1555/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Mαΐου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/5/2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2031/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7679/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23/10/2006 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated1555/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 22/2/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και του δεύτερου κατά το ένα μέρος του λόγων της από 23-10-2006 αίτησης αναίρεσης, την απόρριψη του δεύτερου λόγου κατά το άλλο μέρος του και την αναίρεση της υπ' αριθ. 7679/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Full text
Απόφαση 1555 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1555/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου, Γεώργιο Σακκά και Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Mαΐου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων-καλούντων: 1) Κ. Τ. του Η., 2) Η. Τ. του Κ., 3) Β.-Ά. Τ. του Κ., 4) Φ. Τ. του Κ., 5) Σ. Τ. του Η., κατοίκων ..., 6) Δ. Τ. του Η., κατοίκου ..., 7) Δ. Σ. Τ., κατοίκου ..., 8) Ε. Σ. Τ., κατοίκου ..., 9) Δ. Δ. Τ.α, κατοίκου ..., 10) Η. Τ. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι ανωτέρω, εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πέτρο Γεωργάτο και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων-καθ'ων η κλήση: 1. Σ. χήρας Ε. Τ., το γένος Κ. Κ., κατοίκου ..., 2. Μ. συζ. Δ. Κ. το γένος Ε. Τ., κατοίκου ..., 3. Α. . Ε. Τ., κατοίκου ..., οι ανωτέρω ως κληρονόμοι του αποβιώσαντος Ε. Τ., 4. Δ. Τ. του Ε., κατοίκου ..., ατομικώς και ως κληρονόμου του Ε. Τ., 5. Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", όπως μετονομάστηκε η αρχικά αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία "ΦΟΙΝΙΞ ΜΕΤΡΟΛΑΪΦ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βασιλική Νακοπούλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/5/2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2031/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7679/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23/10/2006 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 777/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη την συζήτηση της αιτήσεως για αναίρεση της ανωτέρω απόφασης. Οι ήδη αναιρεσείοντες επανέφεραν την υπόθεση για συζήτηση με την από 5-4-2012 κλήση τους.
Εκδόθηκε η 386/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη την συζήτηση της αιτήσεως. Οι αναιρεσείοντες επανέφεραν εκ νέου την υπόθεση για συζήτηση 4-2-2014 κλήση, γνωστοποίηση θανάτου και πρόσκληση σε αναγκαστική επανάληψη δίκης λόγω βίαιης διακοπής δίκης των κληρονόμων του αποβιώσαντος αναιρεσίβλητου Ε. Τ..
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 22/2/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και του δεύτερου κατά το ένα μέρος του λόγων της από 23-10-2006 αίτησης αναίρεσης, την απόρριψη του δεύτερου λόγου κατά το άλλο μέρος του και την αναίρεση της υπ' αριθ. 7679/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 286, 287 και 288 ΚΠολΔ που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ και στη διαδικασία κατ' αναίρεση, προκύπτει ότι, αν ο διάδικος είναι στη ζωή κατά την έναρξη της αναιρετικής δίκης, αποβιώσει όμως πριν από την αμετάκλητη αποπεράτωση της δίκης και μέχρι το τέλος της προφορικής συζητήσεως, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, η δίκη διακόπτεται.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου αυτού προς τον αντίδικο, η οποία μπορεί να γίνει με προφορική δήλωση στο ακροατήριο του πληρεξούσιου δικηγόρου του διαδίκου, στο πρόσωπό του οποίου επήλθε ο λόγος της διακοπής αλλά και από πρόσωπο που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 289 του ΚΠολΔ κάθε διαδικαστική πράξη (και η ερήμην συζήτηση) εκτός από την έκδοση της απόφασης (εφόσον η υπόθεση ήταν ώριμη πριν από τη διακοπή), αν γίνει μετά τη διακοπή της δίκης και πριν από την επανάληψη της, είναι άκυρη, εκτός αν την ενεργήσει ο διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή.
Εξάλλου, η επανάληψη της δίκης, κατά τις διατάξεις των άρθρων 290 και 291 του ΚΠολΔ μπορεί να γίνει είτε εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, είτε αναγκαστικά με πρόκληση του αντιδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή προς εκείνους που νομιμοποιούνται να συνεχίσουν τη δίκη για λογαριασμό του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, προσκαλώντας τους τελευταίους για το σκοπό επαναλήψεως με τη κοινοποίηση δικογράφου πρόσκλησης και πριν ακόμα τη γνωστοποίηση του γεγονότος που προκάλεσε τη διακοπή, θεωρώντας ότι αυτή επήλθε.
Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτουν τ'ακόλουθα: Κατά την αρχικά προσδιορισμένη δικάσιμο της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατά την 1-4-2011 δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο οι δύο πρώτοι των αναιρεσιβλήτων Ε. Τ. του Δ. και Δ. Τ. του Ε., πλην όμως δεν προέκυπτε τότε η νομότυπη κλήτευσή τους και με την υπ'αριθ.777/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου η συζήτηση της ένδικης αναίρεσης κηρύχθηκε απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους.
Στη συνέχεια, οι αναιρεσείοντες με την από 5-4-2012 κλήση τους, απευθυνόμενη κατά των αρχικών τριών αναιρεσιβλήτων επανέφεραν για συζήτηση την αίτησή τους αναίρεσης για την προσδιορισθείσα δικάσιμο της 8-2-2013. Η κλήση αυτή με παραγγελία του πληρεξούσιου δικηγόρου των αναιρεσειόντων Π. Γ. επρόκειτο να επιδοθεί στους αρχικούς αναιρεσίβλητους Ε.
Τ., Δ. Τ. και την ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ ΜΕΤΡΟΛΑΪΦ". Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο της δικασίμου της 8-2-2013, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδρίασης, εμφανίσθηκαν ο δεύτερος αναιρεσίβλητος Δ. Τ. του Ε., ατομικά παριστάμενος και η τρίτη ασφαλιστική εταιρεία με τη νέα έγγραφη δήλωση.
Κατά την ίδια συνεδρίαση δεν εμφανίσθηκε ο πρώτος αναιρεσίβλητος Ε. Τ., για τον οποίο ο δεύτερος παριστάμενος αναιρεσίβλητος γιός του γνωστοποίησε ότι απεβίωσε και προσκόμισε το υπ'αριθ.πρωτ.394/30-1-2013 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του ληξιαρχείου Λαμίας, με το οποίο πιστοποιείται ο θάνατός του στις 6-2-2010.
Η δήλωση αυτή ατομικά του δεύτερου αναιρεσίβλητου ενείχε την κατ'αρθρ.287 παρ.1 εδ.α' γνωστοποίηση του λόγου διακοπής της δίκης, επαναλήφθηκε δε και στις κατατεθείσες από τον ίδιο αναιρεσίβλητο στις 5-2-2008 έγγραφες προτάσεις του. Ωστόσο, η προφορική αυτή δήλωση και η αντίστοιχη έγγραφη δια των προτάσεων δεν συνοδεύτηκε από την κατ' άρθρο 290 του ΚΠολΔ ρητή ή σιωπηρή δήλωση εκούσιας επανάληψης της δίκης αμέσως μετά τη γνωστοποίηση, με τις προαναφερθείσες συνθήκες του λόγου της βίαιης διακοπής της δίκης.
Ενόψει αυτών με την υπ' αριθ. 386/2013 απόφαση του δικαστηρίου τούτου κηρύχθηκε και πάλι απαράδεκτη η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης. 'Ηδη οι αναιρεσείοντες με το δικόγραφο της από 4-2-2014 κλήσεώς τους, που κοινοποιήθηκε στους Σ. χήρα Ε. Τ.., Μ. συζ. Δ. Κ., Αικατερίνη Ε. Τ. και Δ. Τ., τέκνα του αποβιώσαντος Ε.
Τ., προσκάλεσαν αυτούς για την επανάληψη της δίκης με την ιδιότητα των εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικού αναιρεσίβλητου Ε. Τ. του οποίου ο θάνατος είχε γνωστοποιηθεί κατά τα προαναφερθέντα σε προηγούμενη συνεδρίαση, ώστε εγκύρως κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις συνεχίζεται ήδη η δίκη στο πρόσωπο των καλουμένων κληρονόμων, με την υπεισέλευσή τους στην δικονομική θέση του αρχικώς δεύτερου των αναιρεσίβλητων Δ.
Τ..
ΙΙ Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 §3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.
ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύναμος ο αναιρετικός έλεγχος.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημιάς, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.
γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 468/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 7679/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Η παλαιά Εθνική οδός Λαμίας - Βόλου στο ύψος περίπου του 17,5 χλμ είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης, συνολικού πλάτους 6,70 m και τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας χωρίζονται με διαχωριστική γραμμή, η οποία διακόπτεται στο τμήμα της οδού που συγκλίνει σ' αυτή, στο δεξιό μέρος του ρεύματος προς τη Λαμία, η οδός Κοσομούλη που οδηγεί στη Νεράιδα.
Την 18-6-99 την 9.20 ώρα ο εναγόμενος Δ. Τ. οδηγούσε το ... αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του εναγομένου Ε. Τ. ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία "ΦΟΙΝΙΞ ΑΕ" και κινιόταν στην Π.Ε.Ο. Λαμίας - Βόλου στην κατεύθυνση προς τη Λαμία. Τον ίδιο χρόνο ο ενάγων Κ. Τ. οδηγούσε το ... αυτοκίνητο συνιδιοκτησίας των εναγόντων Ηλία και Βασιλείου - 'Αρη Τ.
και κινιόταν στον ίδιο δρόμο αλλά με αντίθετη κατεύθυνση. Στο 17,5 χλμ. του παραπάνω δρόμου, στο σημείο που στην οδό καταλήγει κάθετα η οδός Κασομούλη, ο ενάγων οδηγός Κ. Τ. έχοντας πρόθεση να στρίψει αριστερά, και διασχίζοντας κάθετα το ρεύμα κυκλοφορίας προς Λαμία, να κινηθεί στην οδό Κασομούλη, επιχείρησε αιφνίδια στροφή προς τα αριστερά, τη στιγμή ακριβώς που το όχημα του Δ.
Τ. έφθανε στο κέντρο περίπου της διασταύρωσης. Ο Κ. Τ. όταν είχε πλέον εισέλθει με το όχημα του σε θέση διαγώνια, κατά ένα μέτρο περίπου, στο ρεύμα προς Λαμία αντιλήφθηκε καθυστερημένα το όχημα του Τ. και ακινητοποίησε το αυτοκίνητο του προφανώς για ν' αποφύγει τη σύγκρουση με το κανονικά κινούμενο αυτοκίνητο του Δ.
Τ.. Όμως ο Δ. Τ., ο οποίος αντιλήφτηκε από απόσταση περίπου πέντε μέτρων το αυτοκίνητο του Κ. Τ. να κλείνει την πορεία του, δεν είχε περιθώριο, ν' αντιδράσει και επέπεσε με το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου του πλαγιομετωπικά στη δεξιά μπροστινή γωνία του οχήματος του ενάγοντος. Μετά τη σύγκρουση το μεν αυτοκίνητο του Τ.
μετακινήθηκε προς τα εμπρός σε θέση παράλληλη με τον άξονα της οδού, το δε αυτοκίνητο του Τ. ακινητοποιήθηκε κάθετα στην οδό. Η παραπάνω σύγκρουση είχε ως αποτέλεσμα τον τραυματισμό του ενάγοντος Κ. Τ. και της συνεπιβαίνουσας στο αυτοκίνητο του Δ. Τ.., μητέρας του προηγουμένου και των εναγόντων Σ. και Δ. Τ.
και γιαγιάς των εναγόντων Η., Β. Ά., Φ., Δ., Ε., Δ. και Η. Τ.., η οποία και πέθανε έξι μέρες αργότερα από καρδιακή ανακοπή, αλλά και την πρόκληση εκτεταμένων βλαβών στο παραπάνω όχημα.
Με τα δεδομένα αυτά αποκλειστικά υπαίτιος της επίδικης σύγκρουσης υπήρξε ο ενάγων Κ. Τ. ο οποίος από αμέλειά του, έλλειψη δηλαδή της προσοχής που όφειλε ως μέσος συνετός οδηγός, επιχείρησε ν' αλλάξει κατεύθυνση προς τα αριστερά σε οδόστρωμα διπλής κατεύθυνσης καταλαμβάνοντας μέρος του οδοστρώματος που προοριζόταν για τα αντιθέτως κινούμενα οχήματα, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει το ελεύθερο του οδοστρώματος στο ρεύμα κυκλοφορίας που ήθελε να διασχίσει και ειδικότερα του αυτοκινήτου του Ε.
Τ., το οποίο βρισκόταν σε πολύ κοντινή απόσταση αυτή των πέντε περίπου μέτρων. Αντίθετα ο παραπάνω οδηγός επιχείρησε τη διέλευση και ακινητοποίησε το αυτοκίνητο του μόνο, όταν πλέον κατάλαβε, ότι ήταν αδύνατη η ολοκλήρωση της προσπάθειας του, να διασχίσει το δρόμο. Αντίθετα τον εναγόμενο οδηγό δεν βαρύνει οποιαδήποτε αμέλεια στην επέλευση της επίδικης σύγκρουσης, εφόσον η πορεία του ήταν κανονική στο μέσο του δρόμου, αυξημένη ταχύτητα, ανώτερη δηλαδή της επιτρεπομένης, στο σημείο εκείνο των 50 χλμ/ώρα δεν αποδείχτηκε, δυνατότητα δε οποιουδήποτε αποφευκτικού ελιγμού δεν υπήρχε, εφόσον λόγω της αιφνίδιας εισόδου στο ρεύμα του, του οχήματος Τ., αντιλήφθηκε το αυτοκίνητο από απόσταση μόλις πέντε μέτρων, χωρίς να καταστεί δυνατή η διενέργεια οποιουδήποτε αποφευκτικού ελιγμού, ή η τροχοπέδηση του οχήματός του.
Ο αγωγικός ισχυρισμός για τη θεμελίωση της υπαιτιότητας του εναγομένου οδηγού βασίζεται στην κίνηση του αυτοκινήτου του εναγομένου στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, δηλαδή σε αυτό προς το Βόλο, όπου είχε ακινητοποιήσει ο Η. Τ., σε θέση περίπου διαγώνια με τον άξονα της οδού το όχημά του, προκειμένου να αναμείνει τη διέλευση του οχήματος του Ελ.
Τ., τη δε εκτροπή του πρώτου οχήματος αποδίδει στην αυξημένη ταχύτητα, η οποία σε συνδυασμό με την αιφνίδια τροχοπέδηση, εξέτρεψε το αυτοκίνητο προς τα δεξιά και στη συνέχεια προς τα αριστερά.
Ο ισχυρισμός όμως αυτός κρίνεται εντελώς αβάσιμος διότι: 1) η σύγκρουση απεικονίζεται στο προσκομιζόμενο και επικαλούμενο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας Στυλίδας, να έχει λάβει χώρα στο ρεύμα προς Λαμία και σε σημείο που απέχει ένα μέτρο από τον άξονα της οδού, 2) αυξημένη ταχύτητα στο όχημα του Τ. δεν αποδείχτηκε από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο και το αοριστολογικά αναφερόμενο στις προανακριτικές καταθέσεις και σ' αυτή κατά τη συζήτηση της υπόθεσης από την Α. Κ. για αυξημένη ταχύτητα στο αυτοκίνητο του Τ. δεν αρκεί για το σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποίθησης για την αυξημένη ταχύτητα του παραπάνω οχήματος. Ούτε ο προς τα δεξιά αποφευκτικός ελιγμός και η εξαιτίας αυτού εκτροπή προς τα αριστερά λόγω αυξημένης ταχύτητας του αυτοκινήτου του Δημ. Τ. αποδείχτηκε, εφόσον στην περίπτωση αυτή ίχνη της τροχοπέδησης και της εκτροπής θα είχαν αποτυπωθεί στο σχεδιάγραμμα. Εξάλλου αν το αυτοκίνητο του Τ. δεν είχε εισέλθει στο ρεύμα πορείας του Τ. δεν υπήρε λόγος τροχοπέδησης από τον τελευταίο και εξαιτίας αυτής εκτροπή του αυτοκινήτου του. Εφόσον λοιπόν αποδείχτηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος της επίδικης σύγκρουσης και των εξαιτίας αυτής αποτελεσμάτων υπήρξε ο ενάγων Κ. Τ. η από 20-5-2001 αγωγή του ίδιου και των συνεναγόντων του έπρεπε να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη".
Με τις πιο πάνω παραδοχές του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασής του το Εφετείο, με τις οποίες αφού απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων και δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της αντιθέτως κρινάσας πρωτόδικης απόφασης (με την οποία έγινε δεκτή η ένσταση των αναιρεσιβλήτων συνυπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσείοντος-ενάγοντος οδηγού κατά ποσοστό 40% ενώ ο δεύτερος αναιρεσίβλητος - εναγόμενος οδηγός κρίθηκε συνυπαίτιος 60%) στη συνέχεια, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και έκρινε αποκλειστικά υπαίτιο τον πρώτο αναιρεσείοντα οδηγό, απέρριψε στο σύνολό της την αγωγή των αναιρεσειόντων, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των πιο πάνω εφαρμοστέων εδώ κανόνα ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 330, 914 Α.Κ. τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η
αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσείοντος οδηγού Κ. Τ. και ο αιτιώδης σύνδεσμος της υπαίτιας αυτής συμπεριφοράς με το ζημιογόνο αποτέλεσμα, όπως και η ανυπαρξία οποιασδήποτε συνυπαιτιότητας του δεύτερου αναιρεσίβλητου οδηγού Δ. Τ. στην ένδικη σύγκρουση. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 του Κ.Πολ.Δ. κρίνονται αβάσιμα, και εφόσον άλλωστε η υπαγωγή όλων των προαναφερθέντων πραγματικών περιστατικών στους κανόνες δικαίου περί αδικοπραξιών και του ΚΟΚ που εφαρμόσθηκαν δεν βρίσκεται σε καμμία απολύτως αντίθεση με τα διδάγματα της κοινής πείρας.
Εξ άλλου, ο ίδιος πρώτος λόγος της αναίρεσης κατά την σ' αυτόν κατά το άλλο μέρος του περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα περί του κατά πόσον δηλαδή στην επέλευση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος συνετέλεσε αιτιωδώς οποιαδήποτε υπαιτιότητα του αναιρεσίβλητου οδηγού και τα αντίστοιχα επιχειρήματα των αναιρεσιβλήτων και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα των αναιρεσειόντων που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, και βρίσκονται κατά τους αναιρεσείοντες σε αντίθεση με το ότι 1) δεν αντιμετωπίζεται στην προσβαλλόμενη η δυνατότητα του δεύτερου αναιρεσίβλητου οδηγού να συνεχίσει κανονικά την πορεία του έστω και χωρίς ελαφρύ αποφευκτικό ελιγμό, 2) χωρίς καμία ειδικότερη αιτιολογία το Εφετείο προσδιόριζε την ταχύτητα αμέσως πριν από τη σύγκρουση του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο δεύτερος αναιρεσίβλητος σε 50 χιλ.
την ώρα, 3) δεν προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη εάν ο αναιρεσίβλητος οδηγός τήρησε τις υποχρεώσεις του από τις διατάξεις των άρθρων 12 και 19 του ΚΟΚ, 4) δεν προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη αμέσως πριν από την ένδικη σύγκρουση η φορά κινήσεως των δύο αυτοκινήτων για να αιτιολογηθούν τα σημεία συγκρούσεώς των και εάν ο αναιρεσίβλητος οδηγός επιχείρησε αποφευκτικό ελιγμό πριν από τη σύγκρουση δεξιά κατά την πορεία του είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι αφού κατά τα προεκτιθέμενα το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά τις προαναφερθείσες αναλυτικά ουσιαστικές παραδοχές της, με τους ίδιους δε λόγους κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του αρθρ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων των αναιρεσειόντων, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Από τη διατύπωση της η διάταξη αυτή αφορά μόνο έγγραφο, και όχι μαρτυρική κατάθεση, ενώ ως έγγραφο νοούνται μόνο όσα προβλέπονται από τα άρθρα 339 και 432 επί του Κ.Πολ.Δ., και όχι τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης όπως η αγωγή.
Για να δημιουργηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να έχει γίνει επίκληση του εγγράφου στην κατ' έφεση δίκη, διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω, ως παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου που ιδρύει τον ίδιο λόγο αναίρεσης, και η οποία πρέπει να είναι προφανής, υπάρχει όταν το Δικαστήριο από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι το διαφορετικό από το πραγματικό (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (ΑΠ 442/1993).
Από δε το συνδυασμό της πιο πάνω διάταξης με εκείνη του άρθρου 561 §1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι δεν περιλαμβάνει ο λόγος αυτός αναίρεσης και την περίπτωση, κατά την οποία, από την αποδεικτική αξιολόγηση του περιεχομένου του εγγράφου, κατέληξε το δικαστήριο με την συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί δεν είναι εφικτή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, παρά μόνο με την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που συνεκτιμήθηκαν με αυτό, η οποία δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου, και ο αναιρετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 413/1993).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, για να καταλήξει στην κρίση ότι ο πρώτος αναιρεσείων ήταν αποκλειστικά υπαίτιος της ένδικης σύγκρουσης και να απορρίψει τον σχετικό αγωγικό ισχυρισμό των αναιρεσειόντων και την έφεσή τους στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στις ένορκες καταθέσεις των εκατέρωθεν εξετασθέντων μαρτύρων, και σε όλα τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι με τις έγγραφες προτάσεις τους, μεταξύ των οποίων και την από 18-6-1999 έκθεση αυτοψίας της αρμόδιας Αστυνομικής αρχής.
Προβάλλουν ειδικά δε ως προς το πιο πάνω αποδεικτικό μέσο οι αναιρεσείοντες, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης κατά το άλλο μέρος του, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του πιο πάνω εγγράφου κατά το μέρος του που δεν καταλόγισε υπαιτιότητα στο δεύτερο αναιρεσίβλητο οδηγό που είχε σχέση με παραβάσεις του ΚΟΚ.
Ειδικότερα ο προτεινόμενος λόγος αναιρέσεως συνδέεται με την αποδιδόμενη στην έκθεση αυτοψίας στον αρχικώς δεύτερο των αναιρεσίβλητων παραβίαση των άρθρων 12 και 19 του ΚΟΚ (υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα) διαλαμβάνοντας παράλληλα η αυτή έκθεση αυτοψίας ότι δεν διαπιστώθηκε η ταχύτητά του. Από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως και ειδικότερα από την παραδοχή της ότι η ταχύτητα του εν λόγω οδηγού δεν υπερέβαινε της επιτρεπόμενης στο σημείο εκείνο των 50 χλ./ωρ., προκύπτει ότι δεν πρόκειται για εσφαλμένη ανάγνωση της εν λόγω εκθέσεως αυτοψίας, αλλά περί συναγωγής εξ αυτής αποδεικτικού πορίσματος διαφορετικού από εκείνο το οποίο θεωρούν ορθό οι αναιρεσείοντες ως προς τις συνθήκες του ερευνηθέντος αυτοκινητικού ατυχήματος και την έλλειψη υπαιτιότητας του αρχικώς δευτέρου των αναιρεσιβλήτων, με άμεση δικονομική συνέπεια ο λόγος αυτός αναιρέσεως να ελέγχεται ως αβάσιμος.
Μετά τα παραπάνω πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν και προτάσεις (άρθρο 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-10-2006 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 7679/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων εφτακοσίων (2.700) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιουλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ