Supreme Court allows appeal against trademark infringement award based on incorrect calculation of damages.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal regarding the calculation of damages for trademark infringement. The lower court incorrectly computed the monthly compensation by applying a total payment figure from a prior period to the specific timeframe of the alleged infringement, ignoring the distinct circumstances of each period. Consequently, the court found a material error in the application of substantive law and remanded the case for retrial with a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 580(3) of the Code of Civil Procedure; The court must correct a material error in the application of substantive law when the lower court calculates damages using a total sum from a different period than the one in dispute, failing to apply the specific criteria required by the relevant statutes.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1555 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1555/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Κυριάκο Οικονόμου και Αναστασία Περιστεράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Μαραβέλη. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και διακριτικό τίτλο "....", που ..., εκπροσωπείται νόμιμα και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-6-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η απόφαση 893/2012 του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-7-2015 αίτησή της και τους από 19-7-2017 προσθέτους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Κυριάκος Οικονόμου ανέγνωσε την από 1-9-2018 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου λόγου αναιρέσεως και την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά παραδοχή του δευτέρου λόγου, εν μέρει, και των τριών προσθέτων λόγων της από 15-7-2015 αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων αυτής λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, αν δε η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. .
Περαιτέρω, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδάφ. γ' και δ' ΚΠολΔ. που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 του ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της συζήτησης και η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση ή είχε παραστεί νομίμως κατά την ίδια δικάσιμο και, συνεπώς, με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η μη νόμιμη κλήτευσή του κατά την αρχική δικάσιμο.
Εν προκειμένω, από τις υπ' αριθ. 6792Β' 6793Β' της 20-09-2018 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Χ. Ν. Β., που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, καθώς και του από 19-7-2017 δικογράφου προσθέτων λόγων, με τις πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου, καθώς και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 12-3-2018, κατά την οποία η συζήτηση της υποθέσεως ανεβλήθη οίκοθεν εκ του πινακίου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, νομοτύπως και εμπροθέσμως επεδόθη στην αναιρεσίβλητη. Επομένως, εφ' όσον αυτή δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της προκειμένης υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου στην ως άνω δικάσιμο και δεν απαιτείτο νέα κλήση αυτής, πρέπει, συμφώνως προς τα προεκτεθέντα, να δικασθεί ερήμην, πλην όμως να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτής.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται αναιρετικός λόγος, αν παρεβιάσθη κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοσθεί εσφαλμένως (ΟλΑΠ11/2017, 36/1988, ΑΠ 675/2014). Εσφαλμένη εφαρμογή σημαίνει εσφαλμένη υπαγωγή, η οποία υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού ορθώς η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια όμως δεν εφαρμόσθηκε ο ίδιος στη δικαζόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά, που δέχθηκε ανελέγκτως ο δικαστής της ουσίας, υπάγονταν στον κανόνα αυτόν ή, αντιστρόφως, εφαρμόσθηκε ο κανόνας αυτός, καίτοι τα περιστατικά δεν υπάγονταν σ' αυτόν.
Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός, που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, στην απόφαση και που συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα (διατακτικό) (ΑΠ 438/2018, 2039/2014). Εξ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 3, 4, 18 παρ. 3 και 26 του Ν. 2239/1994 - ως ίσχυαν προ της καταργήσεώς των υπό του άρθρου 183 του ν. 4072/2012 και είναι εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση ως εκ του χρόνου συζητήσεως της ένδικης αγωγής, - ερμηνευομένων συμφώνως προς τις σχετικές προβλέψεις και τους σκοπούς της Οδηγίας 2004/48/ΕΚ, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Ο σηματούχος δύναται να αντλήσει ωφέλεια από το δικαίωμά του στο σήμα με δύο τρόπους, και δη είτε μέσω της επ' ανταλλάγματι παραχωρήσεως αδείας χρήσεως αυτού σε τρίτους, είτε μέσω της ενσωματώσεως του σήματος στη δική του εμπορική δομή, προσβλέποντας στον πορισμό κερδών από τη θέση σε κυκλοφορία προϊόντων ή υπηρεσιών, σημαινομένων από το οικείο διακριτικό γνώρισμα.
Ο προσβολέας, συνεπώς, θίγει κατ' αρχάς τις ανωτέρω δύο προοπτικές πορισμού οφέλους τού δικαιούχου, βλάπτοντας εν τέλει την προοπτική οικονομικής εκμεταλλεύσεως του σήματος. Ειδικότερα, ο προσβολέας αρύεται κέρδος από την πράξη της προσβολής, το κέρδος δε αυτό συνίσταται είτε στην αποφυγή καταβολής αντιτίμου για άδεια χρήσεως, είτε στην αποκόμιση πρόσθετου οικονομικού οφέλους από τη χρήση του σήματος στα προϊόντα ή τις παρεχόμενες από τον προσβολέα υπηρεσίες.
Στην περίπτωση προσβολής του δικαιώματος στο σήμα παρέχεται η δυνατότητα του δικαιούχου να αξιώσει, μεταξύ άλλων, το ποσό, που θα αντιστοιχούσε στο τίμημα για την παραχώρηση μίας υποθετικής αδείας χρήσεως του σήματος από τον δικαιούχο στον υπόχρεο. Για τη λειτουργία της ανωτέρω αξιώσεως, κατά νομικό πλάσμα, στο επίκεντρο τίθεται μία υποθετική άδεια χρήσεως, ήτοι αυτή που θα είχε χορηγηθεί, αν ο προσβολέας την είχε ζητήσει από τον δικαιούχο.
Στην εν λόγω περίπτωση δεν αποκαθίσταται μία συγκεκριμένη ζημία, αλλά μία μέση - αφηρημένη ζημία, ακόμα και αν στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν επήλθε οιαδήποτε ζημία ή η θέση του δικαιούχου του σήματος ενδυναμώθηκε. Κρίσιμο στοιχείο είναι το ποιο αντάλλαγμα θα συνομολογούσε ο μέσος συνετός δικαιούχος με το μέσο συνετό αδειούχο, αν είχαν έλθει σε διαπραγματεύσεις, και δη εν γνώσει όλων των κρίσιμων σχετικώς περιστάσεων, ήτοι η αντικειμενική αξία του προσβληθέντος δικαιώματος.
Για τον προσδιορισμό αυτό, ως αφετηρία χρησιμεύει η τυχόν χορήγηση αδειών χρήσεως στο παρελθόν και σε καταφατική περίπτωση το ύψος του συνομολογηθέντος σε αυτές ανταλλάγματος. Σε τέτοιες περιπτώσεις είναι δυνατό να συναχθεί ευχερώς και με σχετική ασφάλεια το καθιερωμένο ή συνηθισμένο αντάλλαγμα, ήτοι αυτό, το οποίο α) συνομολογήθηκε ή αποδεδειγμένως πληρώθηκε στον δικαιούχο σε εύλογο χρόνο πριν την επίδικη προσβολή, β) συναντάται σε ικανό αριθμό προγενεστέρων αδειών, γεγονός που δεικνύει και τον εύλογο χαρακτήρα του, γ) παρουσιάζει σχετική ομοιομορφία στον τόπο ή τον κλάδο αγοράς, όπου εμφανίζεται, δ) οφείλεται σε ελεύθερη διαπραγμάτευση των μερών και όχι σε δικαστική διαταγή ή συμβιβασμό και ε) αφορά δικαίωμα συγκρίσιμο προς το επίδικο, συνεκτιμωμένων, ωστόσο, και των τυχόν μεταγενέστερων της προσβολής εξελίξεων, καθ' όσον ο προσδιορισμός του ευλόγου ανταλλάγματος διέρχεται αναγκαίως από τη συνεκτίμηση όλων των στοιχείων, που προσδιορίζουν την εύλογη και δίκαιη αξία του δικαιώματος, έστω και αν αυτά δεν ήταν εμφανή κατά τον χρόνο της υποθετικής διαπραγματεύσεως.
Ο εσκεμμένος, και δη δόλιος χαρακτήρας της προσβολής είναι ειδικότερο στοιχείο, που αξιολογείται.
Εν προκειμένω, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, του οποίου η απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη, δέχθηκε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα: "... Στη συνέχεια, καταρτίστηκε μεταξύ των προαναφερόμενων νομικών προσώπων (ενν. την εταιρεία ...
και την αναιρεσείουσα) η από 23-4-2003 έγγραφη συμφωνία στην οποία ορίζεται ρητά ότι η εναγομένη (και ήδη αναιρεσείουσα) θα έχει την άδεια της μη αποκλειστικής χρήσης του επίδικου σήματος μέχρι την 31-12-2006 αντί του συμφωνηθέντος ανταλλάγματος των 30.000,00 ευρώ, σύμφωνα με τον οικονομικό προορισμό του σήματος. Κατ' ακολουθίαν, η εναγομένη κατέβαλε στην "..." για τη χρήση του επίμαχου σημείου κατά το χρονικό διάστημα από 1-8-1999 έως 31-12-2006 το συνολικό ποσό των 499.552,45 ευρώ, ήτοι 5.612,94 (499.552,45/89 μήνες) ευρώ μηνιαίως....
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα (και ήδη αναιρεσίβλητη), ως δικαιούχος εκ μεταβιβάσεως των επίδικων σημάτων και εν όψει του γεγονότος ότι η σύμβαση της δικαιοπαρόχου της με την εναγομένη έληγε στις 31-12-2006, απέστελλε στην τελευταία τις από 19-6-2006, 28-7-2006 και 22-12-2006 εξώδικες δηλώσεις της με τις οποίες την κάλεσε να της γνωστοποιήσει εάν επιθυμεί τη σύναψη νέας σύμβασης για τη χρήση των σημάτων "..." αντί οικονομικού ανταλλάγματος που θα συμφωνηθεί, επισημαίνοντας, συνάμα, την αστική και ποινική ευθύνη τόσο των εκπροσώπων της, όσο και των μελών του ομίλου της σε περίπτωση μη συμμορφώσεως.
Παρά ταύτα, η εναγομένη εξακολούθησε και μετά τη λήξη της προαναφερόμενης σύμβασης να χρησιμοποιεί τη λεκτική ένδειξη "..." στην επωνυμία και το διακριτικό της τίτλο, στις ηλεκτρονικές καταχωρίσεις της, στις ταμπέλες των καταστημάτων της, στα διαφημιστικά φυλλάδια που χρησιμοποιεί για την προώθηση των προϊόντων που διακινεί, στα υλικά συσκευασίας αυτών, σε προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας καθώς και στις σακούλες μεταφοράς τους, με τις οποίες εφοδιάζει όλα τα μέλη και τους συνεργάτες του ομίλου της, τους οποίους, μάλιστα, διαβεβαιώνει ότι η αναγραφή και η χρήση του ονόματος ...
στις εμπορικές συναλλαγές ή όπου αλλού κρίνουν σκόπιμο είναι αναφαίρετο δικαίωμα τους.... Η ένδειξη "..." συνιστά εμφανώς πιστή αντιγραφή του διακριτικού γνωρίσματος της ενάγουσας (σήμα), τόσο ηχητική, όσο και οπτική, με αποτέλεσμα να προκαλείται σύγχυση στο οικείο καταναλωτικό κοινό και να δημιουργείται σ' αυτό η απατηλή εντύπωση είτε ότι η επιχείρηση της εναγομένης είναι ενταγμένη σε εκείνη της ενάγουσας, είτε, σε κάθε περίπτωση, ότι υπάρχουν μεταξύ τους οργανωτικές ή οικονομικές σχέσεις.
Έτσι, με τη συμπεριφορά της αυτή η εναγομένη προσβάλλει τα δικαιώματα της ενάγουσας στα νόμιμα κατοχυρωμένα σήματά της, τα οποία η ίδια εμποδίζεται να αξιοποιήσει οικονομικά. Με την ενέργειά της αυτή η εναγομένη επιδιώκει να επωφεληθεί από την έλξη, τη φήμη και το κύρος των επίδικων σημάτων, καθώς και να εκμεταλλευθεί, χωρίς να καταβάλει κανένα χρηματικό αντίτιμο και χωρίς η ίδια να μοχθήσει προς τούτο, την εμπορική προσπάθεια που κατέβαλε η δικαιοπάροχος της ενάγουσας και στη συνέχεια η τελευταία για να οικοδομήσουν και να εδραιώσουν τη φήμη τους...
Παρέπεται ότι, το αντάλλαγμα που έπρεπε να καταβληθεί στην ενάγουσα για την παραχώρηση άδειας χρήσης του επίμαχου σημείου για το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2007 έως και 22-6-2008 ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 99.536,13 ευρώ (5.612,94 ευρώ X 17 μήνες + 5.612,94 X 22/30 =) ευρώ...". Υπό τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο εσφαλμένως εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις του Ν. 2239/1994.
Ειδικότερα, ενώ για την εφαρμογή τούτων (διατάξεων) απαιτείται να λαμβάνεται ως βάση υπολογισμού της οφειλομένης αποζημιώσεως λόγω χρήσεως του σήματος το αντάλλαγμα, το οποίο θα συνομολογούσε ο μέσος συνετός δικαιούχος με το μέσο συνετό αδειούχο, αν είχαν έλθει σε διαπραγματεύσεις, και δη εν γνώσει όλων των κρίσιμων σχετικώς περιστάσεων, ήτοι η αντικειμενική αξία του προσβληθέντος δικαιώματος, το Πολυμελές Πρωτοδικείο υπολόγισε την μηνιαία αποζημίωση βάσει των χρηματικών ποσών που είχε καταβάλλει η υπόχρεως προς την σηματούχο καθ' όλο το χρονικό διάστημα συνεργασίας τους.
Ενώ δηλαδή, οι ως άνω διατάξεις για τον υπολογισμό της καταβλητέας αποζημιώσεως - η οποία δεν δύναται να προσκρούει στην αρχή της αναλογικότητος - επιβάλλουν αντικειμενικά κριτήρια συγκρίσεως (μεταξύ των οποίων και οι κρατούσες συνθήκες κατά τον χρόνο επελεύσεως της ζημίας για την χρήση του εν λόγω σήματος, εν όψει συγκεκριμένης επιχειρηματικής δραστηριότητος) η προσβαλλομένη υπολόγισε την αποζημίωση, που όφειλε η υπόχρεως λόγω παράνομης (άνευ αδείας) χρησιμοποιήσεως του συγκεκριμένου σήματος κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2007 έως και 22-6-2008, με βάση μόνο το συνολικό ποσόν που κατεβλήθη στην ενάγουσα-αναιρεσίβλητη ως αντάλλαγμα κατά το χρονικό διάστημα από 1-8-1999 έως 31-12-2006, εκ του οποίου, μεθ' υπολογισμόν, προσδιόρισε την μηνιαίως οφειλομένη αποζημίωση.
Κατά ταύτα, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, δεχθέν, προς σχηματισμόν της ελάσσονος προτάσεως στο αιτιολογικό τής αποφάσεώς του πραγματικά περιστατικά, τα οποία δεν ταυτίζονται, ούτε ερμηνευτικώς εξομοιώνονται με τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του λόγου των εφαρμοσθεισών διατάξεων, ως μείζονος προτάσεως, οδηγήθηκε εις ουσιαστικώς εσφαλμένο συμπέρασμα και εντεύθεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το κυρίως προβαλλόμενο πρώτο τμήμα αυτού, δια του οποίου προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια για εσφαλμένη εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, είναι βάσιμος. Η αναιρετική εμβέλεια του ως άνω γενομένου δεκτού λόγου στο σύνολο της προσβαλλομένης με την αναίρεση αποφάσεως, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των υπολοίπων λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων (ΑΠ 438/2018).
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Δικαστήριο, που την εξέδωσε, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή, εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει προηγουμένως. Ακόμη πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου στην αναιρεσείουσα και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα αυτής, που κατέθεσε προτάσεις, μετά από σχετικό αίτημά της (176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 893/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, που κατατέθηκε.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Οκτωβρίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Νοεμβρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ