραγράφους 10 έως 14 του άρθρου 58 του παρόντος και σε κάθε περίπτωση λήξης της μίσθωσης λόγω συμπλήρωσης δωδεκαετίας, ο εκμισθωτής οφείλει στο μισθωτή για την αποκατάσταση της άυλης εμπορικής αξίας ποσό ίσο με το καταβαλλόμενο κατά το χρόνο της λήξης της μίσθωσης είκοσι τεσσάρων (24) μηνών", προκύπτει, σε σχέση και με το περιεχόμενο της αγωγής, ότι δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου, δεν ιδρύεται δε όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης με την οποία η αγωγή κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη, ή απαράδεκτη ή αόριστη (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 121/2009, ΑΠ 1821/2008).
Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με το τρίτο μέρος του οποίου και υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, όσον αφορά την απόρριψη της αγωγής για απόδοση στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα του ως άνω ποσού των 50.000 ευρώ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δεν εισήλθε στην κατ' ουσίαν διερεύνηση της υπόθεσης, αλλά κρίνοντας ομοίως, επικύρωσε την πρωτόδικη 550/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας απορρίφθηκε κατά τούτο, ήτοι κατά το αίτημα της απόδοσης του ποσού των 50.000 ευρώ, ως νομικά αβάσιμη.
ΙΙΙ. Κατόπιν πάντων των προαναφερομένων και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει α) να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, β) να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του εκ τριακοσίων (300) ευρώ παραβόλου, το οποίο κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρ. 495§4 Κ.Πολ.Δ., όπως η §4 προστέθηκε με το άρθρο 12§2 του Ν. 4055/2012, που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 113 αυτού, από 2.4.201) και για το οποίο εκδόθηκαν τα υπ' αριθμ. 1619502, 1619503, 1619504 παράβολα του Δημοσίου, σειρά Α', των 40 ευρώ έκαστο, και τα υπ' αριθμ. 063670, 063671 και 063672 παράβολα του ΤΑ.Χ.ΔΙΚ, σειρά Α', των 60 ευρώ έκαστο, και γ) να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των εχόντων καταθέσει και προτάσεις αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 106, 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3.12.2013 και με αριθμό κατάθεσης 861/2013 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών υπ' αριθμ. 6256/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του εκ τριακοσίων (300) ευρώ παραβόλου, το οποίο κατέθεσε η αναιρεσείουσα για την άσκηση της προαναφερόμενης αίτησης αναίρεσης και για το οποίο εκδόθηκαν τα υπ' αριθμ. 1619502, 1619503, 1619504 παράβολα του Δημοσίου, σειρά Α', των 40 ευρώ έκαστο, και τα υπ' αριθμ. 063670, 063671 και 063672 παράβολα του ΤΑ.Χ.ΔΙΚ, σειρά Α', των 60 ευρώ έκαστο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 26η Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 10η Ιουλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ