Supreme Court dismisses appeal in labor dispute, upholding lower court's decision on unpaid wages and severance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of First Instance's judgment in a labor dispute. The appellant claimed unpaid severance and night shift premiums, but the appellate court found the first instance had properly considered witness testimonies and documentary evidence. Consequently, the court ruled that the appeal lacked legal merit and ordered the appellant to bear the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11)(c) and 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the lower court's decision is fully reasoned and no doubt exists regarding the evaluation of evidence, thereby rendering further review unnecessary.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1555 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1555/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 187/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Παρασκευή Γρίβα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 17 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Γ. του Φ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δ. Λυκοκάπη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΙNTRAKAT ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΩΝ ΕΡΓΩΝ" πρώην "ΙΝΤΡΑΚΟΜ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑΛΛΙΚΩΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ" και το δ.τ. "ΙNTRAKAT", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Παιανία Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Παρασκευά Ζουρντού, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-3-2020 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 529/2021 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2877/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-9-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Παρασκευή Γρίβα. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 1-9-2022 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 6614/738/2022) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμ.2877/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατόπιν άσκησης της από 17-12-2021(έκθ.κατάθ.103891/7199/2021) έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, με αριθμ.529/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Η ως άνω απόφαση εκδόθηκε επί της από 6-3-2020 (24181/669/2020) αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της εναγόμενης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας. Με την ως άνω αγωγή του ο ενάγων ιστορούσε ότι προσλήφθηκε ,διαδοχικά, από τις εταιρίες ιδίων συμφερόντων <<ΙΝ ΜΑΙΝΤ ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ ΚΑΙ ΕΠΙΣΚΕΥΗ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ ΑΕ>>,<<ΙΝΤRAPAR>> από 1-2-2012 και 8-3-2010, αντίστοιχα και στη συνέχεια από την εναγόμενη εταιρία, διάδοχο εργοδότη, ως ένοπλος φύλακας της οικίας του ιδίου προσώπου, ήτοι του νόμιμου εκπροσώπου των ως άνω εταιριών ,τελώντας υπό τις εντολές των ιδίων προσώπων όλο το διάστημα απασχόλησής του, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με πενθήμερη οκτάωρη απασχόληση.
Ζητούσε να του επιδικασθούν για το διάστημα από 1-1-2015 έως 31-12-2019 οι ακόλουθες διαφορές αποδοχών : επιδόματος επικίνδυνης εργασίας , όπλου, αδείας και αποζημίωσης με προσαύξηση 100% μη χορηγηθείσας αδείας, απασχόλησης σε αργίες, νυχτερινής απασχόλησης, εργασίας την έκτη ημέρα της εβδομάδας, συνολικού ποσού 36.735,30 ευρώ νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε ως αόριστο το κεφάλαιο περί αποζημίωσης με προσαύξηση 100% μη χορηγηθείσας αδείας , τα κονδύλια επιδόματος επικίνδυνης εργασίας και όπλου ως νομικά αβάσιμα, και κατά τα λοιπά, γενομένης δεκτής και της προταθείσας ένστασης συμψηφισμού (ορθότερα καταλογισμού) της εναγόμενης , απέρριψε την αγωγή , όπως ομοίως και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ,απορρίπτοντας την έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ.1, 3 παρ.1, 4 παρ.1 και 5 παρ.1 του ΑΝ 539/1945, όπως η παρ.1 του άρθρου 4 συμπληρώθηκε με την προσθήκη εδαφίου δια του άρθρου 3 παρ.16 του Ν. 4504/1966 και η παρ.1 του άρθρου 5 συμπληρώθηκε με την προσθήκη εδαφίου δια του άρθρου 3 του ΝΔ/τος 3755/1957, συνάγονται τα ακόλουθα:
Σε όλους τους μισθωτούς (πλην ελάχιστων εξαιρέσεων για τις οποίες δεν πρόκειται ενταύθα), οι οποίοι παρέχουν εξαρτημένη εργασία, τόσο στον ιδιωτικό, όσο και στο δημόσιο τομέα, είτε με έγκυρη σύμβαση, είτε με απλή σχέση εργασίας, πρέπει να χορηγείται μέσα σε κάθε ημερολογιακό έτος άδεια αναψυχής με τις συνήθεις αποδοχές.
Η άδεια αυτή, που αποκαλείται "κανονική άδεια", για να ξεχωρίζει από άλλες μορφές αδείας, αποβλέπει αφενός στη διατήρηση της σωματικής και ψυχικής ευεξίας των εργαζομένων και αφετέρου στη δυνατότητα συμμετοχής ενός εκάστου στα αγαθά του ελευθέρου χρόνου. Το δικαίωμα στην άδεια αναψυχής, που απορρέει ευθέως εκ του νόμου και δεν εξαρτάται από την ουσιώδη ή μη ανάλωση των παραγωγικών δυνάμεων του εργαζομένου, υφίσταται ανεξάρτητα προς το αν ο τελευταίος ζήτησε ή όχι τη χορήγηση της άδειας από τον εργοδότη.
Ο εργοδότης πρέπει σε κάθε περίπτωση να χορηγήσει την άδεια μέσα στο ημερολογιακό έτος για το οποίο πρόκειται. Η αίτηση, την οποία ενδεχομένως θα υποβάλει ο μισθωτός, έχει σημασία μόνο για τον προσδιορισμό της χρονικής περιόδου κατά την οποία αυτός επιθυμεί να λάβει την άδεια. Εάν για οποιοδήποτε λόγο δεν καταστεί εφικτή η χορήγηση της άδειας αυτουσίως (in nature) μέσα στο ημερολογιακό έτος, στο οποίο αυτή αντιστοιχεί, η αξίωση για την άδεια μετατρέπεται σε χρηματική.
Τότε, ο εργοδότης οφείλει να καταβάλει στον εργαζόμενο τις αποδοχές, τις οποίες θα κατέβαλλε, εάν ο τελευταίος είχε λάβει την άδεια αυτουσίως (αποδοχές άδειας). Εάν, πέραν τούτου, η μη χορήγηση της άδειας μπορεί να αποδοθεί σε πταίσμα του εργοδότη (ακόμη και σε βαθμό ελαφριάς αμέλειας), αυτός οφείλει, ως αστική ποινή, προσαύξηση 100% επί των αποδοχών αδείας.
Το πταίσμα του εργοδότη τεκμαίρεται, όταν αποδειχθεί ότι ο εργαζόμενος ζήτησε να του χορηγηθεί η άδεια αυτουσίως, αλλά ο εργοδότης απέφυγε να τον ικανοποιήσει (Ολ.Α.Π. 7/2019,ΑΠ139/2019). Επίσης, υπάρχει πταίσµα και αν ο εργαζόμενος ζητήσει την ετήσια άδεια και ο εργοδότης τον εξαναγκάσει στην παροχή εργασίας κατά τον χρόνο, που έπρεπε να λάβει την άδεια, όχι όµως, και αν αυτός δεν έκανε χρήση της χορηγηθείσας αδείας απέφυγε να τη ζητήσει.
Σε κάθε περίπτωση η ύπαρξη πταίσματος αποτελεί προϋπόθεση για την καταβολή της αστικής ποινής. Επομένως για το ορισμένο της αγωγής με την οποία ζητείται η προσαύξηση 100% των αποδοχών της μη ληφθείσας αδείας απαιτείται αναφορά περιστατικών, που θεμελιώνουν την, κατά τα ως άνω, υπαιτιότητα του εργοδότη στη μη χορήγηση της αδείας αυτής (ΑΠ 1043/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι ο ενάγων με αυτή ζητούσε εκτός άλλων, και την καταβολή προσαύξησης 100% αποδοχών μη χορηγηθείσας αδείας των ετών 2015 και 2016 , επικαλούμενος ότι είχε όλες τις προβλεπόμενες από τον α.ν. 539/1945 προϋποθέσεις για τη χορήγηση άδειας, χωρίς να εκθέτει ότι ο ίδιος ζήτησε αυτούσια την άδεια από την εναγόμενη και αυτή αρνήθηκε να τη χορηγήσει.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως αόριστο το εν λόγω κεφάλαιο της αγωγής. Στη συνέχεια, το Εφετείο, στο οποίο μεταβιβάσθηκε η υπόθεση κατά τούτο με σχετικό λόγο έφεσης, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ομοίως, έκρινε ότι η αγωγή ως προς το κεφάλαιο αυτό είναι αόριστη, επειδή δεν διαλαμβάνει ότι ο ενάγων ζήτησε να λάβει άδεια και η εναγόμενη αρνήθηκε τη χορήγησή της.
Γι' αυτό και απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσης του ενάγοντος. Υπό το προαναφερόμενο περιεχόμενο και αίτημα, το εν λόγω κεφάλαιο της αγωγής, με μόνη την επίκληση του νόμου που προβλέπει τη χορήγηση της αποζημίωσης αδείας, χωρίς την επίκληση των αναγκαίων περιστατικών για την εφαρμογή του, είναι αόριστο.
Συνακόλουθα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και ο πρώτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και, κατ' ορθή υπαγωγή, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος.
ΙΙ. Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 442 ΑΚ, 262 § 1 και 566 § 1 ΚΠολΔ, αν το απαράδεκτο του άρθρου 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ συνίσταται στη μη απόρριψη της στηριζόμενης στις παραπάνω διατάξεις του ΑΚ ενστάσεως συμψηφισμού ως αόριστης, ο λόγος αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνει ποιο ακριβώς είναι το περιεχόμενο της ένστασης και ως προς ποιο σημείο αυτής (ένστασης) δεν υπάρχει σαφής επίκληση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της κατά του αναιρεσείοντος ή σε ποιο σημείο δεν υπάρχει ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της ένστασης αυτής, ώστε αυτός να μην μπορεί να αμυνθεί (ΑΠ 510/2022,1618/2022).
Στη προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 παρ.14 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 440 και 441 και 216 ΚΠολΔ, δέχθηκε ως ορισμένη την πρωτοδίκως προβληθείσα και επαναφερθείσα κατ' άρθρ. 527 ΚΠολΔ ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ένσταση περί συμψηφισμού της εναγόμενης, ως ορισμένης και καταλόγισε τις υπέρτερες των νόμιμων καταβληθείσες αποδοχές του κατ' εφαρμογή προβλεπόμενου σχετικού όρου της έγγραφης σύμβασης εργασίας, για διαφορές απασχόλησής του κατά τις Κυριακές, την έκτη ημέρα της εβδομάδας, την νύκτα ως ορίζεται αυτή στο εργατικό δίκαιο (Υ.Α 18310/1946,93/Β/7.6.1946 και ΥΑ 25825/1951) και συγκεκριμένα κατ' ακριβή μεταφορά του περιεχομένου του δικογράφου, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω <<...
η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε με βάση τις διατάξεις των άρθρων 440 και 441 ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 216 ,262 παρ.1 και 222 παρ.2 ΚΠολΔ, ότι η ένσταση συμψηφισμού ήταν ορισμένη και βάσιμη με μόνη την επίκληση του όρου 4 της από 3-6-2016 σύμβασης εργασίας, χωρίς να λάβει υπόψη το γεγονός ότι στις μηνιαίες εκκαθαρίσεις μισθοδοσίας που εξέδιδε κάθε μήνα η αντίδικος δεν αναφέρονται, αναλυτικά, οι ημέρες νυχτερινής απασχόλησης ,οι ημέρες αργιών και Κυριακών και οι αποδοχές που αντιστοιχούσαν σε αυτές, καίτοι ήταν υπόχρεη προς τούτο>>.
Ο λόγος αυτός πρέπει σύμφωνα με τα προαναφερόμενα να απορριφθεί ως αόριστος ,ανεξάρτητα ότι κατά το δεύτερο σκέλος του πλήττεται απαραδέκτως κατ' άρθρο 561παρ.1 ΚΠολΔ, η ουσία της υπόθεσης ,διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο της προβληθείσας πρωτοδίκως και κατ'έφεση, ένστασης συμψηφισμού (ορθότερα καταλογισμού),ούτε τα πραγματικά περιστατικά που ελλείπουν, έτσι ώστε να είναι δυνατό να ερευνηθεί από το δικαστήριο η ποιοτική ή ποσοτική της αοριστία και ως εκ τούτου η βασιμότητα του σχετικού λόγου.
ΙΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόστηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013, ΑΠ 64/2022, 19/2022).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, για το ορισμένο του οποίου πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, διότι ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 20/2005).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΑΠ 19/2022, 64/2022).
Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 64/2022, 19/2022, 2053/2014).
Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ 64/2022, 19/2022).
Τέλος, για το ορισμένο αμφοτέρων των λόγων αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να περιέχονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και δεν αρκούν περιορισμένες, μεμονωμένες, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 295/2022, 140/2022, 887/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου (648ΑΚ) τον οποίο δεν εφάρμοσε ορθά στην υπό κρίση υπόθεση, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθώς και ότι διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες επί του ως άνω ζητήματος, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ,με το να απορρίψει λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης το αγωγικό αίτημά του για την επιδίκαση διαφορών αποδοχών για το διάστημα από 1-1-2015 έως 2-6-2016. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και, συνεπώς, απορριπτέος ως απαράδεκτος, σε αμφότερα τα σκέλη του καθόσον δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο με σαφήνεια και πληρότητα, οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το ζήτημα αυτό ,καθώς και ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει η απόφαση.
IV. Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ του ΚΠολΔ ορίζεται ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Εξ άλλου από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αληθείας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Για την ίδρυση του λόγου αυτού, για την οποία αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τέτοια αποδεικτικά μέσα, πρέπει το μέσο αυτό να είναι χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση [δια τεκμηρίων] απόδειξη πραγματικών γεγονότων που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή (που επιδρά στο διατακτικό), παραδεκτό και νόμω βάσιμο ή ισχυρισμό περί αρχής εγγράφου αποδείξεως (ΟλΑΠ 8/2016 και 42/2002). Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι αυτοί που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν προς απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον, κατά τη περίπτωση γ του αριθμού 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης είναι η μη λήψη υπόψη προσκομισθέντος με επίκληση εγγράφου για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Εν προκειμένω με τον τέταρτο και τελευταίο από τον αριθμό 11 περ.γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στη προσβαλλόμενη απόφαση τη πλημμέλεια ότι υπάρχουν ικανές αμφιβολίες περί του εάν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε έγγραφα τα οποία νόμιμα επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιόν του και συγκεκριμένα: 1) τα πρακτικά της με αριθμ. 529/2021 εκκληθείσας απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στα οποία περιεχόταν η μαρτυρική κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης από την οποία προέκυπτε ότι λάμβανε εντολές -οδηγίες από τον υπεύθυνο ασφαλείας της εναγόμενης εταιρίας, καθ' όλο το διάστημα απασχόλησής του και ως εκ τούτου επιβεβαιωνόταν ο αγωγικός του ισχυρισμός ότι ουσιαστικά εργοδότιδά του ήταν η εναγόμενη εταιρία, 2) τα αντίγραφα προγραμμάτων φύλαξης των ετών 2015-2019 που είχαν συνταχθεί από την εναγόμενη σε ανύποπτο χρόνο ,από τα οποία προέκυπτε η βασιμότητα του αγωγικού αιτήματός του :α) για διαφορές αποζημίωσης μη χορηγηθείσας αδείας, ετών 2017-2019 και β)για καταβολή διαφορών αποδοχών λόγω νυχτερινής απασχόλησης για το διάστημα από 1-3-2019 έως 31-10-2019,αφού προέκυπτε ότι εργάσθηκε συνεχώς σε νυκτερινή βάρδια αυτό το χρονικό διάστημα.
Καθόσον αφορά στο υπό στοιχ.2α σκέλος του εν λόγω αναιρετικού λόγου θα πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος, αφού από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι τα σχετικά αγωγικά κονδύλια έγιναν δεκτά ως ουσιαστικά βάσιμα στο σύνολό τους.
Περαιτέρω, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο όπως βεβαιώνεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, έλαβε υπόψη "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης Μ. Π.Α. και Δ. Γ.Π., αντίστοιχα, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απομαγνητοφωνημένα πρακτικά ,όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν, ενώπιον του πρωτοβαθμίου ,αλλά και δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ,έστω και για πρώτη φορά (529 παρ.1α ΚΠολΔ), ακόμα και αν δεν πληρούν όλους τους όρους του νόμου (άρθρ.614 αριθμ.3 και 621 επ.ΚΠολΔ) τα οποία λαμβάνονται υπόψη ,είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρ.395,591παρ.1 ΚΠολΔ) χωρίς όμως η ρητή αναφορά ορισμένων εκ των ανωτέρω εγγράφων να προσίδει σε αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το κάθε ένα μνεία ,που είναι όμως ισοδύναμα και όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς ...".
Επομένως το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης ,καθώς και τα επικληθέντα και προσκομισθέντα από τον εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα έγγραφα.
Εξ άλλου δεν γεννάται, ένεκα της πλήρους και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της απόφασης αυτής σχετικά με τα ως άνω ζητήματα, ουδεμία αμφιβολία περί της εκτίμησης από το Εφετείο και των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων, αναφορικά με τον πιο πάνω προς απόδειξη ισχυρισμό. Επομένως, ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ του ΚΠολΔ τέταρτος και τελευταίος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, γενομένου δεκτού του σχετικού αιτήματός του (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ) κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-9-2022 (αριθμ. έκθ. κατάθεσης 6614/738/2022)αίτηση αναίρεσης της με αριθμ. 2877/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800)ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Οκτωβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Οκτωβρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ