Supreme Court partially allows appeal on juvenile sentencing and mitigation grounds while dismissing procedural second appeal request.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against a conviction for intentional bodily harm, overturning specific rulings on juvenile sentencing and mitigation. The court found that the lower court failed to apply the more lenient provisions of the new Criminal Code regarding offenders aged 18 to 25 and incorrectly rejected arguments regarding statutory mitigation. Consequently, the case was remitted for a new hearing on these specific points while the procedural request for a second appeal was dismissed.
Legislator headnote
AI generatedArticles 133, 84 paragraphs 2a and 2e of the Criminal Code; The Supreme Court must apply the more lenient provisions of the new Criminal Code regarding juvenile offenders aged 18 to 25 and must examine statutory mitigation grounds that were improperly rejected by the lower court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1555 / 2019 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1555/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Διονυσία Μπιτζούνη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ'αριθ.75/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Βασιλική Ηλιοπούλου - Εισηγήτρια, Μαρία Βασδέκη, Πηνελόπη Παρτσαλίδου - Κομνηνού και Στυλιανό Δαρέλλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Απριλίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Παρασκευαϊδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει τις αιτήσεις του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. I. του I., κατοίκου ... και προσωρινά …., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Καλομοίρα Πολυκρέτη, για αναίρεση της υπ'αριθ.81, 82, 83, 84, 85, 86, 87, 88/2018 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αιγαίου. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Δ. Β. του Β., κάτοικο ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αιγαίου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις υπ'αρ. 1/24.12.2018 και 89/3.1.2019 δύο αιτήσεις του αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 47/19.
Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. i) Κατά τη διάταξη του άρθρου 514 εδ. γ` ΚΠΔ, δεν επιτρέπεται δεύτερη αίτηση αναίρεσης κατά της ίδιας απόφασης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, προϋπόθεση για την απαγόρευση άσκησης δεύτερης αίτησης αναίρεσης είναι να έχει προηγηθεί κρίση επί της πρώτης. Στην αντίθετη περίπτωση που η πρώτη εκκρεμεί, παραδεκτώς ασκείται εντός της νόμιμης προθεσμίας δεύτερη αναίρεση, η οποία είναι συμπληρωματική της πρώτης και εξετάζεται με αυτή (ΑΠ 928/2017). ii) Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 465 παρ. 1 και 474 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΚΠΔ (μεταβατική διάταξη 589 παρ.3 του ισχύοντος ΚΠΔ, στον οποίο περιλαμβάνονται όμοια άρθρα με αρ. 466 παρ.1 και 474 παρ.1 ΚΠΔ) προκύπτει ότι , με την επιφύλαξη της διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 473 του ίδιου Κώδικα, το ένδικο μέσο, επομένως και εκείνο της αναίρεσης, ασκείται, εκτός των άλλων, με δήλωση στο γραμματέα του ειρηνοδικείου, στην περιφέρεια του οποίου κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος και ότι σε περίπτωση που ο διάδικος ασκεί το ένδικο μέσο με αντιπρόσωπο, η δήλωση γίνεται στο γραμματέα του ειρηνοδικείου στην περιφέρεια του οποίου κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο αντιπρόσωπος (ΑΠ 158/2003) iii) Στην προκείμενη περίπτωση, κατά της υπ' αρ. 81-88/2018 τελεσίδικης απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αιγαίου, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για την πράξη της βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης και καταδικάσθηκε σε ποινή κάθειρξης 8 ετών, ασκήθηκαν από αυτόν νομότυπα και εμπρόθεσμα δύο αιτήσεις αναίρεσης και δη :
α) η υπ' αρ. 1/24-12-2018 ενώπιον της γραμματέα του ειρηνοδικείου Νάξου, στην περιφέρεια του οποίου κατοικεί η αντιπρόσωπος του αναιρεσείοντος (474 παρ. 1 εδ.α'ΚΠΔ) και β) η υπ' αρ. πρωτ. 89/3-1-2019 αίτηση -δήλωση προς την Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (473 παρ. 2 ΚΠΔ), η οποία, εφόσον δεν έχει προηγηθεί κρίση για την πρώτη, πρέπει, ως συμπληρωματική της πρώτης, να εξετασθεί με αυτήν κατ' ουσίαν.
ΙΙ. i) Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 320 και 321 ΚΠΔ προκύπτει, ότι ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικαστεί με επίδοση σ' αυτόν εγγράφου, που περιέχει ακριβή καθορισμό της πράξης, για την οποία κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει, ώστε να μπορεί να προετοιμάσει την υπεράσπισή του.
Αν το κλητήριο θέσπισμα δεν περιέχει τα στοιχεία αυτά, είναι άκυρο, σύμφωνα με το άρθρο 321 παρ. 4 του ίδιου Κώδικα. Η ακυρότητα όμως αυτή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 1, 173 παρ. 1 και 174 ΚΠΔ, είναι σχετική και καλύπτεται, αν εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη εμφανιστεί και δεν προβάλει αντιρρήσεις στην πρόοδο της δίκης.
Αν ο κατηγορούμενος δεν παραστεί κατά την πρωτοβάθμια δίκη, τότε η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, η οποία συνεπιφέρει αναγκαίως ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και της καταδικαστικής απόφασης που θα εκδοθεί (άρθρο 175 ΚΠΔ), δεν καλύπτεται και μπορεί να προταθεί μόνο με λόγο έφεσης κατά της εκκλητής απόφασης, ώστε να κριθεί από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, κατά το άρθρ. 502 παρ. 2 ΚΠΔ, σε κάθε περίπτωση έχει εξουσία να κρίνει μόνο για εκείνα τα μέρη της πρωτόδικης απόφασης, στα οποία αναφέρονται οι προβαλλόμενοι στην έφεση λόγοι .
Εφόσον η εν λόγω ακυρότητα δεν προταθεί ως λόγος έφεσης καλύπτεται (ΑΠ 1027/2016). ii) Στην προκείμενη περίπτωση, από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα πρακτικά της πρωτοβάθμιας, υπ'αρ. 88-96/2017, απόφασης του ΜΟΔ …., προκύπτει ότι ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου αυτού δικαστηρίου και δικάσθηκε ερήμην.
Κατά της εν λόγω καταδικαστικής απόφασης άσκησε την υπ' αρ. 1/2018 έφεσή του, στην οποία όμως δεν διαλαμβάνεται ειδικός λόγος περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος. Στη συνέχεια, κατά την εκδίκαση της έφεσης ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ο εκκαλών και ήδη αναιρεσείων, για πρώτη φορά πρόβαλε την ένσταση της ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος.
Εφόσον όμως η ενδεχόμενη σχετική ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος καλύφθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, με τη μη προβολή της στην έκθεση έφεσης με ειδικό λόγο έφεσης, είναι απαράδεκτη η προβολή της ενώπιον του Εφετείου, το οποίο δεν είχε υποχρέωση να ερευνήσει τον ισχυρισμό αυτό.
Συνεπώς είναι αβάσιμος ο σχετικός εκ του άρθρου 510 παρ.1 Δ' και H ΚΠΔ λόγος αναίρεσης και ως εκ τούτου απορριπτέος.
ΙΙΙ. Ο πρώτος λόγος αναίρεσης περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας (510 παρ. 1 Α'ΚΠΔ) λόγω παράνομης παράστασης του πολιτικώς ενάγοντος, επειδή δεν προσκομίσθηκε το προβλεπόμενο παράβολο, στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας και της προσβαλλόμενης απόφασης, ο πολιτικώς ενάγων, δυνάμει των πράξεων 141/2016 της Προέδρου Πρωτοδικών Σύρου και 41/2018 της Προέδρου Εφετών Αιγαίου, είναι δικαούχος νομικής βοήθειας κατά το άρθρο 1 του ν.3226/2004 και συνεπώς απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής παραβόλου, ανεξαρτήτως του ότι η παράσταση πολιτικής αγωγής δεν είναι άκυρη, για τον επικαλούμενο από τον αναιρεσείοντα λόγο, καθόσον, σύμφωνα με το άρθρο 172 του προισχύσαντος κώδικα ποινικής δικονομίας, υπό το καθεστώς του οποίου ενεργήθηκε η πράξη της ποινικής διαδικασίας που προσβάλλεται με ακυρότητα (590 παρ.1 ΚΠΔ ) "Αν δικαστής ή οποιοσδήποτε δημόσιος υπάλληλος που εκτελεί καθήκοντα στην ποινική διαδικασία συντάξει ή δεχτεί παραβαίνοντας το νόμο έγγραφο που δεν έχει ή έχει ελλιπές το τέλος ή το ένσημο που επιβάλλεται από το νόμο, η ποινική διαδικασία δεν είναι άκυρη, ούτε η πολιτική αγωγή που ασκήθηκε σ` αυτήν..."
IV. i) Κατά τις διατάξεις του άρθρου 310 του ΠΚ , όποιος επιδίωξε την πρόκληση σε άλλον βαριάς σωματικής βλάβης τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών (παρ. 3), υπάρχει δε βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση ιδίως αν η πράξη προξένησε στον παθόντα κίνδυνο ζωής ή βαριά και μακροχρόνια αρρώστια ή σοβαρό ακρωτηριασμό ή αν τον εμπόδισε σημαντικά και για πολύ χρόνο να χρησιμοποιεί το σώμα ή τη διάνοιά του (παρ. 2).
Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης της κακουργηματικής μορφής της βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης (άρ. 310 παρ.3 ΠΚ), απαιτείται ο δράστης να επιδίωκε την πραγμάτωση της βαριάς σωματικής βλάβης, δηλαδή να είχε άμεσο δόλο, να σκόπευε στην επέλευση αυτού αποτελέσματος.( ΑΠ 569/2015) ii) Kατά το άρθρο 22 του ΠΚ: "1.
Δεν είναι άδικη η πράξη που τελείται σε περίπτωση άμυνας. 2. Άμυνα είναι η αναγκαία προβολή του επιτιθέμενου στην οποία προβαίνει το άτομο, για να υπερασπισθεί τον εαυτό του ή άλλον από άδικη και παρούσα επίθεση που στρέφεται εναντίον τους. 3. Το αναγκαίο μέτρο της άμυνας κρίνεται από το βαθμό επικινδυνότητας της επίθεσης, από το είδος της βλάβης που απειλούσε, από τον τρόπο και την ένταση της επίθεσης και από τις λοιπές περιστάσεις''.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για να υπάρξει άμυνα, η οποία αποτελεί λόγο που αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης, απαιτείται: α) άδικη επίθεση, δηλαδή επίθεση, συνιστάμενη σε ανθρώπινη ενέργεια, με την οποία εκτίθεται σε κίνδυνο έννομο αγαθό ορισμένου προσώπου, η οποία αντικειμενικά αντιφάσκει προς το δίκαιο, β) η επίθεση να είναι παρούσα και ως τέτοια θεωρείται εκείνη που έχει αρχίσει να πραγματοποιείται και να εξακολουθεί, καθώς και όταν αμέσως και ασφαλώς επίκειται η πραγμάτωσή της, όπως όταν βασίμως και δικαιολογημένα μπορεί κάποιος να φοβάται άμεση έναρξη επιθετικής ενέργειας και γ) η προσβολή του επιτιθέμενου να είναι αναγκαία προς υπεράσπιση του ατόμου που εκτίθεται στον κίνδυνο της επίθεσης.
Συντρεχόντων δε των ανωτέρω όρων της κατάστασης άμυνας, ο υφιστάμενος την επίθεση ή οποιοσδήποτε τρίτος δικαιούται προς απόκρουση αυτής να προσβάλει οποιοδήποτε αγαθό του επιτιθεμένου, όπως την προσωπική ελευθερία, την ιδιοκτησία ή ακόμη και τη ζωή του, αρκεί μόνο κατά την εν λόγω απόκρουση της επίθεσης να μην υπερβεί τα όρια, που ορίζονται από τη διάταξη της παραγράφου 3 του ανωτέρω άρθρου, σύμφωνα με την οποία το αναγκαίο μέτρο της άμυνας κρίνεται από το βαθμό επικινδυνότητας της επίθεσης, από το είδος της βλάβης που απειλείται, από τον τρόπο και την ένταση της επίθεσης και τις λοιπές περιστάσεις (ΑΠ 702/2016 )
V. i) Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των αποδειχθέντων περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αρκεί, όμως, η επανάληψη της διατύπωσης του νόμου για την αιτιολογία, η πληρότητα της οποίας εξασφαλίζεται όταν υφίσταται αναφορά στα αποδεικτικά μέσα που δέχθηκε το Δικαστήριο ως αληθή για να καταλήξει στην κρίση του με βάση συγκεκριμένους συλλογισμούς για κάθε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή για τη έκβαση της δίκης .
Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ'αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικές συνθήκες τέλεσής του , διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή που προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός εάν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), όπως π.χ στην ψευδορκία, ή η επιδίωξη ορισμένου σκοπού περαιτέρω (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), οπότε η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως (ΑΠ 290/2016).
Τέλος, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων ή η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. ii) H απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία αλλά να εκτείνεται και στους ισχυρισμούς που τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή στη μείωση της ποινής, Τέτοιος ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και αυτός περί άμυνας , κατ' άρθρο 22 ΠΚ.
VI. Στην προκείμενη περίπτωση, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αιγαίου, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα ειδικώς αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα εξής : "Τη νύκτα της 18 Ιουλίου έτους 2014, ο πολιτικώς ενάγων Δ. Β. βρισκόταν σε εκδήλωση διασκέδασης (νυκτερινό υπαίθριο πάρτυ) που λάμβανε χώρα στον … της παραλίας του ...
της νήσου ..., μαζί με φιλικά του πρόσωπα, μεταξύ των οποίων η Δ. Φ., η Κ. Φ., ο Δ. Α. και δύο ετέρες κοπέλες, αμφότερες με το όνομα Ε. Φ.. Κατά τις πρώτες πρωινές ώρες, εμφανίστηκε στο σημείο εκείνο ο κατηγορούμενος, ο οποίος άρχισε να ενοχλεί λεκτικά τις κοπέλες της παρέας του πολιτικώς ενάγοντα και συγκεκριμένα αφού κοίταξε τη Δ.
Φ. για χρονικό διάστημα ενός πεντάλεπτου περίπου, τη ρώτησε αν ήθελε λεμόνι στο ποτό της, ερώτηση που προκάλεσε απορία τόσο στην ίδια όσο και στον Δ. Α., πλην όμως δεν έδωσαν σε αυτό κάποια σημασία, καθόσον ο κατηγορούμενος ήταν εμφανώς σε κατάσταση μέθης. Αργότερα, ο κατηγορούμενος έπιασε το Δ. Α. από το λαιμό λέγοντας του "Ξέρεις ποιος είμαι εγώ;", ο οποίος του είπε τη φράση "ώπα, χαλάρωσε", ενώ τα λοιπά μέλη της παρέας είχαν σαστίσει.
Κατά τη στιγμή εκείνη επενέβη η Δ. Φ., παρακαλώντας ευγενώς τον κατηγορούμενο να πάει πιο πέρα, οπότε ο κατηγορούμενος άφησε τον Δ. Α., αποκρινόμενος ότι "θα πάω γιατί είσαι πολύ όμορφη". Έπειτα από λίγο ο κατηγορούμενος ξαναπλησίασε την Δ. Φ., ρίχνοντας το περιεχόμενο του ποτού του επάνω στο δεξί πόδι της, χωρίς όμως η τελευταία να αντιδράσει, θεωρώντας ότι αυτός ήταν μεθυσμένος και επέστρεψε στην παρέα της, από την οποία είχε απομακρυνθεί λίγο γιατί έτρωγε.
Ο κατηγορούμενος όμως ξαναπροσέγγισε την παρέα της, προσπαθώντας να ακουμπήσει τη Δ. Φ. ερωτικά, οπότε ο Δ. Α. έβαλε το χέρι του στον ώμο της, κάνοντας νόημα στον κατηγορούμενο ότι είναι ζευγάρι και να φύγει. Ο κατηγορούμενος, όμως, προκαλούσε έντονη ενόχληση και στην ανήλικη εξαδέλφη της Δ. Φ., Κ. Φ., αλλά και στην αδελφή της Ε.
Φ., στην οποία μάλιστα είτε της ζητούσε, είτε της πρόσφερε κοκαΐνη. Εν συνεχεία η Δ. Φ. αποχώρησε με τον Δ. Α.. Καθ' όλη τη διάρκεια των ανωτέρω περιστατικών δεν δημιουργήθηκε οποιαδήποτε προστριβή μεταξύ του πολιτικώς ενάγοντος και του κατηγορουμένου και η μόνη επαφή που είχαν ήταν η παρότρυνση του πολιτικώς ενάγοντος προς τον τελευταίο να φύγει, διότι ενοχλούσε έντονα τις κοπέλες της παρέας του.
Όταν τέλειωσε η διασκέδαση της παρέας του πολιτικώς ενάγοντος και ο τελευταίος αποχώρησε από την ανωτέρω περιοχή ….ς προς την παραλία της ..., με τα πόδια, όντας μόνος του και έχοντας καταναλώσει μεγάλη ποσότητα αλκοόλ, δέχθηκε ένα δυνατό σπρώξιμο στο πίσω μέρος του σώματος του από τον κατηγορούμενο με αποτέλεσμα να πέσει στο έδαφος, ενώ ακολούθως ο κατηγορούμενος τον κλώτσησε στο πρόσωπο, οπότε ο πολιτικώς ενάγων απώλεσε τις αισθήσεις του.
Η Ε. Κ., η οποία υπήρξε συμμαθήτρια του πολιτικώς ενάγοντος και διοργανώτρια της εκδήλωσης, επιστρέφοντας στον τόπο της εκδήλωσης με το Ν. Σ. από την αμμουδιά της παραλίας προς το μέρος που λάμβανε χώρα η εκδήλωση, είδε τον κατηγορούμενο να βρίσκεται πάνω από τον πολιτικώς ενάγοντα, ο οποίος ήταν αναίσθητος και δεν προέβαλε οποιαδήποτε αντίσταση, χτυπώντας αυτόν ανελέητα με τα χέρια και τα πόδια του στο πρόσωπο και στο σώμα, εκφράζοντας η ίδια την εντύπωση της ότι ο κατηγορούμενος κρατούσε στο χέρι του μία σιδερογροθιά.
Ο κατηγορούμενος αντιληφθείς την παρουσία τους προσπάθησε να απομακρυνθεί, πλην όμως ο Κ. Κ. μαζί με το Ν. Σ. τον πρόλαβαν, τον ακινητοποίησαν και τον κράτησαν εκεί έως ότου ήρθε η αστυνομία, την οποία εν τω μεταξύ είχαν ειδοποιήσει .Ο πολιτικώς ενάγων ήταν γεμάτος αίματα και δεν αντιδρούσε και αφού προσπάθησαν να τον συνεφέρουν χωρίς αποτέλεσμα, αλλά έδειξε να ξυπνάει βγάζοντας από το στόμα τους αφρούς και αίμα, κάλεσαν τις πρώτες βοήθειες.
Ο πολιτικώς ενάγων μεταφέρθηκε στο Κέντρο Υγείας …., όπου διαπιστώθηκε ότι έφερε κάκωση αριστερού οφθαλμού, ήταν σε ημικωματώδη κατάσταση με δύσκολη αφύπνιση και αιμάτωμα αριστερού κόγχου, αριστερού βλεφάρου, είχε δε τροφώδεις εμετούς. Από τον έλεγχο στον οποίο υπεβλήθη διαπιστώθηκε κάταγμα στο κογχικό πέταλο του ηθμοειδούς και το έσω τοίχωμα του αριστερού ιγμορειου άντρου με υπερπυκνή συλλογή (αίμα) στον οφθαλμικό κόγχο και αιμορραγικά στοιχεία στον πρόσθιο και οπίσθιο θάλαμο του οφθαλμού και συνεστήθη διακομιδή του σε εφημερεύον νοσοκομείο των ….
λόγω σοβαρής οφθαλμικής βλάβης. Σύμφωνα με την υπ' αριθμό πρωτοκόλλου 1699/258/24-07-2014 ιατροδικαστική έκθεση που συνέταξε η ιατροδικαστής της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Πειραιά Δ. Τ., ο πολιτικώς ενάγων υπέστη ρήξη βολβού αριστερού οφθαλμού και κάταγμα κογχικού πετάλου του ηθμοειδούς οστού αριστερά και του έσω τοιχώματος του αριστερού ιγμορείου άντρου και υπεβλήθη σε εξόρυξη οφθαλμικού βολβού χωρίς εμφύτευμα.
Ως συμπέρασμα της ίδιας εκθέσεως αναφέρεται ότι πρόκειται για βαριά σωματική βλάβη συμβατή με κακώσεις από θλών όργανο και ο χρόνος αποθεραπείας θα εξαρτηθεί από τη δυνατότητα αποκατάστασης της βλάβης, την οποία θα εκτιμήσουν οι θεράποντες ιατροί. Από τα ανωτέρω εκτεθέντα προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος προκάλεσε στον πολιτικώς ενάγοντα βαριά σωματική βλάβη, συνιστάμενη στην απώλεια του αριστερού οφθαλμού του αλλά και κίνδυνο της ζωής του εξαιτίας της κωματώδους κατάστασης στην οποία περιήλθε.
Τη βαριά αυτή σωματική βλάβη επεδίωκε ο κατηγορούμενος να προκαλέσει, αφού επιτέθηκε στον πολιτικώς ενάγοντα ρίχνοντας αυτόν κάτω και αφού τον κλώτσησε στο πρόσωπο και ο τελευταίος απώλεσε τις αισθήσεις του, εξακολούθησε να επιφέρει σε αυτόν χτυπήματα στο πρόσωπο και στο σώμα του, παρά το ότι ήταν αδύνατο να αντιδράσει και να αντισταθεί.
Ενόψει των προεκτεθέντων οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου ότι βρισκόταν σε άμυνα και ότι ωθήθηκε στην πράξη από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος (αρ 84 παρ. 2γ ΠΚ) και υπό την επίδραση σοβαρής απειλής για τη ζωή του δεχόμενος απρόκλητη επίθεση από τον πολιτικώς ενάγοντα (αρ. 84 παρ2β ΠΚ) κρίνονται αβάσιμοι και απορριπτέοι, δεδομένου ότι από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα ουδόλως προέκυψε οποιαδήποτε επίθεση ή επιθετική συμπεριφορά του πολιτικώς ενάγοντα σε βάρος του κατηγορουμένου.
Επομένως, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σε αυτόν άδικης πράξεως, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.- Στη συνέχεια κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι: "Στην περιοχή … της παραλίας του ... στη ... του Νομού …., στις 18-7-2014 και περί ώρα 05:15, τέλεσε με πρόθεση έγκλημα, που προβλέπεται και τιμωρείται από το νόμο με στερητική της ελευθερίας ποινή.
Ειδικότερα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο ο κατηγορούμενος, με πρόθεση προξένησε τη βαριά σωματική πάθηση του παθόντος, το αποτέλεσμα δε αυτό που προξένησε το επιδίωκε. Συγκεκριμένα, αφού ο ανωτέρω κατηγορούμενος ανέβηκε πάνω στο σώμα του παθόντος Δ. Β. του Β., ο οποίος ήταν ξαπλωμένος στην άμμο και δεν μπορούσε να φέρει οποιαδήποτε αντίδραση, όντας υπό την επίδραση μεγάλης ποσότητας αλκοόλ, που είχε καταναλώσει επιδιώκοντας να του προξενήσει βαριά σωματική βλάβη, κατάφερε σε αυτόν πολλαπλά χτυπήματα με τα χέρια στο πρόσωπο, στα πλευρά και στο στομάχι, ενώ στη συνέχεια, αφού σηκώθηκε όρθιος ο ανωτέρω παθών, ο κατηγορούμενος κατάφερε σε αυτόν πολλαπλά κτυπήματα και με τα πόδια σε όλο του το σώμα ακόμη και στο κεφάλι, από τα οποία κτυπήματα τόσο με τα χέρια όσο και με τα πόδια προξένησε σε αυτόν σοβαρή οφθαλμολογική βλάβη και δη κάταγμα στο κογχικό πέταλο του ηθμοειδούς οστού και το έσω τοίχωμα του αριστερού ιγμορείου και αιμάτωμα αριστερού κόγχου και αριστερού βλεφάρου, συνεπεία των οποίων ο ανωτέρω παθών περιήλθε σε ημικωματώδη κατάσταση και σε ανάγκη άμεσης διακομιδής σε εφημερεύον νοσοκομείο των …, στο οποίο διακομίστηκε από το Γενικό Νοσοκομείο - Κέντρο Υγείας …, όπου και διακομίστηκε την ίδια ημέρα."
VII. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως το σκεπτικό και το διατακτικό της αλληλοσυμπληρώνονται, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της χρήσης πλαστού εγγράφου, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τις αποδείξεις, από τις οποίες δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, και τους νομικούς συλλογισμούς υπαγωγής αυτών στην ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27 παρ.2 και 310 παρ. 3-2 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή δηλαδή ή ασαφή ή αντιφατική αιτιολογία, και έτσι δεν στέρησε αυτήν νόμιμης βάσης.
Οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες. Ειδικότερα: α) στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται αναφορά και σε όλα αλλά και στα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα που οδήγησαν το Δικαστήριο στην περί ενοχής κρίση του και το Δικαστήριο έλαβε υπόψη τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων και όχι ορισμένων μόνο.
β) εξειδικεύεται σε τί συνίσταται η βαριά σωματική βλάβη που υπέστη ο παθών και ότι αυτή προήλθε από τα χτυπήματα του κατηγορούμενου, αιτιολογείται δε η επιδίωξη του κατηγορούμενου να προξενήσει αυτήν. γ) με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απορρίφθηκε ως αβάσιμος ο ισχυρισμός περί άμυνας, κρίση στην οποία εμπεριέχεται αυτονόητα και απόρριψη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος για υπέρβαση των ορίων της άμυνας συνεπεία φόβου και ταραχής, καθόσον, όταν δεν υπάρχει άμυνα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για υπέρβαση των ορίων αυτής.
Ειδικότερα, το Δικαστήριο σαφώς δέχθηκε ότι δεν έλαβε χώρα οποιαδήποτε επίθεση ή επιθετική συμπεριφορά από τον παθόντα σε βάρος του κατηγορουμένου αλλά ότι ο κατηγορούμενος είναι αυτός που επιτέθηκε απρόκλητα στον παθόντα, ενώ αυτός είχε αποχωρήσει από το χώρο διασκέδασης και, μολονότι τον έριξε κάτω και από το κτύπημα που του κατάφερε ο τελευταίος είχε χάσει τις αισθήσεις του και ήταν αδύνατο να αντιδράσει και να αντισταθεί, συνέχισε να τον χτυπά στο πρόσωπο και το σώμα του.
δ) οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντα πλήττουν απαραδέκτως, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Συνεπώς είναι αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ.1 Δ' και Ε' σχετικοί λόγοι αναίρεσης και ως εκ τούτου απορριπτέοι.
Τέλος αβάσιμες είναι οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι προβλήθηκαν αντιρρήσεις της συνηγόρου του σε ανάγνωση κατάθεσης μάρτυρα, ότι αυτή δεν συντάχθηκε με την πρόταση του Εισαγγελέα για τα έξοδα και ότι δεν αναγνώσθηκε η έφεση , αφού από τα πρακτικά της δίκης, που δεν προσβλήθηκαν για πλαστότητα (141 παρ.3 ΚΠΔ), προκύπτει το αντίθετο.
VII. i) Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του κυρωθέντος με το ν.4619/2019 και ισχύοντος από 1-7-2019 (άρθρο δεύτερο του ν.4619/19 ) Ποινικού Κώδικα "Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, επιεικέστερος είναι ο νόμος που στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση και όχι αφηρημένα οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου αυτό δε που ενδιαφέρει δεν είναι εάν ο νόμος στο σύνολό του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο αλλά εάν περιέχει διατάξεις που είναι επιεικέστερες γι' αυτόν και δεν αποκλείεται στη συγκεκριμένη περίπτωση να εφαρμοσθεί εν μέρει ο προηγούμενος νόμος και εν μέρει ο νεότερος νόμος, με επιλογή των ευμενέστερων διατάξεων καθενός από αυτούς και έτσι να εφαρμόζεται αφενός ένας νόμος ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αφετέρου άλλος νόμος ως προς την απειλούμενη ποινή.
ii) Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 514 και 511 εδ. τελ.ΚΠΔ προκύπτει ότι στην περίπτωση που μετά την δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης μεταβλήθηκε το νομοθετικό καθεστώς, όσον αφορά τα στοιχεία της αξιόποινης πράξης ή και την προβλεπόμενη ποινή, κύρια ή παρεπόμενη, ο Άρειος Πάγος εφαρμόζει και αυτεπάγγελτα, κατ' άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, το νόμο που ίσχυε από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκαση της και περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, ανεξάρτητα από την εμφάνιση ή μη του κατηγορουμένου κατά τη συζήτηση της τελευταίας (ΑΠ 130/2017). IX. Α) Ισχυρισμοί, για την απόρριψη των οποίων απαιτείται, όπως προαναφέρθηκε, η κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης, είναι και ο από το άρθρο 133 ΠΚ ισχυρισμός του κατηγορουμένου για τους νεαρούς ενήλικες δράστες και αυτός περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περίστασης από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 Π.Κ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου κώδικα, ποινής.
Β) Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, κατά την άνω διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, μεταξύ άλλων και : i) η υπό στοιχείο β' ότι, δηλ, ο υπαίτιος ωθήθηκε στην πράξη του από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής ή υπό την επιβολή του προσώπου, στο οποίο αυτός οφείλει υπακοή ή με το οποίο βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης Η ελαφρυντική αυτή περίσταση θεμελιώνεται είτε στην ψυχολογική σχέση του δράστη της αξιόποινης πράξης με τρίτο πρόσωπο (τρεις τελευταίες υποπεριπτώσεις), είτε στην κακοβουλία (ταπεινά αίτια), είτε στην άσχημη οικονομική κατάσταση του υπαιτίου (μεγάλη ένδεια). (ΑΠ 6/2017). ii) η υπό στοιχείο γ' ήτοι '' ότι στην πράξη του ωθήθηκε από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος ή παρασύρθηκε από οργή ή βίαιη θλίψη που του προκάλεσε άδικη εναντίον του πράξη'' Η ελαφρυντική αυτή περίσταση βρίσκει εφαρμογή εκεί όπου το άμεσο ή τουλάχιστον το αποφασιστικό κίνητρο της πράξης υπήρξε ακριβώς η ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος, που μπορεί να συνίσταται σε προκλητική, χλευαστική, απρεπή κλπ.
συμπεριφορά, χωρίς την οποία ο δράστης δεν θα ενεργούσε. (ΑΠ 380/2016). Επίσης, το συναίσθημα οργής ή βίαιης θλίψης πρέπει να προκλήθηκε από άδικη πράξη που στρέφεται εναντίον του δράστη, η οποία όμως πρέπει σε κάθε περίπτωση να συνδέεται με τη συμπεριφορά του παθόντος. iii) η υπό στοιχείο ε', ήτοι το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικό μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του.
Για την αναγνώριση της ελαφρυντικής αυτής περίστασης απαιτείται απόδειξη θετικής ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς του υπαιτίου, με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την τέλεση της αξιόποινης πράξης, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών της πράξης του και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης (ΑΠ 1176/2017) X.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, η συνήγορος του κατηγορουμένου ζήτησε: "Α] να επιβληθεί μειωμένη ποινή κατ' άρθρο 133 ΠΚ καθόσον κατηγορούμενος κατά την τέλεση του αδικήματος διήγε το 20 έτος της ηλικίας του. Και Β] να αναγνωριστούν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, όλες οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ και ειδικότερα: 'α) η υπό στ.
α'περίσταση β) ότι οδηγήθηκε στην πράξη υπό την επίδραση σοβαρής απειλής για την ζωή του, δεχόμενος απρόκλητη επίθεση από τον πολιτικώς ενάγοντα (άρθρο 84 παρ. 2β ΠΚ). γ) ότι οδηγήθηκε στην πράξη του λόγω της αμέσως προηγηθείσας ανάρμοστης συμπεριφοράς του πολιτικώς ενάγοντα, όπως αυτή περιγράφεται (άρθρο 84 παρ.2γ ΠΚ).
Και δ) Συμπεριφέρθηκε καλά για τέσσερα έτη, απέκτησε παιδί, εργάζεται ανελλιπώς και δεν έχει δημιουργήσει κανένα πρόβλημα στην κοινωνία (άρθρο 84 παρ. 2ε ΠΚ)".
Το δικαστήριο απέρριψε τους ανωτέρω ισχυρισμούς. Ειδικότερα Α) αναφορικά με τους ισχυρισμούς για τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2 β και γ ΠΚ, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπερισταωμένη αιτιολογία, καθόσον δέχθηκε σαφώς, σύμφωνα και με το προπαρατεθέν σκεπτικό, ότι δεν έλαβε χώρα από τον παθόντα οποιαδήποτε απρόκλητη επίθεση ή ανάρμοστη συμπεριφορά και δεν υπήρξε καμία απειλή για τη ζωή του κατηγορουμένου αντίθετα ο κατηγορούμενος είναι αυτός που είχε παρενοχλήσει την παρέα του παθόντα και επιτέθηκε σε αυτόν απρόκλητα.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 Δ ΚΠΔ σχετικός λόγος αναίρεσης.
Β) αναφορικά με την ελαφρυντική περίσταση ε', το Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό περί συνδρομής της, με την ανεπαρκή αιτιολογία ότι ουδόλως αποδείχθηκε "ότι συμπεριφέρθηκε καλά για μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του", δηλ. απλώς επανέλαβε αρνητικά τη διάταξη του νόμου, υποπίπτοντας έτσι στην εκ του άρθρου 510 παρ.1 Δ ΚΠΔ πλημμέλεια .
Γ) Αναφορικά με τους ισχυρισμούς περί συνδρομής της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 α' ΠΚ και περί εφαρμογής του άρθρου 133 ΠΚ συντρέχει περίπτωση εφαρμογής αυτεπαγγέλτως, κατά το άρθρα 2 παρ. 1 ΠΚ και 511 εδ. γ' ΚΠΔ, των επιεικέστερων διατάξεων των αντίστοιχων άρθρων του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ. Ειδικότερα : i) Κατά τη διάταξη του άρθρου 84 παρ.2α ΠΚ του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ, η ελαφρυντική αυτή περίσταση συνίσταται στο "ότι ο υπαίτιος έζησε σύννομα ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα, περίσταση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρό πλημμέλημα".
Κριτήριο για τη συνδρομή της ελαφρυντικής αυτής περίστασης είναι η σύννομη ζωή του υπαιτίου, που υπάρχει όταν αυτός δεν έχει διαπράξει αξιόποινη πράξη, παραβιάζοντας επιτακτικούς ή απαγορευτικούς κανόνες δικαίου, του λευκού ποινικού μητρώου μη όντος του μόνου αποδεικτικού στοιχείου για την κατάφαση της περίστασης αυτής, του δικαστού δυναμένου να κρίνει στα πλαίσια που ορίζονται από το άρθρο 178 του ΚΠοινΔ.
Για την ύπαρξή της δε δεν ελέγχεται πλέον η προηγούμενη ατομική και οικογενειακή ζωή του. Η διάταξη αυτή είναι ευμενέστερη της αντίστοιχης προϊσχύασας διάταξης, που όριζε ότι η υπό στοιχείο α' ελαφρυντική περίσταση συνίσταται στο " ότι ο υπαίτιος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή", αφού με τη νέα διάταξη υιοθετήθηκε το δεκτικό βεβαίωσης κριτήριο της "νόμιμης" ζωής έναντι του απροσδιόριστου κριτηρίου της "έντιμης" ζωή, που απαιτούνταν από την προϊσχύασα διάταξη και δεν ελέγχεται πλέον η κατά το Σύνταγμα "απαραβίαστη" προηγούμενη ατομική και οικογενειακή ζωή του υπαιτίου ii) Κατά το άρθρο 133 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ για τους νεαρούς ενήλικες "Όταν ο δράστης κατά τον χρόνο τέλεσης αξιόποινης πράξης δεν έχει συμπληρώσει το εικοστό πέμπτο έτος της ηλικίας του, το δικαστήριο μπορεί:
α) να διατάξει τον περιορισμό του σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων (άρθρο 54), εφόσον κρίνει ότι η τέλεση της πράξης οφείλεται στην ελλιπή ανάπτυξη της προσωπικότητάς του, λόγω της νεαρής ηλικίας και ότι ο περιορισμός αυτός θα είναι αρκετός για να αποφευχθεί η τέλεση άλλων εγκλημάτων, ή β) να επιβάλει μειωμένη ποινή (άρθρο 83).
Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται η διάταξη της παρ. 3 εδ. β` του άρθρου 130." Η διάταξη αυτή του νέου ΠΚ είναι ευμενέστερη της αντίστοιχης προϊσχύσασας διάταξης που όριζε ότι "Το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83) σε όποιον, κατά το χρόνο που τέλεσε αξιόποινη πράξη, είχε συμπληρώσει το δέκατο όγδοο, όχι όμως και το εικοστό πρώτο έτος της ηλικίας του.
Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 130.". Τούτο διότι, πέραν της αύξησης του ηλικιακού ορίου, ώστε πλέον νεαροί ενήλικες για ην εφαρμογή της διάταξης αυτής να θεωρούνται άτομα από 18 μέχρι 25 ετών, προβλέπεται ευνοϊκότερη ποινική μεταχείριση, αφού προβλέπεται ότι το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει γι αυτούς, όπως για τους ανήλικους, περιορισμό σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων και όχι άλλη ποινή στερητική της ελευθερίας.
XI. Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει: Α) να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ενμέρει και δη: α) κατ' εφαρμογή αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο των προαναφερθεισών επιεικέστερων διατάξεων ( σκέψη υπό στοιχ. VIII, X- Γ ii, ii), ως προς τις διατάξεις της για την απόρριψη των ισχυρισμών περί της συνδρομής της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2α ΠΚ (παρελκούσης της έρευνας του σχετικού λόγου περί μη ανάγνωσης του ποινικού μητρώου που συνδέεται με αυτό το ελαφρυντικό ) και περί της εφαρμογής του άρθρου 133 ΠΚ , β) κατά παραδοχή του εκ του άρθρου 510 παρ.1 Δ' ΚΠΔ λόγου αναίρεσης, ως προς τη διάταξή της για την απόρριψη του ισχυρισμού περί συνδρομής της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2ε' ΠΚ.
Β) να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως, (άρθρο 519 ΚΠΔ ), ενώ κατά τα λοιπά πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αρ. 81-88/2018 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αιγαίου ως προς τις διατάξεις της περί απόρριψης των ισχυρισμών από το άρθρο 133 ΠΚ και περί συνδρομής των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2α και ε ΠΚ.
Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς το αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά τις αιτήσεις του I. A. του Ι. για αναίρεση της ανωτέρω απόφασης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Σεπτεμβρίου 2019.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Οκτωβρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ