Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility as the contested claim was not properly raised in lower courts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Municipality of Preveza against the Court of First Instance's decision. The municipality argued that the appellate court erred in rejecting its claim for full ownership of the property, but failed to raise this specific argument in the appeal to the Court of Appeal. The court ruled that since the claim was not properly presented in the lower instances, it is inadmissible under the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 562 § 2 and 577 § 3 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the ground relied upon was not properly raised and reiterated in the lower courts, unless it falls under specific statutory exceptions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1555 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1555/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Αθανάσιο Θεοφάνη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΟΤΑ με την επωνυμία "Δήμος Πρέβεζας", που εδρεύει στην Πρέβεζα (Ελ. Βενιζέλου και Μπαχούμη 2) και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Βουκελάτο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Τ. του Ε. και Α., 2) Π. - Π. Τ. του Ε. και Α., κατοίκων … , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κασιούμη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-8-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 121/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 35/2020 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-6-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 12.06.2020 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 35/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, που απέρριψε κατ' ουσίαν την από 01.11.2018 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 121/2018 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, η οποία είχε δεχθεί εν όλω την από 25.08.2016 (διεκδικητική ακινήτου πράγματος) αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, είχε αναγνωρίσει αυτούς συγκύριους κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου έκαστο του περιγραφόμενου στο διατακτικό της ακινήτου και είχε διατάξει την απόδοση της νομής του αυτού ακινήτου στους ήδη αναιρεσίβλητους.
Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§3, 566§1 Κ.Πολ.Δ.), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577§1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577§3 Κ.Πολ.Δ.). Από τον συνδυασμό των διατάξεων 369, 966, 967, 968, 972, 1033 και 1192§1 του Α.Κ., οι οποίες εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 55 Εισ.Ν.Α.Κ., προκειμένου να κριθεί μετά την εισαγωγή του Α.Κ.
η ιδιότητα ενός πράγματος ως εκτός συναλλαγής ή κοινόχρηστου, προκύπτει ότι μεταξύ των κοινόχρηστων πραγμάτων περιλαμβάνονται και οι οδοί αδιακρίτως, κοινόχρηστα δε πράγματα είναι τα προοριζόμενα για εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος, τα οποία χρησιμοποιεί ευρύτερος, αόριστος, αλλά όχι κατ' ανάγκην απεριόριστος αριθμός προσώπων.
Οι οδοί, με βάση το άρθρο 1 του π.δ. της 25.11.1929 "Περί κωδικοποιήσεως των περί κατασκευής και συντηρήσεως οδών κειμένων διατάξεων", διακρίνονται σε εθνικές, επαρχιακές, δημοτικές και κοινοτικές. Οι διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του ίδιου π.δ. καθορίζουν την διαδικασία η οποία απαιτείται να τηρηθεί για να χαρακτηρισθεί μια οδός ως εθνική ή επαρχιακή.
Η απόκτηση όμως του ιδιαίτερου γνωρίσματος μιας οδού ως δημοτικής ή κοινοτικής, συνιστά, σύμφωνα με το άρθρο 4 του αυτού π.δ., ζήτημα πραγματικό, γιατί ο νόμος δεν προβλέπει ειδική διαδικασία, η οποία να προσδίδει στην οδό την ανωτέρω ιδιότητα. 'Ετσι, η οδός χαρακτηρίζεται ως δημοτική ή κοινοτική, εφόσον, σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν. 3155/1955 "Περί κατασκευής και συντηρήσεως οδών", εξυπηρετεί τις ανάγκες ενός δήμου ή μιας κοινότητας, που δημιουργούνται μέσα στα διοικητικά όρια αυτών.
Περαιτέρω, δεν καθορίζεται από κάποια διάταξη της κείμενης νομοθεσίας και ιδιαίτερα του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (ν. 3463/2006, ν. 3852/2010) ειδική διοικητική διαδικασία για τον χαρακτηρισμό οδών ως δημοτικών ή κοινοτικών και δεν παρέχεται στα όργανα των δήμων και κοινοτήτων αρμοδιότητα για τον χαρακτηρισμό τέτοιων οδών, η δε τυχόν εκδιδόμενη από το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο πράξη χαρακτηρισμού μιας οδού ως δημοτικής ή κοινοτικής, δεν έχει οποιαδήποτε νομική συνέπεια, γιατί δεν αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη.
Επί του ζητήματος του χαρακτήρα μιας οδού ως δημοτικής ή κοινοτικής αποφαίνονται τα πολιτικά δικαστήρια. Εξάλλου, οι δημοτικές ή κοινοτικές οδοί και οι πλατείες αποκτούν την ιδιότητα του κοινόχρηστου πράγματος α) από τον νόμο, ήτοι με το χαρακτηρισμό τους ως οδών ή πλατειών από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό διάγραμμα του σχεδίου πόλεως, β) από την βούληση των ιδιοκτητών, η οποία πρέπει να γίνει με νομότυπη δικαιοπραξία (διαθήκη ή δωρεά) ή και με παραίτηση από την κυριότητα, για την οποία όμως (παραίτηση) απαιτείται τήρηση του συμβολαιογραφικού τύπου και μεταγραφή και γ) με την αμνημόνευτου χρόνου αρχαιότητα (Vetustas), την οποία προέβλεπε το προϊσχύσαν του Α.Κ.
Βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο (ν. 3 πανδ. 43 7 ν. 2§8 πανδ. 39 3, ν. 28 πανδ. 22 3) και δεν υιοθετήθηκε από τον Α.Κ. πλην όμως διατηρήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 51 Εισ.Ν.Α.Κ., η δυνάμει αυτής ιδιότητα που απέκτησε το πράγμα ως τέτοιο κοινής χρήσεως, εφόσον, πριν από την εισαγωγή του Α.Κ. (23.02.1946), δύο συνεχόμενες γενεές ανθρώπων, η κάθε μία των οποίων εκτεινόμενη σε σαράντα χρόνια, δεν γνώρισαν διαφορετική κατάσταση του πράγματος από την κοινοχρησία.
Ο θεσμός αυτός δεν ήταν κτητικός κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος, αλλά κυρωτικός της υφιστάμενης καταστάσεως, της οποίας η γένεση αναγόταν στα βάθη του παρελθόντος. Δεν επρόκειτο όμως για γενικό τρόπο κυρώσεως οποιασδήποτε πραγματικής καταστάσεως, αλλά για ειδικό θεσμό που ίσχυε επί ορισμένων μόνο ειδικών θεμάτων, που αναφέρονται στις πηγές, δηλαδή επί των δημοτικών οδών, των ανθρώπινων έργων που χρησιμεύουν για την διευθέτηση των ομβρίων υδάτων και των υδραγωγείων.
Μετά την εισαγωγή του Α.Κ. μπορεί έμμεσα να επιτευχθεί παρόμοιο αποτέλεσμα με βάση το άρθρο 281 του Α.Κ., αν δηλαδή ο κύριος άφησε επί μακρό χρόνο το πράγμα εκτεθειμένο στην κοινή χρήση "ανεχόμενος ή, πολύ περισσότερο, επιθυμών αυτό να καταστεί κοινής χρήσεως". Τούτο ειδικότερα μπορεί να συμβεί και στην περίπτωση που κάποιος χώρος αφήνεται από τον κύριο να χρησιμεύσει ως δημοτική ή κοινοτική οδός, για τον καθορισμό και την ανακήρυξη της οποίας δεν προβλέπεται ορισμένη νόμιμη διαδικασία ή ακόμη και την από το ίδιο άρθρο (Α.Κ. 281) ένσταση του γενικού δόλου (Exceptio Doli Generalis) κατά του ιδιοκτήτη, ο οποίος άφησε το πράγμα εκτεθειμένο στην κοινή χρήση για πολύ χρόνο, υπό την έννοια όμως ότι δεν προσπορίζεται η κυριότητα του ακινήτου στον οικείο Ο.Τ.Α.
με χρησικτησία, αλλά, απλώς, προστατεύεται η κοινή χρήση έναντι του κυρίου (A.Π. 1032/2019, Α.Π. 954/2017, Α.Π. 652/2016, Α.Π. 1426/2015). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 του Οθωμανικού "Νόμου περί των γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 (έτους εγίρας)/1856 "Kanunname-i arazi" (οθΝπΓαιών), σε συνδυασμό με τα άρθρα 2, 3, 4, 5, 91 - 102 και 103 - 105 του ίδιου νόμου, η ακίνητη περιουσία διακρίνεται σε πέντε κατηγορίες, μία από τις οποίες ήταν οι εγκαταλελειμένες σε κοινότητες γαίες (μετρουκέ), οι οποίες (γαίες) ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο δημόσιο, ενώ απαγορευόταν η με οποιοδήποτε τρόπο εξουσίασή τους από ιδιώτη αυτές δε παραχωρούνταν, είτε, απλώς, κατ' ανοχήν του Τουρκικού κράτους, στην αποκλειστική κοινή χρήση της ολότητας των κατοίκων ενός ή περισσοτέρων χωριών ή κωμοπόλεων, το δικαίωμα των οποίων είχε κατοχυρωθεί ως απαράγραπτο (άρθρα 1 αριθμ. 4, 5 αριθμ. 2 και 91 - 102 ν.
οθΝπΓαιών). Από το πνεύμα, αλλά και την γραμματική διατύπωση των προπαρατεθεισών διατάξεων του νόμου αυτού (οθΝπΓαιών), οι οποίες, ως προς τον χαρακτηρισμό των γαιών ως αφιερωμένων στην κοινή χρήση, χρησιμοποιούν τον όρο "έκπαλαι" ή "ανέκαθεν", προκύπτει ότι στην ειδική κατηγορία των γαιών αυτών ανήκουν και οι οδοί, οι οποίες από αμνημόνευτο χρόνο είχαν αφεθεί στην κοινή χρήση της ολότητας των κατοίκων ενός ή περισσοτέρων χωριών ή κωμοπόλεων, σε τρόπο ώστε η κοινή αυτή χρήση να αποτελεί την μόνη γνωστή μορφή συλλογικής εξουσιάσεως του είδους αυτού των γαιών, διαμορφωμένη κατά την κυριαρχία του Οθωμανικού κράτους.
Συνεπώς, επί των "αφιερωμένων εις την κοινήν χρήσιν γαιών" υπήρχε κατάσταση αντίστοιχη προς την αμνημόνευτου χρόνου αρχαιότητα του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου ως λόγος αποκτήσεως της ιδιότητας του κοινόχρηστου (και όχι ως λόγος αποκτήσεως κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος) και στις οδούς η χρήση των οποίων από εκείνον που τις χρησιμοποιεί προστατεύεται έναντι εκείνου που αποκλείει ή διαταράσσει την κοινή τους χρήση. Παρόμοια κατάσταση αναγνωριζόταν και από τον Οθωμανικό Αστικό Κώδικα, όπως τούτο συνάγεται από τα άρθρα 6, 7 και 166 αυτού, κατά το άρθρο 6 του οποίου "Το αρχαίον αφήνεται κατά την αρχαιότητά του" ενώ κατά το άρθρο 166 "Αρχαίον είναι εκείνο το πράγμα, το προηγούμενον του οποίου ουδείς γιγνώσκει" (Α.Π. 2077/2014, Α.Π. 164/2014, Α.Π. 238/1992). Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από την διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόστηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (Ολ.Α.Π. 2/2013, 7/2006, 4/2005).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και, κατ' επέκταση, σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με την μορφή του διατακτικού της αποφάσεως.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παράβαση (Α.Π. 164/2021, Α.Π. 24/2015).
Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, ο οποίος για να είναι ορισμένος, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (Α.Π. 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (Α.Π. 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 20/2005).
Αντίθετα, η έλλειψη μείζονος προτάσεως στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτήν ως προς την έννοια διατάξεως ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν τον λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αν, κατά τα λοιπά, δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της αποφάσεως δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.
Ωσαύτως, με τον λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561§1 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 164/2021, Α.Π. 849/2007). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, όταν, από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.Α.Π. 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στην θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά τον νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση, στην συγκεκριμένη περίπτωση, της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.Α.Π. 15/2006).
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο είναι να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 1266/2011, Α.Π. 465/1988).
Στην συγκεκριμένη περίπτωση, με το προσδιοριζόμενο από τον αναιρεσείοντα ως 1Α σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, αυτός (αναιρεσείων) ισχυρίζεται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, απορρίψαν κατ' ουσίαν την έφεσή του κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., διότι, αν και έπρεπε για την εκφορά της κρίσεώς του, ενόψει της πρωτοδίκως αιτιολογημένης αρνητικής απαντήσεώς του στην αγωγή, που διατυπώθηκε και ως λόγος εφέσεως, να εφαρμόσει τις διατάξεις των άρθρων 2 και 4 ν. 147/2014, 13§2 του υπ' αριθμ. 2648 (ορθό 2468)/20.05.2017 δ/τος της Προσωρινής Κυβερνήσεως της Θεσσαλονίκης, του οποίου η ισχύς επεκτάθηκε σε ολόκληρη την Χώρα με τον ν. 1072/2017, 1 εδάφ.
α' και 2 ν. 2074/1920, 12 ν. 1051/2017 και 94, 95, 96, 98, 99§1, 100 και 102 του Οθωμανικού "Νόμου περί των γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 (έτους εγίρας)/1856 "Kanunname-i arazi" (οθΝπΓαιών), εφήρμοσε τις διατάξεις που ρυθμίζουν την κτήση της ιδιότητας της κοινόχρηστης οδού υπό το καθεστώς του Α.Κ., άλλως εξέτασε τον ισχυρισμό του υπό το πρίσμα των αμέσως προαναφερόμενων διατάξεων και όχι αυτών που διατείνεται ότι ετύγχαναν εφαρμοστέοι, άλλως ότι δέχτηκε ότι μοναδικοί εφαρμοστέοι κανόνες δικαίου αναφορικά με το εριζόμενο θέμα (κτήση της ιδιότητας της κοινόχρηστης κοινοτικής οδού) ήταν οι εφαρμοσθέντες και όχι οι προταθέντες από αυτόν.
Αναφορικά με την αιτίαση αυτή, από την παραδεκτή, για την διενέργεια του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχτηκε, επί λέξει και κατ' αντιγραφήν, τα ακόλουθα: "Με την υπ' αριθμ. ... Πράξη αποδοχής κληρονομίας του τότε Συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Ευθυμίου Παπαγεωργίου που μετεγράφηκε νόμιμα στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Πρέβεζας την 11-6-2015 στον τ. 770 και με α.α. 47 από 06-08-2014 οι ενάγοντες αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά του πατρός τους Ε.
Τ. του Ε. και της Ό., ο οποίος δυνάμει της 06-08-2014 ιδιόγραφης διαθήκης του, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα στο Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων με τα με αριθμό 767/12-11-2014 Πρακτικά του, εγκατέστησε αυτούς κληρονόμους του κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου της πλήρους κυριότητας έκαστος επί ενός ακινήτου, μεταξύ άλλων, ήτοι επί ενός οικοπέδου με αριθμό τεμαχίου τριάντα τρία (33), που βρίσκεται εντός του οικισμού της τοπικής Κοινότητας ..., στο Ο.Τ. 13, εκτάσεως κατά τον τίτλο κτήσης 575 μ2, όπως αυτό εμφαίνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα της τοπογραφικής υπηρεσίας του Υπουργείου Γεωργίας που προσαρτάται στο υπ' αρ. ...
συμβόλαιο του Συμβ/φου Πρέβεζας Νικολάου Ραβανού και συνορεύει κατά τον τίτλο κτήσης ολόγυρα σε πλευρές μήκους 26 μ., 17,30 μ. και 11,30 μ. με ιδιοκτησία Π. Μ., σε πλευρά μήκους 27,85 μ. με κοινοτική οδό και σε πλευρά μήκους 32,65 μ. με το υπ' αριθ. 34 οικόπεδο ιδιοκτησίας Σ. Π., ενώ κατά νεότερη και ακριβή εμβαδομέτρηση έχει επιφάνεια 556,38 μ2, όπως τούτο εμφαίνεται στο από Ιουλίου 2015 τοπογραφικό διάγραμμα του Αγρονόμου - Τοπογράφου Μηχανικού Δ.
Σ. με τα στοιχεία 69-4-5-6-7-69 και με τα στοιχεία 69-Κ7-Κ8-Κ10-4-Κ1-5-6-Κ4-Κ5-7-69 στο επισυναπτόμενο στην αγωγή διάγραμμα του ιδίου Αγρονόμου - Τοπογράφου Μηχανικού Δ. Σ.. Το ανωτέρω ακίνητο περιήλθε στον κληρονομούμενο, δικαιοπάροχο των εναγόντων, κατά πλήρη κυριότητα, δυνάμει του με αριθμό ... συμβολαίου αγοράς του τότε Συμβολαιογράφου Πρέβεζας Ιωάννη Ραβανού, το οποίο μετεγράφη στο Υποθηκοφυλακείο Πρέβεζας στον τ. 443 και α.α. 49, στους δε πωλητές Α.
χα Γ. Ρ., Α. Γ. Ρ. και Γ. Γ. Ρ., δικαιοπαρόχους του (πατέρα των εναγόντων), περιήλθε από κληρονομία του Γ. Γ. Ρ., ο οποίος απεβίωσε την 13-01-1994 χωρίς διαθήκη και την οποία κληρονομιά του αποδέχθηκαν εξ αδιαθέτου οι ως άνω πωλητές με την με αριθμό ... δήλωση αποδοχής κληρονομίας του Συμβολαιογράφου Πρέβεζας Ηλία Μαγκλάρα που μετεγράφη νόμιμα στον τ. 417 και α.α. 57 του Υποθηκοφυλακείου Πρέβεζας.
Στον ανωτέρω κληρονομούμενο Γ. Γ. Ρ., το ως άνω ακίνητο περιήλθε δυνάμει του με αριθμό ... συμβολαίου διανομής της Συμβολαιογράφου Πρέβεζας Αικατερίνης Βάκκα, που νόμιμα μετεγράφη στον τ. 364 και α.α. 33 του Υποθηκοφυλακείου Πρέβεζας και στον απώτατο δικαιοπάροχο από παραχώρηση από το Δημόσιο που έγινε με την διανομή γαιών της κοινότητας … του 1967.
Και ενώ από το χρόνο της αγοράς (Σεπτέμβριος 1996) ο δικαιοπάροχος - πατέρας των εναγόντων εγκαταστάθηκε σε αυτό, ως αποκλειστικός κύριος και νομέας, περί τον μήνα Δεκέμβριο 1996 παρατήρησε ότι κάτοικοι της τότε Κοινότητας … διέρχονταν από το επίδικο δηλώνοντας προς αυτόν ότι σύντομα η έκταση θα καταστεί δημοτική με ρυμοτόμηση.
Την πληροφορία επιβεβαίωσε προς τον δικαιοπάροχο των εναγόντων κι ο τότε Πρόεδρος της Κοινότητας ευημερώντας τον ότι προτίθεται να προχωρήσει σε ρυμοτόμηση. Παρόλα αυτά, ουδέποτε συντελέστηκε και μάλιστα ούτε καν ξεκίνησε η ένταξη στο ρυμοτομικό σχέδιο κι η απαλλοτρίωση του τμήματος του ακινήτου τους από το οποίο θα διερχόταν η δημοτική οδός κι εντούτοις οι κάτοικοι της Κοινότητας συνέχιζαν να εισέρχονται στο ακίνητο των εναγόντων και να διέρχονται από αυτό.
Μάλιστα κατά το έτος 2003 επισκευάστηκε και ασφαλτοστρώθηκε ο δρόμος επ' αυτού. Με τον τρόπο αυτό, ήτοι με την κατασκευή του δρόμου στα τέλη του έτους 1996 συντελέστηκε η αποβολή του δικαιοπαρόχου των εναγόντων από το τμήμα αυτό του ακινήτου τους. Σύμφωνα δε με την κατάθεση του τοπογράφου Δ. Σ. που περιλαμβάνεται στην ανωτέρω ένορκη βεβαίωση κι όπως προκύπτει από το συνημμένο στην ένδικη αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα που συνέταξε ο ανωτέρω με την αυθαίρετη διάνοιξη του δρόμου, αφού αυτός δεν προβλέπεται από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο, ο δήμος απέβαλε τον δικαιοπάροχο των εναγόντων και τους ίδιους τους ενάγοντες από τμήμα της ιδιοκτησίας τους, όπως αυτό εμφαίνεται στο ανωτέρω διάγραμμα με στοιχεία 4-Κ1-Κ2-Κ3-Κ4-Κ5-Κ6-Κ7-Κ8-Κ9-Κ10-4 εμβαδού 119,97 μ2, κι έτσι το αρχικό υπ' αρ. 33 οικόπεδο αποκόπτεται σε τρία διαφορετικά, μη οικοδομήσιμα, τμήματα, εμφαινόμενα ομοίως υπό στοιχεία α) 5-6Κ4-Κ3-Κ2-Κ1-5 εμβαδού 324 μ2, β) Κ5-7-69-Κ7-Κ6-Κ5 εμβαδού 104 μ2 και γ) Κ10-Κ9-Κ8-Κ10 εμβαδού 8,41 μ2, καθιστώντας έτσι ολόκληρη την ιδιοκτησία των εναγόντων μη άρτια και μη οικοδομήσιμη.
Η δε αποτύπωση της διάνοιξης του δρόμου κατά τα ανωτέρω όρια και εμβαδόν που προσδιορίζει ο ανωτέρω τοπογράφος συμπίπτει και με την αποτύπωση της ιδιοκτησίας στο από 2-11-1996 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Δ. Μ. που προσάγει κι επικαλείται ο εναγόμενος, από δε την ανωτέρω ένορκη βεβαίωση του Λ.
Κ. προκύπτει ότι ο δρόμος (γενικά κι όχι ειδικότερα) το επίδικο τμήμα, ασφαλτοστρώθηκε για πρώτη φορά το έτος 1996, ενώ το έτος 2003 έγιναν τμηματικές συντηρήσεις και βελτιώσεις του ήδη υπάρχοντος ασφαλτοτάπητα. Από καμία όμως μαρτυρία των ανωτέρω δεν προκύπτει ότι η διάνοιξη του δρόμου και οι εργασίες επ' αυτού έγιναν σε εφαρμογή εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της περιοχής που προέβλεπε την χάραξη της οδού, την απαλλοτρίωση των ιδιοκτησιών που αυτός διέρχεται και την περαιτέρω τακτοποίηση των παρόδιων οικοπέδων.
Ομοίως από κανένα έγγραφο δεν προκύπτει το γεγονός ότι ο εν λόγω δρόμος περιλαμβάνεται σε εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο. Άλλωστε ούτε ο ίδιος ο εναγόμενος Δήμος ισχυρίζεται κι αποδεικνύει ότι στην εν λόγω περιοχή υφίσταται ρυμοτομικό σχέδιο που προβλέπει την διάνοιξη κατά τα υπάρχοντα σήμερα όρια δημοτικής οδού ούτε καν ότι είναι στα άμεσα σχέδια του Δήμου οι σχετικές ενέργειες, ενώ ο δρόμος με την υπάρχουσα χάραξη του δεν συμπεριλήφθηκε και δεν αποτυπώνεται ούτε στο διάγραμμα και τους κτηματολογικούς πίνακες της αρχικής διανομής του έτους 1967.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, αφού ουδέποτε δρομολογήθηκε η απαλλοτρίωση του ακινήτου των εναγόντων, οι τελευταίοι επέδωσαν στον εναγόμενο δήμο (ως καθολικό διάδοχο της Κοινότητας …) το από 19-04-2016 εξώδικό τους και ζήτησαν να αποδώσει σε αυτούς την χρήση του επίδικου τμήματος του ακινήτου τους. Επί του αιτήματος των εναγόντων ο εναγόμενος Δήμος απέστειλε την από 11-07-2016 εξώδικη απάντηση - γνωστοποίηση του, με συνημμένο το με αρ.
πρωτ. 9916/3-6-2016 έγγραφο της τεχνικής του υπηρεσίας και κατέστησε στους ενάγοντες γνωστό ότι ο δρόμος υφίσταται εδώ και δεκαετίες κι ότι οικείος Δήμος … κατέστη κύριος του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. ... Το γεγονός δε ότι ολόκληρη η περιοχή και ειδικότερα το επίδικο ακίνητο παραχωρήθηκε από το ίδιο το Δημόσιο σε ιδιώτες με την διανομή του έτους 1967, που αποτελεί γι' αυτούς πρωτότυπο τρόπο κτήσης έναντι του οποίου δεν μπορεί ν' αντιταχθεί προγενέστερη κτήση κυριότητας με χρησικτησία ή με εφαρμογή του νόμου της 7ης Ραμαζάν κλπ.
συνηγορεί στην απόρριψη ως αβασίμου του ισχυρισμού του εναγόμενου περί κτήσης κυριότητας με χρησικτησία και τούτο διότι δεν έχει καμία λογική και καμία νομική βάση το γεγονός το Δημόσιο με την στενότερη ή και την ευρύτερη έννοια του αφενός να παραχωρεί σε ιδιώτη κυριότητα ακινήτου και συγχρόνως να επικαλείται ότι ο αποκτών δεν την απέκτησε κατά την παραχώρηση διότι το ακίνητο είχε καταστεί κοινόχρηστο κι ο ίδιος ο παραχωρών κύριος με χρησικτησία. ... .".
Με τα δεδομένα ως άνω παρατιθέμενα περιστατικά, το Εφετείο ορθά εφήρμοσε τις αναφερόμενες στην απόφασή του διατάξεις νόμων, διότι συνέτρεχαν όλες οι σχετικές προϋποθέσεις. Περαιτέρω, ορθά δεν εφήρμοσε τις επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα Ο.Τ.Α. διατάξεις νόμων ενόψει του ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους.
Συνεπώς, το ως άνω σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο. Με το προσδιοριζόμενο ως 1Β σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως ο αναιρεσείων αιτιάται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διότι, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό του περί κτήσεως της κυριότητας της επίδικης λωρίδας γης με βάση τις προαναφερόμενες διατάξεις με ελλιπή αιτιολογία, εφόσον εξέτασε αυτόν (απαντητικό αρνητικό ισχυρισμό του) υπό το πρίσμα των διατάξεων του νόμου που παρέθεσε στο σκεπτικό του.
Το δεύτερο αυτό σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, εφόσον το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως του δικανικού συλλογισμού προσδιορίζεται από τον εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου το πραγματικό του οποίου πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Στην συγκεκριμένη περίπτωση με τα δεδομένα που ως άνω παρατέθηκαν, το Εφετείο με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες εφήρμοσε τις ως άνω εφαρμοστέες διατάξεις και όχι τις επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα Ο.Τ.Α., οι οποίες δεν ετύγχαναν εφαρμογής. Κατά το άρθρο 1045 Α.Κ. για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί μία εικοσαετία.
Νομέας κατά το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα, είναι όποιος απέκτησε την φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κάτοχος) αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι προς απόκτηση νομής επί πράγματος απαιτείται η συνδρομή δύο στοιχείων στο πρόσωπο του αποκτώντος, δηλαδή, η βούληση εξουσιάσεως αυτού με διάνοια κυρίου και η φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα.
H ταυτόχρονη κατά κανόνα συνύπαρξη (με εξαίρεση την πλασματική κτήση της νομής) των δύο αυτών στοιχείων είναι δημιουργική του προστατευόμενου, από το ισχύον δίκαιο, δικαιώματος της νομής. Ειδικότερα, η διάνοια κυρίου συνίσταται στην πρόθεση του έχοντος αυτήν προσώπου για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος, όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας και που αναγνωρίζεται στον δικαιούχο αυτής.
Η διάνοια κυρίου εκδηλώνεται με την μεταχείριση του πράγματος με τον ίδιο τρόπο, με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειριστεί ο ιδιοκτήτης χωρίς να απαιτείται απαραίτητα και να κατευθύνεται η πρόθεση του νομέα σε έννομη κτήση της κυριότητας, ούτε και να έχει αυτός την πεποίθηση ότι έχει κυριότητα. Εκείνος όμως που εξουσιάζει το πράγμα για μια εικοσαετία γίνεται, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, ανεξαρτήτως αν είχε και την πεποίθηση ότι είχε την κυριότητα. 'Ασκηση της νομής επί ακινήτου που οδηγεί στην κτήση της κυριότητας αυτού με χρησικτησία αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πάνω σ' αυτό πράξεις που προσιδιάζουν στην φύση και στον προορισμό του και κατά την αντικειμενική συναλλακτική αντίληψη είναι δηλωτικές εξουσιάσεως τούτου, κατά τρόπο διαρκή και σταθερό, με διάνοια κυρίου.
Τέτοιες δε πράξεις είναι και η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η καλλιέργεια, η παραχώρηση σε τρίτο με ή χωρίς αντάλλαγμα, η φύλαξη, η οριοθέτηση, η καταμέτρηση των διαστάσεών του, η περιτοίχιση και η ανοικοδόμηση, η ένταξή του στην υποβαλλόμενη προς την αρμόδια Δ.Ο.Υ. δήλωση ακίνητης περιουσίας, χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επιμέρους πράξεων μέσα στον χρόνο της χρησικτησίας (Α.Π. 23/2020).
Περί της συνδρομής ή όχι των προαναφερόμενων στοιχείων κρίνει το δικαστήριο, κατά την κοινή αντίληψη, με βάση τα συγκεκριμένα περιστατικά σε κάθε περίπτωση (Α.Π. 416/2020, Α.Π. 401/2018, Α.Π. 379/2015, Α.Π. 138/2015), μόνη δε η σύνταξη συμβολαιογραφικής πράξεως ή άλλων νομικών πράξεων, ή η σύνταξη τοπογραφικών διαγραμμάτων, δεν αποτελεί πράξη νομής, εάν δεν συνδυάζεται και με άλλες εμφανείς πράξεις νομής στο επίδικο (Α.Π. 26/2015).
Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 979 και 980 Α.Κ. σαφώς προκύπτει ότι, ανεξάρτητα αν συντρέχουν οι όροι για την απόκτηση της νομής με κληρονομική ή ειδική διαδοχή (κατά τα άρθρα 976, 977 και 983 του Α.Κ.), αυτή μπορεί, όπως ήδη σημειώθηκε, να αποκτηθεί και κατά τρόπο πρωτότυπο όταν συνυπάρξουν σε κάποιο πρόσωπο τα στοιχεία της φυσικής εξουσιάσεως του πράγματος (κατοχής) και της θελήσεως εξουσιάσεως με διάνοια κυρίου.
Η απόκτηση δε αυτή της νομής μπορεί να γίνει και με αντιπρόσωπο (εκούσιο ή νόμιμο), όταν αυτός αποκτήσει την φυσική εξουσία του πράγματος στο όνομα του αντιπροσωπευόμενου με την θέληση να το κατέχει ως πράγμα τούτου. Επίσης, η νομή που έχει αποκτηθεί μπορεί να ασκείται και με αντιπρόσωπο που έχει την φυσική εξουσία στο όνομα του αντιπροσωπευόμενου (Α.Π. 590/1980).
Οι δημότες όμως του δήμου ή της κοινότητας δεν είναι αντιπροσωπευτικά όργανα αυτών και, συνεπώς, αυτοί (δήμοι ή κοινότητες) δεν μπορούν να χρησιδεσπόσουν με έκτακτη χρησικτησία ακίνητου που βρίσκεται στα διοικητικά τους όρια, επειδή οι δημότες το χρησιμοποιούν ως δρόμο, δεδομένου ότι η χρήση αυτή δεν αποτελεί κατάληψη του πράγματος που οδηγεί σε απόκτηση της νομής για λογαριασμό του δήμου ή της κοινότητας.
Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., που στόχο έχει την διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 Κ.Πολ.Δ.), αλλά και την αρχή της ακροάσεως των διαδίκων (άρθρο 110§2 Κ.Πολ.Δ.), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 561§2 Κ.Πολ.Δ.), είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 13/1995) είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως "πράγματα" οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.Α.Π. 3/1997), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά τον νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως (Ολ.Α.Π. 2/1989), θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (Ολ.Α.Π. 2/2001, Ολ.Α.Π. 12/2000) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (Α.Π. 1266/2011, Α.Π. 881/1988).
Ειδικότερα, αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο εφέσεως ή αναλόγως, κατά το άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ., με τις προτάσεις) και στον δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562§2 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.Α.Π. 43/1990).
Επομένως, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο (Α.Π. 867/1988), αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή (Ολ.Α.Π. 14/2004, Ολ.Α.Π. 2/1989) ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας (Α.Π. 1058/1998) και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό την μορφή λόγου εφέσεως (A.Π. 857/2007, Α.Π. 140/2006, Α.Π. 1274/1994), ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που, σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.
Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό, όμως τον απέρριψε, ρητά ή και σιωπηρά (Α.Π. 1032/2019, Α.Π. 839/2010), για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.Α.Π. 12/1991). Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεώς του που διαρθρώνεται σε τέσσερα, προσδιοριζόμενα ως 2Α, 2Β, 2Γ και 2Δ, σκέλη, ο αναιρεσείων αιτιάται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του παρέλειψε να ερευνήσει την από το άρθρο 1045 Α.Κ.
ένστασή του περί κτήσεως εκ μέρους του της κυριότητας της επίδικης λωρίδας γης με έκτακτη χρησικτησία, δηλαδή με κατοχή αυτής με διάνοια κυρίου κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1983 έως και το έτος 2016, περιορισθέν στο χρονικό διάστημα από τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 1996 έως και το χρονικό σημείο ασκήσεως της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, επιπλέον δε διέλαβε στην απορριπτική του (κατά το μέρος που την έκρινε) διάταξή της ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.
Ισχυρίζεται δε ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για τους ανωτέρω λόγους, υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1, 8 και 19 Κ.Πολ.Δ. . Από την παραδεκτή επισκόπηση όμως του ενδιαφέροντος τμήματος της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι από τις ανωτέρω αιτιάσεις αυτή από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
διατυπώνεται αόριστα ενώ αυτές από τους αριθμούς 1 και 8 του αυτού του Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμες. Συγκεκριμένα, η αιτίαση από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. διατυπώνεται αόριστα, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο ποια επιπλέον των αναφερομένων στην προσβαλλόμενη απόφαση περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται σε αυτή, δηλαδή ποιο στοιχείο αναγκαίο για την επάρκειά τους λείπει, περαιτέρω δε σε τι συνίστανται οι αντιφατικές αιτιολογίες και από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει η αντίθεση.
Επίσης, από την παραδεκτή επισκόπηση της αυτής αποφάσεως προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του και έκρινε την ένσταση αυτή του αναιρεσείοντος από το άρθρο 1045 Α.Κ., απέρριψε δε ρητά αυτήν κατ' ουσίαν. Επιπλέον, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την εν λόγω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, καθόσον δεν συνέτρεχαν οι ως άνω προυποθέσεις εφαρμογής της και ως εκ τούτου είναι αβάσιμος ο από τον αριθ. 1 λόγος αυτός αναίρεσης (δεύτερος) κατά το σχετικό σκέλος του.
Κατά την έννοια του άρθρου 281 A.K., κατά το οποίο η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά τον μεσολαβήσαντα χρόνο ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς να εμποδίζουν κατά νόμον την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού η συμπεριφορά αυτή τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο συνέπειες.
Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του, το ζήτημα δε αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να κρίνεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ασκήσεως του δικαιώματός του.
Η με την άσκηση του δικαιώματος ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε ή η με αυτήν πρόκληση στον υπόχρεο επαχθών, όχι δε κατ' ανάγκην και αφόρητων, συνεπειών, θα πρέπει, με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, να μην είναι ανεκτή, ώστε, μετά και από αντιστάθμισή τους προς το συμφέρον που η άσκηση αυτή εξυπηρετεί, να κρίνεται επιβεβλημένη, προς αποτροπή των επαχθών για τον υπόχρεο συνεπειών, η θυσία του αξιούμενου δικαιώματος (Α.Π. 83/2015, Α.Π. 1854/2007).
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. β' Κ..Πολ..Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς και όχι όταν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.
Ως διδάγματα δε της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, την συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.
Για το ορισμένο του ως άνω λόγου πρέπει να εκτίθενται ποία είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας τα οποία παραβίασε το εφετείο (Α.Π. 855/2019, Α.Π. 660/2019, Α.Π. 1693/2008). Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεώς του που διαρθρώνεται σε τρία σκέλη, προσδιοριζόμενα ως 3Α, 3Β και 3Γ, ο αναιρεσείων μέμφεται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του εσφαλμένα εφήρμοσε την διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., διότι εσφαλμένα στηρίχθηκε στις παραδοχές που αναφέρονται σ' αυτήν (προσβαλλόμενη απόφαση) ενώ, αν είχε στηριχθεί στις παραδοχές που αναφέρονται στο αναιρετήριο, θα κατέληγε σε αντίθετη κρίση και θα έκανε δεκτή την από το ως άνω άρθρο ένστασή του.
Ακόμη, αιτιάται το αυτό δικαστήριο ότι, κατά την υπαγωγή αποδειχθέντων σχετικών πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου του άρθρου 281 Α.Κ., παραβίασε το δίδαγμα της κοινής πείρας, σύμφωνα με το οποίο το παλαιότερο πραγματικό γεγονός προηγείται κατά την αποδεικτική αξιολόγηση του νεότερου τέτοιου, ενώ παραβίασε ομοιοτρόπως και άλλο δίδαγμα της κοινής πείρας σύμφωνα με το οποίο δεν μπορεί να καταλογιστεί εις βάρος του ενιστάμενου με την ανωτέρω ένσταση το γεγονός ότι ο ενάγων αντέδρασε σε βλαπτική για τα συμφέροντά του κατάσταση στρεφόμενος αρχικά όχι κατά του εναγόμενου, αλλά κατά τρίτου προσώπου και συγκεκριμένα του δικαιοπαρόχου του.
Τέλος, ο αναιρεσείων αιτιάται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διότι στην προσβαλλόμενη απόφασή του διέλαβε, για να απορρίψει την ως άνω ένστασή του, αόριστες, ελλιπείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες. Από τις προαναφερόμενες αιτιάσεις αυτή που προβάλλεται με το 3Α σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως αφορά στην εκτίμηση από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αποδεδειγμένων πραγματικών γεγονότων.
Όμως, με την αιτίαση αυτή, υπό το πρόσχημα της παραβιάσεως της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. α' Κ.Πολ.Δ., επιχειρείται να ενεργηθεί αναιρετικός έλεγχος πραγματικών γεγονότων, ο οποίος (αναιρετικός έλεγχος) δεν επιτρέπεται (άρθρο 561§1 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως (τρίτος) κατά το σχετικό σκέλος του είναι απαράδεκτος.
Όμοια κρίση αρμόζει και για το 3Β σκέλος του ίδιου λόγου αναιρέσεως και τούτο διότι τα αναφερόμενα δεν συνιστούν διδάγματα της κοινής πείρας, αλλά επιχειρήματα του αναιρεσείοντος σχετικά με την δέουσα, κατά την εκτίμησή του, αποδεικτική αξιολόγηση πραγματικών γεγονότων. Περαιτέρω, σχετικά με την αντιμετώπιση της από το άρθρο 281 Α.Κ.
ενστάσεως του αναιρεσείοντος εκ μέρους του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, αυτό διέλαβε στην απόφασή του τα εξής: "Τέλος ορθώς απορρίφθηκε από την εκκαλουμένη απόφαση και η προβληθείσα από τον εναγόμενο ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, διότι αφενός από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε η αποδοχή ή άλλως η συναίνεση με οποιονδήποτε τρόπο των εναγόντων για την παραχώρηση του τμήματος της ιδιοκτησίας τους σε κοινή χρήση κι αφετέρου και πολύ περισσότερο από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν συνάγεται η παραίτηση με οποιονδήποτε τρόπο από κάθε είδους δικαίωμά τους που πηγάζει εκ του εμπράγματου δικαιώματος της κυριότητας του επίδικου τμήματος ακινήτου που απέκτησαν ως ανωτέρω.
Τουναντίον αυτοί εξ αρχής μόλις έλαβαν γνώση ότι από το επίδικο τμήμα της ιδιοκτησίας τους διέρχονται ελεύθερα οι κάτοικοι της περιοχής θεωρώντας το ως τμήμα κοινοτικού δρόμου αμέσως αντέδρασαν ασκώντας κατ' επιλογή τους τα νόμιμα δικαιώματα τους κατά των πωλητών - δικαιοπαρόχων τους, όπως προκύπτει από την από 17-12-1996 εξώδικη καταγγελία - γνωστοποίηση προς αυτούς αλλά και την κατάθεση της από 24-6-1997 μήνυσης κατ' αυτών.
Παράλληλα όπως ανωτέρω αποδείχτηκε ο εναγόμενος διά των αρμοδίων εκπροσώπων του τους διαβεβαίωνε ότι αναμενόταν το ρυμοτομικό σχέδιο της περιοχής που θα περιλάμβανε την απαλλοτρίωση της ιδιοκτησίας με την καταβολή ανάλογης αποζημίωσης και προς τούτο σαφώς ανέχονταν την ανεμπόδιστη χρήση της γης τους από τους τρίτους αλλά και τις εργασίες ασφαλτόστρωσης της όλης οδού.
Αυτό όμως σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί σύμφωνα με τα ανωτέρω αδράνεια των εναγόντων επί μακρό χρονικό διάστημα που να οδηγεί δικαιολογημένα στον μέγιστο βαθμό αποδυνάμωσης του δικαιώματός τους, ώστε να στερηθούν το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της ιδιοκτησίας τους. Άλλωστε ούτε αποδείχθηκε ότι προηγήθηκε σχετική και συγκεκριμένη συμπεριφορά των εναγόντων κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την αγορά του ακινήτου έως την άσκηση της αγωγής, διάφορη της ανοχής τους ως ανωτέρω εκτέθηκε, η οποία καθιστά μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του δικαιώματός τους, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ούτε όμως αποδείχτηκε σύμφωνα με τα ανωτέρω ότι υπήρξε έως και σήμερα, μια διαμορφωμένη κατάσταση που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πάρα πολύ χρόνο, η ανατροπή της οποίας θα επέφερε επαχθείς συνέπειες για τον εναγόμενο.".
Με το προσδιοριζόμενο ως 3Γ σκέλος του τρίτου λόγου της αναιρέσεώς του ο αναιρεσείων αιτιάται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι απέρριψε την από το άρθρο 281 Α.Κ. ένστασή του με ελλιπείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Το σκέλος αυτό του τρίτου λόγου αναιρέσεως είναι αβάσιμο, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στην προσβαλλόμενη απόφασή του διέλαβε, πλήρεις, επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες για να απορρίψει κατ' ουσίαν τον από το άρθρο 281 Α.Κ.
αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος. Συγκεκριμένα, ενόψει των όσων παρατέθηκαν ανωτέρω εν συνόλω και περιέχονται στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχτηκε ότι α) ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειβλήτων αντιλήφθηκε την ύπαρξη του γεγονότος της διόδου τρίτων μέσω του ακινήτου του κατά τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 1996 και όχι ενωρίτερα εφόσον το χρονικό σημείο της 02.11.1996 αφορά στην αποτύπωση του μέλλοντος να σκυροστρωθεί τμήματος της οδού, β) η σκυρόστρωση έλαβε χώρα στο τέλος του έτους 1996, γ) ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε διευκρινίσεις από τον τότε Πρόεδρο της Κοινότητας …, ο οποίος υποσχέθηκε είτε την κήρυξη ως απαλλοτριωτέας της επίδικης λωρίδας είτε την εφαρμογή ρυμοτομικού σχεδίου προς τακτοποίηση της εκκρεμότητας, εκδοχές που είχαν δημοσιοποιηθεί, χωρίς να κάνει αναφορά για προΰπαρξη οδού ή για κατάληψη της επίδικης λωρίδας με διάνοια κυρίου εκ μέρους της Κοινότητας από προγενέστερο του τέλους του έτους 1996 χρονικό σημείο, δ) ότι το έτος 2003 διενεργήθηκαν επισκευές του "οδοστρώματος" και ασφαλτόστρωσή του, ότι η επίδικη λωρίδα γης, σχήματος ύψιλον κεφαλαίου (Υ) έχει συνολικό εμβαδόν 119,97 μ2 ενώ το λοιπό τμήμα του κληροτεμαχίου έχει συνολικό εμβαδόν 436,41 μ2 , κατανεμημένο σε τρία ανισομεγέθη τμήματα, μη άρτια και μη οικοδομήσιμα, ε) ότι ισχυρισμός περί κτήσεως της κυριότητας της επίδικης λωρίδας γης με έκτακτη χρησικτησία διατυπώθηκε επισήμως από τον αναιρεσείοντα τον μήνα Ιούλιο του έτους 2016 και στ) ότι η ανατροπή της υφιστάμενης καταστάσεως δεν θα έχει δυσμενείς συνέπειες για τον αναιρεσείοντα, ενώ στους αναιρεσίβλητους η διατήρηση της καταστάσεως αυτής θα σημάνει οριστικά την αδυναμία τους να οικοδομήσουν το ακίνητό τους, το οποίο, όπως ήδη σημειώθηκε, παραχωρήθηκε στον απώτατο δικαιοπάροχό τους από το Ελληνικό Δημόσιο, προφανώς δυνάμει των προβλέψεων του β.δ. 330/15.04.1960, προς αυτοστέγαση.
Επομένως, με βάση τα ως άνω γενόμενα δεκτά και αναφερόμενα σαφώς και επαρκώς πραγματικά περιστατικά δεν συνέτρεχαν οι όροι και οι προϋποθέσεις της ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεως (Α.Κ. 281) που δεν εφαρμόστηκε και, ως εκ τούτου, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει νόμιμη βάση.
Κατά την διάταξη του άρθρου 562§2 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ήτοι από την ανάγνωση μόνο της αποφάσεως, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης και γ) για ισχυρισμό που αφορά την δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει την νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί και, μάλιστα, παραδεκτά και νόμιμα από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που στηρίζει τον συγκεκριμένο λόγο αναιρέσεως, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο εφέσεως ή, ανάλογα, κατά το άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ., με τις προτάσεις) και στον δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις παραπάνω εξαιρέσεις του άρθρου 562§2 Κ.Πολ.Δ..
Εξάλλου, το ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν τον νόμο, όμως, λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρέσεις, την οποία, όμως, εξαίρεση ο αναιρεσείων πρέπει να επικαλεσθεί με την αναίρεσή του (Ολ.Α.Π. 43/1990, Α.Π. 425/2020, Α.Π. 231/2020, Α.Π. 344/2019, Α.Π. 148/2006).
Όπως δε προκύπτει από την ανωτέρω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αφορά όλους τους λόγους αναιρέσεως (Α.Π. 279/2019, Α.Π. 1059/2017). Με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεώς του ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως και, συνεπώς, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., διότι, ενώ δέχεται ότι αυτός (αναιρεσείων) απέβαλε τους αναιρεσίβλητους από τμήμα του ακινήτου τους, εμβαδού 119,97 μ2, και όχι από ολόκληρο το ακίνητό τους, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεσή του κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η κατ' αυτού (αναιρεσείοντος) αγωγή από το άρθρο 1094 Α.Κ.
και είχε διαταχθεί η εκ μέρους αυτού απόδοση της νομής του όλου ακινήτου. Δεν επικαλείται όμως ο αναιρεσείων με το αναιρετήριο, αλλά ούτε και προκύπτει από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561§2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση του δικογράφου της από 01.11.2018 εφέσεως αυτού, ότι ο σχετικός ισχυρισμός αυτού προς θεμελίωση της ως άνω ενστάσεως αυτού από τη διάταξη του άρθρου 1045ΑΚ περί κατοχής από τον ίδιο μόνο του αναφερόμενου τμήματος και όχι του συνόλου του επίδικου ακινήτου, είχε προβληθεί ενώπιον του Εφετείου, από τον τελευταίο, κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο ενώ τα παραπάνω αναφερόμενα δεν εμπίπτουν στις ως άνω εξαιρέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 562 Κ.Πολ.Δ. .
Επομένως, είναι απαράδεκτος ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις. Ακολούθως, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αναίρεση να απορριφθεί στο σύνολό της. Περαιτέρω, ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, κατά τα άρθρα 176, 183, 189§1, 191§2 Κ.Πολ.Δ., μειωμένα κατά το μέτρο του άρθρου 281§2 του ν. 3463/2006 "Κύρωση Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων", όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12.06.2020 αναίρεση κατά της υπ' αριθμ. 35/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, ορίζει δε το ποσό αυτών σε εξακόσια ευρώ (600,00€).
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 17 Δεκεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ